Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Δ΄)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 Τα τραγούδια (α’)

Τα τραγούδια των Ολίγιστων γεννήθηκαν από την ίδια συγκυρία που έδωσε στον νέο αυτό μουσικό σχηματισμό την ονομασία του και την οποία περιγράψαμε εκτενώς στα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος. Αποκλειστικό θέμα τους είναι η κατάδειξη της καταπίεσης από το καθεστώς Ορτέγα, η κάλυψη των γεγονότων της κοινωνικής εξέγερσης του 2018 και η καυτηρίαση των κακώς κειμένων, με απώτερο στόχο την παραίτηση του δικτάτορα και τον εκδημοκρατισμό της Νικαράγουας. Πρόκειται για τέχνη πολιτική, αφού η μουσική επιστρατεύεται δημιουργικά ως μέσο πολιτικής και ευρύτερα κοινωνικής διαμαρτυρίας που επιτρέπει τη συμμετοχή και την άρθρωση πολιτική (αντι)λόγου.

Το υπέροχο: Ενώ θα περίμενε κανείς έναν χαρακτήρα άκρως καταγγελτικό, πράγμα που ισχύει βέβαια για τους στίχους τους, τα τραγούδια αυτά αποπνέουν αισιοδοξία, ευδιαθεσία, σχεδόν ευεξία. Ο λόγος απλός, απτός και συγκεκριμένος: αντλούν από τη μακρά και πλούσια μουσική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, με ρυθμούς παραδοσιακούς όπως η κούμπια, η σάλσα και το μερέγκε, αλλά και με παραδοσιακά μουσικά όργανα όπως η μαρίμπα και άλλα κρουστά. Οι Ολίγιστοι δε μένουν όμως εκεί, αλλά ανανεώνουν τη μουσική τους, μπολιάζοντάς την με σύγχρονα διεθνή μουσικά ρεύματα και τάσεις, όπως το σκα και η χιπ χοπ. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εκεί αποστασιοποιούνται από την πολιτική μουσική, τη “μουσική διαμαρτυρίας” των δεκαετιών του 1970 και 1980, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό που δήλωσε στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Φάμπιο Μπουιτράγο, μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες των Ολίγιστων: στη «γενιά των νέων δρόμων». Δρόμων όχι μόνο πολιτικών και κοινωνικών, αλλά και μουσικών και ευρύτερα πολιτιστικών. Μια εξέγερση πολύπλευρη και πολυεπίπεδη. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Γ΄)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 

«Αντίσταση θα πει να αντέχεις»:

Μια συνέντευξη με τους Κάρλος Μεχία και Φάμπιο Μπουιτράγο

της μουσικής κοινοπραξίας Οι Oλίγιστοι[1]

1. Ε.Σ.: Πώς θα περιγράφατε την παρούσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη Νικαράγουα; Με τι έρχεται αντιμέτωπος ο λαός της;

Κ.Μ.: Ο λαός της Νικαράγουας βρίσκεται στο έλεος μιας απόλυτης ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ που καταφέρνει να παραμένει στην εξουσία ελέγχοντας πλήρως την αστυνομία και το στρατό της Νικαράγουας, όπως και παραστρατιωτικές ομάδες με βαρύ οπλισμό. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός προσαρμόζεται προκειμένου να επιβιώσει, μαθαίνουμε να “ζούμε”. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |57. Κωστούλα Μάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Β΄)

[Συνέχεια από το α΄ μέρος της Εισαγωγής]

Καθεστώς τρόμου

6.La prensaΑυτό όμως που καθιστά πραγματικά αβίωτη τη ζωή στη σημερινή Νικαράγουα είναι το καθεστώς απόλυτου τρόμου, με το οποίο έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος ο λαός της. Αν, στους τόσους μήνες της εξέγερσης, ο Ορτέγα δεν χρειάστηκε να κινητοποιήσει το στρατό, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάνει μια χαρά τη δουλειά του με την αστυνομία, τη Νεολαία του κόμματος του, κυρίως όμως με τις ανώνυμες και απρόσωπες παρακρατικές ομάδες των κουκουλοφόρων, οι οποίοι εισβάλλουν οπλισμένοι ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε και, αφού σκοτώσουν, βασανίσουν και λεηλατήσουν, αναζητούν ατιμώρητοι κι ανενόχλητοι τους επόμενους αντιρρησίες. Προετοιμάζοντας το παρόν αφιέρωμα, διαβάσαμε κι ακούσαμε για το πλήθος πολιτών που έχει χάσει εδώ και μήνες τον ύπνο του και είδαμε συνομιλητές μας να τινάζονται όρθιοι με τον παραμικρό ήχο στο περιβάλλοντα χώρο, περιμένοντας τους…‘“βατράχους”[1] (βλ. τραγούδι «Ο βάλτος»). (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Α΄)

Μια (επ)ανά(σ)ταση εν προόδω

1

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Δύο χρόνια συμπληρώνονται από τον Απρίλη του 2018, όταν η κοινωνική εξέγερση που ξέσπασε στην Νικαράγουα εξελίχθηκε στην αιματηρότερη διαμάχη στην ιστορία της χώρας από την εποχή της Επανάστασης. Δύο χρόνια πέρασαν από τότε που ο ξεσηκωμός των «ολίγιστων», όπως τους αποκάλεσε η σύζυγος του Προέδρου, Πρώτη Κυρία και Αντιπρόεδρος της Νικαράγουας, Ροζάριο Μουρίγιο, είχε ως συνέπεια τη δολοφονία 325 ατόμων (με υπολογισμούς που ανεβάζουν τους νεκρούς σε 568), τον τραυματισμό 2.000, τη φυλάκιση άλλων 2.000 ως πολιτικών κρατουμένων και την αναζήτηση ασύλου, ήτοι την εξόριση, άλλων 60.000-100.000. Πώς αλλιώς, αφού αυτοί οι «ολίγιστοι» είναι το 75% του λαού της Νικαράγουας, ο οποίος έκτοτε ζει υπό το καθεστώς απόλυτου τρόμου, στο έλεος παραστρατιωτικών και οπλισμένων παρακρατικών ομάδων και ενός ζεύγους που παραμένει λυσσασμένα στην εξουσία. Μπροστά όμως στους 50.000 νεκρούς Νικαραγουανούς του εμφυλίου το 1980, πώς να μη φανούν στην Μουρίγιο τα παραπάνω “νούμερα” πταίσμα; Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. (περισσότερα…)

Ηρώ Νικοπούλου, Το δίλημμα

moth

~ . ~ 

Όλη η ιστορία αποκαλύφθηκε μετά το ατύχημα του Λουκά, όταν μια Τρίτη απόγευμα ο Παύλος αφού αγόρασε μια ωραιότατη μονογραφία για τον Βέρντι, δώρο για τον φίλο του, χτύπησε το κουδούνι της οδού Δροσοπούλου 22. Του άνοιξε η Βίβιαν, φορούσε μια ελαφριά μεταξωτή ρόμπα, είχε μια ροζ αυλακιά στο δεξί μάγουλο και τα μάτια της ήταν πρησμένα από τον ύπνο. Κοιτάχτηκαν αμήχανα, αν και ο καθένας για διαφορετικό λόγο.
— Δεν φανταζόμουν ότι θα κοιμόσαστε ακόμα, είχα πει στο Λουκά ότι θα περάσω κατά τις έξι…
— Από πού του είπες ότι θα πέρναγες;
— Μα, από ‘δω φυσικά, αφού προχθές βγήκε από το νοσοκομείο. Μη μου πεις ότι ξεπόρτισε κιόλας!
— Όχι, δεν μπορεί· άλλωστε του το έχουν απαγορεύσει εντελώς μέχρι να βγει ο γύψος.
— Τότε; Ο Παύλος πίεσε την παλάμη του στην κάσα της εξώπορτας ανήσυχος.
Η Βίβιαν συνέχιζε να του φράζει την είσοδο με το σώμα της, στο τέλος είπε κοιτώντας το χαλάκι της εισόδου:
— Δροσοπούλου 28. Εκεί θα τον βρεις.
— Μα εκεί μένει η μητέρα του.
— Ε, ναι, εκεί.
— Βίβιαν, είναι καλά ο Λουκάς, τί συμβαίνει;
— Τίποτα καινούργιο Παύλο, τίποτα καινούργιο! Και απορώ δηλαδή που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Εκτός, τι να πω, εκτός κι αν πράγματι δεν ξέρεις τίποτα, εκτός και κρύβεται κι από σένα ακόμα.
— Τι να μου κρύβει, εσείς είσαστε μια χαρά μεταξύ σας μέχρι προχθές. Με μπερδεύεις…
— Άσε, τίποτε, ρώτα τον ίδιο. Με συγχωρείς που δεν σου λέω τόσην ώρα να περάσεις, αλλά, ξέρεις, ήμουν στο μπάνιο, άλλωστε όπως σου είπα σήμερα είναι Τρίτη και ο Λουκάς δεν είναι εδώ.

Ο Παύλος στην διαδρομή από το ένα σπίτι στο άλλο, άρχισε να υποψιάζεται διάφορα. Λίγα λεπτά αργότερα η γηραιά κυρία με το κομοδινί μαλλί άνοιγε με θριαμβευτικό χαμόγελο την πόρτα της Δροσοπούλου 28.
— Επιτέλους! Καλώς τον, σε περιμέναμε. Ο φίλος σου είναι περδίκι, λεβεντιά μετά από τέτοιο τρακάρισμα! Θηρίο σου λέω, αλλά έτσι είμαστε εμείς, γερή φύτρα! Πέρασε, πέρασε.
Ο Παύλος όρμησε στο δωμάτιο του Λουκά, του πέταξε περίπου τον Βέρντι στο κεφάλι και με γουρλωμένα μάτια φώναξε:
— Τί δουλειά έχεις εσύ εδώ;
— Πώς κάνεις έτσι, ηρέμησε! Έλα κάθισε, μόνο πρόσεξε το γύψο, είπε ο Λουκάς παραμερίζοντας το πάπλωμα στην άκρη του κρεβατιού του.
Ο Παύλος παρέμενε όρθιος με τα χέρια στις τσέπες και τα πόδια ανοιχτά σαν καραβοκύρης σε τρικυμία.
— Μα γιατί, από πότε συμβαίνει αυτό;
— Σιγά μη μετράω…
— Καλά και η Βίβιαν τί λέει, δεν την πειράζει;
— Τι να την πειράξει μωρέ, μετά από είκοσι χρόνια γάμου!
— Τι σχέση έχουν τα χρόνια γάμου; Άλλωστε, αν κρίνω από το ύφος της αυτό το χούι εσύ πρέπει να το έχεις καιρό.
Ο Λουκάς ανασήκωσε βαριεστημένα τους ώμους του στρογγυλεύοντας τα χείλη.
— Δηλαδή μπορεί και από την αρχή;
Ο Παύλος στραβοκάθησε στην άκρη του κρεββατιού και συνέχισε συγχυσμένος ενώνοντας προσεκτικά τις παλάμες του.
— Γιατί δεν μιλάς, Συγνώμη, ξέρεις πολλούς που ζουν με τη μάνα τους ενώ είναι παντρεμένοι;
— Ε, καλά τώρα, υπερβολές. Ζω με τη μάνα μου! Δεν ζω με τη μάνα μου, απλώς εδώ είμαι πιο άνετος, έχω ζωτικό χώρο, δουλεύω καλύτερα, με φροντίζει, τους χυμούς μου, την ησυχία μου. Άλλωστε δυο φορές την εβδομάδα πάω κι απ’ το άλλο σπίτι.
— Α, δεν πας καλά!
— Υπερβάλεις, υπερβάλεις, ούτε η Βίβιαν δεν ασχολείται πλέον.
— Δεν ασχολείται, γιατί μάλλον την έχεις πρήξει πλέον, δεν το καταλαβαίνεις;
Ο Λουκάς άλλαξε συζήτηση. Δεν του άρεσε να μιλάει για το παράξενο δίπορτο της ζωής του, πάτησε το play και δυνάμωσε τον ήχο.
— Άκου αυτό, εχθές το ‘γραψα, του είπε και άρχισε να μαεστράρει στον αέρα.
— Ρε μπαγάσα, δε σε καταλαβαίνω, επέμεινε ο Παύλος Τουλάχιστον να ‘τανε γκόμενα, να πω χαλάλι και δίπορτο και τρίπορτο, που λέει ο λόγος. Αλλά να ζεις με τη μάνα σου πενή-ντα χρονών άνθρωπος! Τότε τι την παντρεύτηκες την άλλη;

Ο κλινήρης μαέστρος σιωπούσε εκκωφαντικά. Ο Παύλος τον κοιτούσε λοξά σκεπτικός ζυγίζοντας προσεκτικά τις λέξεις που θα ξεστόμιζε. Μετά υψώνοντας τη φωνή του λίγο πάνω από τις νότες, είπε με δήθεν εξομολογητικό ύφος.
— Ξέρεις μερικές φορές μου ‘ρχονται κάτι περίεργες σκέψεις, κάτι διλήμματα αβυσσαλέα.
— Τι αβυσσαλέο, λες; χαχάνισε τώρα ο Λουκάς χαρούμενος για την στροφή της κουβέντας σε άλλο θέμα.
— Θα σου πω, χαμήλωσε λίγο τον ήχο.
— Ορίστε, ακούω.
— Να λέω, μερικές φορές όταν αισθάνομαι την ύπαρξη του κινδύνου, της απώλειας, του θανάτου…
— Μωρέ, τι ωραία συντροφιά που είσαι! Ό,τι πρέπει για να ξεπεράσω το μετατραυματικό μου σοκ!
— Όχι, άκου… λοιπόν, σκέφτομαι αν γινόταν, ας πούμε, μια καταστροφή και μπορούσα να διαλέξω εγώ ποιός θα ζήσει και ποιός θα πεθάνει· ποιόν θα έσωζα;
— Ε, ποιόν θα έσωζες;
— Εδώ είναι, δεν ξέρω, πολύ δύσκολη απόφαση. Γιατί εσύ ξέρεις; Δηλαδή, αν σου χτύπαγε την πόρτα ο Μεγάλος κι έπρεπε να διαλέξεις, για παράδειγμα, τη Βίβιαν ή τη μάνα σου, τί θα διάλεγες, ξέρεις;…
Τον κοιτούσε καρτερικά στριφογυρίζοντας έναν αναπτήρα.
Το κεφάλι του Λουκά βούτηξε απότομα κάτω από τα σκεπάσματα ψάχνοντας για ένα δεύτερο cd. Πρέπει να κράτησε την αναπνοή του όσο όταν έπεφτε για ψαροντούφεκο. Όταν αναδύθηκε ήταν κατακόκκινος.
— Λοιπόν, ξέρεις; Επέμεινε ο Παύλος.
Ο Λουκάς κοιτώντας πάνω από τα γυαλιά του τα ψιλά γράμματα του εξωφύλλου ψιθύρισε με σταθερή φωνή.
— Εγώ, ξέρω. Δίνω, άλλωστε, εδώ και χρόνια την ίδια απάντηση πέντε ημέρες την εβδομάδα.

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |56. Δημήτρης Καρακίτσος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Το ψυχικό καταπίστευμα στην ποίηση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Τασούλα Καραγεωργίου, Η πήλινη χορεύτρια, Γαβριηλίδης 2019

pilini-xoreutria-tasoula-3karageorgiouΗ όγδοη συλλογή της Τασούλας Καραγεωργίου ανήκει σε εκείνο το είδος της ποίησης που διαλέγεται εκτεταμένα με την παλιότερη γραμματεία αλλά και τη γενεαλογία της ελληνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας που αντιμετωπίζεται ως η πολύτιμη κιβωτός του λόγου που κατόρθωσε μελωδικά και ακαριαία να αποτυπώσει το διαχρονικό πάθος της ανθρώπινης μοίρας. Παντού το βλέμμα της κλασικής φιλολόγου που διέρχεται με άνεση και αγάπη περιοχές του λόγου και του μύθου που έχουν αποκτήσει έναν εμβληματικό συμβολισμό στην αυτοσυνειδησία του Έλληνα. (περισσότερα…)

Δημήτριος Μουζάκης, Ποιήματα

apelp

~ . ~ 

Ι.

Αποβιώνει η πραγματικότητα
μες στα μυαλά μας.
Κλεισμένοι μες στα σπίτια μας
σπαρταράμε σαν αρουραίοι σε πλοίο που βυθίζεται
ή σα μυρμήγκια που τρέχουν
ν’ αποφύγουν τη φωτιά
χωρίς να καταλαβαίνουνε τον κίνδυνο.
Οι εκδοχές έχουν κρυφτεί παντού και
όλες αληθεύουν μέσα στα δίκαιά μας.
Κάπου μέσα μας γνωρίζουμε
ότι είμαστε, απλώς, θλιμμένοι
ότι μας εξήντλησε η ανέχεια
η γκρίζα γειτονιά.

Μαζεύω ένα σωρό με φραγκοδίφραγκα.
Μ’ ένα τρίγωνο και πάλι θα κερδίσω το ψωμί μου
κλαίγοντας τα κάλαντα του Φθινοπώρου. (περισσότερα…)

Θάνος Γιαννούδης, Υπερσιβηρικός

71dgvFpdVqL._SL1200_

Υπερσιβηρικός

Μνήμη Ορ. Λάσκου

“Και το τρένο της προόδου ολοταχώς
τρέχει σαν τρελό μέχρι να φτάσει
όσο γίνεται μακρύτερα απ’ το φως,
το Θεό,
την αγάπη
και την πλάση”
Ντ. Μιζγκούλιν (μτφρ. Αλ. Πάρνη)

Περίμενα χρόνια να ’ρχόταν το τρένο,
γεμάτος με σκόνη μυριάδων σταθμών
– στον κόσμο γεννιέμαι, σιωπώ και πεθαίνω,
παιχνίδι της μοίρας και πάντα υπ’ ατμόν.
Μα πάλι η φωνή μυστικά θα καλεί
παιδιά που αρνηθήκαν τις έτοιμες λύσεις.
Ω, πράξη σαν γίνει αυτή η οφειλή,
τον δούλο σου, Κύριε, μπορείς ν’ απολύσεις!

 

Ποιος μ’ έβαλ’, αλήθεια, σ’ αυτό το ταξίδι
σκεφτόμουν πνιγμένος στο μαύρο βυθό.
Μα τάχα το ίδιο δε ’λέγαν κι όσοι ήδη
σβηστήκαν, μα κι όσοι θα βγουν σαν χαθώ;
Κουκκίδα μικρούλα η ζωή μας, ενώ
ο Χρόνος τις μαύρες σελίδες απλώνει
και μοιάζει σχεδόν γλαφυρό το κενό
καθώς αγναντεύεις της στέπας το χιόνι.

Τις χώρες ετούτες στον πάγο Κοζάκοι
διαβαίναν στ’ αλόγου τις σέλες ορθοί
―μ’ αυτές τις εικόνες κοιμόμουν παιδάκι,
μα το παραμύθι ξανά δεν θα ’ρθεί―
Μονάχα οι ράγες χτυπούν δυνατά
κι ο δρόμος μου μοιάζει σκοπό να μη φέρει
και πάντα ο ανήξερος φίλος ρωτά
γιατί στις χαρές η καρδιά μου υποφέρει.

Φιλιά κι αρραβώνες και κόρες κι εγγόνια
και κάπου στη δύση το Βλαδιβοστόκ.
Γιατί, τότες, βάφουν αλλιώς τα βαγόνια
αφού τ’ αγοράσαν απ’ όμοιο στοκ;
Αλίμονο! Ο κόσμος βαδίζει τυφλά
κι ανόμοιοι ανθρώποι την ίδια ζουν πλάνη
– ακόμα και το ίδιο το Φως σκουντουφλά
καθώς διαλαλούν πως κι αυτό θα πεθάνει!

Ποιοι να ‘χουν το σθένος ενός Μαγιακόφσκι
ν’ αλλάξουν το τέλος που έχει οριστεί;
Εντός τους μιας άλλης ζωής θα υποφώσκει
το χάος, μα τούτης θα μένουν πιστοί.
Ο μέσα παλμός τους θα σβήνει κι αυτός,
με φόντο μια λήθη χωρίς ανδριάντα
κι η ποίηση μόνη σανίδα φωτός
μιας νιότης στραβής που τραβά στα τριάντα.

Αιώνια Ρωσία που σ’ άρπαξαν τώρα
οι κόκκινοι, οι μαύροι… (γυρνά το εκρεμμές)
Ρημάζουν τις στέπες ξανά τροχοφόρα
μα εμάς σταθερές ταξιδεύουν γραμμές.
Κι αν βγάζουν μια λάμψη τ’ αστέρια τους, φευ!
παραίσθηση μοιάζει που κρύβει το φως μου.
Στρατιές Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Ραντισέφ
θα δείξουν το δρόμο στην άκρη του κόσμου.

Γι’ αυτούς θα σταθώ μπρος στης ζήσης το ρέμα
που ρέπουν οι αγώνες κοντά στο κενό,
στον τόπο που χτίσανε δάκρυα κι αίμα,
στη γη που απαντά τις κραυγές που μηνώ.
Οι γυάλινοι πύργοι πώς μοιάζουν σταυροί
στα γύρω μας δάση το χιόνι σαν φτιάχνει,
μα ―αν κάποιος πιστέψει σ’ αυτούς― θε να βρει
ξανά το Θεό που εβυθίσθη στην πάχνη.

Σιμά μου χιλιάδες που αντέξαν το ψύχος
και ζουν μες στο σκότος το σιβηρικό
που μόνος τους πόθος κι απόκοσμος ήχος
“Να πέσουμ’, αρκεί να σβηστεί το Κακό!”
Η μέρα της κρίσης του πλήθους θ’ αργεί
κι ως τότε μονάχη η Σιωπή θα επιχαίρει,
μα αυτοί θα διαβαίνουν σαν ίσκιοι τη γη,
χωρίς μεν Θεό, με σταυρό όμως στο χέρι.

Στην τούνδρα βαδίζει για πάντα η ζωή μας
και σπάμε τον πάγο στροφή τη στροφή,
μ’ αξίνα τους στίχους, με τ’ άστρο της ρίμας,
με κάθε στιγμή που ξανά δεν θα ’ρθεί.
Σπιτάκια, χωριά, ώς κι η Μόσχα ―για δες!―
θα κλίνουν το γόνυ μπροστά σαν περνάει,
μ’ ολόφωτες μέρες, με κρύες βραδιές
– μα τώρα, σωπάστε! Η γραμμή ξεκινάει…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Θησαυρός αναγνώσεων #2

zoom-backgrounds-00009

Σχετικὰ μὲ τὸν Δεύτερο Θησαυρὸ Ἀναγνώσεων

Μὲ πενήντα-πέντε πλέον ἑβδομάδες παρουσίας στὸ ἑλληνικὸ διαδίκτυο, ἡ Διαρκὴς Ποιητικὴ Ἀνθολογία ἔκρινε σκόπιμο νὰ προβῇ σ’ ἕνα σύντομο σταμάτημα ἀνασκόπησης, προτοῦ συνεχίσει τὴν πορεία της πρὸς τὰ ἐμπρός, πάντοτε ἀκολουθῶντας τὶς ἀφετηριακές της ἐξαγγελίες, τὶς ἀπαρέγκλιτες ἀρχές της καὶ τὴν ἐπιδίωξη μιᾶς ὅσο τὸ δυνατὸν δικαιότερης, πληρέστερης καὶ ἀντιπροσωπευτικότερης παρακολούθησης κι’ ἀνθολόγησης τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς ποίησης ποὺ γράφεται ἀπὸ συγγραφεῖς γεννημένους ἔπειτα ἀπὸ τὸ σημαδιακὸ γιὰ τὸν ἑλληνισμὸ 1974. (περισσότερα…)

Γράμμα από τα Τρίκαλα

Στις απόκριες λόγω κορωνοϊού δεν βάλαμε μάσκες. Μετά η ζωή άλλαξε. Δεν χρειαστήκαμε τις καθημερινές, περάσαμε κατευθείαν στις ιατρικές. Όσοι βρήκαν δηλαδή, γιατί εξαρχής υπήρξε μεγάλη έλλειψη. Έμεινε το πρόσωπό μας γυμνό. Και το γυμνό πρόσωπο είναι εύθραυστο σαν το γυαλί και συχνά κόβει. Κάθομαι πολλές ώρες στο μπαλκόνι και κοιτώ. Μετά γράφω επιστολές στον εαυτό μου. Φωτογραφίζω μια εποχή και μια πραγματικότητα. Γεννά μια ηδονή η αποτύπωση του πρωτόγνωρου. Φαντάζομαι έτσι θα ένιωθε ο Όττο Ντέπε, ο Γερμανός ανταποκριτής που παρακολουθούσε ζωντανά στα άδυτα της NASA το 1969 την προσσελήνωση του Απόλλωνα 11. Τότε ζούσαν την προσσελήνωση του Απόλλωνα 11, τώρα ζούμε την προσγείωση του COVID-19. Αποτυπώνω μικρά στιγμιότυπα με τη σιγουριά ότι οι άνθρωποι μοιάζουν. Υποθέτω πως παντού, σε όλη τη χώρα, θα έχουμε παρόμοιες συμπεριφορές, ότι το μικρό είναι ένδειξη του ευρύτερου. Δεν πιστεύω ότι η καινούρια κατάσταση θα μας αλλάξει προς το καλύτερο. Ο καθένας είναι όπως είναι. Αυτός που βλέπει αλλιώς τα πράγματα λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών, σύντομα, μόλις αλλάξουν, θα δει πάλι με τον τρόπο που έβλεπε. Ο σκληρός εργοδότης θα γίνει ακόμη πιο σκληρός, το θύμα περισσότερο θύμα και οι αδύναμοι δεν θα ξέρουν πού να κρυφτούν. Λίγοι θα αλλοιωθούν εσωτερικά σαν τον Οιδίποδα. Θα τους καταλάβουμε, γιατί θα κυκλοφορούν τυφλοί και θα προφητεύουν. Δεν ξέρω ωστόσο η έκρηξη του ηφαιστείου που σιγοβράζει πόσο καταστροφική θα είναι. Εύχομαι η σκόνη και τα αέρια να μην κρύψουν τον ουρανό, γιατί πολλοί θα πεθάνουν από ασφυξία. (περισσότερα…)