Day: 30.07.2026

Την νύχτα που γκρεμίστηκε η Ακρόπολη (Αρρηφόρος)

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω,
καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους.
ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ, Ελλάδος περιήγησις, Α 27,3

Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και κοίταζε στο πουθενά. Ξανθιά, με άσπρο φουστάνι και σανδάλια στα πόδια της αρχαιοελληνικά. Σαν την Ηχώ, σαν την Ίριδα, σαν Κόρη της Ακροπόλεως, που είπε να ξαποστάσει μετά την Εορτή των Παναθηναίων, σαν απόσπασμα του Παυσανία:

«Εγγύτατα του ναού της Πολιάδος κατοικούν δυο παρθένες. Οι Αθηναίοι τις ονομάζουν αρρηφόρες και ζουν ένα διάστημα κοντά στην θεά. Την νύχτα της εορτής των Αρρηφορίων, κατά την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, μεταφέρουν στο κεφάλι τους ό,τι τους παραδίδει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε εκείνη τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί υπόγειο πέρασμα κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν όσα μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο, που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι έπειτα τις αφήνουν ελεύθερες, και στην θέση τους στην Ακρόπολη οδηγούν άλλες».

Τόσο η παρουσία της ράγιζε τον χρόνο, που έψαξα με το βλέμμα μου την δεύτερη παρθένα που αναφέρει ο Παυσανίας.

Εντάξει, την είχα την πυροβολησά μου με τα ιμάτια και τις ιέρειες από παλιά. Από τότε που η βαβά μου με πήγαινε πέρα στα Λουλούδια –ένα χωράφι με μαργαρίτες στο χωριό– και μου φούσκωνε τα μυαλά με ξωτικά και νεράιδες. Παιδάκι ήμουν κι εγώ, τι να ’κανα;

Το βράδυ τις ονειρευόμουν, δηλαδή στον ύπνο μου. Μα πολύ θέλει κανείς να τις δει και στο ξύπνιο του τις νεράιδες; Φοβόμουν, εξάλλου, μήπως συμβαίνει αυτό που διάβασα κάποτε, πως «κάθε που λέει ένα παιδί ότι δεν πιστεύει στις νεράιδες, κάπου μία νεράιδα πεθαίνει». Έτσι, έφτανε ένα άσπρο φόρεμα, μια τούφα ξανθά μαλλιά, δυο σταξιές γαλάζια μάτια κι έφτιαχνα μόνος μου τα υπόλοιπα.

Από φαντασία ήμουν χορτάτος, από πραγματικότητα λιμοκτονούσα. Αφού, για να καταλάβετε, την πρώτη φορά που άγγιξα γυναίκα έπαθα σοκ, επειδή ήταν… κρεάτινη!

Την είδα, λοιπόν, την λευκοφορεμένη σαν αρρηφόρο, κοντά στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων. Κι αφού μακρόθεν την θαύμασα κι εκ του σύνεγγυς την περιεργάστηκα, έκατσα πλάι της στο παγκάκι ακάλεστος –όσο ακάλεστη ήρθε κι αυτή στην ζωή μου– και αναφώνησα:

«Είσαι η ίδια η Αφροδίτη!»

Εκείνη ακούνητη, με το βλέμμα εξακολουθητικά βυθισμένο στο πουθενά, δεν μίλησε.

«Αν δεν πεις λέξη», της είπα, «θ’ αρχίσω να πιστεύω πως έκανα λάθος: πως δεν είσαι η ίδια η Αφροδίτη, αλλά το άγαλμά της!»

Ήξερα πως αυτά που έλεγα ήταν παλιομοδίτικο καμάκι, αλλά συγχρόνως ήξερα πως ακριβώς αυτά ήθελα να πω.

Η κοπέλα ελαφρώς μειδίασε. Κι ήταν τα χείλη της την ώρα εκείνη σαν στίχος από ποίημα του Παράσχου: ροδοπέταλα που ανεπαισθήτως κινήθηκαν.

«Τι όμορφα που χαμογελάς!» θαύμασα ανυπόκριτα.

Εκείνη χαμογέλασε περισσότερο και φάνηκαν τα κάτασπρα δόντια της, τόσο αρμοσμένα στην οδοντοστοιχία, σαν μαρμάρου σπόνδυλοι σε δωρική κολώνα.

Εννοείται πως οι περιγραφές μου είναι πανάρχαιες, ίδιας ηλικίας με τις δωρικές κολώνες της Ακροπόλεως, μα περιέργως, αν και το ξέρω, έτσι θέλω να εκφραστώ.

Σιγά-σιγά το κλίμα ζεστάθηκε –ίσα να μην ξεπαγιάσουμε– αλλά μπόρεσα να της κλείσω ραντεβού στο ίδιο σημείο το ερχόμενο Σάββατο.

Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν εκεί για κάμποσο ακόμα.

Συνήθως εγώ μιλούσα κι εκείνη άκουγε.

Οι φίλοι μου πάντα με συμβούλευαν να βγάζω τον σκασμό, καμιά φορά, για να μιλήσει κι ο άλλος. «Όσο λιγότερο Σολδάτος κι όσο περισσότερο τίποτα», ήταν το σλόγκαν. Μπορεί να είναι εγκεφαλικά πλάσματα οι γυναίκες, αλλά δεν θέλουν να πάθουν κι εγκεφαλικό απ’ το πολύ μπλα-μπλα. (περισσότερα…)