Νίκος Σαμψών

«Ο Σαμψών είμαι εγώ»: Από την κοινοτοπία στη μετάνοια

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[9/12]

~.~

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Κυριάκου Μαργαρίτη είναι η σύνθετη θεώρηση του προσώπου του Νίκου Σαμψών μέσα από μία σειρά από ιστοριογραφικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και μεταφυσικά πρίσματα. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται με πρόσωπα και γεγονότα-ταμπού της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, μπροστά στα οποία ορρωδούν τόσο η ιστορική καταγραφή όσο και η λογοτεχνία, ένεκα αφενός της αχλύος, αφετέρου δε των πολιτικών παθών που τα περιβάλλουν, προκαλεί την παρούσα ανάλυση ως προς την πραγμάτευση της ιστορικότητας του προσώπου, αλλά και της λογοτεχνικής του μεταρσίωσης. Η προοπτική δε της άφεσης του Νίκου Σαμψών μετατοπίζεται με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο από την Ιστορία στην Αλήθεια, έννοια η οποία απασχολεί τον Μαργαρίτη αποκλειστικά στη θεολογική της διάσταση, παρότι, όπως αποδεικνύεται, αναμετράται με και υπερβαίνει τα όρια της ίδιάς της της πολιτικής. Είναι ο Σαμψών ένα μυθιστόρημα απόδοσης πολιτικών ευθυνών; Υπήρξε ο Νίκος Σαμψών ένα ακόμα θύμα της ιστορίας; Υπήρξε, πράγματι, ένας γνήσιος πατριώτης ο οποίος ξεγελάστηκε, πιστεύοντας πως, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα μιας πραξικοπηματικής κυβέρνησης, επιτελεί και ηγείται της πολυπόθητης Ένωσης; Υπήρξε, όπως η φανταρία του Βασίλη Γκουρογιάννη[473] ή οι νεαροί πιστολέρο της 15ης Ιουλίου στο Προεδρικό, υποχείριο της Χούντας, μονάδα που εκτελούσε τυφλά διαταγές, δίχως συνειδησιακή μετοχή και κρίση, όργανο μιας αρεντιανού τύπου «κοινοτοπίας του κακού»,[474] όπου περίπου ο ήρωας δρα ως μηχανικό γρανάζι ή αυτόματο μιας καταχθόνιας μηχανής, η οποία εν τέλει πρόδωσε τόσο τα υψηλά ιδανικά του όσο και τον ίδιο; Η απάντηση του Μαργαρίτη δεν είναι απλουστευμένη ούτε, ωστόσο, αδιαφανής ή διφορούμενη. Η δε απουσία κριτικής για το βιβλίο αυτό στον ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση, ενδεικτικότατα, με παρόμοια ζητήματα που ήγειρε και το πολύκροτο βιβλίο του Γκουρογιάννη, είναι περισσότερο από ηχηρή και δηλοί την αμηχανία ή και την απροθυμία ενασχόλησης με το ευαίσθητο κυπριακό θέμα.

Το παρόν κεφάλαιο της μελέτης εξετάζει τα όρια ανάμεσα στην πολιτική-ιστορική και την ανθρωπολογική πραγμάτευση του Νίκου Σαμψών, αναδεικνύει τη δι’ αυτό σχέση του βιβλίου με τις παράλληλες αφηγήσεις μυθιστορηματικών ηρώων (Ντόριαν Γκρέυ, Καρλ Γιόζεφ φον Τρόττα, Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ, Ρασκόλνικωφ), τραγικών προσώπων (Προμηθέας, Αντιγόνη), φιλοσόφων (Μάρτιν Χάιντεγκερ) ή ποιητών (Πάουλ Τσέλαν, Αρθούρος Ρεμπώ) και αναδεικνύει τις τρόπους με τις οποίους ο Μαργαρίτης, εγγίζοντας την αυτομεμψία, ποιεί ένα εντυπωσιακό μυθιστορηματικό πορτραίτο-παλίμψηστο, μείζον επίτευγμα τις θρησκευτικής και εν γένει τις λογοτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα.

«Τις πταίει;»: Από την πολιτική στην Αλήθεια

Η εκπεφρασμένη πρόθεση του συγγραφέα για μια εκκλησιαστική και όχι πολιτική αφήγηση λαμβάνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση στο μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών. Κατά μήκος της ογκώδους αφήγησης, παρεμβάλλονται αυτούσια λόγια των δημοσιογράφων Παύλου Παύλου και Γιώργου Ηλιάδη, που έλαβαν από το ιστορικό πρόσωπο συνεντεύξεις, τα οποία διαλέγονται με τον ήρωα ως και η λαϊκή ετυμηγορία, διερευνούν τις σκοτεινές πτυχές της κυπριακής τραγωδίας, με αναφορά στην προδοσία, και επιθυμούν να αναδείξουν τους ενόχους, αλλά και τον ίδιο τον Σαμψών ως ένοχο. Παράλληλα, ο αυτοδιηγητικός και αυτοβιογραφούμενος αφηγητής-συγγραφέας δρα, ενθυμίζοντας τον πρωτόλειό του Αρσένιο Θησέα,[475] που αναβιώνει και στην Κρόνακα,[476] ως υπαρξιακός ντετέκτιβ, θεμελιώνοντας την ιστορία του πάνω σε μία (και εν προκειμένω περισσότερες) εγκληματική πράξη, επί της οποίας οικοδομείται η πλοκή της εξιχνίασης και της αναζήτησης του ενόχου. Σε αντίθεση με το αγιολογικό, κατανυκτικό άνοιγμα της Νέας Κρόνακας με το βιβλίο Εννέα, όπου η αφήγηση εκτυλίσσεται αργά, σε ένα συμβολικό, εσωτερικό, πιο αφηρημένο και πνευματικό επίπεδο, στο Σαμψών πριμοδοτείται η δράση, το σασπένς και το μυστήριο, εμβολιασμένα με στοιχεία του νουάρ, κινηματογραφικών γουέστερν και γραφικών μυθιστορημάτων κόμικς, όπου η ευφυΐα, η παρατηρητικότητα, η συνδυαστικότητα και ενδελεχής συνεξέταση στοιχείων από μέρους του αφηγητή καλούνται να επιλύσουν τον «γρίφο».

Στο εύρος, περαιτέρω, των πεντακοσίων και πλέον σελίδων της, η αφήγηση κυβερνάται από δύο ρητορικά και συγκροτητικά της ερωτήματα: «Τις πταίει;», ενθυμίζοντας το ομότιτλο άρθρο-κόλαφο του Χαριλάου Τρικούπη εναντίων των ανακτόρων, προσδιορίζοντας μια υπαιτιότητα πολιτειακής τάξεως –εκατό ακριβώς χρόνια πριν από το 1974–, αλλά και την σκεπτικιστική απορία του Ποντίου Πιλάτου «Τί ἐστίν ἀλήθεια;» (Ιω. 18: 37), εκπεφρασμένη ανυποψίαστα απέναντι στη σωτηριολογική αλήθεια που ενσαρκώνει, για τον Χριστιανό, ο Ιησούς Χριστός. Σε ό,τι αφορά στον Νίκο Σαμψών, του οποίου οι ατάκες από τις προαναφερθείσες συνεντεύξεις του στους Παύλου και Ηλιάδη επανέρχονται με δραματική ένταση στην αφήγηση, ισχυρίζεται ότι δεν έφερε καμία απολύτως ευθύνη. Μεταθέτει δε την κρίση του στην Ιστορία, πεπεισμένος πως αυτή, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του, θα τον δικαιώσει: «“Αρκετά με ετιμώρησαν άδικα οι άνθρωποι. Ας αφήσουν τώρα την αδέκαστη Ιστορία να με κρίνει. Γιατί αυτή μόνο έχει δικαίωμα να κρίνει τον Νίκο Σαμψών”».[477] (περισσότερα…)

«Ε! Ιστορία»: Από την κόπρο στη μεθιστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[2/12]

~.~

Το σχέδιο της Νέας Κρόνακας, της οποίας ο Σαμψών αποτελεί το δεύτερο στη σειρά μυθιστόρημα, εγείρεται ως σύλληψη το 2016 επί των ερειπίων του πρωτολείου, ομοουσίου της σχεδίου με τίτλο Κρόνακα, του οποίου το πρώτο –και τελευταίο– μυθιστόρημα φέρει τον ίδιο τίτλο.[37] Ανέκδοτα παραμένουν άλλα έξι μυθιστορήματα του εν λόγω κύκλου, έν τινι τρόπω αποκηρυγμένα, γραμμένα ανάμεσα στα 2014 και 2018, τα οποία ο Κυριάκος Μαργαρίτης ομαδοποιεί άτυπα ως Παλαιά Κρόνακα, έναντι της Νέας, με παιγνιώδη νύξη στο σχήμα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Με εμφανή τον συσσωρευμένο μόχθο, ωριμότερη διάθεση, δομικότερη σύλληψη και πιο διασαφηνισμένη πορεία πλεύσης, η Νέα Κρόνακα φιλοδοξεί να απαρτιστεί από έντεκα μυθιστορηματικές τριλογίες, εκ των οποίων μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί η πρώτη (Εννέα, Σαμψών, Συμβάν 74). Κάθε τριλογία καλύπτει τις ταραγμένες δεκαετίες του κυπριακού προβλήματος 1950, 1960 και 1970, με κάθε τόμο να πραγματεύεται, αντιστοίχως, το έπος του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα (1955–1959), τα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1960– ) και τα γεγονότα του Πραξικοπήματος και της Εισβολής, όχι χωρίς αναγωγές εντός ενός εκάστου από τη μία δεκαετία στην άλλη. Παρότι ο Μαργαρίτης είχε ανακοινώσει τη συμπερίληψη στη Νέα Κρόνακα άλλων δεκαεπτά δοκιμιακών τόμων,[38] από τους οποίους έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής οι έξι και εκ των οποίων ορισμένοι προέκυψαν εν παρόδω ως πάρεργα,[39] ο συγγραφέας, έχοντας περάσει από πολλές φάσεις του σχεδιασμού, φαίνεται να εντάσσει στο σχέδιό του προς το παρόν μόνο τα τριάντα τρία μυθιστορήματα. Αξίζει να αναφερθεί ότι σε κάθε έναν από τους μυθιστορηματικούς τόμους, αλλά και στους δοκιμιακούς προστίθεται ένα παραρτηματικό postscriptum, το οποίο αναδεικνύει στοιχεία της μεθόδου εργασίας και πηγές που αξιοποιήθηκαν.

(περισσότερα…)

Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[1/12]

~.~

Ο Νίκος Σαμψών είναι μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι οκτώ –και, κατά τον ίδιο, οι εννέα, που ο Κυριάκος Μαργαρίτης,  συγγραφέας του φερώνυμου Σαμψών[1] τού πιστώνει παιγνιωδώς–, μέρες που ηγήθηκε της πραξικοπηματικής κυβέρνησης της Κύπρου σήμαναν την απαρχή μιας εθνικής τραγωδίας, της μεγαλύτερης μετά από εκείνην του 1922, που έμελλε να ολοκληρωθεί με την τουρκική επέλαση και την de facto διχοτόμηση της χώρας.

Ήδη ο Βασίλης Γκουρογιάννης, αγγίζοντας στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (2009)[2] –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Μεταπολίτευσης– το ζήτημα των βετεράνων πολεμιστών της Κύπρου, είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά, ότι η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα διακόπηκε από ορδές κουκουλοφόρων, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου λοιδορήθηκε από ακροδεξιά έντυπα για εθνική μειοδοσία, αλλά και χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα από την Αριστερά ως εκφραστής εθνομηδενιστικών αντιλήψεων.[3] Αντιθέτως, αρθρώνοντας την οδύνη του για τον οριστικό ακρωτηριασμό της Μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό, ο Γκουρογιάννης θέτει σημαντικά ζητήματα συνειδήσεως σε ό,τι αφορά στην πρότερη μετοχή –εκόντων ακόντων– Ελλαδιτών πολεμιστών της Κύπρου στο Πραξικόπημα και, συναφώς, στις βαριές ευθύνες του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας στην προδοσία της Κύπρου. Αν ο Γκουρογιάννης, δεκαέξι χρόνια πριν, προκάλεσε, φέρνοντας στο φως την ιστορία ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά σακατεμένου, που εν τέλει δεν ήξερε εναντίον ποιων -δικών του ή ξένων- ήταν εντεταλμένος να πολεμήσει, χρειάζεται να πιστωθεί η αντίστοιχη τόλμη -ου μην η πρόκληση- στο βιβλίο του Μαργαρίτη υπό τον τίτλο Σαμψών, που καταπιάνεται ονομαστικά –και όχι πια συμβολικά και αφηρημένα– με έναν από τους κατεξοχήν πρωταγωνιστές της κυπριακής προδοσίας.

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός στον οποίο ο Νίκος Σαμψών ταυτίστηκε στο συλλογικό συνειδητό των Κυπρίων με το ίδιο το Πραξικόπημα, αρκεί να αναφερθεί ενδεικτικά πως τα παιδιά του, Μίνα και Σωτήρης, έτυχαν σε παιδική ηλικία επίθεσης στο δημοτικό σχολείο που φοιτούσαν από ομάδα μαυροφορημένων γυναικών –μανάδων και συγγενών αγνοουμένων και πεσόντων– που τα περιέλουσαν, έναντι του χυμένου αίματος των οικείων τους, με κόκκινη μπογιά: «Είναι πολύ δύσκολο –καλώς ή κακώς– κάποιος να σου έχει φορτώσει την τραγωδία όλου του τόπου σου στον ώμο σου»,[4] δηλώνει σαράντα πέντε χρόνια μετά η κόρη του Νίκου Σαμψών, Μίνα. Ομολογώ προσωπικά πως, έχοντας μαζί μου το βιβλίο Σαμψών σε χώρους οικείων, διαβάζοντάς το αδηφάγα άμα τη δημοσιεύσει του από τον Ίκαρο, μόνο και μόνο ο τίτλος ή και η φωτογραφία του υπό αναφορά προσώπου στο εξώφυλλο προκαλούσε μορφασμούς, φορτισμένες συζητήσεις και αποτροπιασμό, ανασύροντας μνήμες και τραύματα των συνομιλητών μου, όπως και ενδοιασμούς γύρω από έναν πολλά επίφοβο αναθεωρητισμό, που αφορά τόσο στον συγγραφέα του βιβλίου όσο και στην υποφαινόμενη κριτικό. Όχι τυχαία, η κριτική τηρεί ακόμα ευλαβικά σιωπή γύρω από το Σαμψών,[5] παρότι κυκλοφορεί εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, κι ενώ ο Μαργαρίτης έχει ήδη προχωρήσει στην έκδοση του Συμβάν 74 (2024),[6] γεγονός που καθιστά την παρούσα μελέτη την πρώτη και σε κάθε περίπτωση ανενδοίαστη προσέγγισή του. (περισσότερα…)