Day: 14.10.2026

Ρήγματα: Πανόραμα 250 ελληνικών διηγημάτων της περιόδου 1974-2024 [1/4]

του Π. EΝΙΓΟΥΕΪ

 ~.~

Στον Αχιλλέα Κυριακίδη,
για την έμμεση παρότρυνσή του

Με την παρούσα μελέτη επιχειρούμε μια πανοραμική ανασκόπηση της ελληνικής πεζογραφίας, εστιάζοντας σε δύο συγγενείς αλλά διακριτές μορφές του αφηγηματικού λόγου: το διήγημα και το μικροδιήγημα (διηγήματα κάτω των 700 λέξεων), και συγκροτώντας έτσι μια διπλή χαρτογράφηση 250 κειμένων κατά την πεντηκονταετία που ακολούθησε τη Μεταπολίτευση.

Η μελέτη βασίζεται σε μια τυπολογική ταξινόμηση εννέα κατηγοριών. Η κατάταξη αυτή δεν διεκδικεί οριστικότητα, καθώς οι υποκατηγορίες είναι άπειρες και τα κείμενα συχνά υβριδικά. Συνιστά περισσότερο ένα εργαλείο προσανατολισμού, αλλά και μια πρόσκληση για περαιτέρω αναγνώσεις στον ποικιλόμορφο κόσμο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.

Η παρούσα εργασία, που θα αναρτηθεί σε τέσσερις συνέχειες, αποτελεί εμπλουτισμό, επεξεργασία και την τελική σύνθεση μιας παρουσίασης ελληνικών διηγημάτων της περιόδου 1974-2024, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην bookpress: Μικρός οδηγός στο ελληνικό διήγημα 1974-2024: 50 αντιπροσωπευτικά διηγήματα όλων των κατηγοριών (16/5/2025) και Η ντοπιολαλιά στο ελληνικό διήγημα 1974 – 2020: Από τον Βαλτινό στον Κανελλόπουλο (5/9/2026), στον Αναγνώστη: Ελληνίδες διηγηματογράφοι 1975-2025 (13/1/2026) και στο Νέο Πλανόδιον: Το ελληνικό διήγημα 1974-2024: 50 επιλογες (11/9/2025).

///

Το ελληνικό διήγημα μετά τη Μεταπολίτευση γνωρίζει έναν εντυπωσιακό μετασχηματισμό, τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και περιεχομένου. Η λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου δεν περιορίζεται σε δύο τρεις αφηγηματικούς τύπους, αλλά εκτείνεται σε πλήθος μορφών και τεχνοτροπιών. Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτή την εποχή είναι η ποικιλομορφία και η πολυγλωσσία.

Η γλώσσα των διηγημάτων παρεκκλίνει συχνά από τον «λογοτεχνικό κανόνα» καθώς εκτός από την καθημερινή συναντούμε ένα ευρύ φάσμα: λυρική, στομφώδης, ρεαλιστική, σκωπτική, αρχαιοπρεπής, ακατέργαστη, λαϊκή μέχρι βωμολοχική. Το ύφος κινείται μεταξύ τρυφερότητας και σαρκασμού, ρεαλισμού και αφαίρεσης, συναισθήματος και ειρωνείας. Ορισμένοι συγγραφείς υιοθετούν ένα δημοσιογραφικό, αποστασιοποιημένο ύφος, άλλοι πειραματίζονται με την ποιητικότητα και μερικοί με τον «ζωντανό» θεατρικό λόγο.

Θεματικά συναντάμε πολιτικά και ιστορικά τραύματα (Εμφύλιος, Μικρασιατική καταστροφή, Κατοχή, χούντα), αστικές-καθημερινές ιστορίες, υπαρξιακή αποξένωση, τύπους στο περιθώριο, τοπικές ιστορίες, φανταστικές αφηγήσεις, ακόμη και την ίδια την αφήγηση ως θέμα: μεταμυθοπλαστικές ιστορίες.

Η μελέτη επιχειρεί μια διαδρομή στον πυρήνα του ελληνικού διηγήματος της περιόδου 1974-2024, εστιάζοντας όχι μόνο σε ονόματα αναγνωρισμένα και καταξιωμένα, αλλά και σε φωνές λιγότερο προβεβλημένες, παρουσιάζοντας συνοπτικά, αλλά μεθοδικά, τις βασικές κατηγορίες και υποκατηγορίες και τα αντιπροσωπευτικά διηγήματα ανά κατηγορία.

 

Α΄ ΜΕΡΟΣ

1. ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

Η μνήμη υπήρξε ένας από τους πλέον αγαπημένους άξονες του ελληνικού μεταπολιτευτικού διηγήματος.  Οι συγγραφείς δεν ανακαλούν το παρελθόν για να αφηγηθούν απλώς μια ιστορία, ή να αναπολήσουν περασμένες εποχές, αλλά για να κατανοήσουν το παρόν. Δεν αφηγούνται όσα συνέβησαν κάποτε, αλλά το λόγο που τα γεγονότα εξακολουθούν να τους επηρεάζουν σήμερα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αντιμετωπίζουν το παρελθόν με νηφαλιότητα, με ειρωνεία, με λιτό ύφος αλλά και κριτική διάθεση.

Το «μικρό» και το «ασήμαντο» αποκτούν κεντρική θέση [1]. Το «διήγημα της μνήμης» δεν είναι απλώς αναδρομικό αλλά παροντικό και κριτικό. Αναμετριέται με το παρελθόν όχι για να το αναπαραστήσει, αλλά για να το ξανασκεφτεί και να αναδείξει τις αντιφάσεις της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

Από το εξομολογητικό ύφος του Ιωάννου και τη νοσταλγία του Παπαδημητρακόπουλου έως τη δραματική ένταση του Μηλιώνη, τα διηγήματα αυτής της ενότητας συνθέτουν ένα παλίμψηστο μνήμης. Ένα αρχείο συναισθημάτων, αφανών ηρώων και «ασήμαντων» στιγμών που διεκδικούν τη δική τους θέση στη μικρή, τοπική ιστορία [2].

Ιστορία και μνήμη

Υποκατηγορία που συγκροτεί έναν από τους πιο δραματικά φορτισμένους πυρήνες του διηγήματος της περιόδου. Κοινό χαρακτηριστικό των διηγημάτων είναι η αποφυγή της ρητορικής και του μελοδραματισμού καθώς ακόμη και στις πιο ακραίες σκηνές βίας, η ένταση προκύπτει από την οικονομία και τη λιτότητα.

 

Γιώργος Ιωάννου, «Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ»
[Η μόνη κληρονομιά, Ερμής, 1974, τώρα Κέδρος, 2024]

Διήγημα-χρονικό που μέσα από την ιστορία δύο οικογενειών προσφύγων αφηγείται την πορεία μιας ολόκληρης γενιάς: άφιξη στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μεσοπόλεμος, Κατοχή-Εμφύλιος, μετανάστευση στις δεκαετίες ’50 και ’60.

Ο Ιωάννου, με τον χαρακτηριστικό εξομολογητικό και παρατηρητικό τόνο, δεν εξιδανικεύει τους πρόσφυγες· δείχνει τα ελαττώματα, τη μικροπρέπεια, την κουτοπονηριά, αλλά και την αλληλεγγύη τους.

Γλώσσα λαϊκή, δίνει την αίσθηση ότι ακούμε μια γιαγιά ή έναν θείο.

 

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Η αποκριά»
[Ακροκεραύνια, Κέδρος, 1976, τώρα Κίχλη, 2024]

Σκληρό αφήγημα εστιασμένο στον βαρύ χειμώνα του Εμφυλίου στην περιοχή των Ιωαννίνων.

Ένα παιδί  –πρόσφυγας ανάμεσα σε άλλους «συμμοριοπλήκτους»–, αφηγείται τις περιπέτειες της οικογένειάς του για ανεύρεση στέγης μετά την εκδίωξή τους από τα χωριά τους με απόφαση της κυβέρνησης. Έτσι γνωρίζει τον κυρ-Γιάννη, νεκροθάφτη με αριστερές ιδέες. Η κορύφωση έρχεται το τριήμερο της Αποκριάς όπου το γλέντι στην πλατεία της κωμόπολης διακόπτεται όταν δύο μεθυσμένοι στρατιώτες παρουσιάζουν ως λάφυρο το κομμένο κεφάλι ενός αντάρτη. Η σκηνή της αναγνώρισης του νεκρού αντάρτη –που είναι ο γιος του κυρ Γιάννη– από τον ίδιο τον πατέρα, είναι από τις πλέον τραγικές της ελληνικής διηγηματογραφίας.

Ο τόνος της αφήγησης αποφεύγει κάθε μελοδραματισμό. Ωστόσο ο συγγραφέας συμπάσχει άδηλα με τον ήρωα και με τους υπόλοιπους χωρικούς. (περισσότερα…)