*
του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ
~.~
Η αίθουσα είναι ευρύχωρη και φωτεινή. Γεμάτη όμως, ασφυκτικά, με θρανία. Τέσσερεις σειρές θρανίων με έξι θρανία σε κάθε σειρά – εκτός από την σειρά δίπλα στην πόρτα, έχει λιγότερα, για ευνόητους λόγους. Σε κάθε θρανίο δύο καρέκλες.
Για να γράφουν εξετάσεις παιδιά δύο διαφορετικών τάξεων – εκείνες τις μέρες θα είναι, όντως, ασφυκτικά – αλλά όχι σήμερα. Σήμερα γράφουν τα παιδιά της Θετικής, δεκατέσσερα το σύνολο. Κάθονται στις δυο σειρές κοντά στα παράθυρα. Γράφουν Ιστορία «κόντρα».
«Κύριε, ξέρετε από Ιστορία;» Γέλια, πειράγματα, για να σπάσει ο πάγος. Περιμένουν να τους βάλουμε στις θέσεις τους – με τη σειρά, αλφαβητικά. «Κύριε, τι μάθημα κάνετε;» Και πάλι, «Κύριε, εσείς ξέρετε Ιστορία; Δε θα γράψουμε τίποτα, κύριε». «Γιατί! Δεν έχετε διαβάσει;» «Τι να διαβάσουμε, κύριε; Βοηθήστε λίγο να μη χαλάσει ο βαθμός του απολυτηρίου». «Μια χαρά θα τα πάτε».
Έχουν καθίσει κατ’ αλφαβητική σειρά και περιμένουν. Εφτά οχτώ τσάντες στη σειρά, στον τοίχο, κάτω από τον διαδραστικό κι ως τη δεξιά γωνία. Άλλα τόσα κινητά πάνω στην έδρα.
Μοιράζουμε κόλλες και θέματα. Σιωπή. Τα ξεφυλλίζουν, κάποιες πρώτες σημειώσεις. Σιωπή. Τα αμήχανα βλέμματά μας στον χώρο, πάνω από σκυμμένα κορμιά, σκυμμένα κεφάλια. Χέρια που στηρίζουν, χέρια που κινούνται, άλλα γρήγορα – τα πιο πολλά –, άλλα αργά. Χέρια με νύχια περιποιημένα, χέρια με νύχια φαγωμένα βαθιά. Πόδια που κουνιούνται από νευρικότητα. Καμιά φορά τα βλέμματά μας διασταυρώνονται, για λίγο.
Χτες, συνάδελφος έπιασε μαθητή να χρησιμοποιεί το κινητό. Είχε φωτογραφίσει τα θέματα κι είχε δώσει ερώτημα στο ChatGPT. Κύριε, γιατί μου παίρνετε την κόλλα, διαμαρτυρόταν μετά. Το έλεγε κι απορούσε ο συνάδελφος. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Να μη φτάσεις στο σημείο να ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Να μη δώσεις χώρο να δολιεύσει την εξέταση. Και να μη ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Τόσο όσο.
Μπαίνει η συναδέλφισσα-εισηγήτρια. Τα κεφάλια σηκώνονται, τεντώματα, τα πρόσωπα γίνονται πάλι γελαστά. Θόρυβος της στιγμής. Η συναδέλφισσα κρατάει τα θέματα στα χέρια. Χαιρετάει γελαστή καθώς κατευθύνεται προς την έδρα. Στέκεται όρθια δίπλα και λίγο μπροστά. Ακουμπάει στο πρώτο θρανίο.
«Τα είδατε τα θέματα. Διαλέξαμε τα πιο εύκολα». Πάλι θόρυβος.
Η εισηγήτρια αρχίζει να εξηγεί τα θέματα. Διαβάζει. Πρώτο θέμα, Σωστό – Λάθος: Καποδιστριακό πανεπιστήμιο, Καποδίστριας ή Όθων; Τρικούπης και τοπάρχες· Βενιζέλος και Αντάντ· κάτι από τους μεγάλους πολέμους… «Καταλάβατε» επαναλαμβάνει.
Συνέχεια, δεύτερο θέμα, περιεχόμενο ιστορικών όρων: αναθεωρητισμός (και κάποιος άλλος -ισμός). «Είμαστε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου» λέει η εισηγήτρια, «στα αίτια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου… Θυμηθείτε τι λέγαμε» συνεχίζει. «Αυτά τα θέματα κληρώθηκαν από την Τράπεζα» τονίζει.
Τρίτο θέμα, ιστορική αφήγηση και ερμηνεία: οι συνέπειες του Β΄Παγκοσμίου πολέμου ή τα αποτελέσματα… Και μετά, στην ερμηνεία των πηγών: αρχή της δεδηλωμένης και η τύχη των Εβραίων κατά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο. «Αυτό το βάλαμε εμείς» σχολιάζει.
«Διαβάστε τα κείμενα, θα σας δώσουν τις απαντήσεις». Στέκεται για λίγο προβληματισμένη. «Θυμηθείτε για την αρχή της δεδηλωμένης… Θυμάστε τι είχαμε πει… Τι είναι;» «Το λέει το κείμενο» λέει η κοπέλα δίπλα της, στο πρώτο θρανίο. «Ναι. Το λέει, πράγματι, το κείμενο, την περιγράφει, την ορίζει με έναν τρόπο» επιβεβαιώνει η εισηγήτρια. «Να μας εξηγήσετε το κείμενο που είναι στα αρχαία» λέει ένας άλλος. «Η εισηγήτρια χαμογελά με νόημα. «Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Είναι απλό το κείμενο» ή κάτι τέτοιο. Ρωτάει αν υπάρχουν ερωτήσεις. «Θα ξανάρθω» λέει. Βγαίνει το ίδιο γελαστή.
Σιωπή ξανά. Σκυμμένα κεφάλια, σκυμμένα κορμιά. Σιωπή και ένταση. Βλέμματα που για λίγο μετεωρίζονται, διασταυρώνονται για λίγο. Βλέμματα που παρατηρούν, που επιβλέπουν. Χέρια που κινούνται, γράφουν, άλλα γρήγορα, άλλα αργά. Χέρια που στηρίζουν. Πόδια που κουνιούνται νευρικά. Σώματα σε παραγωγική εντροπία.
Ανοίγει η πόρτα. Η εισηγήτρια, γελαστή. Παρατηρεί για λίγο. «Μη φύγετε. Θα ξανάρθω σε δέκα λεπτά».
Ίδια εικόνα ξανά.
Έχουν μείνει τρεις. Ένα κορίτσι στο τελευταίο θρανίο της σειράς δίπλα στο παράθυρο, ένα κορίτσι στο πρώτο θρανίο της διπλανής σειράς κι ένα αγόρι στο πέμπτο θρανίο της ίδιας σειράς. Όποιος ή όποια προλάβει να φύγει. Οι δύο που θα μείνουν, θα φύγουν αναγκαστικά μαζί. Απαράβατος κανόνας της αδιαβλητότητας.
Κι οι τρεις σε παραγωγική εντροπία. Μισή ώρα για το τέλος της εξέτασης (ή περίπου τόσο).
Το αγόρι ζητάει δεύτερη κόλλα. «Τις έχω κάνει πιο λογοτεχνικές τις απαντήσεις» μου λέει, επειδή μάλλον τον κοιτώ με απορία. «Δεν φεύγετε» ακούγετε από το τέλος, μισή ερώτηση μισή απόφανση. «Τώρα έχω πιάσει τις πηγές» λέει το κορίτσι. «Όχι, έχω ακόμα» λέει το αγόρι καθησυχαστικά.
Περνούν πέντε λεπτά αδράνειας. Δύο εναντίον τριών. Δοκιμάζουμε τη δυναμική του χώρου, εμείς που έχουμε δικαίωμα (μετα)κίνησης, εκείνες κι εκείνος που δεν έχουν. Αν πας κοντά, αν σταθείς από πάνω, σε ποιον βαθμό αποσυντονίζεις τον άλλο, διαταράσσεις την εντροπία του; Μόνο για λίγο. Εξάλλου είμαστε διακριτικοί.
Κυκλοφορούν διάφορα, τύπου ψυχολογία επιτηρητή (Πανελλαδικών). Ένας συνάδελφος (ειδικότητα Εικαστικός) είχε σκιτσάρει – σε κάποια επιτήρηση (;) – μια φιγούρα καθιστή κατά πρόσωπο σε σχολική καρέκλα. Έμοιαζε λίγο με ναύτη του Τσαρούχη σε κάποιο καφενείο· πόδια σταυρωτά, επιβολή… Μόνο που η φιγούρα ήταν γκρίζα και το κεφάλι γερτό στο στήθος, τα χέρια πλεγμένα μπροστά…
Η κοπέλα στο πρώτο θρανίο ανασηκώνεται, ελέγχει το γραπτό της. Σηκώνεται. Αποφασίστηκε η τελευταία δυάδα.
Άλλα πέντε λεπτά περνούν. Περίπου είκοσι για το τέλος. Ξαναδοκιμάζουμε τη δυναμική τού χώρου, αθόρυβα. Το αγόρι τεντώνεται. «Κούραση» σχολιάζει το κορίτσι. «Ίδια φάση» λέει το αγόρι. «Να πούμε ένα ανέκδοτο» λέει το κορίτσι. Σε κατάσταση υποτονικής έκπληξης ενθαρρύνουμε με το βλέμμα μας. «Μας το έχουν πει σε παρόμοια φάση» μας λέει το αγόρι. Το κορίτσι αρχίζει:
«Ο Heisenberg, ο Schrödinger κι ο Ohm είναι σ’ ένα αυτοκίνητο. Ο Heisenberg οδηγεί. Κάποια στιγμή τους σταματάει ένας τροχαίος. Πλησιάζει στο τζάμι του οδηγού και λέει στον Heisenberg: “Ξέρεις με πόσα πήγαινες;” “Όχι” του απαντάει, “αλλά ξέρω ακριβώς πού βρίσκομαι”. “Πήγαινες με εκατό σε περιοχή με επιτρεπτό όριο πενήντα” συνεχίζει ο μπάτσος. “Τέλεια! Τώρα μ’ έχασες” απαντάει ο Heisenberg πιάνοντας με απόγνωση το κεφάλι του. Ο μπάτσος αρχίζει να υποψιάζεται. “Άνοιξε το πορτμπαγκάζ” λέει. Καθώς ελέγχει, “Ξέρεις ότι έχεις μια ψόφια γάτα εδώ μέσα” φωνάζει. “Τώρα ξέρουμε, μαλάκα” του φωνάζει ο Schrödinger από τη θέση του συνοδηγού. “Αυτό ήταν” λέει ο μπάτσος “πάμε όλοι μέσα” και πάει να τους συλλάβει. Ο Ohm όμως προβάλλει αντίσταση».
Γελάμε. Είναι έξυπνο αστείο. Δεν το έχω ακούσει. «Μας το είπε ο φυσικός (στο φροντιστήριο) επειδή γράψαμε καλά ένα τέταρτο θέμα» λέει η κοπέλα. «Είπε, αν γράψετε καλά, θα σας πω ένα ανέκδοτο». «Και γράψατε καλά». «Και γράψαμε καλά». «Να γράψετε καλά και στις Πανελλαδικές» λέει ο συνάδελφος. Χαλάρωση. «Ποιο ελληνικό τραγούδι βασίζεται στον νόμο του Ohm;» «Μην αντιστέκεσαι» λένε ταυτόχρονα κι οι δύο. Αν αρχίσεις με τα ανέκδοτα…
Επιστροφή στη σιωπή. Η κοπέλα γράφει ακόμη. Το αγόρι κοιτάει τις λεπτομέρειες. Κοιτάει προς το μέρος μας. «Δεν θυμάμαι ένα απ’ το Σωστό Λάθος» λέει. «Για τον Καποδίστρια. Δεν θυμάμαι αν έκανε πανεπιστήμιο…, θυμάμαι ότι ίδρυσε σχολεία, αλλά δεν θυμάμαι να έκανε πανεπιστήμιο…» «Αν έκανε, θα του έδινε το όνομά του;» λέμε με νόημα. Το σκέφτεται. «Ναι, δεν νομίζω να ήταν εγωπαθής». Γράφουν. Σιωπή και πάλι.
Το χρονόμετρο στον διαδραστικό ροκανίζει βασανιστικά. Το αγόρι ελέγχει το γραπτό. Σηκώνεται. Παραδίδει το γραπτό. «Τελειώνω» λέει η κοπέλα. «Μην αγχώνεσαι» της λέει καθώς μαζεύει τα πράγματά του. Είναι όρθιος προς την πλευρά της πόρτας. Λίγες ακόμη στιγμές σιωπής κι αμηχανίας.
Η κοπέλα φυλλομετρά και ελέγχει. Σηκώνεται και παραδίδει το γραπτό της. Καλά αποτελέσματα, ευχόμαστε. Παίρνει το κινητό της και πηγαίνει αργά προς το αγόρι. Εμείς πρέπει να κάνουμε τον έλεγχο και να γράψουμε τα τυπικά πριν παραδώσουμε. Ακούω, συζητάνε μεταξύ τους. Την ακούω να του λέει «δεν μπορώ άλλο τις βαναυσότητες».
*
**
