Σοφιαλένα Ψαρρά

Το φορτίο

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Πλησίασε με προσοχή και επιφυλακτικότητα. Κοίταξε γύρω για να βολιδοσκοπήσει. Κανείς δεν την παρατηρούσε. Χαμήλωσε το κεφάλι, έλεγξε το φορτίο και με ένα πνιχτό βογγητό το φόρτωσε στη ράχη της.

Μεγάλο κατόρθωμα.

Ζύγιζε τουλάχιστον πέντε φορές το βάρος της. Ο μέντοράς της θα ήταν περήφανος. Ακολούθησε κατά γράμμα όσα της έμαθε στην εκπαίδευση.

Σήκωνε το λάφυρο και με αργά μα σταθερά βήματα όδευε προς το σπίτι. Έπρεπε να διανύσει αρκετά μεγάλη απόσταση μετά την πρόσφατη μετακίνησή τους σε άλλο τόπο. Θα προχωρούσε πέρα από το κεδροδάσος, εκεί όπου απλωνόταν το χέρσο χωράφι. Εκεί βρισκόταν η αποικία. Αυτό που λειτουργούσε ως πυξίδα ήταν μια ογκώδης, αλλά σαθρή πέτρα από πορόλιθο. Εκεί, ακολουθώντας τον στενό, υπόγειο και ελικοειδή δρόμο, βρισκόταν η φωλιά. Η σκέψη της απόστασης την έκαμπτε. Αλλά μόνο στιγμιαία. Δεν ταίριαζε στη φιλοσοφία της φυλής της η παραίτηση. Ειδικά τώρα που είχε πετύχει τον πολυπόθητο στόχο. Η μεταφορά ενός τέτοιου νεκρού εντόμου θα ήταν το κλειδί για αναβάθμιση. Εδώ που τα λέμε το πόστο να μεταφέρεις χειμώνα καλοκαίρι κουφάρια δεν ήταν ιδιαιτέρως θελκτικό. Η μυρωδιά της σήψης ήταν απωθητική. Η ιεραρχία όμως ήταν αυστηρή. Εφόσον γεννήθηκε άπτερη και στείρα η θέση της ήταν στα πτωματοφαγα. Θα ‘πρεπε να ‘ναι ευχαριστημένη με όσα της δίνονταν. Εξάλλου οι αρχές του τόπου στα διαγγέλματά τους φρόντιζαν να γνωστοποιούν τη σπουδαιότητα της αγαστής συνεργασίας και της υπακοής. Συχνές ήταν και οι υποσχέσεις ανέλιξης και οι ιστορίες των γερόντων για εργάτριες που κατόρθωσαν να κάνουν τρυφηλή ζωή, να γίνουν το δεξί χέρι της βασίλισσας, ακόμα και να βγάλουν φτερά σε μεγάλη ηλικία. Εκείνη δεν ήξερε καμία που να το ‘χει πετύχει αυτό. Το πελώριο νεκρό έντομο που σήκωνε στις πλάτες της ήταν η ευκαιρία της. Η μόνη απ’ τη γενιά της.

Οι σκέψεις της άρχισαν να θολώνουν από το βάρος. Τα πόδια της λυγίζουν.

Πιάνει το πτώμα με τη γνάθο. Το σέρνει. Είναι πια στην πύλη της φωλιάς.

Έκπληκτος ο μέντορας παρατηρεί το νεκρό ζωύφιο. Τη συγχαίρει. Δίνει διαταγή σε μια ντουζίνα δυνατά μυρμήγκια να μεταφέρουν το κουφάρι. Τη βεβαιώνει πως θα συζητήσει με τη διοίκηση τη μετάβασή της σε άλλη θέση. Μια τέτοια επιτυχία με τέτοιο όφελος για την κοινότητα άξιζε επιβράβευση.

Εκείνη άρχισε να ονειρεύεται. Δεν αποζητούσε μεγαλεία. Κάθε φορά που έβγαινε στην επιφάνεια από τα υπόγεια της αποικίας έβλεπε τον ήλιο να δίνει χρυσαφένιο χρώμα στα φυλλώματα των δέντρων, ένιωθε την πρωινή αύρα να δροσίζει τα πέταλα των λουλουδιών και ονειρευόταν να μπορεί κι εκείνη να γευτεί τους χυμούς των φυτών. Να δουλέψει μαζί με τους φυλλοκόπτες που μετέφεραν στη φωλιά ευωδιαστά χλωρά κομμάτια φύλλων. Πόση αηδία της προκαλούσε η γεύση της σάρκας σε αποσύνθεση.

Ο χρόνος περνούσε. Το λάφυρο που έφερε στη φωλιά έθρεψε μιλιούνια μυρμηγκιών. Είχε καιρό να δει τον μέντορα. Είχε αναλάβει την εκπαίδευση κάποιων καινούργιων. Ήξερε πως είναι πολυάσχολος.

Περίμενε. Σήκωνε κουφάρια. Ήλπιζε.

Μια μέρα στη δουλειά προσπαθώντας να μεταφέρει μια ημιθανή αράχνη, μπλέχτηκε στον ιστό της. Το τέλος δεν αργούσε. Το μόνο που την πίκραινε ήταν που δεν έμαθε ποτέ τι γεύση είχαν τα φύλλα από τις γαρδένιες που μοσχοβόλαγαν και κάλυπταν για λίγο τη μυρωδιά του θανάτου που κουβαλούσε στους ώμους της.

*

**

Το στασίδι και Το γιορτινό τραπέζι (Διηγήματα)

*

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Το στασίδι

Έσπρωξε με όλη της τη δύναμη τη βαριά ξύλινη πόρτα με τα σκαλιστά λουλούδια και το μπρούτζινο ρόπτρο. Μια πυκνή μυρωδιά από λιβάνι και λιωμένο κερί αναδίδεται και ενώνεται με τις διάφανες φωνές των γυναικών από το αριστερό κλίτος του ναού. «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Εκείνη προχωρά με αθόρυβο μα γοργό βήμα προς τα στασίδια που βρίσκονται πίσω από τη χρυσοστόλιστη -από ανθρώπινο πόνο και ευγνωμοσύνη- εικόνα της Παναγίας και με το βλέμμα αναζητά τη γιαγιά της. Πάντα εκεί. Στην ίδια θέση. Στο στασίδι κάτω από το βορινό παράθυρο. Ψίθυροι και χαμόγελα. Οι γυναίκες μετακινούν τσάντες και πανωφόρια και της ανοίγουν χώρο για να καθίσει δίπλα της. Ρίχνει κλέφτες ματιές στη σύνοψη που κρατά η γιαγιά στα τρεμάμενα χέρια της. Οι ψαλμωδίες τώρα γίνονται πιο ηχηρές. Λόγια ανάκατα με μουρμουρητά μοιάζουν απόκοσμα μέσα στο ημίφως. Ρίγος τη διαπερνά κι ας καταλαβαίνει μόνο κάποιες σκόρπιες λέξεις. Κατάνυξη. Προσευχές, ανείπωτοι πόθοι. Όλα είναι δυνατά.

Πάνε χρόνια που το στασίδι αυτό μένει άδειο.

Εκείνη πια στέκεται κοντά στην πόρτα. Ματιές και ψίθυροι. Ισιώνει νευρικά τη φούστα της και πασχίζει να ακούσει τις φωνές των γυναικών. Να ταξιδέψει στον χρόνο με την απαλόηχη ψαλμωδία. Κλείνει τα μάτια. Φωνές άρρυθμες και παγερές. Η ανάσα βαραίνει.

Τώρα πια που καταλαβαίνει όλα τα λόγια.

Τώρα πια όλα είναι δυσνόητα.

///

Το γιορτινό τραπέζι

Δεν του άρεσε το εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αρκετό για να του χαλάσει η διάθεση. Αναρωτήθηκε γιατί για ακόμη μια φορά τον περιφρονούσαν. Υπήρχαν τόσα λευκά τραπεζομάντηλα στοιβαγμένα στα ράφια. Εκείνα με τη χειροποίητη δαντέλα στις άκρες τους. Γιατί όχι ένα από αυτά; Αυτές οι κιτρινόμαυρες μαργαρίτες σε ανομοιογενές μέγεθος τού προκαλούσαν εκνευρισμό. «Παντελής έλλειψη αισθητικής», μουρμούρισε.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.

Έσυρε σκυθρωπός την ξύλινη καρέκλα με τους σκαλιστούς βραχίονες και κάθισε στην κεφαλή. Φωνές και κρότοι από κατσαρόλες και μαχαιροπήρουνα ακούγονταν από την κουζίνα – οι προετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι.

Το κουδούνι χτύπησε.

Έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Είχε μετανιώσει που αποφάσισε να καλέσει όλη την οικογένεια.

Ξανά ο ήχος του κουδουνιού.

Έκανε έναν μορφασμό, ώσπου ακούστηκαν τα βιαστικά βήματά της προς την πόρτα.

Ήταν όλοι εκεί. Οι γυναίκες ξεκίνησαν το σερβίρισμα με αναστάτωση και σβελτάδα. Κάθε λογής λιχουδιά γέμισε το τραπέζι. Εκείνος με ένα νεύμα έδειξε πως δεν θέλει τίποτα, παρά μόνο ένα κομμάτι από το ψητό. Όλες οι γυναίκες βάλθηκαν να βρουν το πιο λαχταριστό κομμάτι. Εκείνη περιέχυσε την παχύρρευστη σάλτσα με προσοχή και το τοποθέτησε μπροστά του με μάτια γεμάτα προσμονή κι ελπίδα. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Η σιωπή του, σαν πυκνές νιφάδες, έπεφτε πάνω στα σερβιρισμένα πιάτα και σκέπασε όλο το σαλόνι. Ο υπόκωφος ήχος από το ραδιόφωνο ακόνιζε τη γιορτινή σιγή.

Τότε εκείνος έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του. «Το παραψήσατε. Στέγνωσε», είπε.

Σταγόνες σάλτσας έπεσαν πάνω στις μικρές μαργαρίτες που μοιάζαν να δακρύζουν. Σιωπή.

Στις επόμενες γιορτές έφαγαν μόνοι.

Εκείνη πάλι παράψησε το κρέας.

Κι εκείνος πάλι έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του.

*

*

*