Κύπρος

Μισό αιώνα μετά την 20.7.1974

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Μισό αιώνα μετά την 20ή Ιουλίου του 1974

Τι σάλος και ο πρόσφατος, τι ρίγος, πόσος κοπετός! Χάρτες με τη διαμελισμένη Κύπρο και τη ματωμένη της γραμμή να κρέμονται απ’ όλα τα μπαλκόνια! Πλήθη σε δρόμους και πλατείες, συγκεντρώσεις τεράστιες, μαχητικές πορείες! Άνθρωποι που κατάλαβαν επιτέλους την αβυσσαλέα διαφορά του Έλληνα με τον ελληναρά, του πατριωτισμού με την πατριδοκαπηλία, της ώριμης εθνικής συνείδησης με τον δηλητηριώδη εθνικισμό. Πληθώρα εκδηλώσεων για την προδοσία της χούντας των Αθηνών, το πραξικόπημα των ανδρεικέλων της εναντίον του Μακαρίου, την επακόλουθη εισβολή του Αττίλα και την παράνομη κατοχή της βόρειας Κύπρου. Πικετοφορίες και καθιστικές διαμαρτυρίες για τους ξεριζωμένους από τα χώματά τους, τους νεκρούς και τους «αγνοούμενους» της τουρκικής θηριωδίας. Και τι επευφημίες, ενθουσιώδη χειροκροτήματα και ζητωκραυγές στα θέατρα, όταν μετά τη λήξη των παραστάσεων έβγαιναν οι ηθοποιοί ανεμίζοντας την κυπριακή σημαία με το ενιαίο νησί και τα δύο κλαδιά της ελιάς που συμβολίζουν την ειρηνική συνύπαρξη ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων!

Ύστερα ξύπνησα, λιγάκι απότομα ομολογουμένως – γιατί με σκούντησε ο Σολωμός Σολωμού, εκείνο το παληκάρι που σκαρφάλωσε στον ιστό της τουρκικής σημαίας και σκοτώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα!

///

Ιδού το κείμενο, ιδού και το πήδημα!

Δεν ξέρω κανέναν άνθρωπο με στοιχειώδη θεατρική παιδεία, (ούτε έναν πιά!) που να αμφισβητεί το δικαίωμα του σκηνοθέτη να ανεβάζει ένα κλασσικό κείμενο με τον δικό του τρόπο. Να ξαναχύνει το περιεχόμενό του σε νέο καλούπι, να προτείνει παραλλαγές, να δοκιμάζει τα εκφραστικά μέσα που θεωρεί κατάλληλα για τη σύγχρονη απόδοσή του. Κι ακόμα: να αφαιρεί στίχους ή να προσθέτει εμβόλιμα άλλων συγγραφέων, να τροποποιεί την πλοκή ή να συνθέτει παράλληλα επεισόδια με επίκαιρους διαλόγους, να διαγράφει πρωταγωνιστικούς ρόλους ή να εισάγει καινούργια πρόσωπα στη δράση. Όλ’ αυτά ασφαλώς είναι θεμιτά και κρίνονται εκ του αποτελέσματος που επίσης ποικίλει: από το τερατούργημα ως το αριστούργημα. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης, «Η ποίηση είναι δημόσιος λόγος»

*

Στο τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου ο ποιητής Γιάννης Πατίλης βρέθηκε στην Λευκωσία, για να παρουσιάσει στο Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κύπρου «Μιχάλης Πιερής», την συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Το Σπασμένο είναι πιο Ανθεκτικό (Ύψιλον, 2023). Με την ευκαιρία της παρουσίασης αυτής, το ΝΠ αναδημοσιεύει την συνέντευξη που παραχώρησε στον Κύπριο ποιητή και δημοσιογράφο Γιώργο Χριστοδουλίδη για λογαριασμό του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΚΥΠΕ).

///

Θα θέλαμε να μας πείτε λίγα λόγια για το σκοπό του ταξιδιού στην Κύπρο αλλά και για την Κύπρο την ίδια, αν είναι ένας χώρος πέραν από γεωγραφικός, και συναισθηματικός για εσάς.

Ετούτη είναι η τέταρτη φορά που επισκέπτομαι το νησί σας. Τώρα έρχομαι με πρωτοβουλία αγαπημένων φίλων, της Σταματίας Λαουμτζή, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, της Αυγής Λίλλη, και με τη στήριξη της Διεύθυνσης Γραμμάτων του Υφυπουργείου Πολιτισμού καὶ του Πολιτιστικού Κέντρου Μιχάλης Πιερής, για να παρουσιάσω την Συγκεντρωτική Έκδοση ποιημάτων μου 1970-2022 με τίτλο Το Σπασμένο είναι πιο Ανθεκτικό, που κυκλοφόρησε από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Ύψιλον, το 2023.

Γεννήθηκα στην Αθήνα, και θεωρώ την Κύπρο πολιτισμικά αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής πατρίδας μου, όπως, την Κρήτη, την Σάμο ή την Ήπειρο. Με πληγώνει το γεγονός ότι το νησί (ελεύθερο και κατεχόμενο), σφάγιο αιματηρό της αγγλικής αποικιοκρατίας, δεν είναι γεωπολιτικά ενωμένο με την υπόλοιπη Ελλάδα, όπως βαθύτατα επιθυμούσε η συντριπτικότατη πλειοψηφία του λαού της, αλλά και σχεδόν όλοι οι Έλληνες όπου γής. Αλλά περισσότερο με πληγώνει η εμπεδωμένη από χρόνων αίσθηση που ἐχω ότι για την κατάσταση αυτή ευθύνονται διαχρονικώς και ποικιλοτρόπως ανεύθυνες, αλλοπρόσαλλες και προδοτικές πολιτικές ηγεσίες σε Ελλάδα και Κύπρο, και ακολούθως μεγάλο και κρίσιμο μέρος της ελλαδικής και κυπριακής κοινωνίας που εκμαυλίστηκε από αυτές… Κατάντησε μικροπολιτική αυτό που ήταν το χρέος του λαού μας απέναντι στην ιστορία του. Τώρα και για την λέξη “λαός”, όπως και “πατρίδα” χρειάζεται λεξικό! Τις εκχωρούμε ευκολότερα  —και δικαίως—  στους μόνιμα εξεγερμένους και συστηματικώς αδικοσφαζόμενους Παλαιστίνιους απ’ ότι στον εαυτό μας! Όσο για τους ξένους, αυτοί κάνουν απλώς την δουλειά τους, όπως πάντα, αλλά τώρα περισσότερον αποτελεσματικά για τα συμφέροντά τους. (περισσότερα…)

Μάρκος

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τον περιμέναμε όλη μέρα ή μάλλον νύχτα και πάλι νύχτα. Στην ακτή έβλεπες μόνο τα κλεφτοφάναρα, να στέλνουν ξάγρυπνα φωτεινό σινιάλο προς τη θάλασσα. Μελετούσαν για λίγο τα κύματα, όπως το φως τρεμόπαιζε επάνω τους, σβήνοντας έπειτα στην άβυσσο, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Έφευγαν πάλι και ξαναγύριζαν.

Πού να πήγαιναν;

Άλλοτε κρύβονταν μέσα στους βράχους, για να μη φαίνονται, τσάκιζε κιόλας την αυγή το κρύο. Τελικά το καΐκι έφτασε μια νύχτα σκοτεινή, σ’ ακτή που κανείς τους ως τότε δεν γνώριζε, γιατί ήτανε κατάξερη κι ως βάθος όλο βράχια. ΄Ενας τους έκανε με τα χέρια του χωνί και κάτι ψέλλισε στον άνεμο, περιμένοντας το παρασύνθημα.

Κι ως κεραυνός που σχίζει νέφαλα ακούστηκε και βρόντηξε στη γη μας τ’ όνομά του.

Τον πήραν στην αγκαλιά τους, για να μην πατήσει τα πόδια του μέσα στο νερό. Περπάτησαν για λίγο στα σκοτεινά, μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός, κι ο ίδιος όσο που στεκότανε και τους έδινε την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα σωριαστεί. Πιστεύοντας ακόμα πως δεν τον πρόδιδε η ώχρα του, ο άντρας έβγαλε το παγούρι του κι έδωσε και στους γύρω του, για να νιώσουν πώς είναι το νερό που ερχόταν απ’ τον τόπο του.

Όλοι το γεύτηκαν μεθυστικά, κι ας ήξεραν πως ποτέ κανείς από αυτό δεν μπορεί να ξεδιψάσει.

***

Ακουμπώντας τα πράγματα στο τραπέζι, που ήταν ήδη στρωμένο με το κεντητό τραπεζομάντηλο, τους χαιρέτησα. Ο κύρης μου με φώναξε, για να μου τους συστήσει. Όσα ονόματα μου έδωσαν δεν ήταν τα πραγματικά, μ’ όλο που εγώ δεν το ήξερα, κι ούτε που τα θυμάμαι τώρα.

Ο ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, παλληκάρι. Ο δεύτερος γνωστός μας, χωριανός. Το τρίτο πρόσωπο καθόταν σιωπηλά σε μια καρέκλα, πιο πέρα απ’ το τραπέζι. (περισσότερα…)

Μια μελέτη σταθμός στις μοντικές σπουδές

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Η πρόσφατη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά και στέρεα μελέτη του Παντελή Βουτουρή με τίτλο Κάπου στην Κύπρο, στον νομό Πρεβέζης. Εισαγωγή στην ποιητική του Κώστα Μόντη (εκδ. Ερατώ 2024) –ο τίτλος αποτελεί στίχο από το ποίημα του Μόντη «Προς Ζωή»– αποτελεί σημαντικό φιλολογικό και επιστημονικό γεγονός στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο δεν είναι μόνο μια αποκαλυπτική και τεκμηριωμένη φιλολογικά και επιστημονικά εισαγωγή στο έργο του σημαντικότερου ίσως ποιητή της Κύπρου, αλλά αποτελεί, κατά την άποψή μου, σταθμό για τις μοντικές σπουδές. Κι αυτό γιατί, εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και είκοσι από τον θάνατό του, έχουμε για πρώτη φορά μια συστηματική εισαγωγή-μονογραφία στο σύνολο του λογοτεχνικού έργου του Μόντη (ποιητικό και πεζογραφικό) η οποία φωτίζει επαρκώς αφενός την εξέλιξη της ποιητικής του Μόντη σε σχέση πάντα με το οικογενειακό, ιστορικό και πνευματικό του πλαίσιο και αφετέρου σημαίνουσες θεματικές περιοχές, διακειμενικές σχέσεις και μορφολογικά στοιχεία της ποίησής του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Οι μοντικές σπουδές προϋποθέτουν, βεβαίως, μέχρι σήμερα μερικά αφιερώματα σε περιοδικά,[1] αλλά και σημαντικές φιλολογικές μελέτες για το έργο του ποιητή (Α. Χριστοφίδης, Μ. Πιερής, Γ. Κεχαγιόγλου, Γ. Π. Σαββίδης, Α. Παστελλάς, Π. Βουτουρής, Λ. Γαλάζης, Α. Αθανασοπούλου, Γ. Γεωργής, Δημήτρης Αγγελάτος κ.ά.). Η σημαντικότερη, επομένως, συνεισφορά της ανά χείρας μελέτης στην ανάδειξη του εκδοτικά χαοτικού και δύσχρηστου εκδομένου έργου του ποιητή αποτελεί, βεβαίως, το διαυγές και λειτουργικό σχήμα της ποιητικής εξέλιξης του Κ. Μόντη, το οποίο τίθεται εμβληματικά στην «Εισαγωγή» του βιβλίου και αναπτύσσεται στη συνέχεια σε τρία μέρη-κεφάλαια: «Μέρος Πρώτο: Ποιητικά πρωτόλεια και προσωπικά αδιέξοδα», «Μέρος Δεύτερο: Ο πολιτικός Μόντης και τα συλλογικά αδιέξοδα. Η διάσπαση στα χρόνια του Αγώνα», «Μέρος Τρίτο: Τα Γράμματα στη μητέρα». Σύμφωνα, λοιπόν, με το πιο πάνω τριμερές σχήμα το οποίο προτείνει ο Βουτουρής, η εξέλιξη της ποιητικής του Κώστα Μόντη αντιστοιχεί σε «τρεις αλληλένδετες και επικαλυπτόμενες ισοτοπίες (προσωπική, συλλογική, οικουμενική)» (σ. 15), αλλά ταυτόχρονα προϋποθέτει μια μεγάλη ποιητική τομή που διαχωρίζει αφενός την πρώιμη, ιδιωτική ποιητική περιοχή με το συλλογικό και οικουμενικό πέλαγος του ώριμου Μόντη και αφετέρου την παραδοσιακή τεχνουργική που δεσπόζει στις πρώτες συλλογές του ποιητή με τη μοντέρνα τεχνοτροπία που κυριαρχεί στην ωριμότητά του. (περισσότερα…)

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο;

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο; Όταν το παραδίδεις στον εκδότη, άψογο όπως νομίζεις, έχεις για λίγο την ψευδαίσθηση ότι ξεμπέρδεψες μαζί του. Φτάνουν όμως οι πρώτες διορθώσεις και συνέρχεσαι. Ακολουθεί πάλη κανονική με τις λέξεις, τα μολύβια βγαίνουν από το συρτάρι, οι κόκκινες πένες πιάνουν δουλειἀ, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα, μέχρι το τυπωθήτω. Ο διορθωτής και ο επιμελητής (τι φιλάνθρωπα επαγγέλματα – έπρεπε να έρθει το ίντερνετ για να το κατανοήσουμε πλήρως!), οι τροχονόμοι της γραφής λοιπόν σου ανοίγουν τα μάτια: το άψογο δεν είναι τόσο άψογο όσο το νόμιζες, υπάρχουν ακόμη ασάφειες, ανακολουθίες, σημεία θολά.

Αλλά και μετά το τύπωμα, οι φορές που πέφτεις πάνω σ’ ένα λάθος, σ’ ένα στίχο, σ’ ένα χωρίο προβληματικό είναι κάμποσες. Και τότε λυπάσαι που δεν πρόλαβες να το τσιμπήσεις όταν έπρεπε. Και ευελπιστείς ότι, σε μια ξανακοιταγμένη ανατύπωση ή εντελώς νέα έκδοση, θα σου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να επανορθώσεις. Και όταν φτάνει επιτέλους αυτή η ευκαιρία (όχι τόσο συχνά όσο θα το ήθελες…), ώ του θαύματος, όλα ξεκινούν και πάλι απ’ την αρχή. Και πάλι διορθώσεις, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα. Και πάλι ανακολουθίες. Και πάλι λάθη και ασάφειες και σημεία θολά! Μα πού κρύβονταν τόσο καιρό, αναρωτιέσαι. Πώς δεν τα είδα, πώς δεν τα είχαμε δει;

Τελειώνουν λοιπόν ποτέ όλα αυτά; «Τα ποιήματα δεν τελειώνουν – εγκαταλείπονται», απαντά βαρύθυμα από τον αιώνα του ο Πωλ Βαλερύ. (περισσότερα…)

Το βάρος της Ιστορίας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Κυριάκος Χαραλαμπίδης,
Η νύχτα των κήπων,
Ίκαρος, 2022

Στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη καταλύτη αποτελεί, ως γνωστόν, το τραύμα της τουρκικής εισβολής αλλά και ευρύτερα των ιστορικών περιπετειών της Κύπρου, που πυροδότησε έναν πολύχυμο στοχασμό για την απώλεια και τον ακρωτηριασμό της εθνικής αυτοσυνειδησίας. Αυτό που στην παγκόσμια ιστορία είναι ένα περιφερειακό επεισόδιο, για την συνείδηση των Κυπρίων αποτελεί το κέντρο και αυτή την αντίφαση καλείται να υπερκεράσει η ποιητική πράξη που επαναφέρει ως εστιακό και αφετηριακό αυτό που η λησμοσύνη του χρόνου και η καλούμενη αδήριτη ιστορική αναγκαιότητα εξοστρακίζουν ως περιθωριακό. Επιχειρώντας να αναγάγει το γηγενές σε παγκόσμιο. Δίπλα στο στίγμα της τραυματισμένης κυπριακότητας πορεύεται μόνιμα και ο διάλογος με την ελληνικότητα και η αναμέτρηση με τις ιδρυτικές μυθολογικές και ιστορικές ταυτότητες που συνθέτουν το συλλογικό φαντασιακό της. Για όλα αυτά βέβαια έχουν γραφτεί πολλά και καλά, στην πολύχρονη διάρκεια της καταξιωμένης πορείας του Χαραλαμπίδη στην ποίηση.

Σε αυτό το μήκος κλίματος και ως συνέχεια της προγενέστερης δουλειάς του κινείται και η τελευταία συλλογή του. Ποιήματα που συνομιλούν με τον αρχαιοελληνικό μύθο, τη χριστιανική και λογοτεχνική παράδοση, την ελληνική και την κυπριακή ιστορία. Ιστορικά επεισόδια και πρόσωπα, μυθικές μορφές, παραλειπόμενα της επίσημης ιστορίας αποτελούν την πηγή της έμπνευσης και επανεγγράφονται στην ποίησή του ως θρυαλλίδες ενός στοχασμού που περιελίσσεται στην παλαιόθεν θεμελιωμένη θεματική του. Η Σαπφώ, η Αφροδίτη, ο Αμφιτρίωνας και η Αλκμήνη, ο Μινώταυρος, ο Κύπριος βασιλιάς Κινύρας, ο Σωκράτης, ο Χριστός, ο Μεγαλέξανδρος, η Παναγία, ο Κανάρης, ο Ευαγόρας και οι λοιποί πεσόντες του απελευθερωτικού αγώνα εναντίον των Άγγλων, οι αγνοούμενοι της εισβολής, οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους είναι κάποια από τα πρόσωπα ενός αφηγήματος που τα επεισόδιά του αποτελούν τις ψηφίδες ενός πολυστρωματικού υλικού που επιχειρεί να συνθέσει μια συνολική αφήγηση. (περισσότερα…)

«Επισκεφθείτε το τέλος»

*

Ένας νέος εφιάλτης γυρνάει
το βλέμμα σε όσα δεν είδαˑ
μια φράση σαν από λάθος
ανασταίνει την άγνωστη μνήμη
σ ε  έ ν α ν  τ ό π ο  δ ι κ ό  μ α ς  π ο υ  δ ε ν  υ π ή ρ ξ ε
απάτη – μιας άνυδρης χώρας το τάμα.
Με ξυπνάει ένα νεύμα σε άγνωστη γλώσσα
την κοιτάω στα μάτια —για δες πώς
μου μοιάζει ετούτη η ξένη— μου λέει welcome, attention
ανοίγει την μπάρα, περνάω.

Ξενοδοχεία ξεδοντιασμένα, μαραζωμένοι
τσιμεντόλιθοι, ένας γερανός γερασμένος
και στο άγκιστρό του το θαύμα ετοιμοθάνατο:
αιώνιο βαρίδι ή δαμόκλειος σπάθη.
Νοέμβριος, κι ο ήλιος καίει σα να ’ναι Ιούλης·
σάπιοι καρποί σε ξεραμένα χορτάρια
κολλάνε, βρομάνε, προνύμφες γεννάνε

ένα φάντασμα που κλαίει
γυμνό μες στους δρόμους

τρυπάνια σειρήνες τις κραυγές στραγγαλίζουν
κλείνουν οι εργάτες τις ρωγμές της ασφάλτου
με πίσσα και σκυρόδεμα λείο
μαύρο, στιλπνό. (περισσότερα…)

Κρατώντας ζωντανή την αναπνοή μιας «εξαρχής χαμένης υπόθεσης»

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Κυριάκου Μαργαρίτη,
Εννέα, Ίκαρος, 2021

Τι συνιστά ένα μυθιστόρημα; Εκτενής αφήγηση γύρω από έναν συγκεκριμένο μύθο, βεβαίως. Συγκεκριμένη πλοκή, επίσης. Άρτιοι χαρακτήρες, αναγνωρίσιμοι και υφολογικά διακριτοί μεταξύ τους, οπωσδήποτε. Πώς λοιπόν ένα βιβλίο πεντακοσίων σχεδόν σελίδων, όπου η αφήγηση περιστρέφεται μονολογικά γύρω από ένα τοπικά προσδιορισμένο ιδεολογικό (έως και προσωπικό) ζήτημα, όπου οι παγιωμένες αφηγηματολογικές θεωρίες καταρρίπτονται, τα είδη αλλά και τα γένη διαπλέκονται οριακά κατορθώνει να υπηρετήσει επάξια και χωρίς επιφυλάξεις το είδος που αναγράφεται στο εξώφυλλο;  Το Εννέα του Κυριάκου Μαργαρίτη επαναφέρει και απαντά ξανά όλα τα ήδη απαντημένα ερωτήματα, κεντρίζοντας συνάμα το αναγνωστικό αισθητήριο – συγκινεί και ανοικειώνει, τέρπει και ενοχλεί.

Πρόκειται προφανώς για ένα λογοτεχνικό αρχιτεκτόνημα το οποίο θεμελιώνεται μεταφυσικά πάνω στον ιερό αριθμό 9. Πολλαπλάσιο του ορθόδοξου ιερού 3, ίδιο με τον αριθμό των μουσών, «υψηλότερο από τους απλούς αριθμούς, ίσως φτάνει να εκφράσει το μυστήριο επαρκώς»,[1] το εννέα «το ακαταμέτρητο» (ό.π., 265) κρατά σαν σφιχτή σταυροβελονιά τα αιωρούμενα επιμέρους στοιχεία του έργου. Ο αφηγητής συγγραφέας βρίσκεται στο παράκτιο Φλίτγουντ της Αγγλίας όπου στο μπαρ του ξενοδοχείου “Σαβόι” θα συναντηθεί νοερά με τον νεκρό δήμιο Χάρι Αλεν, τον “εκτελεστή” του Στέμματος στην Λευκωσία κατά τον απελευθερωτικό αγώνα 1955-1959. Ο Άλεν είναι ο άνθρωπος πίσω από την αγχόνη των εννέα αγωνιστών που άφησαν την τελευταία τους πνοή κάτω από το ικρίωμα και τη θηλιά: «Τη αυτή ημέρα, ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ο νεκρός στο Σαβόι, στην πρώτη αποστολή του στην Κύπρο, μετά την προαγωγή του σε αρχιδήμιο, κρέμασε τον Μιχαλάκη Καραολή και τον Ανδρέα Δημητρίου, πρώτους από εννέα παιδιά. Η ανάσα τους είναι παντού πάνω του. Τη θέλω πίσω. Ολόκληρη» (ό.π., 79). Με μόνιμη υπόκρουση το «Hotel California», σε μια λούπα η οποία κάθε φορά ενορχηστρώνεται διαφορετικά, ο αφηγητής περιδιαβαίνει ολόκληρη την ιστορία της Κύπρου, συνθέτοντας έτσι, εν έτει 2021, το συναξάρι των εννέα κρεμασμένων παιδιών (ό.π., 21):[2] (περισσότερα…)

Μεταφρασμένοι άνθρωποι

*

του ΜΑΪΚΛ ΠΑΡΑΣΚΟΣ

Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή

Ο δρ Μάικλ Παράσκος διδάσκει ιστορία της τέχνης στο Κέντρο Γλωσσών, Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Imperial College στο Λονδίνο. Στις 5 Απριλίου 2022, παρουσίασε το βιβλίο Giorgos Christodoulides: Selected Poems 1996-2021 (Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή, Εκδόσεις Αρμίδα, 2021) στην Πρεσβεία της Κύπρου στην αγγλική πρωτεύουσα. Γιος Κύπριου και Αγγλίδας, ο Μ. Paraskos αφουγκράζεται τον απόηχο της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη, στην αγγλική της μετάφραση, για «μεταφρασμένους ανθρώπους» σαν κι εκείνον. Με τρόπο αιφνίδιο, συναρπαστικό και ενίοτε αιρετικό, η εισήγηση του Παράσκου προτείνει συσχετισμούς ανάμεσα στην ποίηση του Χριστοδουλίδη και στους Άγγλους Ρομαντικούς ή στον πιο σύγχρονο Φίλιπ Λάρκιν, ενώ προβάλλει την πεποίθηση ότι η μεταφρασμένη ποίηση αποτελεί υβριδικό τεκμήριο συμφιλίωσης των μυριάδων θραυσμάτων που συναποτελούν τον κόσμο και τον εαυτό μας.

(περισσότερα…)

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Σεβίμ

 

(Παλιό δωμάτιο σε νησί. Σιγανά, στην αρχή,
και κάπως κουρασμένα) :

Έχει λίγη υγρασία στο λιόγερμα. Οικείος θόρυβος από νερό που κοχλάζει, μια ζεστή μυρωδιά από φασκόμηλο — ανασαίνουν για λίγο τα πνευμόνια μου. Κάποιος διψάει. Κάτι εσώτερο, πολύ δικό μας, αποσύρεται στην ταπεινή ησυχία — θα θέλατε λίγο τσάι;

Μ’ αρέσει αυτή η νοτερή ανάπαυση, τα πράγματα κάθονται στη θέση τους, σαν να μην έρχονται, σαν να μην ήρθανε ποτέ, σαν να μην προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου ‒ησυχία‒ κι ούτε που θέλεις να τρομάξεις τα πουλιά μέσα στους λάργους ύπνους τους, γυρίζοντας μ’ ανάλαφρα πατήματα, και μόνο οι δυο μας θα μαντεύουμε τον ίσκιο μας καθώς θ’ απλώνεται πίσω μας ξαλαφρωμένος, ελεύθερος από τις έγνοιες κι απ’ τις νίκες του, ατάραχος σε μια γωνιά σ’ άκρη του κρεβατιού, σιμά στην πολυθρόνα, που τώρα κάθεσαι. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Μανιφέστο αποτυχίας

zoom-backgrounds-00014

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε όλα τα είδη στον πλανήτη.
Γι’ αυτό, λοιπόν,
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια να μετοικήσουμε στον Άρη,
τη σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
έξω στον κήπο, όμως,
κοκκινίζουν πάλι τ’ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες του εφήμερου.
Έτσι απλά αδέλφια νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρουν κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ