του ΑΝΤΩΝΗ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
~.~
Θα ξεκινήσω από μια φράση απατηλής απλότητας από το ομότιτλο δοκίμιο του Τζων Μπέρτζερ:
«Τα ζώα γεννιούνται, είναι νοήμονα όντα και πεθαίνουν. Ως προς αυτά ομοιάζουν με τον άνθρωπο. Στην επιφανειακή τους ανατομία (αν και λιγότερο σε ό,τι αφορά τη βαθύτερή τους ανατομία), στις συνήθειές τους, στον χρόνο τους, στις φυσικές τους ικανότητες διαφέρουν απ’ τον άνθρωπο. Είναι παρόμοια και διαφορετικά» (σελ. 23).
Στο πρωτότυπο κείμενο δεν υπάρχει δεύτερος όρος σύγκρισης. Ο Μπέρτζερ δεν λέει: «Είναι παρόμοια με μας και διαφορετικά από μας». Χρησιμοποιεί ένα πιο λακωνικό συντακτικό σχήμα: “They are both like and unlike”. Tο σχήμα αυτό είναι λιγότερο ανθρωποκεντρικό από και πιο αφηρημένο από το αναμενόμενο: εκφράζει την ιδέα ότι τα ζώα φέρουν τις ποιότητες της ομοιότητας και της διαφοράς—είναι φορείς αυτών των ποιοτήτων ως εννοιών. Η διάκριση από την πιο «κανονική» συντακτική εκδοχή έχει τη σημασία της: τα ζώα δεν διαφέρουν μόνο από τον άνθρωπο· διαφέρουν και μεταξύ τους. Και δεν διαφέρουν απλώς ως συνομοταξίες ή ομοταξίες. Δεν διακρίνονται απλώς σε σπονδυλωτά και ασπόνδυλα, θηλαστικά, πτηνά, ερπετά, ψάρια, έντομα, ή αμφίβια, ούτε απλώς σε συγγενικά γένη και είδη, ούτε απλώς σε «άγρια», εξημερωμένα, οικόσιτα ή ζώα συντροφιάς. Τα ζώα αποτελούν επίσης μοναδικότητες, και επειδή διαφέρουν και μεταξύ τους ακόμη και όταν ανήκουν στο ίδιο είδος, ομοιάζουν με τον άνθρωπο, που κι αυτός είναι παρόμοιος και διαφορετικός ως προς τους άλλους ανθρώπους και ακόμη και ως προς τον εαυτό του, αν το σκεφτεί κανείς.
Το πρώτο κείμενο του βιβλίου, η σύντομη «Ιστορία περί ποντικών», αφορά αυτό ακριβώς το θέμα: ακόμη και ένα τόσο ταπεινό ζώο όπως το ποντίκι των αγρών διαθέτει ατομική προσωπικότητα, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας καταγράφοντας τον εντελώς διαφορετικό τρόπο που κάθε παγιδευμένο ποντίκι στο σπίτι του αντιμετωπίζει τον τρόμο του εγκλεισμού και του ενδεχομένου του θανάτου, από τη μία πλευρά και την έκσταση της ελευθερίας, από την άλλη. Ο Μονταίνιος έγραφε, στην «Απολογία για τον Ρεϊμόν Σεμπόν» πως «υπάρχει μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα σε έναν δεδομένο άνθρωπο κι έναν άλλον από ό,τι ανάμεσα σ’ έναν δεδομένο άνθρωπο κι ένα δεδομένο ζώο».[1] Με τον τρόπο αυτό εξέφραζε το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας τρόπος να ορίσεις την ομοιότητα και τη διαφορά ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο ζώο, αλλά πολλές, διαφορετικές και ακόμη και αμοιβαία συγκρουόμενες εκδοχές του ορίου που χωρίζει και συνδέει τις δύο κατηγορίες. Ο Ντεριντά θα έλεγε πως για τον λόγο αυτό, το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ζώα καθίσταται «αβυσσαλέο».[2]
Στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών του, ο Αριστοτέλης, όπως είναι γνωστό, όριζε τον άνθρωπο ως «φύσει πολιτικὸν ζῷον» και λίγο αργότερα ως ζῷον λόγον ἔχον: «λόγον δὲ μόνον ἄνθρωπος ἔχει τῶν ζῴων».[3] Και στις δύο περιπτώσεις καθίσταται σαφές ότι ο άνθρωπος εντάσσεται στα ζώα και την ίδια στιγμή διαφοροποιείται από αυτά — είτε οριζόμενος ως ζώο που βρίσκει τη φυσική του αποστολή στην κοινωνία και την κοινωνική ζωή, είτε ως ζώο προικισμένο με λόγο. Από την άλλη, προβάλλουν αμέσως επιπλοκές: ο Αριστοτέλης παραδέχεται σχεδόν αμέσως ότι ο άνθρωπος δεν είναι το μόνο πολιτικό ζώο (υπάρχουν, παρατηρεί, οι μέλισσες και τα αγελαία ζώα). Συνεπώς, η διαφορά δεν είναι απόλυτη αλλά μάλλον συγκριτική: ο άνθρωπος είναι απλώς περισσότερο πολιτικό ζώο από τα άλλα ζώα. Μπορεί όμως να είναι και λιγότερο πολιτικό ζώον από τα άλλα, γιατί υπάρχει και ο φύσει ἄπολις άνθρωπος, ο «ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιος».[4] Ούτε ο λόγος αποτελεί κάποιο αδιάβλητο κριτήριο: υπάρχει και ο άνθρωπος χωρίς λόγο και λογική, ἀνοσιώτατος και ἀγριότατος των ζώων.[5] Με λίγα λόγια: το ανθρώπινο ζώο καταφεύγει τόσο στην ομοιότητα όσο και στη διαφορά του από τα άλλα ζώα για να ορίσει τον εαυτό του, να μορφοποιήσει νοητικά αυτό που θεωρεί ότι του ανήκει ως ποιότητα και δικαίωμα. Αυτό σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί ποτέ να απολυτοποιήσει ούτε τη μία ούτε την άλλη: αν δεν μπορεί να συγκροτηθεί ως κάτι που δεν διαχωρίζεται από τα άλλα ζώα, δεν μπορεί να συγκροτηθεί ούτε ως κάτι απόλυτα διαφορετικό απ’ αυτά. Αν κυριαρχούσε η ομοιότητα, τότε θα κατέρρεε η συνείδηση της διαφοράς και συνεπώς η ίδια η διακριτική λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης· αν κυριαρχούσε η διαφορά, τότε ο άνθρωπος θα αυτοεξοριζόταν απόλυτα από τον φυσικό κόσμο και η σχέση του με αυτόν θα ήταν άγονα σολιψιστική. Όμως ούτε η ομοιότητα ούτε η διαφορά είναι σταθερές και μονοδιάστατες ποιότητες· αντίθετα, έχουν την τάση, κάθε φορά που τίθεται το ερώτημα της σχέσης ανθρώπου και ζώου στη σκέψη, να κινούνται ανεξέλεγκτα, να αλληλοϋπονομεύονται, να πολλαπλασιάζονται, ακόμη και να μετατρέπονται στα αντίθετά τους.
Η απλή λοιπόν πρόταση του Μπέρτζερ —«είναι παρόμοια και διαφορετικά»—παραπέμπει όχι απλώς σε μια σχέση αλλά πολύ βαθύτερα, στην ίδια τη δυνατότητα μιας σχέσης. Για τον Μπέρτζερ, αυτή η σχέση ενώνει και ταυτόχρονα χωρίζει δύο μέρη. Αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν—περισσότερα, οπωσδήποτε, από τα 45.000 χρόνια στα οποία χρονολογούνται οι εικόνες των χοίρων στα σπήλαια της Ινδονησίας—οι άνθρωποι άρχισαν να διαπραγματεύονται συμβολικά την πολυπλοκότητα της σχέσης τους με τα ζώα γύρω τους: ο άνθρωπος δεν ήταν απλώς θηρευτής αλλά εν δυνάμει θήραμα και τα ζώα δεν ήταν απλώς έμβια όντα αλλά και εκφράσεις δυνάμεων ή ποιοτήτων που το ανθρώπινο ον στερούνταν και τις οποίες, κατά συνέπεια, αντιμετώπιζε με κάποιο δέος. Αργότερα, όταν άρχισε να εξημερώνει κάποια είδη θηλαστικών, ο άνθρωπος άρχισε να διακρίνει σ’ αυτά τροφούς, μέσα προστασίας από το κλίμα, συντρόφους στο κυνήγι, πολύτιμους οδηγούς σε μονοπάτια, σε πηγές πόσιμου νερού ή σε βρώσιμα φυτά, εικόνες δύναμης, ταχύτητας, επιδεξιότητας, αντοχής. (περισσότερα…)