Λισσαβώνα

Για την Ανύμφευτη Γεωγραφία: Αντιγραφές, Σπαράγματα, Αποστροφές, Περιδιαβάσεις

Το πεζοδρόμιο, «οικία του συλλογικού» κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν.

 

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Η παρούσα διερώτηση προκύπτει από την παρατήρηση της νυχτερινής χρωματολογίας. Κοινώς αναρωτιέμαι αν η νύχτα έχει χρώματα· αν η νύχτα έχει το δικό της χρώμα ή αν αναδύει τα χρώματα των πραγμάτων από την ανάποδη, ή αν οι αντανακλάσεις των σωμάτων είναι διαβρωμένες από τη μαυρίλα. Όχι τα τεχνητά χρώματα του ηλεκτρισμού ή των τεχνητών παρεμβάσεων του ανθρώπου. Αν η νύχτα έχει χρώμα, τότε ποιο είναι εκείνο; Αν είναι ένα χρώμα εκ του φυσικού, δεδομένου ότι το μαύρο θεωρείται μη-χρώμα; Τελικώς και εσχάτως μήπως η νύχτα είναι ένας τόπος με τους δικούς του χρωματισμούς; Καρούζος ή ο Έλληνας της Νύχτας:

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου
σαν πέσει η νύχτα.

εξωραΐζουμε
τη νύχτα
χωρίς ιδεολογίες·
μονάχα πιστεύοντας
άνθηση·
Θα υπάρξουμε
οπωσδήποτε
κι αύριο

Τη νύχτα που κουράζονται τα πράγματα
και παύουν να με κυνηγούν
έρωτα.

Μέσα στο μαύρο χάλκωμα της νύχτας
οι επιθυμίες
στους κήπους του ερωτικού μεσονυχτίου η καμέλια.

Θα παραπονεθώ για σένα έρωτα στ’ αστέρια
τη νύχτα που είν’ ο μανδύας της απελπισίας μου

«Δεν έχεις ερωτήματα;» ‒ μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;

Ο κόσμος της νύχτας είναι πρόσφατος, νεωτεριστικός και μετα-διαφωτιστικός, με την ισχυρή τάση να μετατρέπεται σε αντι-διαφωτιστικό. Η γέννησή του ανάγεται στη χρήση ‒ αρχικά, εκείνη των δημόσιων λαμπτήρων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, για τους οποίους χρησιμοποιούνταν το λίπος φάλαινας, ένας από τους λόγους για τον οποίους και έγινε παγκοσμίως γνωστό το αριστούργημα Μόμπυ Ντικ. Σε έναν από αυτούς τους δημόσιους λαμπτήρες αυτο-απαγχονίστηκε o Ζεράρ ντε Νερβάλ τη νύχτα της 26ης Ιανουαρίου του 1855 στην οδό de la Vieille Lanterne στο πρώτο διαμέρισμα των Παρισίων· δρόμος που δεν υπάρχει πια.

Το νυχτοπερπάτημα και ο μοναχοπερπατισμός αποτελούν τρόπους ζωής για τους νυχτόβιους. Ο νυχτοβάτης είναι το τελείως αντίθετο του ημεροβάτη ορθολογιστή. Με την έλλειψη φωτός, ειδικά το καλοκαίρι, τα καταστήματα, μετά το πέρας του ωραρίου, παραμένουν κλειστά, οι οικογενειάρχες γυρίζουν στην οικογενειακή τους φωλιά, οι περισσότερες εργασίες στην πόλη παύουν να υφίστανται. Ο δρόμος μετατρέπεται για σε σκηνή θεάτρου ή σε θέατρο σκιών. Οι πόρνες βγαίνουν στην πιάτσα («κάνουν πεζοδρόμιο»), οι ταβερνιάρηδες ετοιμάζουν το κρασί και εδέσματα για τους θαμώνες τους, τα μπαρ ανοίγουν περιμένοντας τους πελάτες τους, οι μικροαστοί με τη διπλή ζωή καταφέρνουν ενίοτε να ξεφύγουν από την αχαροσύνη τους και να εισχωρήσουν μετά βουλιμίας σε αυτό που αποκαλείται «βούρκος της νύχτας». Μέχρι πρόσφατα, η μουσική, λαϊκή ή μη, ήταν συνυφασμένη με τη νύχτα. Στα ελληνικά χρησιμοποιείται από τους ηθικολόγους η έκφραση «αυτός είναι του δρόμου», όπως επίσης «αυτός είναι της νύχτας». Για τον δρόμο της νύχτας δεν έχει σημασία αν είναι άνοιξη ή χειμώνας· οι εποχές καταλύονται πολύ εύκολα, όπως και ο ορθολογισμός της ημέρας.

Στο δοκίμιό του Νύχτες στην Μεγάλη Πόλη (Nachts in der großen Stadt, 1991) ο Γιόαχιμ Σλέρ (Joachim Schlör) αναφέρει ως χρονιά που ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση για τον δρόμο, τα ήθη και τα έθιμά του, το 1840. Εκείνη τη χρονιά ο δρόμος, σε συνδυασμό με τη νύχτα, ορίζεται «ως ένα θέατρο στο έργο του οποίου διαδραματίζεται η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, την ασφάλεια και την ανασφάλεια, την ηθικότητα και τον αμοραλισμό». Η συζήτηση για τη νύχτα, την ασφάλεια των πολιτών και όχι μόνον, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αφού αφορμή έδινε συνεχώς η κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα τη νύχτα με διάσημους κωδικοποιημένους χαρακτήρες και ομάδες, όπως οι Απάχηδες. Άλλοι, πάλι, ονόμαζαν τους διαρρήκτες «εργάτες της νύχτας».

Η αλαμπία και αμαυρότης αποτελούν τους κύριους πρωταγωνιστές της νύχτας, και οι θαυμαστές της μαθαίνουν να αναμειγνύουν τα βήματά τους στις φωτοσκιάσεις που σχηματίζει το φεγγάρι σε συνδυασμό με τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τα φώτα νέον και ό,τι άλλο παρήγαγε ο βιομηχανικός πολιτισμός, που με βάση αυτές τις τεχνητές ιδιότητες —οι οποίες και γίνονται εύκολα πολύ ανθρώπινες— διαμορφώνονται και οι προσωπικότητες της νύχτας. «Παρόλο που υπόσχεται φόβο και κίνδυνο», ο δρόμος προσφέρει «τη γνώση ως ανταμοιβή». Συμπληρωματικά σε αυτά, ο Σλερ αναφέρει ως επιστέγασμα της νεωτεριστικής νύχτας το γεγονός ότι υπάρχει «μια υποχθόνια μορφή της μητροπολιτικής αίσθησης η οποία και διαφεύγει της χρονολογίας». Ο χρόνος καθαιρείται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Θα προσέθετα, βεβαίως, ότι η ημέρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νυχτερινής ζωής. Κι αυτό διατυπώνεται όχι χωρίς κάποιο βάσιμο λόγο. Η οικονομία της ημέρας με τις δικονομικές της μεταβιβάσεις της στη νύχτα, καθώς και οι συνεχόμενες απαγορεύσεις εκ μέρους του πολιτικού και αστυνομικού σκηνικού επηρεάζουν τη ζωή της νύχτας, και κατά συνέπεια, ή όπως θα λέγαμε πολύ απλά και κοινώς, δεν την αφήνουν σε ησυχία.

*

(περισσότερα…)

Πέρασμα από τη Λευκή Πόλη

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

 ~.~

«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»

Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.

Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.

«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis). (περισσότερα…)