«Ο Σαμψών είμαι εγώ»: Από την κοινοτοπία στη μετάνοια

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[9/12]

~.~

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Κυριάκου Μαργαρίτη είναι η σύνθετη θεώρηση του προσώπου του Νίκου Σαμψών μέσα από μία σειρά από ιστοριογραφικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και μεταφυσικά πρίσματα. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται με πρόσωπα και γεγονότα-ταμπού της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, μπροστά στα οποία ορρωδούν τόσο η ιστορική καταγραφή όσο και η λογοτεχνία, ένεκα αφενός της αχλύος, αφετέρου δε των πολιτικών παθών που τα περιβάλλουν, προκαλεί την παρούσα ανάλυση ως προς την πραγμάτευση της ιστορικότητας του προσώπου, αλλά και της λογοτεχνικής του μεταρσίωσης. Η προοπτική δε της άφεσης του Νίκου Σαμψών μετατοπίζεται με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο από την Ιστορία στην Αλήθεια, έννοια η οποία απασχολεί τον Μαργαρίτη αποκλειστικά στη θεολογική της διάσταση, παρότι, όπως αποδεικνύεται, αναμετράται με και υπερβαίνει τα όρια της ίδιάς της της πολιτικής. Είναι ο Σαμψών ένα μυθιστόρημα απόδοσης πολιτικών ευθυνών; Υπήρξε ο Νίκος Σαμψών ένα ακόμα θύμα της ιστορίας; Υπήρξε, πράγματι, ένας γνήσιος πατριώτης ο οποίος ξεγελάστηκε, πιστεύοντας πως, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα μιας πραξικοπηματικής κυβέρνησης, επιτελεί και ηγείται της πολυπόθητης Ένωσης; Υπήρξε, όπως η φανταρία του Βασίλη Γκουρογιάννη[473] ή οι νεαροί πιστολέρο της 15ης Ιουλίου στο Προεδρικό, υποχείριο της Χούντας, μονάδα που εκτελούσε τυφλά διαταγές, δίχως συνειδησιακή μετοχή και κρίση, όργανο μιας αρεντιανού τύπου «κοινοτοπίας του κακού»,[474] όπου περίπου ο ήρωας δρα ως μηχανικό γρανάζι ή αυτόματο μιας καταχθόνιας μηχανής, η οποία εν τέλει πρόδωσε τόσο τα υψηλά ιδανικά του όσο και τον ίδιο; Η απάντηση του Μαργαρίτη δεν είναι απλουστευμένη ούτε, ωστόσο, αδιαφανής ή διφορούμενη. Η δε απουσία κριτικής για το βιβλίο αυτό στον ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση, ενδεικτικότατα, με παρόμοια ζητήματα που ήγειρε και το πολύκροτο βιβλίο του Γκουρογιάννη, είναι περισσότερο από ηχηρή και δηλοί την αμηχανία ή και την απροθυμία ενασχόλησης με το ευαίσθητο κυπριακό θέμα.

Το παρόν κεφάλαιο της μελέτης εξετάζει τα όρια ανάμεσα στην πολιτική-ιστορική και την ανθρωπολογική πραγμάτευση του Νίκου Σαμψών, αναδεικνύει τη δι’ αυτό σχέση του βιβλίου με τις παράλληλες αφηγήσεις μυθιστορηματικών ηρώων (Ντόριαν Γκρέυ, Καρλ Γιόζεφ φον Τρόττα, Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ, Ρασκόλνικωφ), τραγικών προσώπων (Προμηθέας, Αντιγόνη), φιλοσόφων (Μάρτιν Χάιντεγκερ) ή ποιητών (Πάουλ Τσέλαν, Αρθούρος Ρεμπώ) και αναδεικνύει τις τρόπους με τις οποίους ο Μαργαρίτης, εγγίζοντας την αυτομεμψία, ποιεί ένα εντυπωσιακό μυθιστορηματικό πορτραίτο-παλίμψηστο, μείζον επίτευγμα τις θρησκευτικής και εν γένει τις λογοτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα.

«Τις πταίει;»: Από την πολιτική στην Αλήθεια

Η εκπεφρασμένη πρόθεση του συγγραφέα για μια εκκλησιαστική και όχι πολιτική αφήγηση λαμβάνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση στο μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών. Κατά μήκος της ογκώδους αφήγησης, παρεμβάλλονται αυτούσια λόγια των δημοσιογράφων Παύλου Παύλου και Γιώργου Ηλιάδη, που έλαβαν από το ιστορικό πρόσωπο συνεντεύξεις, τα οποία διαλέγονται με τον ήρωα ως και η λαϊκή ετυμηγορία, διερευνούν τις σκοτεινές πτυχές της κυπριακής τραγωδίας, με αναφορά στην προδοσία, και επιθυμούν να αναδείξουν τους ενόχους, αλλά και τον ίδιο τον Σαμψών ως ένοχο. Παράλληλα, ο αυτοδιηγητικός και αυτοβιογραφούμενος αφηγητής-συγγραφέας δρα, ενθυμίζοντας τον πρωτόλειό του Αρσένιο Θησέα,[475] που αναβιώνει και στην Κρόνακα,[476] ως υπαρξιακός ντετέκτιβ, θεμελιώνοντας την ιστορία του πάνω σε μία (και εν προκειμένω περισσότερες) εγκληματική πράξη, επί της οποίας οικοδομείται η πλοκή της εξιχνίασης και της αναζήτησης του ενόχου. Σε αντίθεση με το αγιολογικό, κατανυκτικό άνοιγμα της Νέας Κρόνακας με το βιβλίο Εννέα, όπου η αφήγηση εκτυλίσσεται αργά, σε ένα συμβολικό, εσωτερικό, πιο αφηρημένο και πνευματικό επίπεδο, στο Σαμψών πριμοδοτείται η δράση, το σασπένς και το μυστήριο, εμβολιασμένα με στοιχεία του νουάρ, κινηματογραφικών γουέστερν και γραφικών μυθιστορημάτων κόμικς, όπου η ευφυΐα, η παρατηρητικότητα, η συνδυαστικότητα και ενδελεχής συνεξέταση στοιχείων από μέρους του αφηγητή καλούνται να επιλύσουν τον «γρίφο».

Στο εύρος, περαιτέρω, των πεντακοσίων και πλέον σελίδων της, η αφήγηση κυβερνάται από δύο ρητορικά και συγκροτητικά της ερωτήματα: «Τις πταίει;», ενθυμίζοντας το ομότιτλο άρθρο-κόλαφο του Χαριλάου Τρικούπη εναντίων των ανακτόρων, προσδιορίζοντας μια υπαιτιότητα πολιτειακής τάξεως –εκατό ακριβώς χρόνια πριν από το 1974–, αλλά και την σκεπτικιστική απορία του Ποντίου Πιλάτου «Τί ἐστίν ἀλήθεια;» (Ιω. 18: 37), εκπεφρασμένη ανυποψίαστα απέναντι στη σωτηριολογική αλήθεια που ενσαρκώνει, για τον Χριστιανό, ο Ιησούς Χριστός. Σε ό,τι αφορά στον Νίκο Σαμψών, του οποίου οι ατάκες από τις προαναφερθείσες συνεντεύξεις του στους Παύλου και Ηλιάδη επανέρχονται με δραματική ένταση στην αφήγηση, ισχυρίζεται ότι δεν έφερε καμία απολύτως ευθύνη. Μεταθέτει δε την κρίση του στην Ιστορία, πεπεισμένος πως αυτή, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του, θα τον δικαιώσει: «“Αρκετά με ετιμώρησαν άδικα οι άνθρωποι. Ας αφήσουν τώρα την αδέκαστη Ιστορία να με κρίνει. Γιατί αυτή μόνο έχει δικαίωμα να κρίνει τον Νίκο Σαμψών”».[477]

Σε ό,τι αφορά στον αφηγητή, διαπιστώνουμε τη διαρκή αναμέτρησή του με τον ίδιο του τον εαυτό σε ό,τι αφορά την περίπτωση Σαμψών, καθώς εξετάζει ως ιστοριογράφος/χρονικογράφος ή ως ντεντέκτιβ, αφενός, τον λερωμένο «φάκελο» της Κύπρου, όπου ευθύνες αποδίδονται ξεκάθαρα από μέρους του με ονόματα και διευθύνσεις, ως εκκλησιαστικός συγγραφέας, αφετέρου, ο οποίος δηλώνει ως μοναδικό στόχο του εγχειρήματός του –και παρά τις ποικίλες πειρασμικές παρεκκλίσεις από τη θεωτική πορεία του– την ιστόρηση της Αλήθειας, ήτοι την αποκάλυψη του Θεού στον ιστορικό χρόνο και την υπαρξιακή της βίωση από το εκκλησιαστικό σώμα:

Φαίνεται ότι λίγο πρέπει να σκληρύνω κι εγώ. Ορκίζομαι να μη ρωτήσω ποιος φταίει.[478]

Η αλήθεια δεν είναι παρά μια μουντζούρα, αυτή που άφησε ο Πιλάτος στη μαντηλιά. Τα βρόμικα, άτιμα χέρια. Μα τις πταίει; Λοιπόν: αν απαντήσω, να μου κοπούν τα χέρια![479]

Προσώρας, ανθρωπίνως με πληγώνει η ανεπάρκεια, η αδυναμία να ιστορήσω το τέλος σωστά.[480]

Η απόδοση, ωστόσο, ευθυνών και πολιτικών κρίσεων από μέρους του Μαργαρίτη είναι εμφανής σε όλο το μήκος της αφήγησης. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ο αφηγητής-ντεντέκτιβ ψηλαφεί τη τσάντα του, όπου ευρίσκεται «ένας ογκώδης φάκελος σαν αρχείο εγκλημάτων – αποκόμματα, φωτογραφίες, αντίγραφα».[481] Ολόκληρο, κατ’ ουσίαν, το βιβλίο παρέχει μια συμπαγή ψυχοβιογραφία του Νίκου Σαμψών, η οποία δεν αφορά μονόπλευρα στην πραξικοπηματική του δράση, αλλά και σε κρίσεις για ολόκληρο τον βίο και την πολιτεία του («Το ίδιο θα έλεγα και για τον Νίκο, μόνο που οι δικές του [σκοτεινές μέρες] δεν περιορίζονται στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Το ξημέρωμα ήταν μαύρο εξαρχής»[482]).

Απέναντι στο σκώμμα του αναθεωρητισμού, ο Μαργαρίτης παρουσιάζει ξεκάθαρα τον ήρωά του με ειρωνεία και σαρκασμό, ενδεχομένως και με υπερβολή, την οποία αντλεί από την αισθητική του νουάρ μυθιστορήματος. Παρότι ο λογοτεχνικός του ήρωας, όπως και ο Νίκος Σαμψών ως ιστορικό πρόσωπο, θεωρεί μέχρι το τέλος της ζωής του την ανάληψη της πραξικοπηματικής προεδρίας ως πράξη εγγυητική της εθνικής ενότητας, ο υπαινιγμός του συγγραφέα αποκαλύπτει την ηθική έκπτωση του προσώπου, όσο και διαρρηγνύει το σαμψώνειο αφήγημα:

Εκτός από δημοσιογράφος, ο Νίκος ήταν και ποδοσφαιριστής, […] αριστερός μπακ, ή οπισθοφύλακας. Φρουρούσε, σαν να λέμε, τα σύνορα.[483]

Ο σαρκασμός προεκτείνεται απέναντι στην κομπορρημοσύνη του ήρωα, ο οποίος ταυτίζει σε συνεντεύξεις τον εαυτό του με εθνικούς ήρωες, όπως τον Μεγαλέξανδρο, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.[484]

Πιο αιχμηρός καθίσταται ο σχολιασμός του αφηγητή απέναντι στη δράση του Νίκου Σαμψών κατά τα χρόνια της ΕΟΚΑ. Αντίθετα από το αναμενόμενο, δεδομένης της μετοχής της οικογένειάς του στην οργάνωση, ο Μαργαρίτης δεν αναφέρεται στους άθλους, αλλά στα «θύματα του Νίκου Σαμψών»,[485] με αναφορά στους Βρετανούς που ο τελευταίος φόνευσε ως αντάρτης πόλεως στην οδό Λήδρας, στην οποία οι Άγγλοι έδωσαν, γι’ αυτό, τον χαρακτηρισμό «μίλι θανάτου».[486] Σε αντίθεση με την αγιολογική παράσταση που παρέχει των υπόλοιπων, και ειδικά των θυσιασθέντων αγωνιστών («Αυτοί δεν έγραψαν τίποτα εφήμερο»[487]), ο αφηγητής προσάπτει στον Νίκο Σαμψών μια αδίστακτη και δολοφονική φύση: «Τα δάχτυλα κοιτώ στη λαβή […] Τα δικά μου τρέμουν. Εκείνα είναι σταθερά. Δεν υπάρχει εδώ δισταγμός. Δεν υπάρχει αγωνία»[488]). Του αποδίδει, επίσης, τη δολοφονία ενός Βρετανού πολίτη, του δημοσιογράφου Άνγκους Μακντόναλντ, για την οποία ο Σαμψών δέχτηκε μάλιστα επίπληξη από τον ίδιο τον Διγενή («Don’t play it again, Samson»[489]).

Ταυτόχρονα, αντί να αναγνωρίσει μια κάποια τόλμη στον ήρωά του, όταν εφόρμησε εναντίον ισχυρών βρετανικών δυνάμεων σε ό,τι έμεινε στην ιστορία του Αγώνα ως η Μάχη του Νοσοκομείου, εστιάζει και πάλι σε μελανά σημεία, όπως στην «εκτελεστική δεινότητα»[490] της ομάδας κρούσης του ή ακόμα στην εξουδετέρωση από μέρους του του παραλίγο εκτελεστή του, Βρετανού δεσμοφύλακα ονόματι Ντίμον, παραθέτοντας από την αφήγηση του ίδιου του Νίκου Σαμψών: «“Η γλώσσα του βγήκε έξω από το στόμα”, γράφει ο Νίκος, “και το πρόσωπό του πήρε χρώμα μελιντζάνας”».[491] Ο ήρωας στον Μαργαρίτη αγγίζει ενίοτε τα όρια μιας σχεδόν σαδιστικά ηδονιζόμενης με τον φόνο και με τη φήμη του προσωπικότητας, που αντλεί τη βιαιότητά της λιγότερο από τον ρεαλισμό και περισσότερο από στοιχεία που συμπίπτουν με γραφικά στερεότυπα του νουάρ, εντείνοντας την εγκληματική σκληρότητα, την ηθική σήψη και παρακμή, την ψυχολογική διαστροφή και τον απέριττο κυνισμό, που ο Μαργαρίτης αξιοποιεί στο έπακρον.

Η κορύφωση του μελανού πορτρέτου του Νίκου Σαμψών επιτελείται με τον επανερχόμενο από μέρους του ήρωα κομπασμό ότι αυτός αποτελεί το 60% της δράσης της ΕΟΚΑ.[492] Σχολιάζοντας παρακειμενικά τη φωτογραφία του εξωφύλλου του βιβλίου του, στην οποία ο Σαμψών απεικονίζεται να κρατά ένα περίστροφο «Λούγκερ»,[493] τυπωμένη συμβολικά σε κόκκινο χρώμα, ο αφηγητής εκθέτει την ασυγκράτητη μεγαλαυχία του μυθιστορηματικού του προσώπου:

Η φωτογραφία μιλά, ή μπορεί να βρυχάται: «Είχα συμμετάσχει, και το λέω με υπερηφάνεια, στο 60% της δράσης όλης της ΕΟΚΑ. Εμείς κάναμε το αντάρτικο πόλεων, το οποίο μιμήθηκαν άλλοι λαοί που έκαναν απελευθερωτικούς αγώνες».[494]

Αντιπαραβάλλει δε στην ύβρη του ήρωα την αγνότητα των αγωνιστών και ηρωομαρτύρων της οργάνωσης, εκφράζοντας μια χριστιανική περί επαναστάσεων αντίληψη, που αναδεικνύει ως κυρίαρχη ποιότητα ενός αγωνιστή τη θυσία υπέρ πίστεως και πατρίδος και όχι τους ατομικούς άθλους και τα ανδραγαθήματα:

Έπειτα, και υπό μίαν έννοια (την πιο λυπημένη που ξέρω), ο Νίκος Σαμψών δεν μετείχε ποτέ στο βαθύτερο και πιο σκοτεινό φως της ΕΟΚΑ, που ήταν το 40%, η αθωότητα. Το 60%, ή ο ίδιος ο Nίκος ήταν οι φόνοι και οι φωτογραφήσεις […].[495]

Μετά τους αγγέλους της ΕΟΚΑ, […], έχω πει σχεδόν και τον δαίμονα.[496]

Προχωρώντας στη ζωή του Νίκου Σαμψών κατά τη δεκαετία του ’60, η οποία καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας σκιαγραφεί στα κεφάλαια «Underworld» και «Batman v. Superman» την περίοδο δράσης των λεγόμενων «καπετανάτων», με αναφορά στο κυπριακό παρακράτος της Ανεξαρτησίας, και πιστώνει στον ήρωά του αριθμό ανεξιχνίαστων φόνων ανθρώπων του υποκόσμου, που φέρονται να έδρασαν προδοτικά ως δωσίλογοι κατά την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα.

Στο κεφάλαιο «Ο Πέτρος και οι λύκοι», όπου το κλασικό παιδικό συμφωνικό έργο του Σεργκέι Προκόπιεφ (Ο Πέτρος και ο λύκος, 1936) εντάσσεται παρωδιακά σε νουάρ συμφραζόμενα, ο Λύκος ή το Κακό συμβολοποιείται στα πρόσωπα του Σαμψών και του Γιωρκάτζη, αλλά και του Μακαρίου, στον οποίο ο συγγραφέας καταλογίζει, ανάμεσα σε άλλα, την ανοχή και την υπόθαλψη των παρακρατικών οργανώσεων. Ο συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα στον Σαμψών ως φερόμενο δράστη της δολοφονίας του Βρετανού αρχιτέκτονα Πήτερ Γκρέυ, το 1961, ο οποίος φημολογείται ότι υπήρξε βασανιστής της ΕΟΚΑ στα χρόνια του Αγώνα. Ανεξαρτήτως από το κίνητρο ή την ευστάθειά του, τον πεζογράφο απασχολεί αποκλειστικά το ζήτημα του φόνου ως διαστροφή της θεοειδούς προοπτικής. Ο «Πέτρος» της ιστορίας, που δίνει το όνομά του στο κεφάλαιο, αποκαλύπτεται ευφυώς στο πρόσωπο του γνωστού Αποστόλου, και συγκεκριμένα σε ένα από τα ισχυρότερα ανθρωπολογικά συμβάντα της Καινής Διαθήκης, το λάλημα του πετεινού, σημείο αναγνώρισης, φωτισμού, μετανοίας και επίγνωσης της ηθικής παράβασης. Η οντολογική πτώση, δηλωτική επίσης της άρνησης του Χριστού/αγάπης ως τρόπου ύπαρξης, αποδίδεται τόσο στο κυπριακό κράτος όσο και στον ίδιο τον αφηγητή: «Κλαίω πικρώς. Ο Πέτρος με παρηγορεί· γελά».[497]

Περαιτέρω, ο Νίκος Σαμψών παρουσιάζεται να διψά για αξιώματα και εξουσία («Στα τέλη του ’60, χολωμένος που έμεινε εκτός υπουργικού συμβουλίου, και δεν πρόλαβε ούτε να εκλεγεί βουλευτής»[498]), ενώ εικονίζεται ανατριχιαστικά ως θηρίο που βρυχάται κι ακονίζει τα νύχια, επειδή έμεινε έξω από το κυβερνητικό σχήμα του Μακαρίου: «Ο Σαμψών έμεινε απ’ όξω. Αλλά τα νύχια του φυτρώνουν ξανά. Αυτός τ’ ακονίζει – πυξ λαξ δαξ»[499]). Αναφερόμενος δε παρωδιακά στη μείζονα σύγκρουση του Νίκου Σαμψών με τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, ο Μαργαρίτης σκιαγραφεί μια μελανή εικόνα της Κύπρου της Ανεξαρτησίας, με άκρως περιφρονητικές και αμφιλεγόμενες ιστορικά αναφορές, ειδικά σε ό,τι αφορά στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου:

Όσο [ο Νίκος] ήταν σε Αγγλία και Ρόδο, οι επιζώντες αγωνιστές μοίραζαν την πίτα της εξουσίας με τις ευλογίες του Μακαρίου. Τα υπουργεία είχαν επανδρωθεί. Για τον Νίκο ούτε ένα.[500]

Ο Γιωρκάτζης, ας πούμε, εκλεκτός του Μακαρίου, θα επιχειρούσε τελικά να τον δολοφονήσει, ενώ δεν είναι ξεκάθαρος ο ρόλος του ίδιου του Αρχιεπισκόπου στη δολοφονία του Γιωρκάτζη.[501]

Περαιτέρω, ο πεζογράφος υπογραμμίζει σκωπτικά την επαμφοτερίζουσα πολιτική στάση του Νίκου Σαμψών –όπως και εκείνη του Γρίβα– εφόσον, σε αντίθεση με τους απορριπτικούς της Ζυρίχης αγωνιστές, και οι δύο τους υποστήριξαν αρχικά την ίδρυση του κυπριακού κράτους, εναντίον του οποίου επρόκειτο να στραφούν καταστροφικά αργότερα:

[E]κτός από ειρωνεία, ήταν και ένα τέχνασμα των Βρετανών […], ώστε να μην είναι τόσο ξεκάθαρο το κριτήριο διαχωρισμού των φυλακισμένων, σε ενωτικούς και οπαδούς της ανεξαρτησίας – ο Σαμψών ανήκε στους δεύτερους. […]: ο Γρίβας, που αργότερα θα πολεμούσε τις Συμφωνίες, προς το παρόν ήταν σύμφωνος, κι έδωσε εντολή στους άνδρες του να παραμείνουν πιστοί στον Εθνάρχη. […] Ο δικός μας Νίκος θα συμπορευόταν με τον Μακάριο, ενώ θα συμπορευόταν εν μέρει με το κομμουνιστικό ΑΚΕΛ εναντίον του ΝΑΤΟ, προτού γίνει πρόμαχος της Ένωσης.[502]

Σε ό,τι αφορά δε στην έσχατη και πλέον επονείδιστη πράξη του Νίκου Σαμψών, που οδήγησε απερίσκεπτα στην τουρκική εισβολή και το μακέλεμα της Κύπρου, ο Μαργαρίτης, παρά τη βούλησή του για αποστασιοποίηση και εκκλησιασμό της αφήγησης, αποδίδει ευθέως ευθύνες στον ήρωά του, υιοθετώντας, ενδεικτικά, λόγια των δημοσιογράφων Ηλιάδη και Παύλου από τις ιστορικές συνεντεύξεις τους του Σαμψών σε πλάγιο ή και ευθύ λόγο και χωρίς εισαγωγικά:

Άσ’ τα αυτά, τον παρακαλώ· μα είναι ανένδοτος. […] Γιατί δεν παραιτήθηκε πριν έρθουν οι Τούρκοι, όταν έμαθε ότι ο Μακάριος ζει, κι ένιωσε ότι οι αξιωματικοί τον είχαν προδώσει; «Ο ηγέτης δεν εγκαταλείπει τον λαό». Και το πλοίο; Όλα βυθίζονται.[503]

«Έσωζα ζωές. […] Κι αν γι’ αυτά πληρώνω, ας με κρίνει ο κυπριακός λαός». […] Μα ανέλαβες πρόεδρος σε πραξικοπηματική κυβέρνηση. Ναι· και έσωσα τον τόπο από τον εμφύλιο. Ο Παύλος Παύλου ξεσπά: «Θα σε καταδικάσει η Ιστορία!». […] Η Ιστορία, πάντως, θα κρίνει. Συμφωνεί κι ο Σαμψών.[504]

Απέναντι στην παρωδημένη διεκδίκηση από μέρους του ήρωά του για αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας («“Το μόνο που θέλω εγώ είναι να μεταδώσετε την ιστορική αλήθεια”»[505]), ο αφηγητής, αφότου διεξέρχεται χωρίς αυτολογοκρισία φακέλους και εγκλήματα, επιδιώκει να αποδώσει, στο βιβλίο του, την αλήθεια στον Λόγο και όχι στην Ιστορία:

Ο κόσμος αυτός ισχυρίζεται ότι είναι δικός μου – δηλαδή: του ανήκω. […] Επί δεκαετία πασχίζω να ανταποκριθώ στην προσταγή και την έκκληση, στο κάλεσμά του: να τον ιστορήσω όλον, ορθώς. Να πω, εννοώ, την αλήθεια.[506]

Εγείροντας την αποκάλυψη της αλήθειας της Ορθοδοξίας ως αίτημα και αιτιατό της αφήγησης, ο στόχος του βιβλίου του Μαργαρίτη κινείται από την ιστορική πραγματικότητα προς την οντολογία του προσώπου. Ο ίδιος ο συγγραφέας μαρτυρεί πως σε πρότερες δεκαετίες του βίου του, στις αρχές της νέας χιλιετίας, οπότε είχε θητεύσει στον υπαρξισμό και τον μηδενισμό, ιδιαίτερα δε στους Κίρκεγκωρ, Νίτσε, Σαρτρ, Καμύ και Χάιντεγκερ, ή και στον πεσιμισμό του Σοπενχάουερ, κατέγραφε στα ημερολόγιά του σκέψεις που αντιστοιχούσαν στη «σκωπτική ανοησία του Πιλάτου»[507] –με αναφορά στην περίφημη φράση του «Τί ἐστίν ἀλήθεια;» (Ιω. 18: 37)–, και πως η σπουδή του στην πατερική γραμματεία, και ειδικότερα στον άγιο Σωφρόνιο, ο οποίος πρόβαλε την αλήθεια ως υπαρξιακή πραγματικότητα, ενσαρκωμένη στο πρόσωπο του Χριστού, υπήρξε λυτρωτική. Στον τελευταίο αποδίδει τη διατύπωση της ουσιαστικότερης ερώτησης, που έκτοτε τον ενδιαφέρει:

Τι εστίν αλήθεια; ρωτά ο Πιλάτος, και ο Λόγος σωπαίνει. Ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια ο άγιος Σωφρόνιος χαϊδεύει του Πιλάτου το μέτωπο, […] του λέει· όλα είναι ψέματα. Εκτός απ’ αυτό: ΤΙΣ εστίν αλήθεια;[508]

Ο Γέροντας [Σωφρόνιος], που είχε βασανιστεί σκληρά στις φιλοσοφίες της Ανατολής […], με ελευθέρωσε, ρητώς διατυπώνοντας την πραγματική ερώτηση, που είναι ήδη η απάντησή της: Τις εστίν αλήθεια;[509]

Κατ’ αυτό τον τρόπο, τόσο η έννοια της αλήθειας όσο και της ιστορίας, με τον Χριστό σαρκωμένο εντός της, τοποθετούνται σε καταρχήν θεολογική βάση. Η αλήθεια, σε αυτό το πλαίσιο, δεν ορίζεται ως πράγμα (τί) αλλά ως Πρόσωπο (τίς), αποκαλύπτεται θεοπτικά και δεν προσεγγίζεται νοησιαρχικά, επιφαίνεται αποκλειστικά κατόπιν άσκησης, αγάπης και ταπείνωσης, θέμα κεντρικό στον Σιλουανό τον Αθωνίτη, το οποίο προεκτείνει ο Σωφρόνιος, βιώνεται δε υπαρξιακά, καθιστώντας τον ανθρώπινο βίο σύντονο με τη θεία βουλή και πρόνοια:

Ένα πέπλο σκισμένο, που δίνει στην αλήθεια μορφή […]. Κενό και απουσία. Ο Αόρατος θροΐζει στη νύχτα. Τη στολίζει με φως.[510]

Το βιβλίο αυτό, οσοδήποτε άθλιο ή αμετροεπές, ιστορεί, ωστόσο, την αληθινή τροπή των πραγμάτων. Την ιστορεί, επειδή την εύχεται.[511]

[…] η Αλήθεια δεν είναι κάτι, αλλά Κάποιος· αυτός: ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.[512]

Η κίνηση, συνεπώς, του μυθιστορήματος επιτελείται εύστροφα από την πολιτική κρίση στην εννοιολόγηση της γραφής ως εγχειρήματος θεοπτίας. Εγγίζοντας την υπαρξιακή γνώση του Θεού, η αλήθεια αυτής της τάξεως προκύπτει ως αποτέλεσμα άσκησης, αγρυπνίας, προσευχής και μετάνοιας. Εκεί που καινοτομεί ο Μαργαρίτης, σε αντίθεση με ορισμένα πρότυπά του μοναστικών γερόντων και ησυχαστών, είναι στην απομάκρυνση από μια πνευματικού μεν βάθους, απλοϊκή όμως, ενίοτε, και εύληπτη στις αλληγορίες της γλώσσα, προς μια πολυσύνθετη, διαθεματική, πολυσυλλεκτική και υπερκειμενική θεολογική προσέγγιση. Χωρίς να απολλύει τις ουσιώδεις πνευματικές αναφορές της, αυτή δεικνύει αφενός το δαιμόνιο της ευφυίας του δημιουργού της, αφετέρου κομίζει μια αισθητικά και διακειμενικά φορτισμένη εκφρασιμότητα του αποφατικού.

///
[473] Γκουρογιάννης, Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή, ό.π. (σημ. 2).
[474] Hannah Arendt, Eichmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil, αναθ. και επαυξ., Penguin, Νέα Υόρκη/Λονδίνο 1994 (α΄ έκδ. The Viking Press, 1963· αναθ. και επαυξ., 1965).
[475] Μαργαρίτης, Ρέκβιεμ για τους απόντες, ό.π. (σημ. 162).
[476] Μαργαρίτης, Κρόνακα, ό.π. (σημ. 37).
[477] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 65.
[478] Ό.π., 14.
[479] Ό.π., 187.
[480] Ό.π., 335.
[481] Ό.π., 16.
[482] Ό.π., 204.
[483] Ό.π., 94.
[484] Ό.π., 341.
[485] Ό.π., 134.
[486] Ό.π., 133, 145.
[487] Ό.π., 141.
[488] Ό.π., 139.
[489] Ό.π., 138. Η παρωδιακή αναπαραγωγή της διάσημης κινηματογραφικής φράσης «Play it again, Sam» από τη θρυλική Καζαμπλάνκα (1942) του Μάικλ Κερτίζ λειτουργεί ποικιλοτρόπως στο ετερόκλητο κειμενικό περιβάλλον του Σαμψών, αλλά και, κυρίως, του Συμβάν 74, κατά τρόπο που επανανοηματοδοτείται σημειωτικά και θεολογικά από τον συγγραφέα.
[490] Ό.π., 120.
[491] Ό.π., 123.
[492] Ό.π., 137, 194, 199.
[493] Λούγκερ (γερμ. Luger): Από το όνομα του κατασκευαστή του, το διασημότερο γερμανικό πιστόλι του Β΄  Παγκοσμίου Πολέμου.
[494] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 135.
[495] Ό.π., 327.
[496] Ό.π., 397.
[497] Ό.π., 240.
[498] Ό.π., 209.
[499] Ό.π., 202.
[500] Ό.π., 199.
[501] Ό.π., 252.
[502] Ό.π., 193.
[503] Ό.π., 412.
[504] Ό.π., 324.
[505] Ό.π., 28.
[506] Ό.π., 11.
[507] Μαργαρίτης, Τζούμπιλι, ό.π. (σημ. 12), 143.
[508] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 494.
[509] Μαργαρίτης, Τζούμπιλι, ό.π. (σημ. 12), 143.
[510] Μαργαρίτης, Σαμψών, ό.π. (σημ. 1), 29.
[511] Ό.π., 420.
[512] Μαργαρίτης, Τζούμπιλι, ό.π. (σημ. 12), 133.

*

**