ελληνική ιστορία

Ίων Δραγούμης, «κρατῶντας σφιχτά στὰ δόντια τους δεμένη τὴ γλῶσσα»…

Φωτογραφία: Αρχείο Νώντα Τσίγκα

~.~

Ένα απόσπασμα από Το μονοπάτι, 1925

Επιλογή κειμένου-Σχολιασμός
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920) έγραψε Το μονοπάτι μεταξύ 1899-1902. Το έργο αυτό, που το θεωρούσε πρωτόλειο και γι’ αυτό το κατέλειπε ως αδημοσίευτο, πρωτοεκδόθηκε μετά τον θάνατό του, στα 1925, με επιμέλεια του αδελφού του Φιλίππου Στ. Δραγούμη. Αξίζει να σημειώσουμε πως οι απόψεις που διατυπώνονται στο κεφάλαιο «Γλώσσα», που παραθέτουμε εδώ ολόκληρο,  αφορούν έναν νέο εικοσιενός χρόνων που μόλις έχει αποφοιτήσει από τη νομική σχολή και έχει λάβει το διδακτορικό του, έχει δώσει εξετάσεις στο διπλωματικό σώμα και έχει επιτύχει. Η μνήμη του «κοντού», «φωνακλά» και «αρρωστιάρη»  δασκάλου, στο γυμνάσιο της Πλάκας όπου αυτός φοίτησε, δείχνει και το επίπεδο της εκπαίδευσης που λάβαιναν τότε οι μαθητές του Άστεως, στην ελεύθερη, για δυο γενιές ήδη τοτε,  Ελλάδα. Ο Δραγούμης μισεί την Αττική διάλεκτο και εχθρεύεται την καθαρεύουσα του «λογιοτατισμού». Είναι έτοιμος να υποστηρίξει από τους πρώτους, ως εμπροσθοφυλακή, το επαναστατικό κίνημα του δημοτικισμού (ιδρυτής της Εταιρείας «Εθνική Γλώσσα» στα 1904, πρωταγωνιστής  του κινήματος των «δημοτικιστών της Πόλης» στα 1907-1910, Ιδρυτικό μέλος και ψυχή του  «Εκπαιδευτικού Ομίλου» από τα 1910, προτού ο όμιλος αλωθεί από τους Γληνό, Τριανταφυλλίδη κ.α. με τις συγγνωστές συνέπειες). Την ώρα αυτή στο σπίτι των Δραγούμηδων υποστηρίζεται η ακραιφνής καθαρεύουσα ενώ η γλώσσα που μιλιέται, ως μητρική σχεδόν, είναι τα… γαλλικά.

///

Β΄.  Γλῶσσα.[1]

Ἕνας δάσκαλος κοντός, φωνακλᾶς καὶ ἀρρωστιάρης στὴν τελευταία τάξη τοῦ σκολειοῦ, ὅταν κουράζονταν ἀπὸ τὴ γλωσσολογία καὶ τὴ μετάφραση τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἔβριζε τοὺς Βουλγάρους, κ’ ἐπειδὴ ἦταν γρινιάρης δὲν εὐχαριστοῦνταν ἀπὸ τοὺς φετεινοὺς μαθητές του, μόνο πάντα θυμοῦνταν μὲ ἐπαίνους τοὺς περσινούς.

Τότε ἔλεγε «Δὲν ἔχομε πιὰ φιλοπατρία. Δὲν ἔχομε φωτιά. Οἱ πολιτικοὶ μᾶς χάλασαν. Θά ’ρθουν οἱ Βούλγαροι καμμιὰ μέρα, ἀκοῦτε, μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ τότε θὰ καταλάβωμε ὥς ποῦ ἔχομε φτάσει.[2] Ἂν ἡ γενιά σας δὲ δουλέψη, δὲν πάσκιση νὰ διορθωθῆ, πάει, χαθήκαμε».

Κι αὐτὸς ὁ δάσκαλος, ὅταν δὲ γρίνιαζε φωνάζοντας τέτοιες ἀλήθειες, μιλοῦσε ἥσυχα γιὰ τὴ γλῶσσα κ’ ἔλεγε συχνά, ἐπειδὴ ἤτανε γλωσσολόγος· «Μὴν προσκυνᾶτε σὰ θεὰ τὴν ἀττικὴ γλῶσσα». (περισσότερα…)

Σπυριδιώνης, ένας παράδοξος Λευκαδίτης στα χρόνια της Επαναστάσεως

 *

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, αν κάποιος ήθελε να φκιάξει βαρέλια στην Ζάκυνθο πά’αινε δελόγκου σ’ έναν Λευκαδίτη. Είχε, βαραμέντε, και ντόπιους μαστόρους το Τζάντε, τζόγια μου, μα εκείνοι έμοιαζαν μπροστά του σόλιτοι –συνηθισμένοι, πάει να πεις– κι έφκιαναν μόνον βαρέλια. Ο Σπυριδιώνης, περ ντι πιού –συν τοις άλλοις– έφκιανε και σφραγίδες. Ταγιαδόρος από τσι καλούς, ξυλοσκαλιστής φαμόζος!

Εκεί, στο μαγαζάκι του, μπονώρα-μπονώρα, ανακατώνονταν οι κρασέμποροι με τους καλαμαράδες κι οι μπαρτσολέτες πά’αιναν σύγνεφο. Κογιονάριζε αβέρτα ο ένας τον άλλον. Και τόμου κι ο αβεντόρος έχει πάντα δίκιο, ο μαγαζάτορας ήταν ομπλιγάδος να κρατεί παλάντζα. Μαγγιώρος στο να τηρεί το όρντινο.

Με την μπίμπια στο στόμα, ο ρεμπεσκές – καλαμπούρι στο καλαμπούρι, μαθές. Τον έκανες χάζι ορτό στην μπασία να υποκλίνεται εξεχώριστα σε γραμματιζούμενους και σέμπρους, σε ντινιέντηδες και λιανομάριδο, λες και τους έστελνε ούλους ούφου ντου λούφου – στα τσακίδια, διάτανε!

Τι να σου πρωτομολο’ήσω, ψυχίτσα μου! Χάρμα των ομματιών, το ραμολιμέντο! Κι ήθελε, ο κουζουλός –βόηθα να μην κρεπάρω, Άγιε Διονύσιε– να τονε λένε Βασιλέα της Λευκάδος κιόλας!

«Ε, μα τέτοιοι που ’ν’ οι Αγιομαυρίτες, μάτια μου, μην άξιζαν καλύτερο βασιλέα από τούτο το ρεντίκολο;» μουρμούργαν πίσ’ απ’ την πλάτη του. Γιατί αν το ’λεγαν και μπροστά του, θα τους έπαιρνε και θα τους σήκωνε ο διάσκαντζος!

Μα να ξέρανε κι αυτοίνοι ποιος ήτανε, δεν θ’ αμόλαγαν τέτοιες παρόλες.

Ας έφερναν τα μούτρα τους να τον έβλεπαν στην πολιορκία της Αγια-Μαύρας το 1807, όταν ο Αλή Πασάς απ’ το κάστρο του Τεκέ εξαπέλυε μύδρους στην ρωσσοκρατούμενη Λευκάδα.

Κι όταν τον Μάιο του ιδίου έτους οι Αλβανοί πολιορκητές ενισχύθηκαν απ’ το γαλλικό πυροβολικό, ας ήταν εκεί να ιδούν τι έκαμε αυτός, ο Σπυριδιώνης, τι έκαμε και τον ανακήρυξε βασιλέα ο απεσταλμένος της Ιονίου Πολιτείας, ο ίδιος ο κόμητας Καποδίστριας!

Όταν ο Γάλλος μηχανικός διέταξε να ανοιχτεί περιφερειακή του φρουρίου τάφρος και να γίνει ανέγερση προχώματος, παρατήρησαν πως τα χώματα του ανυψούμενου προμαχώνος ήταν σαθρά και έχρηζαν υποστηρίξεως με σανίδες και δοκάρια, πράγμα σπάνιο στην αγιομαυρίτικη αγορά τον καιρό εκείνο.

Τότε ο Σπυριδιώνης, δίχως ίχνος δισταγμού, σπεύδει στο φτωχόσπιτό του, αποσπά τις πόρτες και τα παράθυρα, ακόμα κι αυτές τις παλιοσανίδες του πατώματος και, μεταφέροντάς τα στον ώμο του, ενισχύει τα οχυρωματικά έργα της πόλεως, που μ’ εκείνα προσδοκούσε την σωτηρία της.

*

(περισσότερα…)

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι

Johann Lorenz II Rugendas (1775-1826), Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1826
Επιχρωματισμένη ακουατίντα, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  Α΄

Αν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν αποτελεί το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα του ελεύθερου πια νεοελληνικού πνεύματος, τραγούδι ζωής και πίστης στην ιδέα του ανυπότακτου ανθρώπου, επίτευγμα που χαρακτηρίστηκε δίκαια ως ο «πρώτος γνήσιος καρπός της Ελληνικής φαντασίας, ύστερα από αιώνες μαρασμού της» (Ιάκωβος Πολυλάς), η ύψιστη στιγμή της ποιητικής ιδιοφυίας του Διονυσίου Σολωμού είναι μια σύνθεση η οποία, ημιτελής φαινομενικά, συνιστά το τέλειο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι το κατ’ εξοχήν Ποίημα, αυτό στο οποίο αναδεικνύεται, σε όλο της το βάθος και με όλη της την καθαρότητα, η ουσιώδης, η τραγική αλήθεια του κόσμου: η Ελευθερία. Πέρα όμως από τα τυπικά αισθητικά κριτήρια του τραγικού, πέρα από τον αγώνα εναντίον της Ανάγκης, στο έργο αυτό φανερώνεται και η ελληνική ιδιοσυστασία, που αναγνωρίζει τις χαρές της ζωής, τη φύση, τον έρωτα, την αυταξία της βιωτής, αλλά και που συγχρόνως δεν διστάζει να θυσιάσει τα πάντα χάριν της Ελευθερίας, της θεμελιώδους μυστικής αρμονίας των πάντων. Μια ταπεινή πολιτεία, στο άκρο μιας λιμνοθάλασσας της Ρούμελης που ξανοίγεται στον Κορινθιακό και της τεναγώδους πεδιάδας μεταξύ Αρακύνθου και βουνών της Βαράσοβας, το Μεσολόγγι, όρισε η Μοίρα ως σκηνή αυτής της φανέρωσης. Ας παρακολουθήσουμε πώς υψώθηκε τούτο το μέγα επίτευγμα, πρώτα ως ιστορικό γεγονός (όπως το αποτύπωσε στα απομνημονεύματά του ένας πολεμιστής από την αδούλωτη Χιμάρα της Ηπείρου, ο Σπύρος Μίλιος) και κατόπιν, πώς ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης το απαθανάτισε με το ανυπέρβλητο οικοδόμημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

*

Παράξενη η τύχη των πόλεων. Πενήντα χρόνια πριν, στα Ορλωφικά, το Μεσολόγγι, η πολιτεία που έμελλε να γίνει ιερή, είχε πυρποληθεί από τους Τουρκαλβανούς και παραμονές της Παλιγγενεσίας δεν είχε ακόμη καλά- καλά συνέλθει. Δεν αριθμούσε πάνω από 800 σπίτια και 4.000 κατοίκους. Παρότι υπήρξαν μεμονωμένα επεισόδια, όπως η επίθεση του οπλαρχηγού του Ζυγού Δ. Μακρή στη Σκάλα, στις 5 Μαρτίου, κατά τουρκικού θησαυρού προοριζόμενου για τη Ναύπακτο, πράξη που μπορεί να θεωρηθεί πρώτο επαναστατικό επεισόδιο, ο σηκωμός εδώ δεν άρχισε αμέσως, όπως στην Ανατολική Στερεά. Δεν υπήρχαν οπλαρχηγοί με την ισχύ ενός Οδυσσέα Ανδρούτσου, το σθένος του Διάκου ή ένας Πανουργιάς. Η εγγύτητα των οθωμανικών στρατιωτικών κέντρων, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπου βρισκόταν ο Χουρσίτ με μεγάλες δυνάμεις για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά, οι δυσκολίες επικοινωνίας και συγκοινωνιών, οι μνήμες από την επανάσταση του 1770 και η αναποφασιστικότητα των αρματολών του Βάλτου και του Ξηρόμερου Τσόγκα και Βαρνακιώτη, συνετέλεσαν η Επανάσταση στο Μεσολόγγι ν’ αρχίσει μόλις στις 20 Μαΐου 1821, όταν φάνηκαν τα υδραίικα και τα σπετσιώτικα πλοία και οι Μεσολογγίτες, με επικεφαλής τους προκρίτους Ραζηκότσικα, Παπαλουκά και Καψάλη, πήραν τα όπλα και ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο τουρκικό διοικητήριο.

Γρήγορα το Μεσολόγγι θα εξελιχθεί σε κέντρο των οπλαρχηγών της Δυτικής Στερεάς αλλά και «στρατηγείο» του δαιμόνιου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που έφθασε διά θαλάσσης στις 21 Ιουλίου. Ικανότατος αλλά και φιλόδοξος ο Φαναριώτης πρίγκιπας προσεταιρίστηκε αμέσως προκρίτους και οπλαρχηγούς, όπως ο Δημήτριος Μακρής και ο Ανδρέας Ίσκος, υποσχόμενος τίτλους και αμοιβές, αλλά και τον Αλέξη Νούτσο που ήρθε από την αυλή του Αλή για να προτείνει στους φιλέλληνες αξιωματικούς που έρχονταν στην περιοχή, να… καταταγούν στο στρατό του πασά των Ιωαννίνων προς αντιμετώπιση της πολιορκίας του από τον Χουρσίτ. Χάρη στη μεσολάβηση του Νούτσου ο Μαυροκορδάτος θα επιτύχει να φέρει κοντά του και τους Σουλιώτες, δύναμη σπουδαία στην οποία θα στηρίζεται σταθερά ενώ παράλληλα θα οργανώσει τη συνέλευση που θα ψηφίσει τον Νοέμβρη του 1821 το δικό του πολιτικό σχήμα, τον Οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. (περισσότερα…)

Ίων Δραγουμης: Το λάγιο αρνί του ελληνισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Το εκδοτικό ημερολόγιο του 2025 έκλεισε με ένα μείζονος φιλολογικής σημασίας γεγονός. Την έκδοση, χάρη στην πολύχρονη συστηματική εργασία του αφιερωμένου στις δραγουμικές σπουδές Νώντα Τσίγκα, ενός ακόμη τμήματος από τα αδημοσίευτα Τετράδια του Ίωνος Δραγούμη. Ίσως μάλιστα του πιο καίριου για να αντιληφθούμε τη βαθύτερη ηθική και ψυχική ιδιοσυστασία του συγγραφέα τους, που καιρός είναι πια να πάρει την υψηλή θέση την οποία δικαιούται στα ελληνικά γράμματα. Σε αυτά τα Τετράδια (της περιόδου 1902- 1904), δεν λάμπει απλώς μια ψυχή δυνατή, βαθιά και πλούσια που αγωνίζεται σε κατάσταση διαρκούς ταραχής να συλλάβει το νόημα της ύπαρξής της. Δεν ανατέμνεται μόνο το περιβάλλον προσώπου με σημαντικότατο ρόλο στον επικό αγώνα της μακεδονικής ελευθερίας. Μέσα στις σελίδες του τόμου αυτού, ακολουθώντας τα βήματά του στα βουνά της Μακεδονίας (αλλά και της Ανατ. Ρωμυλίας), φωτίζεται ένας χαρακτήρας που θα γινόταν, μερικά χρόνια αργότερα, από λάγιο αρνί του Ελληνισμού ο Άμλετ του εθνικού διχασμού. Επιπρόσθετα: δεν είναι μικρότερης αξίας, ότι από τη μελέτη των Τετραδίων αυτών γίνεται πλέον σαφές και αναμφίλεκτο, από άποψη γραμματολογική, πως ο Δραγούμης, «η πιο βασανισμένη ψυχή στη λογοτεχνία μας», όπως επισήμαινε ο Γ. Θεοτοκάς, ήταν όντως «ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που ένιωσε την ύπαρξη του εσωτερικού ανθρώπου». Όποιος μελετήσει τα ημερολόγια του Ίδα, δεν θα βρει συμπυκνωμένο απλώς έναν συγγραφέα (όπως σημείωνε ο ίδιος στις 4 Απριλίου 1904) αλλά θα νιώσει τη σπάνια ηλεκτρική σπιθοβολή, για την οποία εκείνος έκανε λόγο. Αρκεί να είναι Ζωντανός.

Η περίοδος που καλύπτουν τα δημοσιευόμενα Τετράδια περιλαμβάνει όλη την πρώτη φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Οι εγγραφές ξεκινούν από τις 12 Μαΐου 1902 στην Αθήνα, έξι μήνες πριν από τον διορισμό του Ι. Δραγούμη ως γραμματέα του προξενείου Μοναστηρίου, στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και κλείνουν στις 26 Δεκεμβρίου 1904, πάλι στην Αθήνα, όπου μόλις έχει επιστρέψει από τη θητεία του στο ελληνικό προξενείο Φιλιππουπόλεως, λίγο πριν αναχωρήσει για το προξενείο της Αλεξάνδρειας. (περισσότερα…)

Για τον Καποδίστρια και πάλι

*

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

~.~

Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή (ακόμη δεν κατάφερα να τη δω) ανακίνησε και πάλι το ζήτημα των πεπραγμένων μιας μεγάλης πολιτικής φυσιογνωμίας των αρχών του 19ου αιώνα, του Ιωάννη Καποδίστρια, που η δολοφονία του σημάδεψε τραγικά την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη του νεοσύστατου τότε ακόμη ελληνικού κράτους.

Αν οι Έλληνες τον 20ό  και τον 21ο αι., και ανάμεσα τους πρωτίστως οι διανοούμενοι, προσέτρεχαν στις σχετικές μαρτυρίες, μελέτες και έρευνες προκειμένου να αναζητήσουν και οι ίδιοι την ιστορική αλήθεια των πεπραγμένων εκείνων των λίγων πολιτικών που έμειναν στην σύγχρονη ιστορία μας, θα προσέφεραν υπηρεσίες στα πολιτικά κόμματα με τα οποία συντάσσονται. Γιατί τα πολιτικά μας κόμματα, ερήμην των πολιτών τους οποίους καλούνται να εκπροσωπήσουν στο Κοινοβούλιο, αδυνατούν να καθοδηγήσουν με τρόπο θετικό στην αντικειμενικότητά του την ευρύτερη κοινή γνώμη. Κι αν η αξιακή αποτίμηση στη βάση της ιστορικής αλήθειας γινόταν πάγια μέθοδός μας, η χώρα ίσως σήμερα δεν θα αντιμετώπιζε τόσα σοβαρά εσωτερικά όσο και εξωτερικά προβλήματα.

Σε σειρά σχετικών εκδόσεων, ο Λουκάς Αξελός με επιμέλεια και δική του εισαγωγή, προέταξε την έκδοση ενός κειμένου του σπουδαίου συνταγματολόγου Αλέξανδρου Σβώλου με τίτλο Η συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος (Ιανουάριος 1972). Το πρώτο που τονίζει ο Σβώλος είναι το ότι η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος μπορεί να είναι πλήρης μόνον εάν τοποθετηθεί στην εν γένει πολιτική ιστορία της χώρας και μόνον εάν βρει την έρεισή της στην ακριβή απεικόνιση της κοινωνικής εξέλιξής της, αφού η κοινωνική εξέλιξη είναι αυτή κατά βάση που προσδιορίζει το πολίτευμά της. (περισσότερα…)

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά. Η σκέψη αυτή ήρθε στον νου μου βγαίνοντας από την αίθουσα όπου είδα την κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια. Μια ταινία έντιμη που, αν μη τι άλλο (πέρα από ορισμένες ανακρίβειες και υπερβολές), αποδίδει πιστά το πρόσωπο ενός πολιτικού ηγέτη εμπνευσμένου και ανιδιοτελούς, ενός ανθρώπου με πίστη αλλά και πατριωτικό ρεαλισμό, ενός χαρακτήρα ευπροσήγορου όσο και αποφασιστικού, απολύτως αφοσιωμένου στο όραμα και στο σχέδιο για τη θεμελίωση σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Η σκέψη «Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά» αφορά στη δημόσια συζήτηση που για μία ακόμη φορά εγκλωβίστηκε στη διαχρονική και αδιέξοδη πόλωση, με εκατέρωθεν ανοησίες δύο στρατοπέδων που κρατούν τη χώρα δέσμια της καθυστέρησης και της εξάρτησης, με ρητορείες και παντομίμες είτε «εκσυγχρονισμού» είτε «παράδοσης». (Ελλάδα: η χώρα που για να ακριβολογείς πρέπει να χρησιμοποιείς πάντα εισαγωγικά).

Για τους κοντοτιέρους των Φώτων δεν υπάρχει Τότε διαφορετικό από αυτό που φαντασιώνονται ως αναγκαία πορεία προς την πρόοδο. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει αγώνες κοινούς με τους κοτζαμπάσηδες και την ολιγαρχία ή και φόνους («Απόλλων»: «ο τύραννος έπεσε»), προκειμένου να λείψει ο πραγματικά φωτισμένος ηγέτης που θα συγκροτούσε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος χωρίς να ξεριζωθεί η ελληνική ταυτότητα. Δεν διστάζουν για τούτο να διακινούν χοντροκομμένα ψέματα για τον «τύραννο» Καποδίστρια, λες και δεν τον κάλεσε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, λες και δεν υπήρξε ο εκλογικός θρίαμβος του 1829 και η Δ΄ εν Άργει Εθνοσυνέλευση. Γράψαμε παλαιότερα για το έργο του κυβερνήτη Καποδίστρια που κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει. (περισσότερα…)

Γιὰ τὸν Καποδίστρια τοῦ Γιάννη Σμαραγδῆ

*

τοῦ ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Σινεφὶλ δὲν εἶμαι, γιὰ πολλοὺς καὶ διάφορους λόγους. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔφτιαξαν τὸ θέατρο, οἱ Χριστιανοὶ τὴ θεία λειτουργία, καὶ οἱ Δυτικοὶ περιορίστηκαν σὲ ἕνα φθηνὸ ἀλλὰ λουσάτο μέσο, στὸν κινηματογράφο, ὅπου ὁ ἠθοποιὸς δὲν ἔχει νὰ ἀντικρίσει τὸ κοινό του, ὅπου τὰ ἐφὲ πᾶνε σύννεφο καὶ κατακυριεύουν τὴν ταινία, ὅπου τὸ μέσο εἶναι κατάλληλο ὡς προπαγάνδα γιὰ κάθε λογῆς δικτάτορες καὶ παράφρονες ἐναλλακτικούς, ὅπου κάθε σκηνὴ γυρίζεται 200 φορὲς ὥσπου ἀναπόφευκτα νὰ βγεῖ τὸ τέλειο (σκηνοθετικὰ τέλειο) ἀποτέλεσμα. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν λεφτὰ γιὰ ἄπειρα γυρίσματα: Τῆς εὐκολίας τὸ ἀνάγνωσμα. Ἴσως ἡ φράση, στὸ Μὲ λένε Ἀρτέμη, «πολὺ νόημα!» νὰ εἶναι ἡ τελικὴ δίκη καὶ καταδίκη γιὰ τὸν ψαγμένο καὶ μὴ κινηματογράφο. Καλῶς ἢ μᾶλλον κακῶς, αὐτὸ ἔχουμε σήμερα, ὅπως τὸν 8ο αἰώνα καὶ σ’ ὄλη τὴν Ἀρχαιότητα εἴχαμε τὶς εἰκονογραφίες καὶ τὰ ἀγάλματα. Ὅπως τότε ἐπικρατοῦσε ἡ δύναμη τῶν εἰκόνων, τώρα κυριαρχεῖ ἡ δύναμη τῆς ταινίας.

Ὅτι οἱ ταινίες ἐποχῆς ἔχουν ἕνα πολιτικὸ μήνυμα εἶναι προφανές. Οἱ 300 ἦταν ἐμμέσως καὶ μιὰ ἀπειλὴ γιὰ τὸ Ἰράν, ἕνας χαρακτηρισμός του ὡς τεράτων. Ἡ Ὑπατία στὴν Agora εἶναι μιὰ λαχταριστὴ νέα, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὅταν δολοφονήθηκε ἦταν μιὰ μπάμπω βάσει τοῦ προσδόκιμου ζωῆς στὴν ρωμαιοβυζαντινὴ Αἴγυπτο (ἡ παρουσίασή της ὡς μπάμπως θὰ μείωνε τὸ ἀντιχριστιανικὸ μένος -πάντα οἱ ἀντιχριστιανὲς εἶναι αἰσθησιακὲς «ἁμαρτωλὲς» τὸ πολὺ 19 χρόνων), καὶ ἦταν ντυμένη ὡς πόρνη γιὰ τὰ δεδομένα καὶ τῆς παγανιστικῆς ἑλληνορωμαϊκῆς Ἀρχαιότητας (βλ. σχετικὰ καὶ τὸν Πλούταρχο γιὰ τὴν ἰδεατὴ «σώφρονα γυναίκα»)· μεταξὺ ἄλλων, ἐνάντια σὲ κάθε ἱστορικότητα, στὴν ἴδια ταινία ὅσοι χαρακτῆρες προσηλυτίζονται στὸ Χριστιανισμό, ξαφνικὰ παύουν νὰ φοροῦν (τουριστικά…) ἀρχαιοελληνικὰ ροῦχα καὶ φοροῦνε κελεμπίες / χιτζάμπ (!! Ξανά: Ἰράν, πὲς ἀλεύρι…). (περισσότερα…)

Ἡ σφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ ἡ μάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828) στὸ ἔργο τοῦ Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [2/4]

*

τῆς ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

~.~

Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1961 ὁ νεαρὸς Γιώργης Μανουσάκης ἀνέφερε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιφυλλίδες του τὴν ἑξῆς παρατήρηση μιᾶς ἑλληνίστριας:

Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ζοφερή, ἀπαισιόδοξη. Σπάνια ν’ ἀνακαλύψεις σ’ αὐτὴν μιὰ ἀχτίνα ἀπὸ φῶς. Μιὰ κι ἡ τέχνη ἑνὸς λαοῦ εἶν’ ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς του, πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑποθέσομε πὼς οἱ Ἕλληνες εἶναι στὸ βάθος ἕνας λαὸς μελαγχολικός;

Εἶναι, ἀπαντοῦσε ὁ Μανουσάκης, γιατὶ:

Ὁ ἄνθρωπος τούτης τῆς γωνιᾶς τῆς γῆς εἶναι γεμάτος ἱστορικὲς μνῆμες. Μνῆμες δόξας καὶ θριάμβων καὶ πικρὲς μνῆμες καταστροφῶν, δυστυχίας καὶ ξεπεσμοῦ. […]

Ἔτσι μὲ μιὰ σκληρὴ ἀτομικὴ μοίρα καὶ μὲ μιὰ σκληρότερη ἐθνικὴ ἀποχτήσαμε σιγά₋σιγὰ τὸ κατακάθι τῆς θλίψης χρωματίζει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας.[1]

Ἐκεῖνο τὸ πατριωτικὸ «κατακάθι τῆς θλίψης» ὑπάρχει ἀπὸ τότε διαρκῶς στὸ ἔργο του, λογοτεχνικὸ καὶ δοκιμιακό, ἄλλοτε φανερὰ κι ἄλλοτε ὑπόγεια. Θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα πῶς αὐτὸ ἔχει ἀποτυπωθεῖ λογοτεχνικὰ γιὰ δύο ἱστορικὰ γεγονότα τῆς Κρήτης, τὴσφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ τὴμάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828). (περισσότερα…)

Γιώργης Μανουσάκης, Το πέρασμα του φαραγγιού

*

Μικρὸ ἀφιέρωμα στὸν Γιώργη Μανουσάκη [1/4]

*

Εἰσαγωγή-Ἐπιμέλεια:
Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

«Ὁ συγγραφέας ἐπέρασε τὸ φαράγγι τῆς Σαμαριᾶς τὸ καλοκαίρι τοῦ 1968 καὶ περιηγήθηκε τὰ Σφακιὰ τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πραγματικὴ ὁδοιπορία, ἀφοῦ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς διαδρομῆς ἔγινε μὲ τὰ πόδια.

Τὸ Ὁδοιπορικὸ τῶν Σφακιῶν δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ καταγραφὴ ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων. Ὁ συγγραφέας ἦρθε σὲ στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση, συνδιαλέχθηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐβίωσε τὴν ἱστορία στοὺς τόπους ὅπου διαδραματίστηκαν τὰ γεγονότα, ἀναζήτησε μὲ συγκίνηση τὸ ἰδιαίτερο ἦθος μιᾶς κρητικῆς ἐπαρχίας. Ἡ ἐποχὴ τῆς ἐπίσκεψής του στὰ Σφακιὰ ἦταν μιὰ ἐποχὴ μεταβατική. Ὁ τρόπος ζωῆς κι ἡ νοοτροπία τῶν κατοίκων (ὅσων εἴχανε μείνει στὰ χώματά τους) κρατοῦσαν ἀκόμη πολλὰ ἀπὸ τὰ παλιὰ στοιχεῖα, ὡστόσο τὰ καινούργια μηνύματα ἦταν εὐδιάκριτα. Ἔτσι τὸ βιβλίο παίρνει τὸ χαρακτήρα ἑνὸς ντοκουμέντου ποὺ ἀποτυπώνει ὄχι μόνο τὴν εἰκόνα ἑνὸς τόπου, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἐποχῆς ποὺ ἔχει περάσει ἀνεπίστροφα.»

Τὸ παραπάνω σημείωμα, γραμμένο ἀπὸ τον ἴδιο τὸν Μανουσάκη, εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ Ὁδοιπορικοῦ τῶν Σφακιῶν (α΄ ἔκδοση Κέδρος, Ἀθήνα 1980, β΄ ἔκδοση Μίτος, Ρέθυμνο 2002, Κρατικὸ Βραβεῖο Ταξιδιωτικῶν Ἐντυπώσεων 1981). Τὸ κεφάλαιο που αναδημοσιεύουμε εδώ εἶναι τὸ τελευταῖο τοῦ βιβλίου. Γιὰ τοὺς μὴ Κρητικοὺς ἀναγνῶστες δίνεται ἀπὸ τὸ συγγραφέα (Σ.τ.σ.) ἡ σημασία τριῶν λέξεων. Περισσότερες ὅμως ἀπὸ τὴν ἐπιμελήτρια, κυρίως μέσῳ τοῦ λεξικοῦ τοῦ Ἀντωνίου Ξανθινάκη, Λεξικό Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, δ΄ έκδοση αναθεωρημένη και επαυξημένη με 1500 νέα λήμματα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009.

~.~

Στὴ νοτιοανατολικὴ ἄκρα του ὁ Ὁμαλὸς στενεύει, καταλήγοντας στ’ ἀκρόχειλο τοῦ Ξυλόσκαλου. Δεξιά, σ’ ἕνα ψήλωμα, τὸ τουριστικὸ περίπτερο μοιάζει μὲ βίγλα. Πίσω του ἀνεβαίνει ἄγριος κι ἐπιβλητικὸς ὁ ὄγκος τοῦ Γκίγκιλου. Αὐτὸς εἶναι προπάντων ποὺ μαγνητίζει τὴ ματιά μας, ξαφνιάζοντάς την ὕστερ’ ἀπὸ τὴ νωχελικὴ μονοτονία τοῦ καρπεροῦ ὀροπέδιου. Αὐτὸς τραβᾶ τὰ βήματά μας ὣς τὴν ἄκρα τοῦ χάους, γιὰ νὰ τόνε δοῦμε ὁλόκληρο ν’ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ φαραγγιοῦ καὶ νὰ στέκετ’ ἐκεῖ, μπροστά μας, γυμνὸς καὶ τρομερός, ὅλο τεφρὴ πέτρα, ρυτιδωμένη, κατακομματιασμένη, φαγωμένη ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ νερὰ τῶν χειμωνιάτικων καταιγίδων. Ἀπὸ τὴ μέση κι ἀπάνω εἶναι παραδομένος στὸν ἥλιο, ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι βυθισμένος στὴ σκιά. Ἡ πυκνὴ μάζα του, ἔτσι ποὺ ὑψώνεται κατάντικρυ καὶ τόσο κοντά μας, μοιάζει μὲ βουβὴ ἀπειλή. Τὴν ἐντύπωση τούτη τὴ μεγαλώνει κι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ζωῆς ― καὶ τῆς παραμικρῆς πράσινης κηλίδας ― ἀπὸ τὴν κορφὴ ὣς τὴ μέση του. Ὁ Γκίγκιλος ἔχει τὴν ὄψη τοπίου ἀπὸ πεθαμένο ἄστρο. (περισσότερα…)

Ἰούλιος 1973: Ἕνα ὄνειρο στὸ ΕΑΤ/ΕΣΑ

*

Στον αντιδικτατορικό αγώνα έλαβε μέρος στο περίφημο Κίνημα του Ναυτικού, όντας ο νεότερος από τους αξιωματικούς του στόλου που συνελήφθησαν και βασανίστηκαν για τη δράση τους. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Οι αναγνώστες του Νέου Πλανόδιου είχαν την ευκαιρία τα προηγούμενα χρόνια να διαβάσουν εκτενή απόσπάσματα από την αυτοβιογραφία του Μανώλη Μπουζάκη «Ο δρόμος του Ποσειδώνη. Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου». Σήμερα έχουμε τη χαρά να προδημοσιεύουμε ένα ακόμη κεφάλαιο του έτοιμου πλέον βιβλίου που θα κυκλοφορήσει τις αμέσως επόμενες ημέρες από τις Εκδόσεις Κίχλη.

~.~

Ἡ περίοδος τῶν ἀνακρίσεων ἔχει τελειώσει. Ἔξω ἀκούγονται ρυθμικὰ βήματα καὶ χορωδιακὲς ἀπαγγελίες: «Ζήτω, ζήτω ὁ Πα-πα-δό-που-λος! Ζήτω, ζήτω ἡ Ἐ-πα-νά-στα-σις!».

Νέα παιδιά, φαντάροι ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδας, τὰ πιὸ πολλὰ ἀμόρφωτα, ἐκβιαζόμενα, παρασυρμένα ἀπὸ ἄγνοια ἢ κι ἀπὸ φόβο, εἶχαν μεταμορφωθεῖ σὲ σκληροὺς ἐκτελεστὲς βάρβαρων ἐντολῶν, ἀπάνθρωπων. Πόσα χρόνια ἄραγε θὰ περάσουν γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ, νὰ καθαρίσει τὸ κορμὶ τῆς πατρίδας μας ἀπὸ τὶς μολύνσεις καὶ τὴ βρόμα ποὺ ἄφησαν πάνω καὶ μέσα του οἱ βιαστές της. Ὧρες ἀτέλειωτες πηγαινοέρχομαι στὸ κελί, τρία βήματα στὴν εὐθεία, τεσσεράμισι διαγωνίως. Ὀχτακόσιες εἴκοσι ἑφτὰ φορὲς πηγαινέλα. Ἕνα βασανιστικὰ ἐπαναλαμβανόμενο γιατί, γιατί, γιατί τρυπᾶ τ’ αὐτιά, τὸ νοῦ καὶ τὴ σκέψη μου. Δὲν παίρνω καμιὰ ἀπάντηση καὶ τρελαίνομαι. γιατί εἶμαι ἐδῶ; Ποιοί μοῦ στέρησαν τὸν ἀέρα καὶ τὸ φῶς μου; Ποιοί εἶναι αὐτοὶ ποὺ ρυπαίνουν τὸν τόπο μου; Ἡ ἀνθρώπινη φύση μου ἀκρωτηριάζεται, στενεύει, ἀλλοιώνεται. καταρρέω. Σωριάζομαι μὲ λυγμοὺς στὸ τσιμεντένιο δάπεδο.

Ζοφερὲς φαντασιώσεις ἢ ὄνειρα… δὲν ξέρω. Κλείνω τὰ μάτια καὶ χάνομαι. Ὁ ἴδιος βασανιστικὸς καὶ ἀπελευθερωτικὸς ταυτόχρονα ἐφιάλτης ἐπανέρχεται καὶ σκεπάζει τὰ πάντα: Εἶμαι πεσμένος κάτω, δεμένος χειροπόδαρα. Δὲν θυμοῦμαι πότε μὲ ἔγδυσαν καὶ μὲ ἔδεσαν. Εἶμαι τυφλός.

Ἔτσι γεννήθηκα. χρώματα, φῶς καὶ σκοτάδι δὲν ὑπάρχουν γιὰ μένα. Κάποιος δήμιος, δεσμοφύλακας, φαντάρος ἢ χωροφύλακας βρίσκεται ἀπὸ πάνω μου. Οὐρλιάζει καὶ μὲ ἀπειλεῖ:

«Ἕνα ἕνα, ρὲ τσογλάνι, θὰ σοῦ βγάλουμε τὰ νύχια καὶ τὰ δόντια καὶ θὰ τὰ στείλουμε πεσκέσι στὴ μάνα σου!»

Πονῶ, ὀργίζομαι, ἀγωνιῶ, φοβοῦμαι. Οὐρλιάζω κι ἐγὼ χωρὶς νὰ ξέρω τί λέω, τινάζοντας τὸ δεμένο κορμί μου δεξιά, ἀριστερά, πάνω, κάτω. βρόμικα χνότα ἔρχονται στὴ μύτη μου καὶ μιὰ βροντερὴ φωνὴ προστάζει: (περισσότερα…)

Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[1/12]

~.~

Ο Νίκος Σαμψών είναι μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι οκτώ –και, κατά τον ίδιο, οι εννέα, που ο Κυριάκος Μαργαρίτης,  συγγραφέας του φερώνυμου Σαμψών[1] τού πιστώνει παιγνιωδώς–, μέρες που ηγήθηκε της πραξικοπηματικής κυβέρνησης της Κύπρου σήμαναν την απαρχή μιας εθνικής τραγωδίας, της μεγαλύτερης μετά από εκείνην του 1922, που έμελλε να ολοκληρωθεί με την τουρκική επέλαση και την de facto διχοτόμηση της χώρας.

Ήδη ο Βασίλης Γκουρογιάννης, αγγίζοντας στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (2009)[2] –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Μεταπολίτευσης– το ζήτημα των βετεράνων πολεμιστών της Κύπρου, είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά, ότι η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα διακόπηκε από ορδές κουκουλοφόρων, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου λοιδορήθηκε από ακροδεξιά έντυπα για εθνική μειοδοσία, αλλά και χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα από την Αριστερά ως εκφραστής εθνομηδενιστικών αντιλήψεων.[3] Αντιθέτως, αρθρώνοντας την οδύνη του για τον οριστικό ακρωτηριασμό της Μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό, ο Γκουρογιάννης θέτει σημαντικά ζητήματα συνειδήσεως σε ό,τι αφορά στην πρότερη μετοχή –εκόντων ακόντων– Ελλαδιτών πολεμιστών της Κύπρου στο Πραξικόπημα και, συναφώς, στις βαριές ευθύνες του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας στην προδοσία της Κύπρου. Αν ο Γκουρογιάννης, δεκαέξι χρόνια πριν, προκάλεσε, φέρνοντας στο φως την ιστορία ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά σακατεμένου, που εν τέλει δεν ήξερε εναντίον ποιων -δικών του ή ξένων- ήταν εντεταλμένος να πολεμήσει, χρειάζεται να πιστωθεί η αντίστοιχη τόλμη -ου μην η πρόκληση- στο βιβλίο του Μαργαρίτη υπό τον τίτλο Σαμψών, που καταπιάνεται ονομαστικά –και όχι πια συμβολικά και αφηρημένα– με έναν από τους κατεξοχήν πρωταγωνιστές της κυπριακής προδοσίας.

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός στον οποίο ο Νίκος Σαμψών ταυτίστηκε στο συλλογικό συνειδητό των Κυπρίων με το ίδιο το Πραξικόπημα, αρκεί να αναφερθεί ενδεικτικά πως τα παιδιά του, Μίνα και Σωτήρης, έτυχαν σε παιδική ηλικία επίθεσης στο δημοτικό σχολείο που φοιτούσαν από ομάδα μαυροφορημένων γυναικών –μανάδων και συγγενών αγνοουμένων και πεσόντων– που τα περιέλουσαν, έναντι του χυμένου αίματος των οικείων τους, με κόκκινη μπογιά: «Είναι πολύ δύσκολο –καλώς ή κακώς– κάποιος να σου έχει φορτώσει την τραγωδία όλου του τόπου σου στον ώμο σου»,[4] δηλώνει σαράντα πέντε χρόνια μετά η κόρη του Νίκου Σαμψών, Μίνα. Ομολογώ προσωπικά πως, έχοντας μαζί μου το βιβλίο Σαμψών σε χώρους οικείων, διαβάζοντάς το αδηφάγα άμα τη δημοσιεύσει του από τον Ίκαρο, μόνο και μόνο ο τίτλος ή και η φωτογραφία του υπό αναφορά προσώπου στο εξώφυλλο προκαλούσε μορφασμούς, φορτισμένες συζητήσεις και αποτροπιασμό, ανασύροντας μνήμες και τραύματα των συνομιλητών μου, όπως και ενδοιασμούς γύρω από έναν πολλά επίφοβο αναθεωρητισμό, που αφορά τόσο στον συγγραφέα του βιβλίου όσο και στην υποφαινόμενη κριτικό. Όχι τυχαία, η κριτική τηρεί ακόμα ευλαβικά σιωπή γύρω από το Σαμψών,[5] παρότι κυκλοφορεί εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, κι ενώ ο Μαργαρίτης έχει ήδη προχωρήσει στην έκδοση του Συμβάν 74 (2024),[6] γεγονός που καθιστά την παρούσα μελέτη την πρώτη και σε κάθε περίπτωση ανενδοίαστη προσέγγισή του. (περισσότερα…)

Τι θα είχε συμβεί αν ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε ασχοληθεί με την πολιτική και τη μελοποιημένη ποίηση

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #4

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Η ιστορία, ως γνωστόν, δεν γράφεται με υποθέσεις και εναλλακτικά σενάρια, αλλά κατά βάση κινείται μπροστά από τα άτομα εκείνα που παίρνουν πρωτοβουλίες στο πεδίο, επηρεάζοντας καθοριστικά τον καιρό και την εποχή τους. Αξίζει, ωστόσο, στο σημερινό μας άρθρο να εισέλθουμε στην επικράτεια μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, ερευνώντας το τι θα μπορούσε να έχει συμβεί στο ελληνικό τραγούδι αλλά και στο έργο του ίδιου του συνθέτη, στην περίπτωση που ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε εμπλακεί τόσο ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου και δεν είχε προβεί, ταυτόχρονα, στη συστηματική μελοποίηση του ποιητικού λόγου. Δεδομένου ότι και οι δύο υποθέσεις είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένες με τον πυρήνα της ζωής και του έργου του συνθέτη, σε τέτοιο βαθμό που αδυνατούμε πια να τον φανταστούμε και να τον ανασυστήσουμε άνευ εκείνων, γίνεται προφανές ότι εντέλει αυτό που επιδιώκουμε με το παρόν άρθρο δεν είναι τόσο να στήσουμε ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας παρά περισσότερο να ερευνήσουμε το πώς ήταν το ελληνικό τραγούδι πριν την έλευση του μείζονος δημιουργού και (κυρίως) τι έχει απομείνει την επόμενη μέρα που το παράδειγμά του έχει φαίνεται πως έχει απολέσει οριστικά (;) την άλλοτε δυναμική του.

Αν ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική, το έργο του μάλλον θα είχε κερδίσει αλλά και ταυτόχρονα… χάσει συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που το προώθησαν ή το χρησιμοποίησαν από τη μία, αλλά και το ανέγνωσαν μονοδιάστατα από την άλλη, βάσει αυτής και μόνο της ιδιότητας του δημιουργού του. (περισσότερα…)