*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
~.~
Κατέβηκα για πρώτη φορά στο καρνάγιο την άνοιξη του 2014. Ήταν η εποχή που ένοιωθα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά πως είχα χάσει τον έλεγχο της ζωής μου. Η ικανότητά μου να αυτοσχεδιάζω και να επινοώ λύσεις είχε ατονήσει. Δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Σωματικά και ψυχικά ένοιωθα εξαντλημένος. Είχα κουραστεί να προσπαθώ και να αγωνίζομαι. Δεν ήξερα αν είχα τη δύναμη να συνεχίσω. Κατά διαστήματα βρισκόμουν αντιμέτωπος με ιδέες που δεν με είχαν απασχολήσει σοβαρά ποτέ μέχρι τότε. Η σκέψη να παραιτηθώ από κάθε προσπάθεια και από κάθε αγώνα τρύπωνε στο μυαλό μου άλλοτε σαν απειλή και άλλοτε σαν πρόκληση. Σκεφτόμουν ακόμα και το σενάριο να αρνηθώ τελείως τον καθιερωμένο τρόπο ζωής και να δοκιμάσω ανορθόδοξες επιλογές αλλά η γενικότερη υπαρξιακή μου κόπωση και οι ηθικές μου προκαταλήψεις δεν επέτρεπαν εύκολες και ριζικές ανατροπές στον τρόπο που έβλεπα τη ζωή και τον εαυτό μου.
Είχε προηγηθεί ένας χειμώνας δύσκολος, αφόρητος σε παγωνιά, μοναξιά και στέρηση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου εκείνον τον χειμώνα σκέφτηκα το ενδεχόμενο ληστείας σε τράπεζα, σούπερ μάρκετ ή κάποιο πρακτορείο τυχερών παιχνιδιών. Η ιδέα με απασχόλησε για αρκετές μέρες. Έφτασα μάλιστα στο σημείο να ξεθάψω από ένα κουτί με παλιά πράγματα ένα ξεχασμένο πιστόλι για φωτοβολίδες, χαλασμένο και άχρηστο από καιρό. Έστηνα διάφορα σενάρια, φανταζόμουν ένα μεγάλο και οριστικό γεγονός, μια ηρωική υπέρβαση, έναν αφηρημένο θρίαμβο που θα με ανύψωνε πάνω από τους φόβους μου και θα έβαζε τέλος σε αυτό το παιδαριώδες και αυτοκαταστροφικό παιχνίδι που έπαιζα μια ολόκληρη ζωή, θύμα του εαυτού μου, του Θεού, της ιστορίας και ξένων αποφάσεων. Αλλά κατά βάθος δεν ήξερα αν μπορούσα να το κάνω, αν ήμουν ικανός για τέτοιες υπερβάσεις.
Τις πρώτες μέρες της άνοιξης ήμουν ακόμα νωθρός, αδύναμος, σαν να έβγαινα από χειμερία νάρκη. Κοιμόμουν μέχρι αργά. Σηκωνόμουν μεσημέρι ή απόγευμα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ο καφές, το άρωμα και η γεύση του. Ο καφές ήταν η πρέζα μου. Χωρίς καφέ δεν μπορούσα να ζήσω.
Ο Μάρτης πέρασε μέσα μια κατάσταση αδράνειας και αναβλητικότητας. Έβγαινα από το σπίτι μόνο για τα απαραίτητα. Το έξω μου προκαλούσε αγωνία: ένοιωθα πως η πόλη ήταν ένα αόρατο βλέμμα καρφωμένο συνεχώς πάνω μου. Ντρεπόμουν για την κατάστασή μου και ταυτόχρονα ντρεπόμουν για τη ντροπή που ένοιωθα. Βρισκόμουν σε διαρκή μάχη με τις προκαταλήψεις μου. Για να μη βυθιστώ στην απόγνωση έγραφα σε χαρτάκια σχέδια και στόχους, ντόπαρα τον εαυτό μου με κάθε λογής φράσεις, περιμένοντας με ένα είδος «ενεργητικής παθητικότητας» όπως το αποκαλούσα, ελπίζοντας σε λύσεις που δεν ήταν ακόμα ορατές, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου εμπειρίες και μαθήματα υπομονής, αυτοσαρκασμού και αξιοπρέπειας.
Με νύχια και με δόντια προσπαθούσα να διατηρήσω ένα μικρό χρηματικό απόθεμα που είχα. Αγόραζα μόνο τα βασικά για τη διατροφή μου και όποτε έβρισκα το κουράγιο εξασφάλιζα το καθημερινό φαγητό από το συσσίτιο του δήμου πάντα με τον φόβο μη με δει κάποιος γνωστός ή κάποιος παλιός συνάδελφος.
Στον καθρέφτη του μπάνιου μιλούσα με το είδωλό μου. Μιλούσα κι απορούσα. Εκείνο το πρόσωπο μου φαινόταν συχνά ξένο, λες και δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που αφηρημένα ονόμαζα «ο εαυτός μου». Η όψη του δεν ήταν αυτή που ήταν κάποτε. Δεν ήταν σκληρό πρόσωπο ούτε είχε ψυχρό βλέμμα αλλά η απώλεια των μαλλιών και τα τεράστια μαύρα ημικύκλια κάτω απ’ τα μάτια το έκαναν να φαίνεται υπερβολικά σκοτεινό και πρόωρα γερασμένο. Πάνω σε κείνο το πρόσωπο όλα τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της ζωής μου είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους. «Γεράσαμε κύριε» έλεγα στον άλλο στο βάθος του καθρέφτη κι εκείνος απαντούσε με το ίδιο πάντα στραβό και κουρασμένο χαμόγελο.
Τον Απρίλη ξύπνησαν μέσα μου παλιές ξεχασμένες δυνάμεις. Άρχισα να ξυπνώ πιο νωρίς, κάτι που τόνωσε το ηθικό μου. Άρχισα να ψάχνω αγγελίες στην εφημερίδα. Κύκλωνα κάποιες με κόκκινο στυλό, για θέσεις εργασίας που δεν με ενδιέφεραν πραγματικά, και ούτε είχαν σχέση με τις σπουδές και την εμπειρία μου. Το έκανα για να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου, για να διατηρήσω την ελπίδα και μια απόσταση ασφαλείας από την παραίτηση.
Την αγγελία για τη δουλειά στο καρνάγιο την είχα σημειώσει μηχανικά. Το πώς έφτασα στο σημείο να πάρω τηλέφωνο και να κλείσω ραντεβού, ήταν ένα πραγματικό μυστήριο, μια από εκείνες τις αποφάσεις που ένοιωθα πως κάποιος ή κάτι άλλο κινούσε τα νήματα της ζωής μου.
///
Ντυμένος με τα καλύτερα ρούχα που είχα, εκείνο το πρωινό του Απρίλη βρέθηκα στην παραλιακή λεωφόρο, πηγαίνοντας στη συνάντηση που ήταν προγραμματισμένη για τις δέκα, καθαρός, περιποιημένος αλλά κουρασμένος από την αϋπνία και τις επίμονες σκέψεις. Για να ξεγελάσω τον εαυτό μου πως όλα ήταν καλά κοίταζα με ψεύτικο ενδιαφέρον τις βιτρίνες των μαγαζιών στους δρόμους, δημιουργώντας στη φαντασία μου σενάρια για τις ζωές των άγνωστων ανθρώπων που ήταν ιδιοκτήτες ή υπάλληλοι σε κείνα τα καταστήματα, έχοντας τη φευγαλέα σιγουριά πως είχαν καλές και ασφαλείς ζωές, ξέροντας ωστόσο ότι δεν υπήρχαν ιδανικές καταστάσεις και ότι κάθε ζωή είχε τις ρωγμές και τις πληγές της.
Μέσα σε έναν καταιγισμό σκέψεων έφτασα στο λιμάνι. Όλα ήταν ένα αξεδιάλυτο κουβάρι στο μυαλό μου – τα λάθη, οι αποτυχίες, οι συνθήκες της εποχής, ο χωρισμός, το παιδί, το οικονομικό μου αδιέξοδο, η ερωτική μου μοναξιά, η αδυναμία μου να καταλάβω τη ζωή και να βρω κάποιο νόημα. Ένοιωθα παρείσακτος, ξένος, αποκομμένος απ’ όλους, χωρίς ασφάλεια, χωρίς βεβαιότητες, φλερτάροντας καθημερινά με την παραίτηση, χωρίς να ξέρω αν είχα τη δύναμη να αντιμετωπίσω ακόμα πιο δύσκολες καταστάσεις. Μάταια προσπαθούσα να βρω άκρη, να καταλάβω τη θέση μου, να εξηγήσω γιατί ήμουν αυτός που ήμουν και γιατί έφτασα εκεί που έφτασα. Μόνο μια σίγουρη σκέψη κυριαρχούσε μέσα μου, μια διαπίστωση μάταιη και άγονη: είχα γεννηθεί χωρίς τη θέλησή μου, ζούσα χωρίς τη θέλησή μου και κάποτε θα πέθαινα χωρίς τη θέλησή μου.
Υγρό και ψυχρό το πρωινό δεν μπόρεσε να αποτρέψει την έξαψη και μια ξαφνική αίσθηση ιδρώτα που με έκανε να σταματήσω λίγα μέτρα πριν την είσοδό στη λιμενική ζώνη. «Συμπτώματα άγχους» σκέφτηκα. Από συνήθεια, προσπαθώντας να χαλαρώσω, σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα ψηλά. Αδέσποτα λευκά σύννεφα ομόρφαιναν τη γαλάζια μονοτονία τ’ ουρανού. Γλάροι έπαιζαν τολμηρά και ανέμελα ακολουθώντας τις αθέατες ριπές του ανέμου. Τους χαιρέτησα. Το απατηλό γαλάζιο ταβάνι της γης μου φάνηκε ψεύτικο, μια γιγάντια ζωγραφιά που σκέπαζε το μεγάλο θέατρο του κόσμου. Το παρατήρησα επίμονα μέχρι που το βλέμμα μου βυθίστηκε μέσα του, όπως βυθίζεται η άγκυρα στα βάθη της θάλασσας. Μισόκλεισα τα μάτια, εισέπνευσα την αρμύρα, τη δροσιά του πρωινού, ένοιωσα την ύπαρξή μου, το μυστήριο, τα μεγάλα αναπάντητα ερωτήματα. Και για μια ακόμα φορά, έχοντας βαθιά επίγνωση της άγνωστης καταγωγής και του άγνωστου προορισμού μου, ζήτησα εξηγήσεις.
«Τι, τι, τι θέλεις επιτέλους από μένα; Δεν βαρέθηκες να με βασανίζεις; Δεν βαρέθηκες να βασανίζεις τους ανθρώπους;» μονολόγησα έντονα αλλά ψιθυριστά, τραυλίζοντας λιγάκι στην αρχή της φράσης, ανήσυχος μήπως με ακούσει κάποιος περαστικός, ανήσυχος μήπως είχα αρχίσει να τα χάνω.
Σε ποιον απευθυνόμουν; Δεν ήμουν σίγουρος, ποτέ δεν ήμουν σίγουρος. Ίσως στον ιδιοκτήτη τ’ ουρανού, στον μεγάλο κηδεμόνα του σύμπαντος, σε ένα φάντασμα γεννημένο από προαιώνιες προκαταλήψεις, φόβους και ελπίδες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μου ξέφευγαν τέτοιες απορίες, τέτοια μεταφυσικά τραυλίσματα. Όπου κι αν βρισκόμουν, κάτι μέσα μου, μια φωνή περίεργη και μυστηριακή, επέμενε να ρωτά άλλοτε ήσυχα και συγκρατημένα και άλλοτε έντονα και οργισμένα. Δεν ήταν η φωνή της πίστης που ψάχνει τον Θεό για να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου. Ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που είχε βαθιά επίγνωση του υπαρξιακού του μυστηρίου, που ζητούσε κάποιες εξηγήσεις, που ζητούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που κατοικούσε μέσα του, ποια ήταν η ουσία, η προέλευση και η μεταθανάτια μοίρα του.
Αλλά η εποχή των απαντήσεων στα μεγάλα ερωτήματα δεν είχε έρθει ακόμα. Η ερώτηση είχε γίνει και άλλες φορές. Και όπως κάθε φορά, απάντηση δεν πήρα. Κρυμμένος στο παρασκήνιο, ο μεγάλος σκηνοθέτης συντηρούσε μαστορικά και σαδιστικά το μυστήριο της δημιουργίας του, μετανοιωμένος για το αποτέλεσμα, αποκομμένος από το δημιούργημά του, αφήνοντας τους ανθρώπους αβοήθητους στην αγωνία, στον πόνο και στο θάνατο.
Ακολουθώντας το πεπρωμένο μου είδα να απλώνεται μπροστά μου το καρνάγιο, επιβλητικό, πολύχρωμο, σκληρό, απειλητικό, ένας τόπος αδιόρατων κινδύνων και υπερβολικού μόχθου. Αναρωτήθηκα αν σε κείνο το μέρος θα γράφονταν τα επόμενα επεισόδια της ζωής μου. Αναρωτήθηκα αν εκεί θα έβρισκα ανθρώπους άδολους και φιλικούς ή δόλιους και επικίνδυνους. Έστηνα κιόλας αόριστα σενάρια, προσομοιώνοντας στη φαντασία μου συμπεριφορές και αντιδράσεις, σκηνοθετώντας απίθανους ηρωισμούς και πιθανές πανωλεθρίες.
Πρόχειρα και συνοπτικά έφερα στο νου μου τους τόπους που κατά καιρούς είχαν φιλοξενήσει την ύπαρξή μου – τόπους χαράς μα περισσότερο τόπους οδύνης που πάνω τους είχα βαδίσει, είχα εργαστεί, είχα υποφέρει, είχα αγωνιστεί άγνωστο για τι. Και τώρα, μπροστά στο καρνάγιο με τα σκάφη και τα μηχανήματά του, χαμογέλασα πικρά. «Εδώ κάτω λοιπόν;» αναρωτήθηκα μέσα σε μια έξαρση θλίψης, σαν κάτι μέσα μου να ένοιωθε αταίριαστο με το τοπίο, σαν να επρόκειτο για τον τελικό απολογισμό της ζωής μου – μιας ζωής που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να φτάσει στο τέλος της, ένα τέλος που θα το αντιμετώπιζα με ένα χαμόγελο πλούσιο σε πίκρα και περιφρόνηση.
Παρατήρησα τα σκάφη που ήταν τοποθετημένα στην ξηρά, κολλητά το ένα στο άλλο, τόσο κολλητά που θαύμασα για μια στιγμή την ικανότητα εκείνων που κατάφερναν να τα παρκάρουν με τόση ακρίβεια και τόση διορατικότητα. Σκέφτηκα πως δεν είχα μπει ποτέ μέσα σε τέτοια σκάφη – ιστιοφόρα με πανύψηλα κατάρτια, αστραφτερά γιοτ, κάθε λογής τουριστικά πλοιάρια. Φαντάστηκα το εσωτερικό τους, την πολυτέλεια, τις καμπίνες, τη θαλπωρή των μικρών χώρων, τη γοητεία και την ανία τους.
Στο βάθος ένας επιβλητικός γαλάζιος γερανός ετοιμαζόταν για την ανέλκυση ενός ιστιοφόρου που βρισκόταν ήδη στην δεξαμενή. Η ρυτιδιασμένη επιφάνεια της θάλασσας με αναστάτωσε. Μου φάνηκε δυσάρεστη, εχθρική, σαν πρόσωπο που ορισμένα παλιά ξεχασμένα γεγονότα μας κάνουν να το αντιπαθούμε χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το γιατί. Η απεραντοσύνη της με έκανε για μια ακόμα φορά να διαπιστώσω τις μικροσκοπικές μου διαστάσεις. Κουρασμένος, σκυθρωπός, υποχρεωμένος να ζω χωρίς να ξέρω γιατί, ένοιωσα απορημένος με την παρουσία μου σε εκείνο το σημείο της πόλης, απορημένος με την εξέλιξη της ζωής μου, απορημένος κατά βάθος με το γεγονός ότι υπήρχα.
«Τι στο διάολο κάνω εδώ κάτω;» αναρωτήθηκα ξανά καθώς πλησίαζα στην είσοδο του καρνάγιου. Με παραξένεψε βαθιά η παρουσία μου σε κείνη την άκρη της πόλης. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι βάδιζα προς το καρνάγιο. Για λίγες στιγμές σκέφτηκα να γυρίσω πίσω, να μην πάω στο ραντεβού, να δοκιμάσω κάτι άλλο, να περιμένω κάποιο άλλο σενάριο ζωής, συνθήκες που θα μου επέτρεπαν μια άλλη επιλογή, μια άλλη πορεία. Κάτι μέσα μου, όμως, μού έλεγε πως έπρεπε να προχωρήσω, μια βούληση που συχνά την ένοιωθα ξένη, ένας εσωτερικός υποβολέας που συχνά με έκανε να αμφιβάλλω για την ελευθερία μου, για το ποιος ή τι έπαιρνε αποφάσεις μέσα μου. Συνέχισα να βαδίζω αργά, επιφυλακτικά, παρατηρώντας το τοπίο σαν κάποιος που αναρωτιόταν αν βρισκόταν στο σωστό μέρος ή αν είχε πάρει λάθος διαδρομή, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου πως όλα ήταν καλά και πως μέσα στο αδιέξοδο της ζωής μου θα μπορούσαν να υπάρχουν ανατροπές και λύσεις που δεν ήταν ακόμα ορατές.
Και ξανφικά θυμήθηκα ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε κείνο το σημείο της πόλης. Κάποτε αυτά τα μέρη είχαν φιλοξενήσει ορισμένα επεισόδια της ταραγμένης παιδικής μου ηλικίας. Μετά από καιρό θυμήθηκα τον πατέρα μου, την ανέκκλητη απουσία του, το πρόσωπο του, το μόνιμο χαμόγελο της κραιπάλης, αθώο, χαζό, γλαρωμένο, αινιγματικό, σύμβολο των παθών του, της αυτοδιάλυσης του, μιας σταύρωσης που κράτησε πενήντα χρόνια και μιας ανάστασης που δεν ήρθε ποτέ. Μέσα στο γκρίζο τοπίο της μνήμης μου θυμήθηκα τις βόλτες μας στο λιμάνι κάποια καλοκαιριάτικα βράδια, τις σύντομες επισκέψεις στα καφενεία της περιοχής, τα πρόσωπα περίεργων γυναικών, τη μυρωδιά της ρετσίνας, την επιστροφή στο σπίτι, τους ήσυχους καυγάδες του πατέρα με τη μάνα μου, τα δάκρυα της παιδικής μου ηλικίας. Για λίγες στιγμές μου φάνηκε πως δεν είχα μεγαλώσει, πως ήμουν ακόμα εκείνο το παιδί, πως η ζωή μου είχε ολοκληρωθεί στην παιδική μου ηλικία, πως όλα όσα ακολούθησαν ήταν μια διαρκής απόπειρα ερμηνείας των πρώτων βιωμάτων. Και ακόμα μου φάνηκε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει, πως στα σαράντα πέντε μου χρόνια η ζωή μου παρέμενε ανεξήγητα στάσιμη, άτυχη, ίσως αποτυχημένη, παγιδευμένη σε μια πόλη κάποτε γενναιόδωρη μα τώρα άπληστη, σκληρή και κουρασμένη.
///
Μπροστά στη μεταλλική πύλη του καρνάγιου κοντοστάθηκα. Παρατήρησα το μόλο, το νεκροταφείο των παλιών σκαφών, τις παράγκες και τις αποθήκες, τους σωρούς με τα σάπια ξύλα και τα παλιοσίδερα, το λιμάνι, το πλοίο της γραμμής, τα λίγα σύννεφα στον ανοιξιάτικο ουρανό, τις παρέες των γλάρων που συνέχιζαν τις πρωινές τους ασκήσεις. Τα νεκρά παρατημένα σκάφη ζητούσαν επίμονα την προσοχή μου. Τους έστειλα βλέμματα κατανόησης και συμπόνιας. Μισόκλεισα πάλι τα μάτια, ένοιωσα την καταστροφή των πραγμάτων, τους σκληρούς νόμους που οδηγούν αδυσώπητα στη φθορά, στην κατάρρευση, στον αφανισμό. Θυμήθηκα την περασμένη νύχτα – δεν είχα κλείσει μάτι από το άγχος, από τα σενάρια για το μέλλον μου, από την προσπάθειά μου να καταλάβω το παρελθόν μου, από την αγωνία μου μπροστά στο παρόν που γλιστρούσε μέσα από τα χέρια μου ανήμπορος να το νοιώσω και να το συγκρατήσω.
Έτριψα επίμονα τα μάτια μου, να διώξω την κούραση, να ξαναβρώ τη διαύγεια που χρειαζόμουν. Η ξαφνική επίγνωση της ηλικίας μου με αναστάτωσε. Ένοιωσα πως οι μέρες μου χάνονταν πολύ γρήγορα, πως λιγόστευε επικίνδυνα η πίστωση του χρόνου μου. Χωρίς να είμαι γέρος σκέφτηκα τα γηρατειά, τη μοναξιά, τη φθορά, το τέλος που κάποτε θα ερχόταν, μοναχικό, θλιβερό, παράλογο όσο και η γέννηση. Πήρα βαθιά ανάσα, να νοιώσω την ύπαρξή μου, να κάνω δικές μου λίγες στιγμές από τον άπιαστο χρόνο. Με το βλέμμα θολό χαμογέλασα στον εαυτό μου, στη ζωή, στα πράγματα που ήταν γύρω μου. Το ήξερα, το ήξερα καλά, πως είχα φτάσει σε οριακό σημείο και πως για αντέξω έπρεπε να συντηρήσω την αγάπη μου για τη ζωή, να μην υποκύψω στον πειρασμό της παραίτησης, να διατηρήσω ακέραιες τις αυταπάτες μου ή να επινοήσω καινούριες.
Πέρασα την κεντρική πύλη και προχώρησα αργά για να παρατηρήσω τον μεγάλο γαλάζιο γερανό, τον χειριστή και τους εργάτες που ακολουθούσαν, το ιστιοφόρο που κρεμόταν πάνω στους ιμάντες σαν έντομο πιασμένο στον ιστό της αράχνης. Υπολόγισα αφηρημένα το βάρος του σκάφους, την αντοχή των ιμάντων, τους κινδύνους από τα εργαλεία της δουλειάς, τις δύσκολες συνθήκες εργασίας, τη σκληρότητα της ζωής στο καρνάγιο, τη ματαιότητα του μόχθου. Ήταν Απρίλης αλλά φαντάστηκα την κάψα του καλοκαιριού και την αδυσώπητη παγωνιά του χειμώνα όταν ο βοριάς θα σάρωνε χωρίς έλεος εκείνο το ανυπεράσπιστο κομμάτι γης δίπλα στη θάλασσα. «Θα αντέξω;» αναρωτήθηκα και χωρίς δεύτερη σκέψη προχώρησα αποφασισμένος πάνω στο χαλικόστρωτο έδαφος και πάνω στα βήματα του πεπρωμένου μου.
Ρώτησα κάποιον για να βρω τα γραφεία της εταιρίας. Στο σκληρό πρόσωπο του άλλου είδα φευγαλέα την εχθρότητα, διαισθάνθηκα μελλοντικές ταπεινώσεις, έφερα στο νου μου αφηρημένες εικόνες από το αθέατο παρασκήνιο εκείνου του μικρόκοσμου, σκέφτηκα πως τίποτα δεν θα ήταν εύκολο εκεί κάτω στο καρνάγιο. Αλλά δεν είχα επιλογές και η εικόνα του παιδιού που άστραψε για μια στιγμή στη σκέψη μου ήταν αρκετή για να συντηρήσει μέσα μου την πειθαρχία, το θάρρος, την πληγωμένη περηφάνια μου.
Μπήκα στο γραφείο προσπαθώντας να δείχνω άνετος, αξιοπρεπής. Τα πράγματα του γραφείου με υποδέχτηκαν ψυχρά, ατάραχα, σκονισμένα. Ένας άνδρας γύρω στα πενήντα με υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο απρόθυμο, προσποιητό, μια γκριμάτσα που προσπαθούσε να είναι χαμόγελο. Αξύριστος, με γωνιώδες πρόσωπο, σκληρά γοητευτικό, με το κεφάλι καλυμμένο με ένα ταλαιπωρημένο κασκέτο, με δέρμα γύρω από τα μάτια ραγισμένο από τις συνθήκες της δουλειάς και του καιρού, με παρατήρησε για μια στιγμή με βλέμμα που δήλωνε απορία, αμφιβολία και δυσπιστία για το αν το λεπτό μου σώμα με ντύσιμο που θύμιζε υπάλληλο γραφείου μπορούσε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της δουλειάς. (Δεν ήξερα τι να βάλω σε κείνη την συνάντηση και είχα πάει με λινό μπλε παντελόνι, σιέλ πουκάμισο και καλογυαλισμένα μαύρα παπούτσια λες και πήγαινα σε χώρους δουλειάς του παρελθόντος, σε γραφεία και διαδρόμους που κάποτε υπόσχονταν επιτυχία και κοινωνική καταξίωση). Κατάλαβα το βλέμμα του, χαμογέλασα, ένοιωσα άβολα. Στην χειραψία που αντλλάξαμε ένοιωσα ακόμα πιο άβολα καθώς ανακάλυψα την απουσία του μεσαίου δάχτυλου του – ήταν κομμένο σχεδόν σύριζα. Φαντάστηκα κάποιο ατύχημα, μια στιγμή απροσεξίας, ένα τεχνικό λάθος που δεν ήταν μοιραίο αλλά αρκετό για να κάνει ένα ανθρώπινο χέρι να μείνει με τέσσερα δάχτυλα. Σκέφτηκα ψύχραιμα, σχεδόν με απάθεια, προσπαθώντας να προετοιμάσω τον εαυτό μου για όλα τα απρόσμενα που με περίμεναν αν τελικά καταλήγαμε σε συμφωνία.
Η συνάντηση δεν κράτησε πολύ. Ήταν φανερό ότι όση ανάγκη είχα εγώ από δουλειά άλλη τόση ανάγκη είχε και η εταιρία από εργάτες. Δεν ήταν εύκολος ο χώρος για αδύναμες ψυχές και σίγουρα πολλοί θα τα είχαν παρατήσει από τις πρώτες κιόλας μέρες. Δώσαμε τα χέρια, η συμφωνία έκλεισε. Εννιακόσια ευρώ καθαρά για πενθήμερη εργασία, πρωινά Σαββάτου αν χρειαζόταν, εργάτης στα χαρτιά, εργάτης και στην πράξη.
Βγήκα απ’ το γραφείο διχασμένος ανάμεσα στην ανακούφιση και τη λύπη, ανίκανος να εξηγήσω οριστικά την κατάστασή μου, ανίκανος να ξεχωρίσω αν αυτό που βίωνα ήταν μια ακόμα αποτυχία ή μια ηρωική προσπάθεια να υπερασπιστώ κάτι που αγνοούσα. Στο σημείο που είχα φτάσει όλες οι εξηγήσεις μου φαίνονταν λογικές και βάσιμες. Ένα μέρος του εαυτού μου παραδεχόταν την αποτυχία. Και ένα άλλο προσπαθούσε να πείσει το άλλο μισό ότι ο ορισμός της αποτυχίας είναι σχετικός, ότι η λέξη «αποτυχία» ήταν απλώς μια λέξη δεν μπορούσε να περιγράψει την πολύπλοκη κατάσταση που ζούσα, μια λέξη που θα μπορούσε να αντικατασταθεί με δεκάδες άλλες, ισοδύναμες και υποφερτές – όπως η λέξη «αυνανίστηκα» που προτιμούσα να σκέφτομαι αντί για το «τράβηξα μαλακία», μια λέξη που μου έδινε την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση μιας αξιοπρέπειας που είχα ανάγκη για να αντισταθμίσω τη θλίψη που μου προκαλούσε κάποιες νύχτες η μακρόχρονη ερωτική μοναξιά μου και οι ατέρμονοι διάλογοι με τον εαυτό μου που κατέληγαν πάντα στο περίεργο ερώτημα «ποιος μιλά σε ποιόν;». Γνώριζα ασφαλώς ότι, με βάση τα συνηθισμένα κοινωνικά κριτήρια, η συμφωνία που μόλις είχα κλείσει ήταν μια συνθηκολόγηση, ένας συμβιβασμός, μια επαγγελματική αποτυχία αλλά ταυτόχρονα ένα μέρος του εαυτού μου την έβλεπε ως κατόρθωμα, ως υπέρβαση, ως μια νίκη ενάντια στον εγωισμό και τις προκαταλήψεις μου ή απλώς ως μια συνετή παραδοχή ότι είχα ανάγκη μια σταθερή δουλειά για να διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου απέναντι στο παιδί, την αυταπάτη κάποιου σεβασμού από την πρώην γυναίκα μου, την ψευδαίσθηση ότι κάτι έκανα, ότι κάπου συμμετείχα.
Φτάνοντας στην κεντρική πύλη γύρισα και κοίταξα τον γερανό και το σκάφος. Ήταν η στιγμή που οι εργάτες είχαν ξεκινήσει την διαδικασία της τελικής στήριξης – ένα ολόκληρο πλέγμα από μεταλλικά και ξύλινα στηρίγματα που, όπως φαινόταν από τα διπλανά σκάφη, μου φάνηκε πυκνό, πολύπλοκο, αποκαρδιωτικό σαν όγκος και χρόνος εργασίας. Παρατήρησα τις κινήσεις των εργατών, υπολόγισα την απαιτούμενη δύναμη, την αδιάλειπτη προσοχή τους, την καταπόνηση των σωμάτων στο τέλος της μέρας. «Θα αντέξω, πρέπει να αντέξω» είπα στον εαυτό του.
Προχώρησα νοιώθοντας κάποια βλέμματα να με περιεργάζονται διακριτικά και κάποια άλλα αδιάκριτα, ειρωνικά, κοροϊδευτικά, ορισμένοι κάνοντας πλάκα με το ντύσιμο μου, τη λεπτή κατασκευή μου, το αργό μου βάδισμά, την ίσως ακατάλληλη ηλικία μου.
Έφυγα αφήνοντας πίσω μου το καρνάγιο, το νεκροταφείο των παλιών σκαφών, τις παράγκες, τα σκουπίδια και τα παλιοσίδερα, τα κρωξίματα των γλάρων, τα σκληρά βλέμματα άγνωστων ανθρώπων, βλέποντας σε πρόσωπα και πράγματα τον παραλογισμό και τη ματαιότητα, παγιδευμένος σε μια ανεξήγητη κατάσταση, ανήμπορος ακόμα να διακρίνω αν αυτό που κυριαρχούσε μέσα μου ήταν η πίκρα μιας αποτυχίας ή η αυταπάτη ενός ασήμαντου και άχρηστου θριάμβου.
*
**
