Η φούσκα: Δίπτυχο για το κυπριακό τραύμα

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Μέρος Α΄

Στην αρχή νομίζαμε πως ήμασταν ένα μικρό νησί στην άκρη της Μεσογείου. Πολύ σύντομα ανακαλύψαμε πως ήμασταν η Ελβετία της Ανατολής, ο Παναμάς της Ευρώπης και η Σιγκαπούρη της Καρπασίας ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τροπικό νησί στον πλανήτη χωρίς τουλάχιστον μία εταιρεία, δύο δικηγορικά γραφεία και τρεις συμπατριώτες μας που να το αποκαλούν στρατηγική βάση.

Οι λέξεις «οφσόρ», «μαρίνες», «ακίνητα» και «καταπιστεύματα»  μπήκαν στη ζωή μας με φόρα, εμπλουτίζοντας το φτωχοποιημένο με τα χρόνια λεξιλόγιό μας.

Ολιγάρχες, μεγιστάνες και καταζητούμενοι έβρισκαν στο νησί μας όχι μόνο ζεστό καιρό, αλλά και μια φιλόξενη θεσμική αγκαλιά. Τους διέκρινε μάλιστα μια αξιοσημείωτη προθυμία να θεωρηθούν δικοί μας άνθρωποι.

Τέτοια λοιπόν η έλξη του τόπου μας.

Με το πέρασμα των χρόνων, κατέληξαν να θεωρούνται όντα περίπου μυθικά, που είχαν συμφάγει με τους θεούς μας.

Κανείς μας δεν τους είχε δει πραγματικά. Πίσω απ’ τους πύργους και τ’ αδειανά διαμερίσματα αφήναμε τη φαντασία μας να τους πλάθει ελευθέρα, όπως συμβαίνει με τους λαϊκούς θρύλους ή με τους ήρωες ενός μυθιστορήματος.

Ένας εργολάβος ορκιζόταν πως συνάντησε κάποιον από αυτούς σε ιδιωτικό σαλόνι αεροδρομίου. Ένας μεσίτης πως είχε δει τη σκιά του να διασχίζει το λόμπι ενός ξενοδοχείου. Ένας δικηγόρος ισχυριζόταν πως του είχε σφίξει, μάλιστα, το χέρι.

Άλλοι εξήγαν χαλκό, άλλοι κρασί, άλλοι εσπεριδοειδή. Μαζί με τους επιφανέστερους λογοτέχνες της χώρας μας, οι επενδυτές έγιναν έτσι οι σημαντικότεροι εξαγωγείς κυπριακότητας σε συσκευασία πολυτελείας.

Η χλίδα αυτή θύμιζε πράγματι την εποχή που Δημοκρατία πραγματικά έλαμπε κι ήταν σαν να πέφταν τότε τα λεφτά από τους ουρανούς. Άπλωναν όλοι τα χέρια για να τα μαζέψουν, αρπάζοντας με τις χούφτες τον αέρα. Βλέποντας τον συνάδελφο ή τον γείτονα να παίρνει καινούριο αυτοκίνητο ή μεγαλύτερη τηλεόραση, έστιλβαν τα ματάκια τους:

Το ’δες, το ’παιξες;

Σιγά σιγά πείθονταν μ’ αυτά και οι πιο απαιτητικοί οικονόμοι. Σε περίπτερα, καφενεία και πρακτορεία ταξί άκουγες μόνο για συγχωνεύσεις και εξαγορές, στους δε βρεφονηπιακούς σταθμούς ιστορίες για μετοχικά σπλιτ και αυξήσεις κεφαλαίου. Αισθητικοί, διανομείς και οικοκυρές αποτελούσαν πλέον το μεγαλύτερο επενδυτικό κοινό της χώρας. Μπετατζήδες, υδραυλικοί και κομμώτριες αποκτούσαν κωδικούς πρίμιουμ πρόσβασης στο Χρηματιστήριο. Ορισμένοι επένδυαν με τα χέρια, άλλοι εξ ακοής και κάποιοι ακόμα με τα μάτια κλειστά.

Οι ιδιοκτήτες των οικονομικών εφημερίδων δεν απευθύνονταν πια στις επενδυτικές ελίτ, πετυχαίνοντας χρυσές πωλήσεις. Οι τραπεζίτες έτριβαν κι αυτοί τα χεράκια τους. Τη Χρυσή Εποχή τους διήνυαν επίσης οι μασέζ και τα παραλιακά θέρετρα. Η φούσκα, βέβαια, δεν άργησε να σπάσει, γκρεμίζοντας τις προσδοκίες τους. Οι μετοχές της εταιρείας «ΔΗΜΗΤΡΑ», η τιμή των οποίων πράγματι είχε υπερδιογκωθεί, λέγεται ότι υπήρξαν ανάμεσα σε αυτές που έπαθαν τη μεγαλύτερη πανωλεθρία.

Από τότε όλοι το έριξαν στο ΚΙΝΟ και στο Πάμε Στοίχημα. Οι σκόρερ, οι κάρτες και τα κόρνερ στο αφρικανικό πρωτάθλημα είχαν, όπως φαίνεται, τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Στις Απόκριες, οι Δημοκράτες ντύνονταν πλέον ξεφτιλισμένοι επενδυτές. Όταν στη Δημοκρατία ανακαλύφθηκε φυσικό αέριο, επιτυχία είχε και η στολή Σαουδάραβα με καρφιτσωμένα στο πέτο πετροδόλαρα.

Μετά από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, τους μικροεπενδυτές απορρόφησαν επίσης τα καζίνο, που έκαναν κι αυτά χρυσές δουλειές, όπως και η εμπορία της ντομάτας, αϊρανιού, βενζίνης, σαλοτραπεζαρίας, τούβλων, μαρμάρων, καπνού για ναργιλέ και προσώπων.

Απ’ όταν επετράπη στο ελεύθερο τμήμα της Δημοκρατίας η ίδρυση και λειτουργία καζίνο, οι μικρομεσαίοι δεν χρειαζόταν πια να μεταβαίνουν στα κατεχόμενα για τις επενδυτικές τους δραστηριότητες, γεγονός που απεδείχθη επωφελές και για το εθνικό μας πρόβλημα. Στήθηκαν πια παντού τραπέζια και φρουτάκια. Το δε εντυπωσιακό καζίνο-θέρετρο, που ξεπέρασε σε επισκεψιμότητα όλες μαζί τις αρχαιολογικές μας τοποθεσίες, περιέχει πεντάστερο ξενοδοχείο πεντακοσίων δωματίων, σουίτες και επαύλεις, χώρο παιγνίου έκτασης 7.500 τ.μ., παγκοσμίου κλάσης εστιατόρια, μπαρ-καφέ, σπα-φίτνες, 1.200 τ.μ. εμπορικούς δρόμους και άλλα πολλά. Έτριβαν κι οι δολιοψαράδες τα ματάκια τους. Ελκύοντας περί τους 300.000 τουρίστες ετησίως, λύθηκε και το σοβαρό πρόβλημα της εποχικότητας, που μάστιζε τα παράλια.

Η ανταπόκριση του κοινού ξεπέρασε κάθε προσδοκία και στη χώρα εισέρευσαν μαζικά κεφάλαια. Δημιουργήθηκαν χιλιάδες θέσεις εργασίας για ντίλερς, επόπτες σλοτς και οικοδεσπότες VIP, ενώ στα Ανώτατα Ιδρύματα της Δημοκρατίας εγκρίθηκαν νέα προγράμματα Διαχείρισης Καζίνου, Ασφάλειας και Παρακολούθησης, Διευθυντή Ορόφου και Επιθεωρητή Πιτς. Οι τηλεοράσεις δεν πρόφταναν να προβάλλουν διαφημίσεις για τον υποσχόμενο νέο κλάδο, ομολογουμένως με ευκαιρίες ανέλιξης, ευχάριστο περιβάλλον, καλό ωράριο, μπόνους και φιλοδωρήματα:

Γίνε επαγγελματίας κρουπιέρης καζίνο!

Νέα εντατικά κουρίκουλα για ρουλέτα, πόκερ και μπλακ-τζακ!

Θα ’χε γούστο πάντως, αν τα ίδια ιδρύματα εισήγαγαν προγράμματα σπουδών για επαγγελματίες Υπουργούς, με σαφείς μαθησιακούς στόχους και θεσμικό έλεγχο της επιστημονικής επάρκειας· αυτό οπωσδήποτε θα γλίτωνε τη Δημοκρατία από πολλή μίρλα και σφυρίγματα.

Από τον πρώτο κιόλας χρόνο λειτουργίας τους, τα καζίνο της Δημοκρατίας επισκέφθηκαν πρόσωπα από 41 διαφορετικές εθνικότητες. Το κράτος αναδείχθηκε σε πρότυπο ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου, με τα καζίνο να προσφέρουν συνολικά στο 4% του ΑΕΠ.

Εκτός από επενδυτικό κέντρο, η Δημοκρατία είχε εξελιχθεί, παρά το νεαρό της ηλικίας της, και σε περιφερειακό ακαδημαϊκό κόμβο. Πτυχιούχοι, μαστερούχοι, ιδία δε διδακτορούχοι παράγονταν εν αφθονία. Η ιδιωτική αγορά εκπαίδευσης σημείωνε εντυπωσιακές πωλήσεις. Ειδικά οι εξαγωγές πτυχίων σε αφρικανικές και ασιατικές χώρες, ως και μεταπτυχιακών στο αδελφό κρατίδιο, προτού να επενδύσει κι αυτό στη γνώση, σημείωσαν ανοδικές τάσεις. Χιλιάδες φοιτητών υπήρξαν κατεξοχήν εικονικοί, απαλλάσσοντας τον φοιτητόκοσμο από αχρείαστους κόπους και θυσίες. Λαμπρή καριέρα έκαναν επίσης οι δημόσιοι υπάλληλοι που εξασφάλιζαν πτυχία αυτού του τύπου.

Στην εξέλιξη δε του συστήματος, μόνιμα μέλη των ιδιωτικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων απολύονταν εν ριπή οφθαλμού, στο δε δημόσιο για νέες θέσεις ούτε λόγος, εγκαινιάζοντας μια νέα φουρνιά επιστημόνων-τζόκερ ή πολυεργαλείων, κατά κανόνα ωρομισθίων και φυσικά αναλωσίμων, παρά την εκρηκτική τους παραγωγικότητα, την ερευνητική τους πρωτοπορία και τη διεθνή τους παρουσία, καθιστώντας τον μηχανισμό φιλικό στους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Τα δημόσια ακαδημαϊκά ιδρύματα διέθεταν, παρ’ όλα αυτά, κονδύλια για την ανέγερση υπερπολυτελών εγκαταστάσεων και υποδομών. Ο εντυπωσιακότατος λευκός θόλος, του διεθνούς φήμης αρχιτέκτονα Ζαν Πουμπέλ, έργα του οποίου απαντούν επίσης στη Δημοκρατία του Κατάρ, λέγεται ότι κατέφθασε από την Μπαρτσελόνα, γυάλινοι όγκοι τελούν αιωρούμενοι πάνω από το περιφερειακό αίθριο, γνωστοί και ως «κόκκινα δωμάτια», προορισμένα –αντίθετα από ό,τι η σουίτα στην ομώνυμη σειρά των Ρήγα-Αποστόλου‒ αυστηρά για ομαδική μελέτη. Ερχόμενη από το μέλλον, η αισθητική μας ξεπέρασε τη λειτουργικότητα, τα νέα τμήματα, δε, συναποτελούν ένα πλέγμα τολμηρού και ευέλικτου σχεδιασμού με σύγχρονο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο, συνθέτοντας ένα πραγματικό κτίριο-τοπόσημο για τα εκπαιδευτικά μας πράγματα.

Εξαγγέλθηκε επίσης Σταυροφορία Επαναπατρισμού Ταλέντων, χάρη στις διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Δημοκρατίας, τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, το αναβαθμισμένο τουριστικό μας προϊόν και την προσέλκυση ποιοτικών επενδύσεων, που προσέφεραν τη δυνατότητα για επιστροφή των μεγάλων μας μυαλών στη χώρα. Τα Μυαλά θα συντελούσαν στο να εδραιωθεί η Δημοκρατία ως κέντρο καινοτομίας, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για τη διαφοροποίηση της εγχώριας οικονομίας.

Ο Τσάρλυ, αριστούχος διδάκτωρ της Σορβόννης, υπογράφει στοίβες γραπτών στη γραμμή παραγωγής, οι φάκελοι γλιστρούν και χορεύουν, σαν να ’χαν δική τους θέληση, οι εκτυπωτές φτύνουν χαρτιά από παντού, καθώς ταυτόχρονα κυνηγά την καρέκλα του στο δωμάτιο, σκοντάφτοντας πάνω σε δανεικά βιβλία, πάντα με ληγμένη συνδρομή και προστιθέμενο διαρκώς πρόστιμο, ενώ παράλληλα, ετοιμάζοντας τις αιτήσεις που υποβάλλει ανά εξαμηνία τη μια πίσω απ’ την άλλη, εμφανίζονται μπροστά του άλλες τρεις, κάνοντας τον σταυρό του.

Οι εργάτες προσωρινότητας, οι φρουροί της επισφάλειας, οι γητευτές της τρυφερότητας, οι ζηλωτές του ανθρώπου, οι Τζόκερ, ετράπησαν έτσι, όσοι όχι σε φυγή, στο πλέον καταρτισμένο δυναμικό του λούμπεν προλεταριάτου της χώρας.

Βαρβάτα ιδρύματα του αδελφού κρατιδίου ίδρυσαν, λίγο αργότερα, σαρωτικά παραρτήματα σε όλη την επικράτεια. Το κέντρο ειδικά της πρωτεύουσας στη Δημοκρατία έγινε πεδίο σφαγής για την ευγενή παραχώρηση υποδομών έναντι υπηρεσιών, ειδικά  στα διατηρητέα κτίρια και τα νεοκλασικά.

Τα κέντρα, επίσης, αριστείας διαγωνίζονταν πλέον σε αριθμό τους πύργους και τα καζίνο. Πολλοί αριστούχοι ‒και εν προκειμένω όλοι‒ δεν έπαυαν να συλλέγουν για τον εαυτό τους τίτλους και ιδιότητες, με τις οποίες –όλες μαζί– παρουσιάζονταν σε συνέδρια, ακαδημαϊκά γκαλά και παιδευτικές αναρτήσεις, όπως «κριτικός, πανεπιστημιακός, διδάσκων, ομιλάρχης, πρόεδρος, νεοελληνιστής, κυπρολόγος, χειριστής κρατικών κονδυλίων» κ.ά. Από τους εντυπωσιακότερους τέτοιους τίτλους που συνάντησα υπήρξε το «Μαρία-Χοσέφα-Αγκριπίνα-Αρμάντο-Καλιμέρα-Κορασόν, γυναίκα, συγγραφέας και ποιήτρια». Ελπίζω να μη σας κάνω να νομίζετε πως αστειεύομαι, καθώς τις ιδιότητες αυτές είδα γραμμένες και σε κομματικό ψηφοδέλτιο, συμπληρωμένες εμφατικά με τους όρους «μητέρα και σύζυγος».

Παρότι στη Δημοκρατία το να έχει κανείς πλέον μόνο μεταπτυχιακό τίτλο ήταν δυνατό να θεωρηθεί μειονέκτημα, όντας, μαζί με τον Καναδά, η σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρα με τους περισσότερους πτυχιούχους στον κόσμο, ο δημόσιος τομέας φρόντιζε να εξαλείφει τα απαραίτητα για την εκάστοτε θέση προσόντα, αντί να προσθέτει σε αυτά. Το ίδιο ίσχυε ειδικά και για τις διευθυντικές θέσεις, όπως και για τον διορισμό ή την εκλογή των αξιωματούχων του κράτους.

Σε ορισμένα δε ιδρύματα, οι θέσεις προαγωγής, αν δεν προσφέρονταν με απευθείας ανάθεση ή αφαίρεση εν μία νυκτί προσόντων από τα οικεία σχέδια υπηρεσίας, παρέμεναν κλειστές για υπερπροσοντούχους του ίδιου οργανισμού ή για ανέργους εκτός αυτού.

Και για να μη νομίσει κανείς ότι αναφέρομαι σε κάποιο συγκεκριμένο ίδρυμα, στις σπάνιες περιπτώσεις που ιδρύματα της Δημοκρατίας προκήρυσσαν νέες θέσεις για υπερεξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο καλείτο να εκπαιδεύσει και να εποπτεύσει τους προειρημένους εντός εκάστου ιδρύματος τροφίμους, νοείται ότι το προσωπικό αυτό ιεραρχικά εντασσόταν σε κατώτερες μισθολογικά κλίμακες από εκείνους που επόπτευε, προκειμένου να προηγηθούν σε προαγωγή οι αρχαιότεροι εντός του οργανισμού.

Κι εφόσον μιλάμε για μούμιες και ναφθαλίνη, ιδρυτικός μύθος της χώρας υπήρξε η πίστη μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων στη Δημοκρατία, ειδικά δε στους βουνίσιους και σε εκείνους που έμελλε αργότερα να γίνουν πρόσφυγες, επειδή ακριβώς τα έχασαν όλα, πως η μόρφωση αποτελούσε διαβατήριο για το μέλλον. Έλεγαν «μόρφωσις» οι πρωτινοί με εκείνη την επιτηδευμένη σήμερα μα τόσο φυσική γι’ αυτούς και στη γλωσσική ποικιλία του νησιού μου χρήση της καθαρεύουσας, κι έσταζε μέλι το στόμα τους. Τον πατέρα μου ακόμα στο ορεινό χωριό Σπήλια προσφωνούν με τον όρο «Δάσκαλε», στο δε άστυ «Καθηγητή», ενώ ο προπάππους μου, ξυλέμπορας από το ίδιο χωριό κι από τους τελευταίους γεραρούς βρακάδες, είχε χαρίσει στην πρώτη δασκάλα του χωριού το διπλανό στο δικό μας σπίτι. Πώς να ’ρχόταν κανείς ξεβράκωτος, και μάλιστα γυναίκα, για να μείνει εφ’ όρου ζωής στα κρύα και τα παραρά; Τη θυμάμαι ακόμα, στα γεράματά της, πάντα της περιποιημένη, με σινιόν και ντεπιές –αυστηρά κάτω απ’ το γόνατο–, συνδυάζοντας άψογα την αμφίεση με αυθόρμητη σεμνότητα και ανεπιτήδευτη ευγένεια. Δεν θυμάμαι καν και δεν νομίζω να είπε ποτέ κανείς στ’ αλήθεια τ’ όνομά της, παρά μόνο ότι την αποκαλούσαν με σέβας, όταν περνούσε, «η Δασκάλα».

Επίσης, για να μη δοθεί η εντύπωση ότι η γράφουσα προέρχεται από πλούσιο σόι, ο πάππος-ξυλέμπορας δώριζε την περιουσία του αλόγιστα σε αγαθοεργίες, όπως στο κτίσιμο του πρώτου ποδοσφαιρικού γηπέδου της περιοχής, έπειτα προικοδότησε με τα απομεινάρια της τους υιούς του, με επιφανείς για την εποχή σπουδές στο Λονδίνο και με εντυπωσιακές επαύλεις εντός του χωριού. Όπως θα καταλάβατε, την εκ μητρός καταγωγή μου έλκω από την πλευρά της γιαγιάς μου και θυγατέρας του, Ιουλίας, η οποία δόθηκε σε γάμο στην τρυφερή ηλικία των δεκαεπτά ετών. Υπήρξε όμορφη –πανέμορφη– και τρομαγμένη –κι ίσως γι’ αυτό πιο όμορφη– μέσα σ’ εκείνο το νυφικό και τους κοθόρνους που την έβαλαν να φορέσει. Για να μην αδικήσω κανέναν, ευτύχησε να έχει δίπλα της ένα υπόδειγμα ανδρός και αγωνιστή, ονόματι Χαράλαμπος, ετούτος Γαλατίτης, για τον οποίο όλοι, και ειδικά η μητέρα μου, είμαστε περήφανοι.

Περήφανη είμαι και για τον πατέρα του πατέρα μου, επαγγέλματι βοσκός, στον οποίο οφείλω το όνομά μου, όπως και για τη σύζυγό του, Μαρία, η οποία με μεγάλωσε σε προσφυγικό συνοικισμό. Υπήρξε μια εποχή αμέριμνη, όπου τα δέντρα μού φαίνονταν μεγάλα και από την οποία συγκρατώ ειδικά, εκτός από το πρόσωπό της και τ’ απαλό νανούρισμα, ένα κίτρινο ποδήλατο. Η Μαρία, αφ’ όταν έχασε τον άντρα της, χειροτονήθηκε Μαγδαληνή μοναχή και, με τα ελάχιστα χρήματα που μάζεψε κατά τη διάρκεια του βίου της, έκτισε στην προσφυγιά ένα μικρό, ελάχιστο εκκλησάκι. Από αυτό θυμάμαι μόνο την κατσάδα που μου έκανε, όταν μια φορά μπήκα χασκογελώντας με μια γειτονοπούλα της ηλικίας μου στο Ιερό.

Κι εφόσον ήρθε η κουβέντα στα τραύματα, όταν δεν προσπαθούσα να κάνω εγώ την κριτικό, θυσιάζοντας δηλαδή τον βίο μου σε χιλιάδες τυπωμένες και ανέκδοτες ακόμα σελίδες, δωρίζοντας σ’ όλους τους, τρυφερούς κι αγνώμονες, έναν ολόκληρο κόσμο, μπολιάζοντας τις εργασίες μου όσο μπορούσα πιο πολύ με επιχειρήματα, θεωρήματα, εμπεριστατωμένες παραπομπές σωρό –κόσμος ολάκερος, ξέχωρος αυτές– και θέλω να πιστεύω τίμια, οι κριτικοί από το αδελφό κρατίδιο έπεφταν πάνω μας σχεδόν ως ψυχίατροι, προσπαθώντας να μας εξηγήσουν από πού κρατά το δικό μας τραύμα, αν εκφραζόμαστε γι’ αυτό με αρτιότητα, εν γένει αν πρέπει να γράφουμε γι’ αυτό ή αν είμαστε πλέον αρκετά «ώριμοι» για να το αποτυπώσουμε αισθητικά, διατηρώντας από αυτό την «αναγκαία» απόσταση. Κάποιοι έλεγαν μάλιστα πως εμείς οι Δημοκράτες «αυτοεγκλωβιζόμαστε» στα τραύματά μας, αδυνατώντας να μετάσχουμε παραγωγικά στο παγκόσμιο γίγνεσθαι του μετα-ανθρωπιστή ανθρώπου.

Οι δε λογοτέχνες, ειδικά οι νέοι και αυτοδημιούργητοι, που φύτρωναν στη Δημοκρατία σαν μανιτάρια, υποστήριζαν ότι έχουμε ανάγκη αυτού του είδους την κριτική, προκειμένου να τυγχάνουμε μιας κάποιας αναγνώρισης ή έστω αναφοράς στον Κανόνα του αδελφού κρατιδίου. Έρπονταν και έρπονταν, χαρίζοντας παντού τα βιβλία τους, μαζί με μπόλικη δόση από χαμόγελο και σάλιο, εξασφαλίζοντας βραβεία, χειροκροτήματα, πωλήσεις και τη δημοφιλία τους, η οποία κρατεί μέχρι σήμερα. Ακόμα και ελάσσονες, και ειδικά γυναίκες ποιήτριες, κατάφεραν μέσα από τις ρεβερέντζες του είδους να χτίσουν τον δικό τους μύθο και να κυκλοφορούν κι αυτές σε λίστες, ανθολογίες, αφιερώματα, μεταφράσεις και φυλλάδες ευρείας κυκλοφορίας.

Αν δεν το ’χω, ferto.

Τραυματική υπήρξε και η εμπειρία μου με Φορέα στη Δημοκρατία που αναλάμβανε την ίση κατανομή των οικονομικών βαρών της εισβολής για τα παιδιά των προσφύγων. Ομολογώ πως δεν με πείραξε τόσο που απώλεσα το στεγαστικό επίδομα της συγγενούς του Φορέα Μέριμνας για τους πρόσφυγες, λόγω εισοδηματικών, ως είρηται, κριτηρίων – γιατί το να έχεις χάσει τα πάντα σημαίνει γι’ αυτούς να τριγυρνάς μετά από πενήντα χρόνια ξυπόλητος ή να ζεις σε καλύβα. Ούτως ή άλλως, το επίδομα αυτό δεν έφτανε ούτε για τις τσίχλες του εργολάβου ή των εργατών που κλήθηκαν να ανεγείρουν την οικία.

Με τσίμπησε όμως κατά τρόπο που δεν το περίμενα, όταν ο Φορέας μού ζήτησε να κατονομάσω τον αριθμό των δέντρων και των δενδρυλλίων που καλλιεργούσε στο χωράφι του πριν από την εισβολή ο πατέρας μου, προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό μου, ως δικαιούχου, σε επιτοκιακές ελαφρύνσεις. Περισσότερο, δηλαδή με πείραξε, όταν κατάλαβα ότι έπρεπε να ρωτήσω τον ίδιο τον πατέρα μου, καθώς εγώ δεν γνώριζα, πόσα ακριβώς και ποια δέντρα ήσαν αυτά που καλλιεργούσε.

Η Μόρφου σήμερα, μαθαίνω, κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από εποίκους της Ανατολίας, οι οποίοι δεν έχουν καμιά σχέση με τον πολιτισμό ή τα δέντρα, και οι πορτοκαλεώνες έχουν ρημάξει.

Μιλώντας για δέντρα, επιτρέψτε μου να αναφερθώ και σε ένα ντοκιμαντέρ γύρω από το κίνημα «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν», το οποίο ήρθε ξανά στο φως, για όσους ήμασταν αγέννητοι, ίσως ακόμα και για εκείνους που τα έζησαν, σχετικά πρόσφατα. Από αυτό κρατήστε, παρακαλώ, όπως κι εγώ, τη σκηνή νέας γυναίκας που πλησιάζει με απόλυτη ψυχραιμία Τούρκο στρατιώτη, φέροντα μάλιστα μπαζούκα, τόσο κοντά, που να μυρίζει κανείς το χνώτο του, και τον ρωτά τα εξής θερμουργά και εφεξής αμνημόνευτα: «Ποτίζετέ τα, τα δεντρά;».

Και για να τελειώνουμε μια και καλή με την ερμηνευτική επιτροπία του τραύματος:

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο τραύμα από το να σ’ έχει προδώσει η μάνα σου, Μητέρα.

*

**