Υπόστεγο στη Ναύπακτο (Μεσαιωνική ιστορία)

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Στη Μ.Λ. για την έμπνευση

Την ώρα που τα πράγματα αποκτούν το σχήμα τους ακούσαμε έναν εκκωφαντικό θόρυβο· το υπόστεγο είχε καταρρεύσει. Ο πατέρας στεκόταν με τη νυχτικιά ν’ ανεμίζει ελαφρά, σαν κάππα σχεδόν, κοιτάζοντας γεμάτος απορία, τα μάτια του μία πάνω, μία κάτω. Η μάνα μες στο σπίτι πήγαινε πέρα δώθε, ίδια τίγρη ανήμερη, και μαζί με το αγέρι άκουγες αναμεμειγμένα τα μουρμουρητά της.

Το απόγευμα σαν να είχαμε κάπως ηρεμήσει, αν και κατά τη γνώμη μου υπήρχε ένα μεγάλο αρκούδι ανάμεσά μας και όλοι προσποιούμασταν ότι δεν το βλέπαμε. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και ο πατέρας συνέχισε να καθαρίζει τη γραφίδα του, ενώ η μάνα κίνησε ν’ ανοίξει. Τα βήματά της μου θύμισαν την προχθεσινή πομπή στη Μητρόπολη, με τα μαργαριταρένια μάρμαρα κάτω από τα εύθραυστα πόδια μας. Ήταν ο ταχυδρόμος που είχε φέρει επιστολή από τον αλληλογράφο του πατέρα – σπουδαίο πρόσωπο· αδιάφορο το όνομά του. Ο πατέρας αναπήδησε από το κάθισμα σαν κατσικάκι. Έτρεξε και πήρε το γράμμα από τα χέρια της μητέρας και ταυτόχρονα όρισε στον παραγιό να δώσει φρούτα και ένα τυλιγμένο κομμάτι περγαμηνής στον άνθρωπο, ως δώρο για τον αποστολέα.

Μου έδωσε την επιστολή και με κοίταξε με μισόκλειστο, πονηρό βλέμμα. Για να δούμε τώρα τι μου μάθαιναν στη Μητρόπολη… Έριξε απαλά το σώμα του στο ίδιο κάθισμα και η μητέρα ακούμπησε ελαφρά στον τοίχο, ενώ εγώ ξετύλιγα το πολύτιμο αντικείμενο. Ακόμα και το αρκούδι, αν υπήρχε, θα είχε καλοκάτσει με τα αυτιά τεντωμένα και το μουσούδι κολλημένο στα χείλη μου. Ξερόβηξα κι άρχισα ν’ απαγγέλλω. Ο πατέρας είχε κλείσει τα μάτια και τα δάχτυλά του είχαν πλεχτεί σε έναν σχηματισμό ερωτικό. Απορροφούσε, κατανάλωνε και χώνευε κάθε λέξη, κάθε γράμμα του χάιδευε την ακοή του.

Διάβαζα με δυνατή και σταθερή φωνή, αλλά από ένα σημείο και μετά η ένταση έπεσε και το αρκούδι, ξανανιωμένο, σίγουρα θα διέκρινε το τρέμολο στη χροιά μου. Όταν τελείωσα σήκωσα δειλά τα μάτια κι αναζήτησα εκείνα των γονιών μου. Η μητέρα τα είχε καρφώσει στον πατέρα. Αν πετούσαν βέλη, τώρα θα ψάχναμε για καινούργιο. Ο πατέρας μετρούσε το δάπεδο και από εκεί που στεκόμουν το βλέμμα του φάνταζε γυάλινο· λίγο ακόμα και θα δάκρυζε.

«Μάλιστα, μας είπε κι επαρχιώτες», είπε αδιάφορα η μητέρα και κίνησε για τα ενδότερα.

«Παιχνίδι είναι, μωρέ», ψέλλισε ο πατέρας, αλλά σε τόσο χαμηλή ένταση που φαινόταν λες κι απευθυνόταν αποκλειστικά στον εαυτό του. Μετά σήκωσε αργά το βλέμμα του και το έστρεψε σ’ εμένα, λέγοντας αρκετά καθαρά: «Παιχνίδι είναι». Μου πήρε χρόνια να καταλάβω τι εννοούσε τη δεύτερη φορά.

Όπως και να έχει, η μητέρα τελικά είχε σταθεί μπροστά από ένα παράθυρο και κοιτούσε επίμονα τα υπόστεγο. Όταν το πρόσεξε ο πατέρας, διπλώθηκε σαν τις περγαμηνές που σκάλιζε -με επιμέλεια που δεν έδειχνε για το σπίτι- κάθε μέρα κι όλη μέρα. Και ξαφνικά στυλώθηκε, σαν να τον τσίμπησε μέλισσα, και όρμησε στο τραπεζάκι με τα σύνεργα συγγραφής. Ξεδίπλωσε το υλικό με βία και γράπωσε τη γραφίδα κι άρχισε να γράφει και να γράφει και να γράφει. Τόση ένταση δεν είχα ξαναδεί να βγαίνει από τα χέρια του. Η μητέρα ξεφύσηξε και πήγε μέσα· εγώ είχα μαγνητιστεί. Του πήρε κάμποση ώρα αυτό που έφτιαχνε. Όταν τελείωσε άνοιξε ένα άλλο κομμάτι και αντέγραψε με ολοστρόγγυλα, καθαρά γράμματα, ό,τι περιείχε η πρώτη. Μετά μου επέδωσε τη δεύτερη με βασιλική επισημότητα.

«Τρέχα να βρεις τον γιο της Ρ. να του πεις να του το πάει χωρίς καθυστέρηση». Στην ορατή πλευρά του διπλώματος είχε γράψει με καθαρά γράμματα το όνομα του παραλήπτη· ήταν ο ίδιος που μας είχε πικράνει λίγες ώρες νωρίτερα. Ικανοποίησα την επιθυμία του, αν και όλοι ξέραμε πως θα έκανε πολλές ημέρες να φτάσει και άλλες τόσες να πάρουμε απάντηση.

Πέρασε πάντως ο καιρός, μ’ εμάς στο σακατεμένο οίκημα – το υπόστεγο μπαλωμένο, τα αντικείμενα μαραμένα, ο παραγιός καλοσυνάτος αλλά άφαντος, το αρκούδι σταθερό μέλος πια της οικογένειας. Ήταν η ώρα που τα σχήματα κατάπιναν το σπίτι και τους ανθρώπους. Η πόρτα χτύπησε κι έφερε το πολυπόθητο γράμμα. Το άνοιξα χωρίς αντιστάσεις, ο πατέρας στο κάθισμά του, αλλά τώρα με τον λυγισμένο δείκτη ανάμεσα στα χείλη και η μάνα μου σε ασυνήθιστη τοποθεσία, πίσω από την πλάτη του.

Ξερόβηξα και διάβασα. Διάβασα… τα λόγια έρρεαν ζεστά και φιλικά. Εκεί που ήταν η έπαρση, είχες τώρα την ταπεινότητα· εκεί που σε συνέτριβε η ειρωνεία, τώρα σε κέρδιζε η παραμυθία. Η μάνα απόθεσε το χέρι της στον ώμο του πατέρα κι εκείνος ενστικτωδώς το έπιασε με το δικό του κι άρχισε να σφίγγει και να σφίγγει. Νομίζω ότι την πόνεσε, διότι πρόσεξα τον μορφασμό της, ίσως όμως και να υποδήλωνε αυτό που έλεγε με το βλέμμα πάντα, ποτέ με τα λόγια της: «Αχ, ανόητε… Ανόητε, αλλά καλοσυνάτε σύζυγε».

*

**