Είναι γερό, ρε, τι λες τώρα;

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

—Ρε συ, χτυπάνε τα βήματά σου στις σόλες των παπουτσιών μου, σίγουρα είναι γερό αυτό εδώ;

—Πού θες να ξέρω. Θες πάγο;

—Βάλε, τρία.

—Τρία κιόλας, επακριβώς.

—Μετρημένα.

Κελάρυσε το Famous Grouse στο ένα ποτήρι, στ’ άλλο, άφησε ο Τάκης το μπουκάλι κι όπως έσκυψε στο ψυγειάκι έριξε μια ματιά έξω.

—Ήσυχη μέρα.

Γύρισε κρατώντας τα ποτήρια. Τα παγάκια του Γιάννη κουδούνισαν, πήγε ο Τάκης να τον πειράξει αλλά τον είδε που ’χε αφαιρεθεί να κοιτάζει απ’ το παράθυρο.

—Ο δήμος έχει έναν που κόβει τα χορτάρια, τι έπαθε αυτός και τ’ άφησε στη μέση;

—Τι λες πάλι, μωρέ; Πάρε την πέρδικα.

Ακούμπησε με θόρυβο τα ποτήρια στο πτυσσόμενο τραπεζάκι και στριμώχτηκε απέναντί του.

—Λέγε τώρα.

Ο Γιάννης μάζεψε το βλέμμα του στο ουίσκι. Κούνησε κυκλικά το ποτήρι και τα παγάκια κουδούνισαν πάλι σαν να γελούσαν. Τον περίμενε ο Τάκης.

—Ρε συ…, είπε τελικά, με το βλέμμα ακόμη στο ποτήρι, τα παγάκια ακόμη να γελούν, πιο αργά, πιο σιγανά.

Ο Τάκης ήπιε. Περίμενε.

—Ρε συ…

Ξανακοίταξε απ’ το παράθυρο ο Γιάννης. Κατάπιε, όχι ουίσκι, δεν είχε φέρει το ποτήρι του στα χείλη. Τα παγάκια είχαν σταματήσει να γελούν. Το χέρι του έσφιγγε το γυαλί.

—Τι να της πω;

Δύσκολη ερώτηση. Η απάντηση το ίδιο. Δεν ήθελε να τη δώσει ο Τάκης.

—Τι να σου πω, ρε φίλε… Από δουλειά;

Απότομο βλέμμα, θυμός να εκραγεί.

—Σκατά από δουλειά! Τι από δουλειά. Δεν ξέρεις; Ο δικός μας πτωχευμένος κι ο ιδιοκτήτης στα δικαστήρια, εμείς τελευταίοι. Τίποτα. Και πουθενά, τίποτα. Ντρέπομαι να βάζω βενζίνη στου ξαδέρφου μου για πεντακόσια ευρώ, ρε! Εδώ μας φτάσανε. Πεντακόσια σκατοευρώ!

Τώρα ήπιε. Κοπάνησε το ποτήρι στο τραπεζάκι, πιτσίλισε σταγόνες ουίσκι τη φορμάικα.

—Τι θα κάνω, ρε; Τι να της πω;

Σειρά του Τάκη να κοιτάξει έξω. Λες κι ο τύπος απ’ τον δήμο με το χορτοκοπτικό θα ’χε φυλάξει στα χορτάρια καμιά λύση για τον Γιάννη. Δίκιο είχε ο φίλος του. Είχε αφήσει άκοπα τα μισά.

—Η Άννα… θέλει να το κρατήσει; τον ρώτησε σιγανά χωρίς να στραφεί, και ξανάφερε το ποτήρι στο στόμα. Ήπιε αργά. Και μόνο πάνω απ’ το χείλος του ποτηριού κοίταξε πλάγια τον Γιάννη. Η καρδιά του κλότσησε, ένιωσε τη γουλιά να κατεβαίνει σ’ ένα σταματημένο σώμα.

Ο Γιάννης τον είχε καρφώσει. Σκοτεινός. Για μια στιγμή, αβυσσαλέα σαν μαύρη τρύπα. Όχι, δεν κοίταζε αυτόν. Τόσο σκοτάδι απ’ τα μάτια του δεν ήταν γι’ αυτόν. Φοβήθηκε ο Τάκης. Τόσα γίνονται. Τόσοι άλλοι…

Άφησε απότομα το ποτήρι του πλάι στο ποτήρι του Γιάννη.

—Ε! Ξύπνα ρε! Δεν έγινε τίποτα ρε! Κάτι θα γίνει, σώπα!

—Τι;

Βραχνή συλλαβή, μία και μόνη. Λέξη μέσα από μαύρη τρύπα.

—Κάτι θα γίνει, λέω! φώναξε χωρίς να το θέλει ο Τάκης με φωνή που έτρεμε, και ξάφνου το τραπεζάκι που τον στρίμωχνε ένιωσε να του κόβει την αναπνοή. Πιέστηκε και σηκώθηκε όρθιος. Ο άλλος δεν είχε αλλάξει έκφραση.

—Θα το πουλήσω, ρε μαλάκα! Να τι θα γίνει! Τέσσερα πέντε χιλιάρικα θα τα πιάσει… Θα το πουλήσω! Μέχρι να μπει στον έκτο η Άννα θα το ’χω πουλήσει το ρημάδι! Ο πρώτος ένας ενάμισης χρόνος του μωρού δικός μου! Σήκω πάνω, ρε μαλάκα, που τα ’χεις βάψει μαύρα! Κοίτα γύρω σου, οι άλλοι είναι καλύτερα; Και τι; Θα σταματήσουμε και να γεννάμε, δηλαδή; Σήκω πάνω, ρε!

Ο Γιάννης, ξαφνιασμένος απ’ τις φωνές, χάζεψε να κοιτά τον φίλο του. Το τροχόσπιτο; Να το πουλήσει; Ένας χρόνος; Θα ’βρισκε δουλειά εν τω μεταξύ. Το τροχόσπιτο, ο Τάκης – να το πουλήσει;

Του ’ρθε να βάλει τα κλάματα.

Έπαιξε το ποτήρι στο χέρι και γύρισε κατά το παράθυρο, μη τον δει ο άλλος που ’χε δακρύσει.

Ήπιε. Μία, δύο γουλιές.

—Ρε συ…, ξανάπε.

—Τι, ρε;

—Έχουμε κάνει ωραία γλέντια σ’ αυτό το τραπέζι απ’ έξω. Η Άννα έλεγε, τα πρώτα του γενέθλια να τα κάναμε του μωρού εδώ. Στο τροχόσπιτο του νονού.

Του γύρισε την πλάτη ο Τάκης. Σήκωσε το παντελόνι του, έβαλε μέσα το πουκάμισο, σουλουπώθηκε. Έτσι του ’ρθε να εκνευρίσει τον φίλο του και χοροπήδησε με δύναμη στις μύτες των ποδιών του.

—Το νιώθεις τώρα στις σόλες σου, ρε; Ε; Το νιώθεις; Είναι γερό ρε, τι λες τώρα; Να δούμε αν σπάει το ρημάδι, ρε μαλάκα; Να δούμε;

Μισό χαμόγελο ο Γιάννης. Ρίξαν κι οι δυο το βλέμμα στο πάτωμα, η ανάσα του Τάκη λαχανιασμένη.

Τέσσερα πέντε χιλιάρικα, ένας ενάμισης χρόνος.

///

*

**