*
του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ
~.~
Bαγόνια τελεφερίκ φορτωμένα, πιθανώς, με βιομηχανικά υλικά κατεβαίνουν στη σειρά, ενώ η εικόνα επαναλαμβάνεται θαρρείς και η κίνησή της εννοηματώνει τον ρυθμό της ζωής, αλλά και τον ρυθμό των εικόνων. Η διασκέδαση παραπλεύρως της εργασίας, όπως προβάλλεται με την παρουσία του χορευτικού κέντρου, και του μπαρ “Τitanic”, θα είναι ένας απόηχος του υπαρκτού σοσιαλισμού, βέβαια. Όσο για τον ρεαλισμό όμως, το χωριό που προβάλλεται στην ταινία δεν υπάρχει στην πραγματικότητα αλλά είναι “κινηματογραφικά” κατασκευασμένο.Ο ρυθμός της ζωής, από τη μεριά του, αφορά σε μιαν ανώνυμη επαρχιακή πόλη της Μεσευρώπης, που ψάχνει να βρει έναν τρόπο ύπαρξης, μια ευστάθεια μέσα στην υπαρξιακή της ταλάντωση. Η κάθοδος του τελεφερίκ έχει έναν ρυθμό, μια συνέχεια, έναν σκοπό, κατά τα φαινόμενα. Επιπλέον, υπάρχει κάποιος που την παρατηρεί πίσω από ένα παράθυρο, μια σκιά συγκεκριμένα, που δεν θα τη δούμε ποτέ από εμπρός και φωτισμένη καλύτερα. Μαζί με το τρίξιμο που κάνουν τα σύρματα του τελεφερίκ, και που θα γίνει ένας τύπος λάιτ-μοτίβ το οποίο θα διαχυθεί σε ολόκληρη την ταινία, θα αποτελέσει μια ηχητική δεσπόζουσα. Εξάλλου, αυτό το μοτίβο εικόνας, με κάποιον που κοιτά πίσω από το παράθυρο τη ροή των πραγμάτων, είναι διάσπαρτο μέσα σε ολόκληρη την ταινία. Το υποκείμενο πίσω από το παράθυρο (της συνείδησής του) αποτελεί αδιαμφισβήτητη παραπομπή στη διαλεκτική του βλέμματος, στη σχάση του υποκειμένου ανάμεσα σε υποκειμενικότητα και κοινωνικότητα. Η μουσική, μια μουσική συνοδεία περισσότερο, επαναληπτική, μονότονη, δεν φιλοδοξεί να υπογραμμίσει κάποια δραματική εξέλιξη ή ενισχύει μάλλον την ακινησία της κατάστασης, το αναμφισβήτητο του δεδομένου της, το μοιραίο εκεί-είναι της, τη στιγμή που τα εν λόγω τελεφερίκ αυτών των πρώτων πλάνων θα λέγαμε καλύτερα ότι προσποιούνται την κίνηση: νομίζει κανείς ότι ο κόσμος του Μπέλα Ταρ ετοιμάζεται να στηθεί, ή λες και ήταν στημένος ήδη εκεί-πέρα. Περιμένουμε τους ήρωές του, αλλά φαίνεται ότι αυτοί είναι μάλλον κομπάρσοι.
Όπως και σε άλλες ταινίες του ούγγρου σκηνοθέτη, έτσι και στο Κολαστήριο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, για να χρησιμοποιήσουμε έναν παλιομοδίτικο όρο, φαίνεται να είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, αυτή που παγιδεύει τον θεατή, που αναστέλλει το νόημα της υπόθεσης. Και τούτη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα συντίθεται από την ομίχλη, προνομιακό φόντο για τις σκιές των ανθρώπων και των αδέσποτων σκυλιών, από τη λάσπη των χωματόδρομων όπως την αποτυπώνει η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Γκάμπορ Μεντβίγκυα, από τις μουσκεμένες καμπαρτίνες, σήμα κατατεθέν εξάλλου της απανταχού σινεμελαγχολίας, από την επαναληπτική και αντιδραματοποιητική χρήση της μουσικής, που τείνει κατ’ αυτόν τον τρόπο σε έναν εμμονικό βόμβο.
Κι αυτή η φορά του σκηνοθέτη προς τα πράγματα είναι απαραγνώριστο χαρακτηριστικό της τέχνης του: αφενός, η αυθαίρετη, υποκειμενική, ματιά του, και αφετέρου, ό,τι περισυλλέγει από την αντικειμενική και ανεξάλειπτη πραγματικότητα, ενώ τούτη η τριβή, τούτη η λαχανιαστή επαφή προκαλεί τη σπίθα εκείνη που συνιστά μια θεμελιώδη αρχή της κινηματογραφικής ποιητικής του. Η σύνθεση της συνέχειας, η ενιαία δόμηση της αφήγησης, επαφίεται στη συνείδηση των θεατών, που πρέπει να υπερβούν τη συνέχεια για να αποκαταστήσουν το διαλεκτικό της νήμα. Ως εκ τούτου, έχουμε ένα σινεμά που δεν χαρίζεται στον θεατή του, που η υποκειμενικότητά του κάνει διαρκή νεύματα πρόκλησης προς μία ευτυχή αισθητική συνεύρεση. Αυτή η υποκειμενικότητα είναι που επιζητεί την αντίστοιχη του σκηνοθέτη, ή εκείνου που αφηγείται τη φιλμική ιστορία, διότι μόνο υπό αυτήν την προϋπόθεση μπορεί να λειτουργήσει ένα έργο τέχνης, και πολλώ μάλλον μια κινηματογραφική ταινία. Ακόμη και στις πλέον ανατρεπτικές εκδοχές του, το σινεμά, και όχι ο κινηματογράφος, για να ακολουθήσουμε την ορολογία του Εντγκάρ Μορέν, δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την προβολή και την ταύτιση, χωρίς την ιδιάζουσα υποκειμενικότητα του θεατή δηλαδή. Η προσπάθεια να υιοθετήσουμε την υποκειμενικότητα του Μπέλα Ταρ είναι και αυτή που καθιστά τις ταινίες του δύσβατες, άρα και αντιεμπορικές. Εξάλλου, καθώς το σινεμά συγγενεύει με την ύπνωση και το όνειρο, είναι και ιδιαζόντως ευεπίφορο στο να προκαλέσει τον “πανικό” του θεατή, πανικός που μόνο με την πλήξη και τη δυσφορία μπορεί να εξουδετερωθεί. (περισσότερα…)
