1974

Η φούσκα: Δίπτυχο κυπριακού τραύματος [Μέρος Β΄]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Από την αρχή της δεύτερης θητείας του ο Σερίφης έδειξε πως δεν αστειεύεται. Πολιτικοί και ειδήμονες του διαδικτύου έπεφταν από τα σύννεφα, παρότι η Νέλλη είχε γράψει ήδη επ’ αυτού και του παρακολουθήματός του στην Ευρώπη πριν από την πρώτη κιόλας εκλογή του. Η απλότητα με την οποία μιλούσε θύμιζε, πράγματι, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονταν οι περισσότεροι λογοτέχνες και κυρίως οι αντισυστημικοί καλλιτέχνες στη Δημοκρατία, για να αποφανθούν για τη διεθνή και την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Προικισμένες πρέσβειρες αντικατέστησαν συνοπτικά τους επαγγελματίες διπλωμάτες. Τα τζετ τους προσγειώνονταν πλέον απευθείας στα μπουζούκια, θέτοντας τις σχέσεις μας με τη Συμμαχία σε νέα επίπεδα.

Εκτός από τον έλεγχο ολόκληρου του δυτικού ημισφαιρίου, ο Σερίφης διεκδικούσε διακαώς και το πολυπόθητο Νόμπελ Ειρήνης. Για το ίδιο βραβείο προτάθηκαν, σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για τις υποψηφιότητες μέχρι το 1955, ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μπενίτο Μουσολίνι και ο Ιωσήφ Στάλιν.

Στους λογοτεχνικούς κύκλους επεκράτησε γενικά πανικός. Πολυβραβευμένοι, κυρίως πολυβραβευμένες από το αδελφό κρατίδιο στη χώρα μας έκλαιαν γοερά.

«Στράφι λοιπόν οι περιοδείες, τόσα ευγενικά μου νεύματα;»

«Τόσες κόκκινες κορδέλες που έκοψα για τα βιβλία μου; Τόσες αναξιοποίητες σουηδικές κορώνες;»

«Για ένα πουκάμισο αδειανό, λοιπόν; Για μια νεφέλη;»

Πολλοί διερεύνησαν το ενδεχόμενο να κάνουν πλέον καριέρα σε άλλο κλάδο. Άνθισαν ξανά οι κήποι, ανέκαμψαν τα ταξιδιωτικά κι ακτινοβόλησαν τα φιλοτελικά σωματεία. Άλλοι, δεδομένης της εμπειρίας τους στο μάρκετινγκ, ευδοκίμησαν ως υπεύθυνοι ανάπτυξης αγοράς, διαχειριστές εταιρικής εικόνας και αναλυτές ψηφιακής απόδοσης.

Η Σουηδική Ακαδημία, για να διασκεδάσει τις ανησυχίες, εξέδωσε ειδική ανακοίνωση για λογοτέχνες στη Δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν εμπίπτει –ούτε και πρόκειται ποτέ να εμπέσει– στη σφαίρα ενδιαφερόντων του Σερίφη, παραμένοντας έτσι ανοικτό προς διεκδίκηση.

Συγγραφείς και διανοούμενες-to-be έκαναν τον σταυρό τους. Γραμματολόγοι και απονομείς βραβείων αναθάρρησαν. Στις βιβλιοπαρουσιάσεις επανήλθε στη μόδα σταθερά η παγιέτα, την οποία επανέφεραν αισίως στη μόδα οι πρέσβειρες. Η αγορά του βιβλίου διασφαλίστηκε κι ο κόσμος ξαναβρήκε την παλιά, δημοσιοσχετικιστική του ρότα.

Ο Σερίφης όμως δεν κρατιόταν. Απέστειλε μάλιστα επιστολή στη νορβηγική κυβέρνηση, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα μέλη της Συμμαχίας –τα πλείστα εκ των οποίων και μέλη του Κλαμπ– ζητώντας τα ρέστα, δηλώνοντας πως, αφού δεν πήρε το βραβείο, δεν θα τον ενδιαφέρει πλέον η ειρήνη, στρέφοντας το βλέμμα του προς την Αρκτική:

Τα τόπια δεξιά. Βρας! Αλβανιστί, φωτιά.

Πάντως, αν η σουηδική επιτροπή αποφάσιζε να μοιράσει, όπως θα το έπτραττε αργότερα Λατινοαμερικάνα ηγέτιδα, το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε όλους τους μουσόπληκτους στη Δημοκρατία, θα γλιτώναμε σίγουρα από πολλές κακοτεχνίες, αναρτήσεις και δαφνοστεφανώματα.

Λεσκοβίκι, Αγιακούτσο. Λευκωσία.
Ήμουν κι εγώ εκεί. (περισσότερα…)

Τραγικός και… τράγος; Κυπριακό και κοινοτοπία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[10/12]

~.~

Η μη μετοχή του Νίκου Σαμψών στην ΕΟΚΑ Β΄ και την προετοιμασία του πραξικοπήματος καταγράφεται από έγκυρους ιστορικούς,[513] ακόμα και από εκείνους οι οποίοι υπήρξαν οι απολογητές της οργάνωσης,[514] πιστοποιείται δε ακόμα και από μακαριακούς αντιστασιακούς, τους οποίους ο Σαμψών έσωσε από βέβαιη εκτέλεση.[515] Ωστόσο, πέρα από τη δημοσίως εκπεφρασμένη φιλογριβική και φιλοχουντική στάση του Σαμψών και της εφημερίδας του Μάχη στα χρόνια δράσης της ΕΟΚΑ Β΄,[516] μαρτυρείται πως επιχείρησε, μετά από τον θάνατο του αρχηγού της οργάνωσης, Γεώργιου Γρίβα, να έχει μυστική συνάντηση με τον νέο της διοικητή, Ταγματάρχη Γεώργιο Καρούσο, ο οποίος επιμελημένα τον απέφυγε.[517] Συναφώς, τεκμαίρεται πως μετά από τον θάνατο του Γρίβα οι ενέργειες του Σαμψών αποκάλυπταν τη βούλησή του να αναδειχθεί σε ηγετική θέση στην παράταξη των ενωτικών, της οποίας η ηγεσία, ως διασταυρώνεται, «τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία».[518] Γεγονός επίσης είναι πως, αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ως καταθέτουν οι ένοχοι επί εσχάτη προδοσία Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, επικεφαλής των μονάδων καταδρομών κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής, και ο υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, θέσεις που υιοθετεί και το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων,[519] ο Νίκος Σαμψών προσήλθε, όπως πολλοί αντιμακαριακοί αριβίστες, στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ).[520] Ο Κομπόκης μαρτυρεί ακόμη χαρακτηριστικά πως, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης Προέδρου, η απόδοση της πραξικοπηματικής προεδρίας στον Σαμψών υπήρξε τυχαία, προϊόν αυθορμητισμού, ασυνεννοησίας και σύγχυσης.[521]

Τα ανωτέρω επιχειρήματα επιστρατεύει, για να υποστηρίξει την αθωότητά του, και ο Νίκος Σαμψών στις συνεντεύξεις του της δεκαετίας του ’90, παραθέματα των οποίων αξιοποιεί προνομιακά ο Μαργαρίτης, τηρώντας, ωστόσο, απέναντι στα λεγόμενα του ήρωα μια άκρως επικριτική στάση. Για να δικαιολογήσει την ανάληψη από μέρους του της προεδρίας, ο Σαμψών προτάσσει ότι επεδίωκε να σώσει τη χώρα από τον εμφύλιο σπαραγμό, ότι ανέλαβε, επίσης, χωρίς να γνωρίζει πως ο Μακάριος ήταν ζωντανός, ενώ κεφαλαιοποιεί επίσης το γεγονός ότι φρόντισε να σώσει οπαδούς του Μακαρίου από εκκαθαρίσεις. Επιρρίπτει, περαιτέρω, την ευθύνη για την έκβαση των γεγονότων αφενός στον Μακάριο, αφετέρου δε στο χουντικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί ότι τον πρόδωσε, και ζητεί διακαώς να ανοίξει ο περιβόητος Φάκελος της Κύπρου, ώστε να αναδειχθούν οι πραγματικοί, κατ’ αυτόν, ένοχοι. Φρονεί, ακόμα –και σε αυτό δεν έχει άδικο, ο δε συγγραφέας επίσης ως προς αυτό συναινεί– πως υπήρξε ο μόνος που τιμωρήθηκε για την τραγωδία της Κύπρου, ενώ οι πρωταίτιοι της εθνικής συμφοράς δεν διώχθηκαν ποτέ ποινικά ούτε έτυχαν τιμωρίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο, προστατεύθηκαν δε ευλαβικά από τις ελλαδικές μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις:

Άραγε να ήταν χολή; Πάντως κλαίει. Οι υπεύθυνοι του πραξικοπήματος, λέει, είναι ελεύθεροι. Ο Αραπάκης, ας πούμε, έχει χτίσει ξενοδοχείο στην Πειραιώς. Γιατί δεν ανοίγει ο καταραμένος Φάκελος της Κύπρου; […] Δεν θεωρεί τον εαυτό του πιόνι ούτε αχυράνθρωπο· είναι ο άνθρωπος που έχει προδοθεί περισσότερο απ’ όλους. Εξεγελάσθημεν! Στην Κύπρο, τέλος πάντων, ποιος επλήρωσεν πλην του Νίκου Σαμψών; Αυτός ξεχρέωσε για όλους.[522]

Στο κεφάλαιο «Αδερφοφάδες», ο Μαργαρίτης αντιμετωπίζει νηφάλια τον Νίκο Σαμψών ως προς την ιστορική πτυχή της ανάμιξής του στο πραξικόπημα. Συνεξετάζοντας πηγές και μαρτυρίες, εμφαίνει πως «ο Νίκος Σαμψών δεν υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ Β΄»,[523] ωστόσο δείχνει διστακτικός απέναντι στην αποδοχή οποιασδήποτε από τις υπάρχουσες πηγές για την εμπλοκή του προσώπου ή μη στην προπαρασκευή του πραξικοπήματος:

Τα άλλα είναι θολά. Σαν τα φαινόμενα. Και το σκάνδαλο μένει ανοιχτό: ποιος ήταν ο ρόλος του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου; Μέγα μυστήριο.[524]

Πίσω στο ΓΕΕΦ οι χουντικοί αξιωματικοί έψαχναν διάδοχο για τον Μακάριο. Όλα αυτά είναι θολά.[525]

Στο σχετικό επίσης με το Πραξικόπημα κεφάλαιο «Τhe Cyprus Papers» ο Μαργαρίτης αφήνει αιχμηρούς υπαινιγμούς –όχι πολύ διαφορετικούς από εκείνους του ήρωά του και σύνολης την κυπριακής κοινής γνώμης– απέναντι στην καθυστέρηση της ανάληψης δράσης για την προδοσία της Κύπρου από την ελληνική πολιτεία («η Βουλή των Ελλήνων προχώρησε επιτέλους στις ανακρίσεις»[526]). Στέκεται ειδικά στην απουσία κάθαρσης και την ατιμωρησία, όπως και στην απόκρυψη και την κατακράτηση στοιχείων, παρά την παρέλευση του τυπικού χρονικού ορίου της πενηνταετίας («Γεγονός είναι ότι τα αρχεία, όσα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, είναι ελλιπή. Ο ίδιος ο Νίκος Σαμψών θα γελούσε πικρά, αν ήξερε ότι η πολυαναμενόμενη έκδοση του Φακέλου της Κύπρου θα περιοριζόταν σε ένα αποτέλεσμα ΜΕΤΡΙΟ»[527]). Περαιτέρω, σχολιάζει το γεγονός ότι ο Νίκος Σαμψών ποτέ δεν κλήθηκε να καταθέσει («Περιέργως, όμως, κανείς δεν νοιάστηκε για τη δική του μαρτυρία»[528]), αγνοώντας ενδεχομένως πως η διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά τους εμπλεκόμενους στα γεγονότα με ελληνική και όχι με κυπριακή υπηκοότητα. Η πολύκροτη υπόθεση του κυπριακού φακέλου, στη βάση των ανωτέρω φαιδροτήτων για χώρες που έχουν βιώσει μία εθνική συμφορά, επεξηγεί εν γένει, για τον συγγραφέα, και τη σημερινή αδιαφορία της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας σφαίρας για την υπόθεση της Κύπρου: «ο εγκλεισμός του νησιού στην κατάψυξη για πενήντα ολόκληρα χρόνια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σταδιακή απαξίωση, τη μεταβολή της τραγωδίας σε φάρσα, τη διακωμώδηση, εντέλει, σε Ελλάδα και Κύπρο, αυτής της υπόθεσης»[529]). Μετά δε και από τη δημοσιοποίηση του Φακέλου της Κύπρου, οι φρούδες ελπίδες του Νίκου Σαμψών για ιστορική αποκατάσταση αποκαλύπτουν, για τον Μαργαρίτη, την αδιαπραγμάτευτη ιστορική ευθύνη του προσώπου στην εθνική προδοσία και την παράδοση της Κύπρου στον Αττίλα:

Για τον χαμό της πατρίδας ο Νίκος μέμφεται τη Χούντα. […] Το βέβαιο είναι ότι η μισή πατρίδα χάθηκε.[530]

Τη δική του χάρη, […] που έλαβε από τον στρατάρχη Χάρντινγκ, ο Νίκος Σαμψών πολλαπλώς τη χαράμισε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο πραξικόπημα του 1974.[531]

Το ενδιαφέρον της πραγμάτευσης –και ενδεχομένως το στοιχείο της πρόκλησης– του πεζογράφου έγκειται στο γεγονός πως, παρότι αποδέχεται –και αυτό κατόπιν επίμοχθης και όχι αβασάνιστης ερευνητικής εργασίας– ότι πολλά από τα εγειρόμενα ζητήματα είναι «θολά»,[532] η όποια μετοχή του Σαμψών στην οργάνωση του Πραξικοπήματος παύει να τον ενδιαφέρει ή να αποτελεί ερώτημα per se. Η αναζήτηση του πταίσματος και των ενόχων, ο επιμερισμός των ευθυνών ή και η διαβάθμισή τους σε σοβαρές και «λιγότερο» σοβαρές μπορεί να ενδιαφέρουν τον ίδιο τον Νίκο Σαμψών, τα παιδιά του και τη σύζυγό του, Βέρα, που εναγωνίως αιτούνται μέχρι σήμερα την αποκατάσταση του ρόλου (ή και την άφεση) του οικείου τους, οπωσδήποτε δε τον ιστορικό, αλλά όχι τον μυθιστοριογράφο. Η δική του πρόταση μετακυλίεται από την απόδοση ευθυνών στο αδιαπραγμάτευτό τους αποτέλεσμα, στην είσοδο, έπειτα, του συγγραφικού υποκειμένου στο πένθος και τη μετάνοια, στην αναγωγή, εν τέλει, της κυπριακής τραγωδίας σε περιπτωσιακή έκφανση της ανθρώπινης Πτώσης: (περισσότερα…)

Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[1/12]

~.~

Ο Νίκος Σαμψών είναι μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι οκτώ –και, κατά τον ίδιο, οι εννέα, που ο Κυριάκος Μαργαρίτης,  συγγραφέας του φερώνυμου Σαμψών[1] τού πιστώνει παιγνιωδώς–, μέρες που ηγήθηκε της πραξικοπηματικής κυβέρνησης της Κύπρου σήμαναν την απαρχή μιας εθνικής τραγωδίας, της μεγαλύτερης μετά από εκείνην του 1922, που έμελλε να ολοκληρωθεί με την τουρκική επέλαση και την de facto διχοτόμηση της χώρας.

Ήδη ο Βασίλης Γκουρογιάννης, αγγίζοντας στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (2009)[2] –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Μεταπολίτευσης– το ζήτημα των βετεράνων πολεμιστών της Κύπρου, είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά, ότι η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα διακόπηκε από ορδές κουκουλοφόρων, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου λοιδορήθηκε από ακροδεξιά έντυπα για εθνική μειοδοσία, αλλά και χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα από την Αριστερά ως εκφραστής εθνομηδενιστικών αντιλήψεων.[3] Αντιθέτως, αρθρώνοντας την οδύνη του για τον οριστικό ακρωτηριασμό της Μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό, ο Γκουρογιάννης θέτει σημαντικά ζητήματα συνειδήσεως σε ό,τι αφορά στην πρότερη μετοχή –εκόντων ακόντων– Ελλαδιτών πολεμιστών της Κύπρου στο Πραξικόπημα και, συναφώς, στις βαριές ευθύνες του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας στην προδοσία της Κύπρου. Αν ο Γκουρογιάννης, δεκαέξι χρόνια πριν, προκάλεσε, φέρνοντας στο φως την ιστορία ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά σακατεμένου, που εν τέλει δεν ήξερε εναντίον ποιων -δικών του ή ξένων- ήταν εντεταλμένος να πολεμήσει, χρειάζεται να πιστωθεί η αντίστοιχη τόλμη -ου μην η πρόκληση- στο βιβλίο του Μαργαρίτη υπό τον τίτλο Σαμψών, που καταπιάνεται ονομαστικά –και όχι πια συμβολικά και αφηρημένα– με έναν από τους κατεξοχήν πρωταγωνιστές της κυπριακής προδοσίας.

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός στον οποίο ο Νίκος Σαμψών ταυτίστηκε στο συλλογικό συνειδητό των Κυπρίων με το ίδιο το Πραξικόπημα, αρκεί να αναφερθεί ενδεικτικά πως τα παιδιά του, Μίνα και Σωτήρης, έτυχαν σε παιδική ηλικία επίθεσης στο δημοτικό σχολείο που φοιτούσαν από ομάδα μαυροφορημένων γυναικών –μανάδων και συγγενών αγνοουμένων και πεσόντων– που τα περιέλουσαν, έναντι του χυμένου αίματος των οικείων τους, με κόκκινη μπογιά: «Είναι πολύ δύσκολο –καλώς ή κακώς– κάποιος να σου έχει φορτώσει την τραγωδία όλου του τόπου σου στον ώμο σου»,[4] δηλώνει σαράντα πέντε χρόνια μετά η κόρη του Νίκου Σαμψών, Μίνα. Ομολογώ προσωπικά πως, έχοντας μαζί μου το βιβλίο Σαμψών σε χώρους οικείων, διαβάζοντάς το αδηφάγα άμα τη δημοσιεύσει του από τον Ίκαρο, μόνο και μόνο ο τίτλος ή και η φωτογραφία του υπό αναφορά προσώπου στο εξώφυλλο προκαλούσε μορφασμούς, φορτισμένες συζητήσεις και αποτροπιασμό, ανασύροντας μνήμες και τραύματα των συνομιλητών μου, όπως και ενδοιασμούς γύρω από έναν πολλά επίφοβο αναθεωρητισμό, που αφορά τόσο στον συγγραφέα του βιβλίου όσο και στην υποφαινόμενη κριτικό. Όχι τυχαία, η κριτική τηρεί ακόμα ευλαβικά σιωπή γύρω από το Σαμψών,[5] παρότι κυκλοφορεί εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, κι ενώ ο Μαργαρίτης έχει ήδη προχωρήσει στην έκδοση του Συμβάν 74 (2024),[6] γεγονός που καθιστά την παρούσα μελέτη την πρώτη και σε κάθε περίπτωση ανενδοίαστη προσέγγισή του. (περισσότερα…)

Μισό αιώνα μετά την 20.7.1974

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Μισό αιώνα μετά την 20ή Ιουλίου του 1974

Τι σάλος και ο πρόσφατος, τι ρίγος, πόσος κοπετός! Χάρτες με τη διαμελισμένη Κύπρο και τη ματωμένη της γραμμή να κρέμονται απ’ όλα τα μπαλκόνια! Πλήθη σε δρόμους και πλατείες, συγκεντρώσεις τεράστιες, μαχητικές πορείες! Άνθρωποι που κατάλαβαν επιτέλους την αβυσσαλέα διαφορά του Έλληνα με τον ελληναρά, του πατριωτισμού με την πατριδοκαπηλία, της ώριμης εθνικής συνείδησης με τον δηλητηριώδη εθνικισμό. Πληθώρα εκδηλώσεων για την προδοσία της χούντας των Αθηνών, το πραξικόπημα των ανδρεικέλων της εναντίον του Μακαρίου, την επακόλουθη εισβολή του Αττίλα και την παράνομη κατοχή της βόρειας Κύπρου. Πικετοφορίες και καθιστικές διαμαρτυρίες για τους ξεριζωμένους από τα χώματά τους, τους νεκρούς και τους «αγνοούμενους» της τουρκικής θηριωδίας. Και τι επευφημίες, ενθουσιώδη χειροκροτήματα και ζητωκραυγές στα θέατρα, όταν μετά τη λήξη των παραστάσεων έβγαιναν οι ηθοποιοί ανεμίζοντας την κυπριακή σημαία με το ενιαίο νησί και τα δύο κλαδιά της ελιάς που συμβολίζουν την ειρηνική συνύπαρξη ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων!

Ύστερα ξύπνησα, λιγάκι απότομα ομολογουμένως – γιατί με σκούντησε ο Σολωμός Σολωμού, εκείνο το παληκάρι που σκαρφάλωσε στον ιστό της τουρκικής σημαίας και σκοτώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα!

///

Ιδού το κείμενο, ιδού και το πήδημα!

Δεν ξέρω κανέναν άνθρωπο με στοιχειώδη θεατρική παιδεία, (ούτε έναν πιά!) που να αμφισβητεί το δικαίωμα του σκηνοθέτη να ανεβάζει ένα κλασσικό κείμενο με τον δικό του τρόπο. Να ξαναχύνει το περιεχόμενό του σε νέο καλούπι, να προτείνει παραλλαγές, να δοκιμάζει τα εκφραστικά μέσα που θεωρεί κατάλληλα για τη σύγχρονη απόδοσή του. Κι ακόμα: να αφαιρεί στίχους ή να προσθέτει εμβόλιμα άλλων συγγραφέων, να τροποποιεί την πλοκή ή να συνθέτει παράλληλα επεισόδια με επίκαιρους διαλόγους, να διαγράφει πρωταγωνιστικούς ρόλους ή να εισάγει καινούργια πρόσωπα στη δράση. Όλ’ αυτά ασφαλώς είναι θεμιτά και κρίνονται εκ του αποτελέσματος που επίσης ποικίλει: από το τερατούργημα ως το αριστούργημα. (περισσότερα…)