Σιωπές και λέξεις ολογράμματα

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό (Ημερολόγιο Ιουλίου #12). Το ερώτημα είναι, όντας διυποκειμενικό, με ποιο τρόπο μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Κατ’ αρχάς η διυποκειμενικότητα δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο με τη στενή έννοια, δηλαδή ως μία ξερή σύμβαση της κοινότητας, ή μία ομοφωνία που επιτυγχάνεται μέσω κάποιου πλειοψηφικού κανόνα. Έστω λοιπόν ότι υπάρχουν δύο είδη διυποκειμενικότητας, η στενή και η ευρεία. Η στενή διυποκειμενικότητα εκφράζει μία συνάθροιση ανθρώπων και η συναίνεση σε αυτή προκύπτει πλειοψηφικά.

Η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει το γεγονός ότι έτσι διάγουμε τον βίο μας και όχι αλλιώς, ανατρεφόμαστε σε μια κοινωνία ανθρώπων με κρυσταλλωμένες συνήθειες και παραδόσεις, κάτι που διαμορφώνει το κάρμα που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Έχουμε μια συγκεκριμένη, και όχι άλλη, βιολογική συγκρότηση με ποικίλα ένστικτα. Διαπερνώμαστε από σκέψεις, αισθήματα, ορμές και ψυχικές ανάγκες. Δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε τον κόσμο με τις υπάρχουσες νοητικές μας ικανότητες, και ο περίγυρός μας είναι αυτός που είναι και όχι κάποιος άλλος. Με άλλα λόγια, η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει μία ευρύτερη συναίνεση που αντανακλά την ανθρώπινη φυσική ιστορία (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, §Ι.25).

Σιωπές και η αντικειμενικότητα

Μια ευρύτερη συναίνεση δεν εκφράζεται τόσο στο τι λέμε όσο στο τι δεν λέμε: στις σιωπηρές παραδοχές που αντανακλούν τις άρρητες βεβαιότητες για τον κόσμο γύρω μας. Καθημερινά, κατά τη σχέση μας με τον κόσμο εγγράφονται εντός μας ρητές βεβαιότητες. Στρέφοντας την προσοχή μου σε ένα σφαιρικό αντικείμενο και δείχνοντάς το, λέω με βεβαιότητα «Αυτό είναι σφαιρικό». Την ίδια στιγμή, εκτός από ρητά διατυπωμένες βεβαιότητες, αποκτώ και άρρητες. Άρρητες βεβαιότητες για το τι είναι ή δεν είναι ένα αντικείμενο. Όταν περπατώ στην άσφαλτο έχω την άρρητη βεβαιότητα ότι δεν θα γίνει σύννεφο. Τέτοια βεβαιότητα μπορεί να είναι, για παράδειγμα, ότι ο συνομιλητής απέναντί μου που τον λένε Κώστα δεν είναι αρειανός. Βεβαιότητα η οποία εκδηλώνεται στις πράξεις μου απέναντί του : πώς του μιλάω, πώς του συμπεριφέρομαι, κλπ. Το ενδεχόμενο να είναι αρειανός δεν το λαμβάνω καν υπόψη μου όταν απευθύνομαι σε αυτόν. Αυτές οι άρρητες βεβαιότητες –οι ούτως καλούμενες σιωπηρές παραδοχές– εγγράφονται σε μένα υποσυνείδητα. Είναι σιωπηρές εφ’ όσον δεν τις αρθρώνω· είτε γιατί τις εκλαμβάνω ως αυτονόητες, είτε γιατί είναι υποσυνείδητες. Παρόλ’ αυτά υποστηρίζουν τις πρακτικές και τα συνακόλουθα γλωσσικά παιχνίδια, λειτουργώντας όπως οι μεντεσέδες πάνω στους οποίους γυρίζει η πόρτα. (Λ. Βιττγκενστάιν, Περί βεβαιότητας, §88-§114, §204, §341, §524, §558, για τη σχέση των σιωπηρών παραδοχών με τις υπόλοιπες γνώσεις μας, τις αρθρωμένες γλωσσικά).

Η ευρεία διυποκειμενικότητα, όπως αποτυπώνεται σε παραδοχές σιωπηρές, δεν μπορεί παρά να είναι συνυφασμένη με μία συγκεκριμένη φυσική νομοτέλεια, με ένα περίγυρο που συνίσταται από αντικείμενα. Είναι, λοιπόν, ικανή να φιλοξενήσει την αντικειμενικότητα. Έτσι, ο τόπος της συμφωνίας που αναδεικνύουν οι σιωπηρές παραδοχές βοηθά στη χάραξη της πορείας εκείνης που θα αποφύγει την Χάρυβδη του σχετικισμού, αλλά και τις σκεπτικιστικές της προεκτάσεις. Σύμφωνα με αυτές, όχι μόνο ο καθένας έχει το ορθό με το μέρος του κατά τη χρήση μιας λέξης, αλλά και δεν υπάρχει κάτι που να αποδώσει την ορθότητα στην εν λόγω χρήση. Όμως γιατί ο σκεπτικιστής να μην αμφισβητήσει παραδοχές σιωπηρές που βρίσκονται στη ρίζα των διακρίσεων ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο; Γιατί ακριβώς αυτές είναι σιωπηρές. Όντας μη γλωσσικά αρθρωμένες, δεν δίνουν την προτασιακή λαβή στον σκεπτικιστή να τις αμφισβητήσει. Μπορεί μεν αυτός να αμφισβητεί λεκτικά την ίδια του την ύπαρξη, αλλά μία τέτοια αμφισβήτηση αντιφάσκει με χαρακτηριστικά των πράξεών του· με σιωπηρές παραδοχές τους που αντικατοπτρίζουν μια βεβαιότητα για την ύπαρξή του. Οπότε οι σιωπηρές παραδοχές είναι αδιάβροχες σε ξαφνικές ριπές λέξεων από σκεπτικιστικές νεφέλες.

Σιωπές και υποκειμενικότητα

Όμως τι γίνεται με την υποκειμενικότητα; Μπορεί και αυτή να φιλοξενηθεί στην ευρεία διυποκειμενικότητα, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις; Ισοδύναμα, μπορούν τα νοήματα και οι γλωσσικοί κανόνες να φιλοξενήσουν μία προσωπική προοπτική; Ναι, και αυτό οφείλεται στην άλλη όψη των σιωπηρών παραδοχών. Κατ’ αρχάς, οι σιωπηρές παραδοχές δεν είναι δεμένες μόνο με τη φυσική νομοτέλεια των αντικειμένων, αλλά και με τη δική μου ιδιαιτερότητα. Εκεί, στα υπό των λέξεων, αντικατοπτρίζουν τη συγκεκριμένη και μοναδική βιολογική συγκρότηση που έχω, με ριζωμένα σε αυτήν αισθήματα, επιθυμίες και ανάγκες. Εφ’ όσον λοιπόν μία λέξη νοηματοδοτείται και από τα σιωπηρά της συμφραζόμενα, αυτά αποτυπώνουν και την ιδιαιτερότητα του υποκειμένου. Μια ιδιαιτερότητα που προστίθεται ως καινούργια απόχρωση στο νόημα των λέξεων που χρησιμοποιώ.

Μία διευκρίνηση χρειάζεται για τη νοηματοδότηση μιας λέξης από τα συμφραζόμενά της. Τέτοια συμφραζόμενα μπορούν να είναι ρητά, δηλαδή άλλες λέξεις μέσα σε μια πρόταση ή φράση. Οπότε η υποκειμενικότητα, μία προσωπική ματιά, μπορεί να εισέλθει στις διυποκειμενικές λέξεις μέσα από μία κατάλληλη και ιδιαίτερη χρήση τους. Αλλά τα συμφραζόμενα που νοηματοδοτούν μια λέξη είναι και άρρητα. Δηλαδή παραδοχές σιωπηρές, εκεί στην άκρη της φωνής, που γίνονται τα αθέατα συμφραζόμενα προτάσεων και λέξεων. Ο δε ρόλος τους στη νοηματοδότηση είναι καθοριστικός, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι, χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις ή φράσεις, με κάποιους ανθρώπους συνεννοούμαι ενώ με άλλους παρεξηγούμαι.

Οι σιωπηρές παραδοχές μιας λέξης συμβάλλουν στις αποχρώσεις του νοηματικού της ορίζοντα. Χάρη σε αυτές, οι αναγκαία δημόσιες λέξεις, οι απορρέουσες από μία ευρεία διυποκειμενικότητα, μπορούν να αποδώσουν υποκειμενικά αισθήματα, διαφορετικά μεταξύ τους. Η δε υποκειμενικότητα δεν προκύπτει μόνο μέσα από την κατάλληλη χρήση άλλων λέξεων, ή από ιδιαίτερους συνδυασμούς ρητών συμφραζομένων. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος λογοτέχνης για να περάσει την ιδιαιτερότητά του στο νόημα των λέξεων. Το νόημα μιας λέξης, εφ’ όσον καθορίζεται και από σιωπηρά συμφραζόμενα, αποκτά μια ιδιαίτερη φόρτιση ανάλογα με το υποκείμενο που την εκφέρει, την ιστορικότητά του αλλά και τη συγκεκριμένη περίσταση.

Αποχρώσεις και λέξεις ολογράμματα

Οι σιωπηρές παραδοχές γίνονται ο υπόγειος δίαυλος που τροφοδοτεί τους κανόνες, όχι μόνο με αντικειμενικότητα, αλλά και με υποκειμενικότητα. Ας σκεφτούμε, λοιπόν, ότι μία λέξη είναι σαν ένα ολόγραμμα (αναφέρομαι στην εφεύρεση του Denis Gabor, καθηγητή Φυσικής στο Imperial College του Λονδίνου και βραβευμένου με Nobel Φυσικής, η οποία επιτρέπει την απεικόνιση τρισδιάστατης χωρικής πληροφορίας σε δισδιάστατη επιφάνεια). Το ολόγραμμα αυτό προκύπτει από μία ευρεία διυποκειμενικότητα. Ανάλογα με την γωνία που θα το κοιτάξουμε αποκαλύπτεται σε τρεις διαστάσεις: εκείνη της στενής διυποκειμενικότητας, της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Ανάλογα με τη λέξη και τη χρήση της, μας αποκαλύπτεται ως επί το πλείστον είτε η διάσταση της στενής διυποκειμενικότητας, είτε της υποκειμενικότητας, είτε της αντικειμενικότητας.

Σε αρκετές λέξεις κυριαρχεί η στενά διυποκειμενική τους διάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι προέκυψαν από μία σύμβαση μεταξύ μιας ομάδας ανθρώπων, και το νόημά τους εξακολουθεί να ρυθμίζεται πλειοψηφικά από μια συνάθροιση ανθρώπων. Αλλά δεν εξαντλείται εκεί το νόημα της κάθε λέξης. Αν μία λέξη αναφέρεται σε ένα αντικείμενο, αποκτά στέρεο περίγραμμα λόγω της τριβής που έχει η ζωή μας με το αντικείμενο αυτό και τη νομοτέλεια στην οποία εντάσσεται. Κάτι που προσδίδει αντικειμενικότητα στην αναφορά της λέξης. Μια ελαφρά μετατόπιση δε, ή μία αλλαγή οπτικής γωνίας, φανερώνει και μια καινούργια διάσταση στο νόημα μιας λέξης, ικανή να εμφανίσει όψεις μιας υποκειμενικότητας στον χειρισμό του αντικειμένου μέσω της λέξης αυτής. Η υποκειμενική διάσταση δεν ακυρώνει την αντικειμενικότητα του νοήματος αλλά του προσθέτει καινούργιες αποχρώσεις, ένα διαφορετικό βάθος.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #13

*

**