Day: 30.07.2026

Λολίτα

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

Φιλία ἐστὶ μία ψυχὴ ἐν δυσὶ σώμασιν ἐνοικουμένη
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ήταν ένα αταξινόμητο αίσθημα, όταν έκλεινε τα μάτια της για να απολαύσει τα χάδια μου, την αφή των χεριών μου στο σώμα της, με εκείνον τον ασυγκράτητο αισθησιασμό, ήταν σαν να με προκαλούσε ερωτικά να την ακολουθήσω στην ανεξιχνίαστη σκέψη της, να ξεχάσω για μια στιγμή τις ανόητες διαχωριστικές συμβάσεις της ανθρώπινης ζωής, να κλείσω τα μάτια και να στρέψω κι εγώ το βλέμμα στον μέσα μου κόσμο, εκεί όπου δύο εντελώς διαφορετικά ζωικά όντα με ένα απλό σκούντημα της φαντασίας μπορούν να συναντηθούν, ένας βάτραχος με ένα μόνο φιλί να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα ή ένας κύκνος χάρη στην αγάπη ενός άνδρα να ξαναγίνει πριγκίπισσα.

Το ίδιο και την ώρα του φαγητού, όσο και αν ήταν πεινασμένη, η γλώσσα της πρώτα έγλυφε τρυφερά το χέρι που της πρόσφερε το φαγητό, πάντα με αυτή την ζεστή, υγρή, στοργική αφοσίωση που μου είχε και μετά έστρεφε την προσοχή της στο πιάτο της. Δεν ήξερα και ούτε κατάλαβα ποτέ αν ήταν αποκύημα της φαντασίας μου αυτό που συνέβαινε μέσα μου ή αν ήταν εκείνη που με έκανε να την βλέπω έτσι… ένα μικρό κορίτσι που χρησιμοποιούσε τα θέλγητρά του για να με κερδίσει, να παίξει μαζί μου.

Μόνο στον Καββαδία είχα συναντήσει ξανά αυτό το αίσθημα να γίνεται λέξεις. Να το περιγράφει κάποιος με όλη την έντασή του. Σε ένα ποίημά του που μιλάει για μια γάτα με ηλεκτρισμένα μάτια, τη γάτα που οι ναύτες των φορτηγών πλοίων παίρνουν συντροφιά στα υπερωκεάνεια ταξίδια τους και «την λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί». Πάντα με συγκινούσε έως δακρύων αυτό το εξαιρετικό ποίημα όταν το διάβαζα, ιδίως οι τελευταίες στροφές του. Αν δεν το θυμάστε θα σας πρότεινα να το διαβάσετε, ίσως έτσι με καταλάβετε καλύτερα…

Α, ναι, υπάρχει κι ένα ακόμα, μυθιστόρημα, του Νίκου Αθανασιάδη που μιλά για τον εξωπραγματικό αλλά καθ’ όλα υπαρκτό έρωτα ενός κοριτσιού με ένα αρσενικό δελφίνι. Η γραφή του συγκλονιστική, σε κάνει να πιστέψεις στα αδύνατα. Έπειτα, να μην ξεχάσω, ήταν και μια νουβέλα του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα όπου ένας σοφός κατά τα άλλα καθηγητής αποκαλύπτει σε έναν δημοσιογράφο τον παθιασμένο νεανικό έρωτά του προς μια σειρήνα, την Λίγεια, στις ερημικές ακτές της Σικελίας. Βέβαια οι δύο αυτές τελευταίες περιπτώσεις, όσο και αν σε γοητεύουν για την αλήθεια τους, δεν παύουν, σε αντίθεση με το ποίημα του Καββαδία, να αποτελούν υποθέσεις εργασίας δύο άριστων πεζογράφων.

Εγώ πάντως διάλεξα το όνομά της, καθόλου τυχαία ασφαλώς, μέσα απ’ το εμβληματικό μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ. Η δαιμονική ερωτική έλξη ανάμεσα σε ένα μικρό κορίτσι που έχει επίγνωση της ομορφιάς του και της επίδρασης της ομορφιάς του σε έναν ώριμο άντρα και που ξέρει να την χειρίζεται ανάλογα με το κέφι της, μου ταίριαζε ακριβώς για την περίσταση. Με έσερνε από τη μύτη. Αρκεί να έκλεινε τα μάτια της μ’ αυτόν τον ναζιάρικο, γεμάτο θηλυκή χάρη, τρόπο της, όταν ένοιωθε το χέρι μου ανάμεσα στο λεπτό σαν μετάξι τρίχωμά της και της παρέδιδα αυτόματα την ψυχή μου ολόκληρη. Τα βράδια ερχότανε και κοιμόταν πάντα κάτω από το παράθυρό μου παρόλο που ποτέ δεν την έδεσα με αλυσίδα και ήταν εντελώς ελεύθερη να επιλέξει μέσα από ένα μεγάλο κτήμα με δέντρα και με ένα σπίτι στη μέση, όποια θέση της άρεσε περισσότερο για τον βραδινό ύπνο της. Για το σπιτάκι της έξω από την πόρτα μου ούτε λόγος. Ήθελε να είναι πάντα δίπλα μου. Τα βράδια μας χώριζε μόνο ένας τοίχος μ’ ένα παράθυρο. Τα καλοκαίρια που ήταν ανοιχτό την άκουσα πολλές φορές να αναστενάζει. Ή τουλάχιστον εγώ εκλάμβανα εκείνους τους ήχους που έβγαζε μέσα στον ύπνο της ως αναστεναγμούς. Τι να ονειρευόταν άραγε; (περισσότερα…)

Την νύχτα που γκρεμίστηκε η Ακρόπολη (Αρρηφόρος)

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω,
καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους.
ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ, Ελλάδος περιήγησις, Α 27,3

Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και κοίταζε στο πουθενά. Ξανθιά, με άσπρο φουστάνι και σανδάλια στα πόδια της αρχαιοελληνικά. Σαν την Ηχώ, σαν την Ίριδα, σαν Κόρη της Ακροπόλεως, που είπε να ξαποστάσει μετά την Εορτή των Παναθηναίων, σαν απόσπασμα του Παυσανία:

«Εγγύτατα του ναού της Πολιάδος κατοικούν δυο παρθένες. Οι Αθηναίοι τις ονομάζουν αρρηφόρες και ζουν ένα διάστημα κοντά στην θεά. Την νύχτα της εορτής των Αρρηφορίων, κατά την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, μεταφέρουν στο κεφάλι τους ό,τι τους παραδίδει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε εκείνη τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί υπόγειο πέρασμα κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν όσα μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο, που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι έπειτα τις αφήνουν ελεύθερες, και στην θέση τους στην Ακρόπολη οδηγούν άλλες».

Τόσο η παρουσία της ράγιζε τον χρόνο, που έψαξα με το βλέμμα μου την δεύτερη παρθένα που αναφέρει ο Παυσανίας.

Εντάξει, την είχα την πυροβολησά μου με τα ιμάτια και τις ιέρειες από παλιά. Από τότε που η βαβά μου με πήγαινε πέρα στα Λουλούδια –ένα χωράφι με μαργαρίτες στο χωριό– και μου φούσκωνε τα μυαλά με ξωτικά και νεράιδες. Παιδάκι ήμουν κι εγώ, τι να ’κανα;

Το βράδυ τις ονειρευόμουν, δηλαδή στον ύπνο μου. Μα πολύ θέλει κανείς να τις δει και στο ξύπνιο του τις νεράιδες; Φοβόμουν, εξάλλου, μήπως συμβαίνει αυτό που διάβασα κάποτε, πως «κάθε που λέει ένα παιδί ότι δεν πιστεύει στις νεράιδες, κάπου μία νεράιδα πεθαίνει». Έτσι, έφτανε ένα άσπρο φόρεμα, μια τούφα ξανθά μαλλιά, δυο σταξιές γαλάζια μάτια κι έφτιαχνα μόνος μου τα υπόλοιπα.

Από φαντασία ήμουν χορτάτος, από πραγματικότητα λιμοκτονούσα. Αφού, για να καταλάβετε, την πρώτη φορά που άγγιξα γυναίκα έπαθα σοκ, επειδή ήταν… κρεάτινη!

Την είδα, λοιπόν, την λευκοφορεμένη σαν αρρηφόρο, κοντά στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων. Κι αφού μακρόθεν την θαύμασα κι εκ του σύνεγγυς την περιεργάστηκα, έκατσα πλάι της στο παγκάκι ακάλεστος –όσο ακάλεστη ήρθε κι αυτή στην ζωή μου– και αναφώνησα:

«Είσαι η ίδια η Αφροδίτη!»

Εκείνη ακούνητη, με το βλέμμα εξακολουθητικά βυθισμένο στο πουθενά, δεν μίλησε.

«Αν δεν πεις λέξη», της είπα, «θ’ αρχίσω να πιστεύω πως έκανα λάθος: πως δεν είσαι η ίδια η Αφροδίτη, αλλά το άγαλμά της!»

Ήξερα πως αυτά που έλεγα ήταν παλιομοδίτικο καμάκι, αλλά συγχρόνως ήξερα πως ακριβώς αυτά ήθελα να πω.

Η κοπέλα ελαφρώς μειδίασε. Κι ήταν τα χείλη της την ώρα εκείνη σαν στίχος από ποίημα του Παράσχου: ροδοπέταλα που ανεπαισθήτως κινήθηκαν.

«Τι όμορφα που χαμογελάς!» θαύμασα ανυπόκριτα.

Εκείνη χαμογέλασε περισσότερο και φάνηκαν τα κάτασπρα δόντια της, τόσο αρμοσμένα στην οδοντοστοιχία, σαν μαρμάρου σπόνδυλοι σε δωρική κολώνα.

Εννοείται πως οι περιγραφές μου είναι πανάρχαιες, ίδιας ηλικίας με τις δωρικές κολώνες της Ακροπόλεως, μα περιέργως, αν και το ξέρω, έτσι θέλω να εκφραστώ.

Σιγά-σιγά το κλίμα ζεστάθηκε –ίσα να μην ξεπαγιάσουμε– αλλά μπόρεσα να της κλείσω ραντεβού στο ίδιο σημείο το ερχόμενο Σάββατο.

Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν εκεί για κάμποσο ακόμα.

Συνήθως εγώ μιλούσα κι εκείνη άκουγε.

Οι φίλοι μου πάντα με συμβούλευαν να βγάζω τον σκασμό, καμιά φορά, για να μιλήσει κι ο άλλος. «Όσο λιγότερο Σολδάτος κι όσο περισσότερο τίποτα», ήταν το σλόγκαν. Μπορεί να είναι εγκεφαλικά πλάσματα οι γυναίκες, αλλά δεν θέλουν να πάθουν κι εγκεφαλικό απ’ το πολύ μπλα-μπλα. (περισσότερα…)