Νατάσα Ζαχαροπούλου

Η ποιητική της κλίμακας: άνοδος, πτώση και επίγνωση

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Χριστίνα Καραντώνη,
Αποκλιμάκωση,
Κουκκίδα, Αθήνα 2025

Η Αποκλιμάκωση της Χριστίνας Καραντώνη δεν αφηγείται· σκέφτεται. Τα ποιήματα δεν επιδιώκουν να αφηγηθούν ένα γεγονός· επιχειρούν να συλλάβουν μια κίνηση. Εκεί όπου άλλες ποιητικές συλλογές επιδιώκουν κορύφωση, εδώ εγκαθίσταται μια βαθμιαία μετατόπιση της εμπειρίας: μια άνοδος και μια πτώση της συνείδησης.

Σ’ αυτή την κατηγορία των σπανιότερων συλλογών ανήκει η Αποκλιμάκωση: μια σύνθεση που συγκροτείται ως ενιαία ποιητική κατασκευή. Από τις πρώτες σελίδες γίνεται φανερό ότι η ποιήτρια δεν ενδιαφέρεται απλώς για παραγωγή μεμονωμένων ποιημάτων· επιχειρεί να οργανώσει μια διαδρομή. Το βιβλίο λειτουργεί ως ποιητική αρχιτεκτονική, όπου κάθε ποίημα αποτελεί βαθμίδα μιας ευρύτερης κίνησης.

Η δομή της συλλογής —«Ιχνηλασία», «Αναβαθμοί», «Κλιμάκωση», «Αποκλιμάκωση», «Εποπτεία», «Προοπτική»— δηλώνει εξαρχής αυτή την πρόθεση. Η ποίηση εδώ αναπτύσσεται σαν πορεία πάνω σε κλίμακα: μια σταδιακή άνοδος, μια κορύφωση και τελικά μια μετατόπιση προς την αποστασιοποιημένη θέαση. Η εμπειρία της ανόδου και της πτώσης οργανώνει όχι μόνο τη διάταξη των ενοτήτων αλλά και τη συμβολική οικονομία των ποιημάτων.

Στην ίδια αρχιτεκτονική λογική εντάσσονται και οι φωτογραφίες που προηγούνται των ποιημάτων, λειτουργώντας ως υπέρτιτλοι των τίτλων τους. Οι εικόνες αυτές —επίσης της ίδιας της ποιήτριας— δεν εικονογραφούν τα ποιήματα αλλά ανοίγουν έναν πρώτο ορίζοντα θέασης. Όπως και το λεξιλόγιο της συλλογής, οργανώνονται γύρω από σχέσεις χώρου, κλίμακας και απόστασης, προτείνοντας μια οπτική εκδοχή της ίδιας ποιητικής κίνησης.

Η σκάλα —παρούσα ως εικόνα αλλά και ως υπόγεια μεταφορά— λειτουργεί ως κεντρικό σχήμα της συλλογής. Στα σκαλοπάτια της εγγράφεται η εμπειρία της ανθρώπινης ύπαρξης: η προσπάθεια, η ισορροπία, η δοκιμασία, αλλά και η αναπόφευκτη πιθανότητα της πτώσης. Η ποίηση της Καραντώνη διερευνά εκείνη τη λεπτή περιοχή όπου η άνοδος μετασχηματίζεται σε επίγνωση.

Ήδη από το πρώτο ποίημα, τον «Εντοιχισμό»¹, ο αναγνώστης εισέρχεται σε έναν κόσμο όπου η ύλη και το σώμα συνδέονται με την εμπειρία του περιορισμού:

Εντοιχισμένη στη φούχτα
της πέτρας η υφή
και η αφή πλαντάζει
νιώθει την ειρκτή.

(περισσότερα…)

Πριν σπάσει

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Ἐκεῖνο τό ὄψιμο Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ἀπό τά μαῦρα χαράματα, στό σπίτι ἀναβρασμός.

Δέν ἦρθε κανείς νά τήν ξυπνήσει. Στό τραπέζι δέν τήν περίμενε τό αὐγουλάκι, ὅπως κάθε ἄλλο πρωΐ, ἕτοιμο νά τρυπηθεῖ ἀπό τίς δυό πλευρές του — μιᾶς ἡμέρας ἀπό τήν Μυγδάλω, τήν κότα τῆς Γιούλιας — γιά νά ρουφηχτεῖ.

Οἱ φωνές τῆς μάνας της πού ἀκούγονταν ἀπ’ ἔξω ὑπερκάλυπταν τόν φωνακλά ποταμό. Ἀσυγκράτητος ἔτρεχε μέ ὁρμή στόν καταρράκτη, λίγα μέτρα πέρα ἀπό τό σπίτι τους.

Βγῆκε ἔξω φορώντας τίς πυζάμες, ξυπόλητη.

Ἡ Παναγιοῦ, πού συχνά ἐρχόταν νά βοηθήσει στίς βαρειές δουλειές, ἦταν σκυμμένη κι ἔτριβε τίς γωνιές μέ τή χοντρή συρμάτινη βούρτσα.

Ἡ μάνα της σκάλιζε καί φύτευε τζίνιες, γεράνια, κατηφέδες στό φαρδύ παρτέρι, στή νοτιοανατολική ἄκρη τῆς ταράτσας.

Τό νερό ἔτρεχε μέ δύναμη ἀπό τό ἀνοιχτό λάστιχο, ἐνῶ τό γκρίζο τσιμέντο, ποῦ καί ποῦ ραγισμένο, ἦταν σκεπασμένο ἀπό παχειά σαπουνάδα ἀνάμεικτη μέ λάσπη ἀπό καστανόχωμα καί σβώλους κοπριᾶς.

Ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς κουζίνας περίμενε ἕνας μεγάλος κουβᾶς μέ ἀραιωμένο ἀσβέστη καί, ἀκουμπισμένη στόν τοῖχο, ἀνάποδα ξεκουραζόταν πρός ὥρας ἡ μπανταβόβουρτσα μέ τό κοντό κοντάρι.

Παραξενεύτηκε· συνήθως τό ἀσβέστωμα τῶν τοίχων τῆς ταράτσας καί τοῦ πεζοδρομίου γινότανε Μεγάλη Τρίτη. Τί ἄλλαξε φέτος;

Αἴφνης ἡ μάνα της γύρισε, τήν εἶδε, κι ἔβαλε τίς φωνές:

— Πήγαινε μέσα. Γρήγορα. Καί ντύσου! Βάλε κάλτσες καί παντόφλες!

Ἦταν τόσο συχνά ἄρρωστη… Στή μέχρι τότε ζωή της: μιά οἱ ἀμυγδαλές, μιά τά ἐντερικά, ἄλλες φορές οἱ παιδικές ἀρρώστιες δέν τήν ἄφηναν νά πάρει δράμι, οὔτε χρῶμα. Ἦταν κι αὐτή ἡ ἀφόρητη ὑγρασία χειμώνα-καλοκαίρι καί νά οἱ πενικιλίνες, τά σπασμοσιμπαζόλ, τά κινίνα…

Κατά τίς ἕντεκα, ὅλα εἶχαν μπεῖ σέ τάξη· ὁ μόνος θόρυβος πού αἰφνιδίαζε ποῦ καί ποῦ τήν ἡσυχία ἦταν οἱ μακρόσυρτες ρουφηξιές τοῦ ζεματιστοῦ καφέ πού τράβαγε ἡ Παναγιοῦ, βγάζοντας τή μάνα κάθε φορά ἔξω ἀπό τά ροῦχα της.

Ἀπό τό παράθυρο τῆς κουζίνας, στήν ἀνοιχτωσιά τῆς ἀντίπερα ὄχθης τοῦ ποταμοῦ, τό παχύ ψηλό χορτάρι χόρευε κάτω ἀπό τόν λαγαρό ἀπριλιάτικο ἥλιο ὅπως τό κύμα στή φουσκοθαλασσιά.

Ὁ ἐπίμονος χτύπος τοῦ κουδουνιοῦ ἀρχικά τήν ἀλάφιασε. Κατόπιν τήν γέμισε ἀνησυχία.

Οἱ δυό ἄγνωστοι ἄντρες πού στέκονταν στήν ἐξώπορτα, πέρασαν τό κατώφλι διστακτικά, ἀνέβηκαν τή φαρδειά ξύλινη σκάλα ὅσο μποροῦσαν προσεκτικότερα. Ὡστόσο τά λαστιχένια χοντροπάπουτσα τοῦ ἑνός καί οἱ μαῦρες ὣς τά γόνατα γαλότσες τοῦ ἄλλου ἄφηναν πατημασιές μαζί μέ χοντρά κομμάτια λάσπης πάνω στά ἀλέκιαστα σκαλοπάτια καί στό καλογυαλισμένο παρκέ. (περισσότερα…)

Ουίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Βροχή Φωτός


*

Ὁλημέρα τ’ ἄστρα παρακολουθοῦν ἀπό πολύ παλιά
ἡ μητέρα μου εἶπε Φεύγω τώρα
ὅταν εἶσαι μόνος θά εἶσαι καλά
εἴτε τό γνωρίζεις εἴτε ὄχι θά γνωρίσεις
κοίταξε τό παλιό σπίτι στήν αὐγινή βροχή
ὅλα τά λουλούδια εἶναι μορφές νεροῦ
ὁ ἥλιος μέσα ἀπό ἕνα λευκό σύννεφο τίς θυμίζει
ἀγγίζει τίς συρραφές ἀνάμεσα σέ διάσπαρτα μπαλώματα πάνω στό λόφο
τά πλυμένα θαμπά χρώματα τῆς πέραν τοῦ θανάτου ζωῆς
πού ζοῦσαν ἐκεῖ πολύ πρίν ἀπό την γέννησή σου
δές πῶς ξυπνοῦν δίχως καμιά ἐρώτηση
ἀκόμα κι ἄν ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀναφλέγεται

The Shadow of Sirius, 2008

Γυρισμένο στά Ἑλληνικά ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη, Ιανουάριος 2024.
Στήν Μνήμη τῆς ἀδελφῆς της Ἀγαθονίκης.

*

Nατάσα Ζαχαροπούλου, Με την πρώτη καρφωτή

Τὸν περίμενε ὁ ξάδελφος στὴν εἴσοδο τοῦ Νοσοκομείου: «Ποῦ ‘σαι βρὲ παιδί μου; Ἄντε κι ἔχω πληρώσει ἕνα κατοστάρικο νὰ μοῦ τὸν κρατᾶνε στὸ δωμάτιο ὅτι τάχα μου κοιμᾶται… Ἄντε! Σβέλτα στὸ ὑπόγειο! ἑτοίμασε τὸ ξυράφι καὶ τὴ σαπουνάδα, πάω νὰ εἰδοποιήσω νὰ τὸν κατεβάσουνε κι ἐρχόμαστε!» Τὰ τελευταῖα λόγια τὰ φώναζε τρέχοντας στὸν διάδρομο, ἔξω ἀπὸ τὰ δωμάτια τῶν ἀσθενῶν.

«Γιὰ ποῦ τὄβαλες, Γιαννάκη;», τὸν ρώτησε ὁ συνάδελφος ποὺ συνεργαζόταν μὲ τὸ ἄλλο Γραφεῖο τῆς πόλης, καθώς, ὅπως πήγαινε πρὸς τὶς σκάλες τοῦ ὑπογείου, σκόνταψε πάνω του·  ἔμοιαζε κι αὐτὸς κάτι νὰ παραφυλοῦσε στεκάμενος ἐκεῖ, στὴν ἀρχὴ τῆς κουπαστῆς.

(περισσότερα…)

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Το Νέο Πλανόδιον σας εύχεται ανέμελες γιορτινές μέρες με τρία χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Γράφουν η Νατάσα Ζαχαροπούλου, η Ζωή Κατσιαμπούρα και η Αλεξία Κατσικογιάννη.

 

~.~

 

(περισσότερα…)