χριστιανική απολογητική

Λακτάντιος, «Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νά ’χουν τ’ ἀγάλματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ 

Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νἄχουν τ’ ἀγάλματα ὅταν ἦταν στὴν εὐχέρεια ἑνὸς ἀνθρώπου εἴτε νὰ φτιαχτοῦν ὡς κάτι ἄλλο εἴτε καὶ νὰ μὴ φτιαχτοῦν καθόλου; Γι’ αὐτὸ στὸν Ὁράτιο[1] ὁ Πρίαπος μιλᾷ ὡς ἑξῆς;

Μίας συκιᾶς ἤμουν κορμός, κούτσουρο ἤμουν, ὅμως
ὁ μάστορας τὸν Πρίαπο ἢ κάθισμα νὰ φτιάξῃ
σκεφτόταν· κι ἔφτιαξε θεό, καὶ νά ’μαι, ἰδοὺ ὁ τρόμος
τῶν πετεινῶν καὶ τῶν κλεφτῶν. . . [2]

2 Μὲ τέτοιον φύλακα ποιός νὰ μὴν εἶναι ἀσφαλής; Οἱ κλέφτες ἄλλωστε εἶναι τόσο χαζοὶ ὥστε νὰ φοβοῦνται τὴν στῦσι τοῦ Πρίαπου ὅταν ἀκόμη καὶ τὰ πουλιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι θὰ τὰ διώξῃ μακρυὰ ὁ φόβος τοῦ δρεπανιοῦ του ἢ τοῦ κλωναριοῦ του[3], κάθονται, φτιάχνουν φωλιές, κουτσουλᾶνε σ’ ἀγάλματα φτιαγμένα ἀριστοτεχνικά, δηλαδὴ πανομοιότυπα μ’ ἀνθρώπους. 3 Κι ἐνῷ ὁ Φλάκκος, ὡς ὁ ποιητὴς τοῦ σατυρικοῦ[4] ποιήματος, ἐνέπαιξε τὴν ἀνθρώπινη ἀνοησία, ὅσοι μαστορεύουν αὐτὰ τ’ ἀγάλματα νομίζουν ὅτι κάνουν κάτι σοβαρό. 4 Καὶ τέλος, ὁ μεγαλύτερος ποιητής, ἄνθρωπος κατὰ τ’ ἄλλα συνετός,  μόνο στὸ ζήτημα τοῦτο ἀνοηταίνει μὲ τρόπο ποὺ δὲν προσιδιάζει σὲ ποιητή, ἀλλὰ σὲ κἀμμιὰ γριά, ὅταν ἀκόμη καὶ σ’ ἐκεῖνα τὰ βιβλία του, τὰ πιὸ καλοδουλεμένα, προστάζῃ νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς:

Γιὰ κλέφτες καὶ πετούμενα φρουρὸς μ’ ἕνα δρεπάνι
τοῦ Ἑλλήσποντου ὁ ἄρχοντας, ὁ Πρίαπος, σοῦ κάνει. [5]

5 Λατρεύουν λοιπὸν πράγματα θνητὰ ποὖναι φτιαγμένα ἀπὸ θνητούς· πράγματα δηλαδὴ ποὺ μποροῦν νὰ σπάσουν, νὰ καοῦν, νὰ καταστραφοῦν. Γιὰ παράδειγμα συχνὰ συνηθίζουν νὰ κομματιάζωνται ὅταν τὰ κτήρια καταρρέουν λόγῳ παλαιότητας καὶ γίνονται στάχτη ὅταν τ’ ἀφανίσῃ ἡ φωτιὰ καὶ σὲ πλεῖστες τῶν περιπτώσεων καταλήγουν λεία τῶν κλεφτῶν ἐκτὸς ἂν τὰ βοηθήσῃ τὸ μεγάλο τους  μέγεθος ἢ τὰ φυλάσσῃ προσεκτικὴ φρουρά. 6 Τί τρέλα λοιπὸν νὰ φοβᾶσαι αὐτὰ ποὺ γιὰ τὰ ἴδια ὑπάρχει φόβος γκρεμίσματος, πυρκαϊᾶς ἢ κλοπῆς! Τί ματαιότητα νὰ ἐλπίζῃς σὲ κάποια προστασία ἀπ’ αὐτὰ ποὺ δὲν μποροῦν μόνα τους οὔτε τὸν ἑαυτό τους νὰ προστατεύσουν! Τί παραλογισμὸς νὰ προστρέχῃς στὴν σκέπη αὐτῶν ποὺ ὅταν βεβηλώνωνται μένουν ἀνεκδίκητα ἐκτὸς ἂν ἐκδικηθοῦν γιὰ λογαριασμό τους οἱ λάτρεις τους!

7  Ποῦ βρίσκεται λοιπὸν ἡ ἀλήθεια; Ἐκεῖ ὅπου κἀμμιὰ βία δὲν μπορεῖ ν’ ἀσκηθῇ κατὰ τῆς λατρείας, ἐκεῖ ὅπου τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μπορῇ νὰ βεβηλωθῇ, ἐκεῖ ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ διαπραχθῇ ἱεροσυλία[6]. Ὁτιδήποτε δὲ ὑποπίπτει στὴν ὅρασι καὶ στὴν ἁφή, αὐτὸ ἀναμφίβολα ὡς εὔφθαρτο, εἶναι ξένο πρὸς κάθε ἔννοια ἀθανασίας. 8 Μάταια λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι λατρεύουν καὶ τιμοῦν τοὺς θεοὺς μὲ χρυσό, ἐλεφαντόδοντο καὶ πετράδια, λὲς καὶ θὰ μποροῦσαν πραγματικὰ ν’ ἀντλήσουν οἱ ἐν λόγῳ θεοὶ εὐχαρίστησι ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα. 9 Ποιά ἡ χρησιμότητα τῶν πολύτιμων προσφορῶν σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν αἰσθάνονται τίποτε ἢ σ’ αὐτοὺς ποὖναι νεκροί; Ὅπως θάβουν στὴν γῆ τὰ σώματα τῶν νεκρῶν ἀφοῦ τ’ ἀλείψουν μ’ ἀκριβὰ ἀρώματα καὶ τὰ περιτυλίξουν μ’ ἐνδύματα, μὲ τὴν ἴδια λογικὴ τιμοῦν θεοὺς ποὺ οὔτε ἐνόσῳ κατασκευάζονται τὸ ἀντιλαμβάνονται οὔτε ἐνόσῳ λατρεύονται τὸ γνωρίζουν. Δὲν ἀπέκτησαν δὰ κι ἀντίληψι μὲ τὴν ἀφιέρωσί τους![7] 10 Ὁ Πέρσιος[8] δὲν συμφωνοῦσε νὰ εἰσφέρωνται στοὺς ναοὺς χρυσᾶ ἀγγεῖα θεωρῶντας περιττὸ νὰ ὑπάρχῃ κι αὐτὸ ἀνάμεσα στὶς θρησκευτικὲς πρακτικὲς, καθὼς δὲν εἶναι κάτι ποὺ προάγει τὴν ἁγιότητα, ἀλλὰ τὴν ἀπληστία. 11 Διότι εἶναι προτιμώτερο γιὰ τὸν Θεό, ἂν τὸν λατρεύῃς σωστά, νὰ προσφέρῃς ὡς δωρεὰ (περισσότερα…)

Λακτάντιος, «Ποιός πού ’χει μιὰ στάλα νοῦ δὲν γελᾶ μ’ αὐτὰ τὰ καμώματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ 

Γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς θεοὺς μιλήσαμε. Τώρα πρέπει νὰ λεχθοῦν καὶ λίγα πράγματα γιὰ τὰ ἱερά τους μυστήρια. Στὴν Κύπρο ὁ Τεῦκρος[1] θυσίασε στὸν Δία ἀνθρώπινο σφάγιο καὶ τὴν θυσία αὐτὴ τὴν κληροδότησε στοὺς ἑπόμενους, κάτι ποὺ καταργήθηκε πρόσφατα μὲ διαταγὴ τοῦ Ἁδριανοῦ. 2 Στὴν χώρα τῶν Ταύρων, ἔθνος ἀπολίτιστο κι ἄγριο, ὑπῆρχε νόμος νὰ θυσιάζουν τοὺς ξένους στὴν Ἀρτέμιδα[2] κι ἡ τέλεσι αὐτῆς τῆς θυσίας διατηρήθηκε γιὰ πολὺ καιρό. 3 Οἱ Γαλάτες ἐξευμένιζαν τὸν Ἠσὸ καὶ τὸν Τευτάτη μ’ ἀνθρώπινο αἷμα[3]. Ἀμέτοχοι αὐτῆς τῆς κτηνωδίας δὲν ὑπῆρξαν οὔτε οἱ Λατῖνοι, ἐφόσον ὁ Λατιάριος Ζεὺς[4] λατρεύεται ἀκόμη καὶ σήμερα μ’ αἷμα ἀνθρώπινο. 4 Τί τὸ καλὸ ζητοῦν ἀπ’  τοὺς θεοὺς ὅσοι προσφέρουν τέτοιες θυσίες; Κι ἀπὸ τί μποροῦν νὰ προστατεύσουν τέτοιοι θεοὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀφοῦ ἐξευμενίζονται μὲ τὸν πόνο τους; Ἀλλὰ γιὰ τοὺς βάρβαρους δὲν εἶναι ν’ ἀπορῇ κανεὶς καὶ τόσο, ἀφοῦ ἡ θρησκεία τους συμβαδίζει μὲ τὰ ἤθη τους. Οἱ δικοί μας ὅμως, ποὺ ἀνέκαθεν διεκδικοῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὴν δόξα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, μήπως δὲν ἀποδεικνύονται κτηνωδέστεροι μ’αὐτὰ τ’ ἀνόσια τελετουργικά; 5 Πιότερο πρέπει νὰ θεωροῦνται ἐγκληματίες αὐτοὶ ποὺ ἐνῷ ἔχουν στιλβωθῆ μὲ τὶς σπουδὲς τῶν ἐλευθέριων τεχνῶν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀνθρωπισμό, παρὰ ὅσοι ἀπαίδευτοι κι ἁπλοϊκοὶ ὀλισθαίνουν ἀπὸ ἄγνοια τῶν ἀγαθῶν σὲ πράξεις ἐγκληματικές. 6 Φαίνεται ὡστόσο πὼς αὐτὴ ἡ τελετουργία τῶν ἀνθρωποθυσιῶν εἶναι παλιά, δεδομένου πὼς μ’ αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας λατρεύτηκε ὁ Κρόνος στὸ Λάτιο, ὄχι βέβαια νὰ σφάζεται ἄνθρωπος στὸν βωμό, ἀλλὰ νὰ ῤίχνεται στὸν Τίβερι ἀπὸ τὴν Μουλβία γέφυρα[5]. 7 Ὁ Βάρρων[6] μαρτυρεῖ ὅτι αὐτὸ γινόταν ἔπειτα ἀπὸ κάποιον χρησμό, τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος στίχος ἔχει ὡς ἑξῆς:

καὶ κεφαλὰς ᾍδη καὶ τῷ πατρὶ πέμπετε φῶτα[7].

Κι ἐπειδὴ αὐτὸ φαίνεται δισήμαντο ὑπάρχει συνήθεια νὰ ῤίπτεται καὶ δᾷδα καὶ ἄνθρωπος[8]8 Ὡστόσο λέγεται πὼς αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας καταργήθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἱσπανία, διατηρουμένου ὅμως τοῦ τελετουργικοῦ, ὥστε ἀντὶ ἀληθινῶν ἀνθρώπων νὰ ῤίπτωνται ὁμοιώματα ἀπὸ βοῦρλα. Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ὀβίδιος στὸ Ἡμερολόγιο:

Ὡς ὁ Τιρύνθιος νὰ  ’ρθῇ στὸν τόπο
θυσίες γίνονταν μὲ Λευκάδιο τρόπο,
ἐκεῖνος ὅμως ἀρχὴ θὰ κάμῃ
σκιάχτρα νὰ ῤίχνουνε μὲς στὸ ποτάμι [9].

9 Τὴν ἱερουργία αὐτὴ τελοῦν οἱ Ἑστιάδες παρθένες ὅπως λέει ὁ ἴδιος πάλι: (περισσότερα…)

Λακτάντιος, Θεῖες Εἰσηγήσεις

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα στὸ Νέο Πλανόδιον, θὰ παρουσιαστοῦν χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Ἔρχομαι τώρα στὶς ἰδιαίτερες θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν Ῥωμαίων, μιὰ ποὺ γιὰ τὶς οἰκουμενικὲς μίλησα. Ἡ τροφὸς τοῦ Ῥωμύλου, ἡ λύκαινα[1],τιμήθηκε ὡς θεά. Καὶ θὰ τὸ ἀνεχόμουν ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ζῷο τοῦ ὁποίου τὴν μορφὴ φέρει. 2 Ὁ Λίβιος βεβαιώνει πὼς πρόκειται γι’ ἀπεικόνισι τῆς Λαρεντίνας[2] καὶ βέβαια ὄχι τοῦ σώματός της, ἀλλὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου καὶ τοῦ χαρακτῆρα της. Ὑπῆρξε δὲ σύζυγος τοῦ Φαυστύλου κι ἐξ αἰτίας τῆς ἔναντι εὐτελοῦς ἀντιτίμου κοινῆς χρήσεως τοῦ κορμιοῦ της ἀποκλήθηκε ἀνάμεσα στοὺς βοσκοὺς λύκαινα, τοὐτέστιν ἐταίρα. Ἐξ οὗ μέχρι καὶ σήμερα τὸ πορνεῖο ἀποκαλεῖται λουπάναρ[3]. 3 Προφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι ἀκολούθησαν στὴν ἐξεικόνισί της τὸ παράδειγμα τῶν Ἀθηναίων. Σ’ αὐτούς, ὅταν κάποια ἐταίρα ὀνόματι Λέαινα σκότωσε ἕναν τύραννο[4], ἐπειδὴ ἦταν ἀθέμιτο νὰ στηθῇ ἄγαλμα ἐταίρας σὲ ναό, τοποθέτησαν τ’ ὁμοίωμα τοῦ ζῴου τ’ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔφερε. 4 Ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔφτιαξαν τὸ μνημεῖο ἀπὸ τ’ ὄνομα παρομοίως κι αὐτοὶ τὸ ἔφτιαξαν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐπίσης στ’ ὄνομά της ἀφιερώθηκε μία ἑορτὴ καὶ καθιερώθηκαν τὰ Λαρεντινάλια[5]. 5 Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἐταίρα ποὺ λατρεύουν οἱ Ῥωμαῖοι, ἀλλ’ἐπίσης καὶ ἡ Φαῦλα[6] γιὰ τὴν ὁποία ὁ Βέρριος[7] γράφει πὼς ὑπῆρξε ἐταίρα τοῦ Ἡρακλῆ. Ἐπιτέλους, πόσο σπουδαία ἀξίζει νὰ θεωρηθῇ μιὰ τέτοια ἀθανασία ποὺ ἀκόμη καὶ πόρνες τὴν κατακτοῦν; 6 Ἡ Φλώρα, ἀφοῦ ἀποκόμισε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, ὥρισε τὸν λαὸ κληρονόμο της κι ἄφησε ἕνα συγκεκριμένο χρηματικὸ ποσό, ἀπὸ τὸν ἐτήσιο τόκο τοῦ ὁποίου θὰ ἑορτάζονταν τὰ γενέθλιά της μὲ τὴν παρουσίασι θεαμάτων ποὺ τ’ ἀποκαλοῦν Φλωράλια. 7 Ἐπειδὴ αὐτὸ φαινόταν σκανδαλῶδες στὴν Σύγκλητο ἀποφασίστηκε ν’ ἀντληθῇ ὁ μῦθος της ἀπὸ τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα ὥστε νὰ προσδοθῇ στὴν ντροπιαστικὴ ὑπόθεσι κάποια ἀξιοπρέπεια. Μυθολόγησαν ὅτι εἶναι ἡ θεὰ ποὺ προστατεύει τ’ ἄνθη κι ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξευμενίζουν ὥστε οἱ καλλιέργειες μὲ δένδρα ἢ κλήματα ν’ ἀνθίζουν καλὰ καὶ παραγωγικά. 8 Τὸ ἴδιο πρόσχημα ἀκολουθῶντας στὸ Ἡμερολόγιο[8] ὁ ποιητὴς[9] διηγήθηκε πὼς ὑπῆρξε μιὰ ὄχι ἄσημη νύμφη ποὺ εἶχε τ’ ὄνομα Χλωρίδα[10] κι ὅτι ὅταν παντρεύτηκε τὸν Ζέφυρο δέχθηκε δίκην προικὸς ἀπὸ τὸν σύζυγό της τὸ ἑξῆς δῶρο: νὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθέων. 9 Αὐτὰ λέγονται ἀσφαλῶς εὐσχήμως, ἀλλὰ εἶναι ἄσχημο κι ἐπαίσχυντο νὰ πιστεύωνται. Κι οὔτε πρέπει, ἐφ’ὅσον ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξαπατώμεθα ἀπὸ τέτοιου εἴδους προσχήματα. 10 Ἑορτάζονται δὲ τὰ ἐν λόγῳ θεάματα μὲ πᾶσα ἐλευθεριότητα κατὰ πῶς ταιριάζει στὴν μνήμη μιᾶς πόρνης. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθεριότητα στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ χυδαιότητα ξεχειλίζει ἄφθονη, ἐπιπλέον, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ πλήθους, πετοῦν τὰ ῤοῦχα τους οἱ ἐταῖρες, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ῤόλο μιμάδων κι ἀπασχολοῦνται μὲ πρόστυχα κουνήματα μπροστὰ στὸν κόσμο μέχρι τὰ λάγνα βλέμματα νὰ μπουχτίσουν. (περισσότερα…)