*
τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
~.~
Ἐκεῖνο τό ὄψιμο Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ἀπό τά μαῦρα χαράματα, στό σπίτι ἀναβρασμός.
Δέν ἦρθε κανείς νά τήν ξυπνήσει. Στό τραπέζι δέν τήν περίμενε τό αὐγουλάκι, ὅπως κάθε ἄλλο πρωΐ, ἕτοιμο νά τρυπηθεῖ ἀπό τίς δυό πλευρές του — μιᾶς ἡμέρας ἀπό τήν Μυγδάλω, τήν κότα τῆς Γιούλιας — γιά νά ρουφηχτεῖ.
Οἱ φωνές τῆς μάνας της πού ἀκούγονταν ἀπ’ ἔξω ὑπερκάλυπταν τόν φωνακλά ποταμό. Ἀσυγκράτητος ἔτρεχε μέ ὁρμή στόν καταρράκτη, λίγα μέτρα πέρα ἀπό τό σπίτι τους.
Βγῆκε ἔξω φορώντας τίς πυζάμες, ξυπόλητη.
Ἡ Παναγιοῦ, πού συχνά ἐρχόταν νά βοηθήσει στίς βαρειές δουλειές, ἦταν σκυμμένη κι ἔτριβε τίς γωνιές μέ τή χοντρή συρμάτινη βούρτσα.
Ἡ μάνα της σκάλιζε καί φύτευε τζίνιες, γεράνια, κατηφέδες στό φαρδύ παρτέρι, στή νοτιοανατολική ἄκρη τῆς ταράτσας.
Τό νερό ἔτρεχε μέ δύναμη ἀπό τό ἀνοιχτό λάστιχο, ἐνῶ τό γκρίζο τσιμέντο, ποῦ καί ποῦ ραγισμένο, ἦταν σκεπασμένο ἀπό παχειά σαπουνάδα ἀνάμεικτη μέ λάσπη ἀπό καστανόχωμα καί σβώλους κοπριᾶς.
Ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς κουζίνας περίμενε ἕνας μεγάλος κουβᾶς μέ ἀραιωμένο ἀσβέστη καί, ἀκουμπισμένη στόν τοῖχο, ἀνάποδα ξεκουραζόταν πρός ὥρας ἡ μπανταβόβουρτσα μέ τό κοντό κοντάρι.
Παραξενεύτηκε· συνήθως τό ἀσβέστωμα τῶν τοίχων τῆς ταράτσας καί τοῦ πεζοδρομίου γινότανε Μεγάλη Τρίτη. Τί ἄλλαξε φέτος;
Αἴφνης ἡ μάνα της γύρισε, τήν εἶδε, κι ἔβαλε τίς φωνές:
— Πήγαινε μέσα. Γρήγορα. Καί ντύσου! Βάλε κάλτσες καί παντόφλες!
Ἦταν τόσο συχνά ἄρρωστη… Στή μέχρι τότε ζωή της: μιά οἱ ἀμυγδαλές, μιά τά ἐντερικά, ἄλλες φορές οἱ παιδικές ἀρρώστιες δέν τήν ἄφηναν νά πάρει δράμι, οὔτε χρῶμα. Ἦταν κι αὐτή ἡ ἀφόρητη ὑγρασία χειμώνα-καλοκαίρι καί νά οἱ πενικιλίνες, τά σπασμοσιμπαζόλ, τά κινίνα…
Κατά τίς ἕντεκα, ὅλα εἶχαν μπεῖ σέ τάξη· ὁ μόνος θόρυβος πού αἰφνιδίαζε ποῦ καί ποῦ τήν ἡσυχία ἦταν οἱ μακρόσυρτες ρουφηξιές τοῦ ζεματιστοῦ καφέ πού τράβαγε ἡ Παναγιοῦ, βγάζοντας τή μάνα κάθε φορά ἔξω ἀπό τά ροῦχα της.
Ἀπό τό παράθυρο τῆς κουζίνας, στήν ἀνοιχτωσιά τῆς ἀντίπερα ὄχθης τοῦ ποταμοῦ, τό παχύ ψηλό χορτάρι χόρευε κάτω ἀπό τόν λαγαρό ἀπριλιάτικο ἥλιο ὅπως τό κύμα στή φουσκοθαλασσιά.
Ὁ ἐπίμονος χτύπος τοῦ κουδουνιοῦ ἀρχικά τήν ἀλάφιασε. Κατόπιν τήν γέμισε ἀνησυχία.
Οἱ δυό ἄγνωστοι ἄντρες πού στέκονταν στήν ἐξώπορτα, πέρασαν τό κατώφλι διστακτικά, ἀνέβηκαν τή φαρδειά ξύλινη σκάλα ὅσο μποροῦσαν προσεκτικότερα. Ὡστόσο τά λαστιχένια χοντροπάπουτσα τοῦ ἑνός καί οἱ μαῦρες ὣς τά γόνατα γαλότσες τοῦ ἄλλου ἄφηναν πατημασιές μαζί μέ χοντρά κομμάτια λάσπης πάνω στά ἀλέκιαστα σκαλοπάτια καί στό καλογυαλισμένο παρκέ.
Τό πρόσωπο τῆς μάνας της κοκκίνησε μέχρι τ’ αὐτιά. Τά ρουθούνια της ἔβγαλαν καπνούς. Οἱ ἄντρες προχώρησαν πρός τήν ταράτσα πού τούς ἔδειξε νεύοντας μέ τό βλέμμα κι ἕνα ξερό «περάστε» πού ἀκούστηκε μετά βίας.
Τί εἴδους ἐπισκέπτες εἶχε νομίσει ἀπό τό πρωΐ ὅτι θά ἔρχονταν κι εἶχε ἑκατό φορές καυγαδίσει μέ τήν Παναγιοῦ πῶς ἔπρεπε νἄχει περαστεῖ ἡ παρκετίνη, ἡ ὁποία τόπους-τόπους ἄφηνε ἀγυάλιστα μπαλώματα;
Ὁ ἕνας κουβαλοῦσε δυό μεγάλα τσουβάλια ἀπό χοντρή λινάτσα, ὁ ἄλλος μιά μεγάλη γαβάθα καί κάτι πού ἔμοιαζε μέ μωρουδίστικη κούνια στόν ὦμο· ὅπως ἀργότερα τῆς ἑξήγησαν, ἦταν παχνί.
Βγῆκαν στήν ταράτσα, κοίταξαν τόν οὐρανό, ἔδειξαν τή σκιά καί τ’ ἀπίθωσαν σ’ ἐκείνη τή μεριά.
Ὥσπου νά γεμίζουν τό παχνί μέ τό χόρτο τοῦ ἑνός τσουβαλιοῦ, τή μεταλλική γαβάθα μέ νερό, νἄσου κι ὁ πατέρας μ’ ἕνα προβατάκι ἀγκαλιά.
— Τό δικό μας πρόβατο, εἶπε,
ἀκουμπώντας το κάτω, περνώντας ἕνα χοντρό σκοινί ἀπό τό λαιμό του, χαϊδεύοντάς το φευγαλέα στό αὐτί.
Ὁ κύριος Γιούπυ — πού ὥς ἐκείνη τήν ὥρα Κύριος οἶδε σέ ποιά κεραμοσκεπή τριγύρναγε ἤ σέ ποιό ντουλάπι τοῦ σπιτιοῦ ἦταν κρυμμένος — πέρασε βολίδα μές ἀπό τά πόδια της. Τήν πρόλαβε πρίν ἐκείνη πλησιάσει τήν Ἀσπρούλα (ὅπως λίγο ἀργότερα ἀποφάσισαν νά τήν ὀνοματίσουν).
Σηκώθηκε ἐλαφρά, πεταχτά, καί μέ τή μύτη του μύριζε λαίμαργα τή μύτη τῆς Ἀσπρούλας, κι ὕστερα μέ τή γλώσσα του ἔπλυνε τή μουσούδα της. Ἀμέσως μετά ἀνέβηκε στήν πλάτη της, κι ἀπό κείνη τή στιγμή ἦταν πάνω της. Τό κορίτσι κολλημένο δίπλα της.
Χάρη στόν κύριο Γιούπυ, τόν πρεσβευτή της, ξεθάρρεψε μονομιᾶς.
Τήν Μεγάλη Δευτέρα μάλιστα, κι ἐνῶ ἡ μάνα της εἶχε πεταχτεῖ στόν Τάκη, τόν μπακάλη, ἔφερε τήν Ἀσπρούλα στό δωμάτιό της. Προσπάθησε νά τήν ἀνεβάσει στό κρεβάτι, ἀλλά τό βάρος τοῦ μικροῦ ζώου ἔμοιαζε ἀσήκωτο.
Πῆγε στήν ντουλάπα ὅπου φύλαγαν τίς μπαστές, τράβηξε μία — τή βαθυκόκκινη πού ἀγάπαγε — σωριάζοντας τίς ὑπόλοιπες ἀνάκατες στό πάτωμα, τήν ἔσυρε ὣς κάτω ἀπ’ τό προσκέφαλό της, τήν ἄνοιξε κι ἔβαλε τήν Ἀσπρούλα, πού βέλαζε μαλακά κοιτάζοντας κατάματα τόν ὄρθιο ἐμπρός της γάτο, νά καθίσει στή μέση· μέ τήν ἄλλη μισή τή σκέπασε.
Ὅταν γύρισε ἡ μάνα της, ποιός εἶδε τόν Θεό Μεγαλοβδομαδιάτικα καί δέν φοβήθηκε!
Ἡ Ἀσπρούλα ἦταν φαγανή. Τό χορτάρι στά σακιά ἔφτασε ὥς Μεγάλη Τετάρτη βράδυ. Κι ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, ἄν καί δέν τῆς καλοφαινόταν, ὡστόσο τῆς φαινόταν πόσο ξεπετάχτηκε μές στίς λίγες ἐκεῖνες μέρες.
Ἴσως πού εἶχε σπίτι κι ἄς μήν εἶχε λιβάδι, ἴσως πού εἶχε γάτο κι ὄχι τσοπανόσκυλο, ἴσως πού ἔγινε τό δικό τους πρόβατο.
Μεγάλη Πέμπτη πρωΐ, ὁ πατέρας εἶπε πώς θἄπαιρνε τήν Ἀσπρούλα βόλτα.
— Θά τήν πᾶς νά ξεμουδιάσει;… ρώτησε τό παιδί· θά ‘ρθῶ μαζί.
— Θά τήν πᾶς νά πάρεις χόρτο;… Θἄρθω μαζί!
Ὁ πατέρας της δέν ἄκουγε, ἡ μάνα δέν μιλοῦσε.
— Πές, μπαμπά, ποῦ θά τήν πᾶς; ρωτοῦσε ἐπίμονα. Θἄρθω μαζί!
Τέτοιο πεῖσμα!
Ὁ πατέρας πέρασε τή θηλιά στό λαιμό τοῦ ζώου, τῆς χάϊδεψε τά μάγουλα καί τό κεφάλι, τήν πῆρε ἀγκαλιά.
Βγῆκαν στό δρόμο· μπροστά περπατοῦσε σάν χαρωπό σκυλί ἡ Ἀσπρούλα, πίσω της κουστωδία ὁ πατέρας, δίπλα του αὐτή κι ὀπισθοφυλακή ὁ θεόρατος ἀσπρόμαυρος γάτος μέ τό κόκκινο πασχαλινό παπιγιόν καί στίς ἄκρες του δυό κουδουνάκια.
Ἀπ’ ὅπου περνοῦσαν, οἱ μαγαζάτορες, οἱ πελάτες τους, κάποιοι διαβάτες σταμάταγαν καί τούς κοιτοῦσαν.
— Ποῦ πᾶμε; Θά μοῦ πεῖς τώρα; ρώτησε τό παιδί.
— Θά δεῖς, δέν ἀργοῦμε, μουρμούρισε κεῖνος.
— Πᾶμε στήν Κρύα νά τήν πλύνουμε; ξαναρώτησε.
Εἶχαν φτάσει στή γωνία ὅπου ἦταν ὁ φοῦρνος τῆς Γιοβάναινας. Ὁ πατέρας της ἔσφιξε τό σκοινί, μπῆκε καί κάτι ψιθύρισε στό αὐτί τῆς φουρνάρισσας· αὐτή φώναξε τό παιδί κρατώντας στό χέρι ἕνα σουσαμένιο κουλούρι·
— Ἔλα μανίτσα μ’, πάρ’ τό κουλουράκι σ’…
Τό παιδί τήν κοίταξε ἀναποφάσιστο· δέν συνήθιζε τά δῶρα.
— Ἔλα μάνα μ’ σ’ λέω, κάτσ’ ἐδῶ μαζί μ’ κι ἔρχετ’ ὁ πατέρας σ’ σ’ ἕνα λεπτό…
Τῆς φάνηκε πώς ὁ πατέρας της εἶχε τραβήξει βίαια τήν Ἀσπρούλα ἀπ’ τό σκοινί· τό ζῶο κοντοστάθηκε· ὁ κύριος Γιούπυ εἶχε κοκαλώσει στή γωνιά τοῦ δρόμου, ἔξω ἀπό τήν εἴσοδο.
— Ποῦ πάει ὁ μπαμπάς; Σοῦ εἶπε; ρώτησε τό παιδί.
Δέν τῆς ἀπάντησε. Τῆς ἔδειξε τό μεγάλο ξυράφι πού χάραζε τά ζυμωμένα ψωμιά πρίν τά ρίξει στό φοῦρνο.
— Ξέρ’ς πόσο κοφτιρό εἶν’; Θές νά δοκιμάσ’;
Ὅσες φορές κι ἄν ρώτησε μετά τή μυστηριώδη ἐξαφάνιση τῆς Ἀσπρούλας, ἀπάντηση δέν πῆρε.
Ἀπό κείνη τή μέρα, ὁ κύριος Γιούπυ ἔκοψε τά ἡμερήσια σουλάτσα στίς γειτονιές καί τά νυχτοπερπατήματα· δέν ξεκολλοῦσε ἀπό δίπλα της· τῆς ἔφερνε μάλιστα ὁ ἴδιος τό κουβάρι μέ τή χάρτινη πεταλούδα στήν ἄκρη του νά παίξουν, τῆς γύριζε τήν οὐρά του νά τήν τραβήξει, ἄν αὐτό τῆς ἔκανε κέφι, μέρα-νύχτα δίπλα της, ἀνάμεσα στά χέρια καί τά πόδια της.
Κυριακή τοῦ Πάσχα οἱ περισσότεροι γείτονες ἄνοιγαν λάκκους νά ψήσουν τά κοκορέτσια καί τ’ ἀρνιά τους, κάποιοι τἄστελναν μέ λαμαρίνες στούς φούρνους. Αὐτοί σπίτι τους συνήθως· ἡ μάνα της τὄψηνε στό μεγάλο ταψί τοῦ φούρνου πάνω σέ κληματόβεργες.
Φέτος εἶχαν καμιά σαρανταριά καλεσμένους, μικρούς-μεγάλους· εἶχαν ἀρχίσει κι ἔρχονταν ἀπό νωρίς· στή μεγάλη τραπεζαρία εἶχαν σερβιριστεῖ οἱ πιατέλες μέ τά φρέσκα σκόρδα, τά ὁλοτρύφερα κρεμμυδάκια, μέ τά γαρδουμπάκια πού ποὔχαν περισσέψει ἀπό τό Ἀναστάσιμο δεῖπνο, τά τσουγκρισμένα αὐγά πού εἶχαν γίνει σαλάτα μέ λαδόξυδο, τή ρώσικη πού εἶχε ἑτοιμάσει ἀπό τό πρωΐ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἡ γιαγιά, ἡ μάνα τῆς μάνας της. Τό οὖζο καί τό κρασί ἔρρεαν ἄφθονα.
Ἡ εἴσοδος τοῦ σπιτιοῦ τους ἀνοιχτή· κανένα σπίτι δέν ἔκλεινε πόρτα τέτοια μέρα! Ὅποιος καί νά ἐρχόταν-εὐπρόσδεκτος.
Πρῶτος μπῆκε ὁ θεῖος μέ τό κοκορέτσι καί τό σπληνάντερο· μετά ὁ πατέρας μέ τό ψητό ἀρνί στή λαμαρίνα, ἀπό τόν φοῦρνο τοῦ Κοτρώνη. Πῆγε στήν κουζίνα νά τό μεριδιάσουν στίς μεγάλες στρογγυλές πορσελάνινες πιατέλες.
Ὅταν τίς ἔφεραν στό τραπέζι, τή μία τήν ἔβαλαν μπρός του. Ἔψαξε νά βρεῖ τήν πλάτη. Οἱ φωνές τῶν μεγάλων, ἡ φασαρία τῶν παιδιῶν σιγά-σιγά κόπασαν.
Ὁ κύριος Γιούπυ, μ’ ὅλον αὐτόν τόν κόσμο, ἀνέβηκε στά γόνατά της, τρίφτηκε στό στῆθος της.
Ὅλοι — κι αὐτή πού καθόταν ἀκριβῶς ἀπέναντί του — κρεμάστηκαν ἀπ’ τόν πατέρα:
— Γιά νά δοῦμε τί ἔχει νά μᾶς πεῖ γιά φέτος τό δικό μας ἀρνί…
Κράκ
*
*
*
