Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |8. Ελένη Κεφάλα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Ἑλένη Κεφάλα

(Μνήμη καὶ Παραλλαγές, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2007)

16406513_744541209057376_8428073417178507442_n

Μέλος

Ἁγιὰ Μαρίνα καὶ κυρὰ
ποὺ ἀποκοιμίζεις τὰ μωρὰ
πάρε καὶ τὸ δικό μου
ποὺ τόσα χρόνια πέρασαν
καὶ ὕπνος δὲν τὸ παίρνει.

Ἁγιὰ Μαρίνα καὶ κυρὰ
ποὺ ἀποκοιμίζεις τὰ μωρὰ
πάρε καὶ τὸ δικό μου
ποὺ τόσα χρόνια πέρασαν
κι ἀγέννητό ΄χει μείνει.

~.~

Παλίμψηστο

Χρόνος: 
Ἀδυσώπητος
Ὅπως ἡ σιωπή σου

Φοβᾶμαι πὼς εἶν’ ἀργὰ πιὰ 
Φοβᾶμαι πὼς πιὰ εἶναι πολὺ ἀργὰ

Σκεφτόταν ὁ Μοκτεζούμα
Ὅταν ἔφτασαν οἱ βάρβαροι στὴν Τενοχτιτλάν

 ~.~

(Χρονορραφία, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

11061968_10207330752132468_5037015475044831204_o

Μέρες τοῦ 1453

Κι ἀφοῦ εἶδε πὼς αὐτὸς ἐπέμενε
τοῦ τά ΄πε ὅλα. Πὼς θά ΄φταναν οἱ
ξένοι μὲ τὸ χλωμὸ τὸ δέρμα. Πὼς
θὰ μιλοῦσαν μιὰ γλώσσα παράξενη
κι ἀκατανόητη. Πὼς θά ΄χαν γένια
καὶ μαλλιὰ μέχρι τ’ αφτιά. Πὼς
θὰ κατέβαιναν ἀπὸ πλωτοὺς πύρ-
γους μὲ μακριὰ δοκάρια. Πὼς θὰ
καβαλοῦσαν πανύψηλα ἐλάφια χω-
ρὶς κέρατα. Πὼς ἀπ’ τὰ ὅπλα τους
θά ΄βγαινε φωτιά. Πὼς ὀγδόντα
μέρες κι ὀγδόντα νύχτες θὰ πολι-
ορκοῦσαν οἱ βάρβαροι τὴν Πόλη.
Πὼς θά ΄πεφτε στὰ χέρια τους καὶ
θ΄ ἀφανιζόταν ἡ Τενοχτιτλάν. Αὐτὰ
ἔμελλε νὰ δείξουν οἱ ὀκτὼ οἰωνοὶ
τοῦ Κετσαλκόατλ, μ΄ ἀλλιῶς θὰ
τοὺς ἑρμήνευε ὁ Σοκογιότσιν.

Ὁργισμένος ὁ αὐτοκράτορας ἔβα-
λε ἀμέσως νὰ ἐκτελέσουν τὸν πα-
ράφρονα ζητιάνο.

~.~

Περιμένοντας τὸν Κορτές

Κι ὅταν ἄκουσαν τὴν ἀλησμό-
νητη κραυγὴ τοῦ νεαροῦ μα-
ντατοφόρου πῆραν τὴν πόλη
πῆραν την, πῆραν τὴν Τεκοάκ,
στὴν Τλαξκάλα οἱ εὐγενεῖς
θορυβημένοι κάλεσαν πάραυ-
τα συμβούλιο κι εἶπαν πὼς
ἄλλη λύση δὲν ὑπάρχει καὶ
συμφώνησαν πὼς δὲν ὑπάρχει
ἄλλη ἐπιλογὴ κι ἀποφασίσαν
νὰ πᾶνε μὲ τὸ μέρος τους, νὰ
τοὺς καλοδεχτοῦν τοὺς πα-
ντοδύναμους βαρβάρους.


Ἡ Ἑλένη Κεφάλα γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1975 καὶ μεγάλωσε στὴν Κύπρο. Εἶναι ἀναπληρώτρια καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ St. Andrews τῆς Σκωτίας. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Μνὴμη καὶ Παραλλαγὲς (2007) καὶ Χρονορραφία (2013).

 

Εγκλωβισμένοι σε μια Μικρή Ζωή

Möbius strip

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής και αφηγητής στον Αργό σίδηρο του Σωφρόνη Σωφρονίου είναι εγκλωβισμένος σ’ έναν παράδοξο χώρο και χρόνο. Γεννήθηκε το 1882 στη Νέα Υόρκη, όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του από ατύχημα το 1948. Κατά τη διάρκεια της ζωής του δίδασκε λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο. Το πάθος του ήταν οι Γερμανοί συγγραφείς του Μεσοπολέμου και το σκάκι. Τώρα όμως έχει πεθάνει κι έχει μεταφερθεί σ’ έναν άλλον πλανήτη, που έχει το παράξενο όνομα Μικρή Ζωή, και σε μια συγκεκριμένη ηλικία, στα είκοσι χρόνια του. Ξέρει βέβαια ότι θα πεθάνει και πάλι σε δέκα χρόνια, όταν πατήσει τα τριάντα. Η ζωή στη Μικρή Ζωή είναι όντως μικρή. Στον Αργό σίδηρο λοιπόν διαβάζουμε τις περιπέτειές του σ’ αυτόν τον πλανήτη κατά τη διάρκεια των δέκα ετών της δεύτερης ζωής του.

Ήδη όμως απ’ τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι η αφήγηση δεν είναι γραμμική, ο αφηγηματικός χρόνος του μυθιστορήματος δεν ξεκινά απ’ την αρχή για να πορευτεί προς το τέλος. Ξεκινά in medias res και διακόπτεται επίσης in medias res, χωρίς να ολοκληρώνεται η ιστορία και χωρίς να μαθαίνουμε τι έγινε τελικά. Να πώς αρχίζει:

Ήμουν σκακιστής στην πλατεία Γιούνιον. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτό έκανα, ήταν αν θέλετε το επάγγελμά μου προτού φύγω από τη Γη. Συνήθιζα να μένω εκεί για ώρες, παρακινούσα τους περαστικούς να κάτσουν για μια παρτίδα. […]

Τη μέρα που με πυροβόλησαν κόντευα τα εξήντα έξι· τώρα είμαι στα είκοσι εννιά. Από τους λίγους μήνες που μου έχουν απομείνει στη Μικρή Ζωή σκοπεύω να περάσω τον τελευταίο σε μια πλατεία όμοια με τη Γιούνιον […][1]

Όταν όμως το μυθιστόρημα τελειώνει, σε κάποιο σημείο της αφήγησης των περιπετειών του ήρωά μας, βρισκόμαστε πριν απ’ αυτή τη χρονική στιγμή, δηλαδή τους τελευταίους μήνες του στη Μικρή Ζωή. Το τέλος του μυθιστορήματος βρίσκεται χρονικά πριν από την αρχή του.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο σημεία, το εναρκτήριο, που δεν είναι έναρξη, και το καταληκτικό, που δεν είναι κατάληξη, ο χρόνος του μυθιστορήματος συστρέφεται, κινείται μπρος πίσω και ανακυκλώνεται. Πού οφείλεται αυτή η παράδοξη σχέση του αφηγητή με το χρόνο;

Ο διάσημος νευρολόγος Όλιβερ Σακς, που μελετούσε τον ανθρώπινο εγκέφαλο –όπως ακριβώς και ο Σωφρονίου προτού γίνει μυθιστοριογράφος–, απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στη δυνατότητα του ανθρώπου να αφηγηθεί την ιστορία του. Σύμφωνα με τον Σακς,

φυσιολογικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία του […] ένας άνθρωπος ο οποίος ξέρει από πού έρχεται, έχει ένα παρελθόν, τοποθετείται στο χρόνο […] Έχει επίσης ένα παρόν […] μια ταυτότητα […] Τέλος, έχει ένα μέλλον, δηλαδή έχει σχέδια και ελπίζει ότι δεν θα πεθάνει προτού τα εκτελέσει. Γιατί ξέρει επίσης ότι θα πεθάνει.[2]

Ο ήρωας του Αργού σιδήρου όμως δεν είναι φυσιολογικός άνθρωπος. Το παρελθόν και το μέλλον του είναι θολά και αβέβαια, όπως και η τωρινή ταυτότητά του. Και ξέρει μεν ότι θα πεθάνει, αλλά έχει ήδη πεθάνει μια φορά, και εξακολουθεί να ζει. Είναι λογικό, επομένως, που ο χρόνος του έχει διαταραχτεί και δεν μπορεί να μπει σε μια λογική σειρά.

Ο χρόνος λοιπόν στον Αργό σίδηρο δεν είναι γραμμικός, δεν ξεκινά από την αρχή και δεν εξελίσσεται προοδευτικά προς το τέλος. Δεν είναι όμως ούτε κυκλικός. Τα γεγονότα δεν επαναλαμβάνονται με κάποια τακτή κανονικότητα, όπως η μέρα ακολουθεί τη νύχτα ή όπως η μία εποχή του χρόνου διαδέχεται την άλλη. Πιο πολύ προσομοιάζει, θα έλεγε κανείς, στον σπειροειδή χρόνο. Σαν την ταινία του Μέμπιους, αυτός ο σπειροειδής χρόνος δεν πηγαίνει ούτε μπροστά ούτε πίσω, δεν επαναλαμβάνεται αλλά ούτε και προοδεύει.

Ίσως ο χρόνος στον Αργό σίδηρο είναι σπειροειδής, γιατί σπειροειδής είναι και ο χρόνος στον οποίο ζούμε εμείς, οι άνθρωποι της ύστερης Νεωτερικότητας. Εξάλλου, η σχέση με το χρόνο είναι ένα βασικό στοιχείο που εντάσσει το μυθιστόρημα του Σωφρονίου στο πνευματικό σύμπαν της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας και στον σύγχρονο στοχασμό περί χρόνου, περί μνήμης, περί ανθρώπου. Όλη η μεταμοντέρνα λογοτεχνία, όπως μπορεί να δει κανείς στους μεγάλους μυθιστοριογράφους αυτής της παράδοσης, στον Πύντσον, στον ΝτεΛίλλο, στον Μπολάνιο, μιλά για έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο σ’ αυτόν τον σπειροειδή χρόνο. Έναν άνθρωπο που δεν είναι ούτε παιδί ούτε ενήλικας. Δεν μεγαλώνει και δεν ωριμάζει. Ούτε ο θάνατός του είναι κάποιο ιδιαίτερο συμβάν· απλώς παύει κάποια στιγμή να υπάρχει, θα ’λεγε κανείς ανεπαίσθητα. Όπως ακριβώς στη Μικρή Ζωή:

Κανείς στη Μικρή Ζωή δεν μπορεί να δει με τα γυμνά του μάτια κάποιον άνθρωπο να εξαφανίζεται πραγματικά, να εξαϋλώνεται για παράδειγμα μπροστά του. Όλοι φεύγουν την ώρα που κανείς δεν τους κοιτά στ’ αλήθεια.[3]

διαβάζουμε στον Αργό σίδηρο.

argos sidirosΟ ήρωάς μας λοιπόν βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη θέση. Ο κόσμος του δε βρίσκεται, στην πραγματικότητα, σε κάποιον άλλο πλανήτη ούτε στο μεταθανάτιο μέλλον. Είναι μια δυστοπία που βιώνουμε εμείς οι άνθρωποι του παγκοσμιοποιημένου παρόντος, οι κάτοικοι του πλανήτη Γη στις αρχές του 21ου αιώνα. Είναι η δυστοπία ενός χρόνου που, όπως είπαμε, διαστέλλεται αενάως, χωρίς να προοδεύει ή να ανακυκλώνεται.

Είναι η δυστοπία επίσης μιας αναγκαστικής νεότητας. Ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει αναγκασμένος να ζει μεταξύ είκοσι και τριάντα χρονών. Αυτή η ηλικία της αδιαμόρφωτης ακόμα νεότητας θεωρείται ως ιδανική και ολοκληρωμένη φάση της ζωής. Και συχνά οι άνθρωποι της εποχής μας παλεύουν εναγωνίως να κρατηθούν σ’ αυτή την ηλικία, κι ας την έχουν προ πολλού ξεπεράσει με τη βιολογική έννοια.

Η δυστοπία μας, τέλος, είναι μια δυστοπία διαρκούς ανάμνησης. Η μνήμη μας είναι τεράστια, ένα απέραντο αρχείο που διαρκώς συμπληρώνεται και μεγεθύνεται. Δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε απ’ αυτό και ν’ απαλλαγούμε. Βαραίνει πάνω μας και μας εμποδίζει να κοιτάξουμε το μέλλον ή να δράσουμε αυθόρμητα.

Το ζήτημα του χρόνου απασχολεί, άλλωστε, και τον ήρωα του μυθιστορήματος, τόσο σε σχέση με την πραγματικότητα όσο και σε σχέση με τη μυθοπλασία. Για παράδειγμα, διαβάζουμε κάπου τα εξής:

Θυμάμαι τη διάλεξη ενός φυσιολόγου, του Άντριου Μπρότζμαν, στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης το 1934, λίγους μήνες προτού πεθάνει η γυναίκα μου και προτού πάψουν να με ενδιαφέρουν τέτοια θέματα. Αφορούσε την αντίληψη του χρόνου στα ζώα και τα μικρά παιδιά. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, παραλλήλισα στο μάθημά μου τις μνημονικές τεχνικές του Προυστ με εκείνες του Φώκνερ και του Σελίν […] Με τους φοιτητές προσπαθήσαμε να ανιχνεύσουμε το κοινό μοτίβο μέσω του οποίου οι τρεις συγγραφείς περιέγραφαν το παρελθόν χωρίς να καταστρέφουν την αίσθηση του παρόντος. […]

Αν υπήρξε ένα επιστημονικό ζήτημα που με γοήτευσε, αυτό ήταν οι περιπλοκές του χρόνου. Ύστερα από τη διάλεξη του φυσιολόγου, οι απλοϊκές φιλολογικές προσεγγίσεις που επιχειρούσα κατά καιρούς στα μαθήματα πήραν άλλη υπόσταση. Σύμφωνα με τη θεωρία του, τα περισσότερα ζώα και τα μικρά παιδιά δεν αντιλαμβάνονται το χρόνο όπως εμείς. […]

Τα θέματα της καλειδοσκοπικής πρόσμειξης του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον έφεραν λίγη αισιοδοξία στην ακαδημαϊκή μου ζωή.[4]

Όλος αυτός ο στοχασμός για το χρόνο και τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το χρόνο συμπυκνώνεται, νομίζω, στις τελευταίες σελίδες του Αργού σιδήρου, όταν ακούμε την Μποναντέα, τη σύντροφο του πρωταγωνιστή, να απαγγέλλει τη χαμένη τραγωδία του Σοφοκλή, τους Μάντεις, ενώ συνουσιάζεται με ένα άγαλμα. Θέμα των Μάντεων είναι η ιστορία του Πολύειδου. Ο μύθος του Πολύειδου μας παραδίδεται από τη Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου ως εξής: Ο Γλαύκος, ο μικρός γιος του Μίνωα, έπεσε σ’ ένα πιθάρι με μέλι και πνίγηκε. Ο Μίνωας ζήτησε χρησμό για να τον βρει. Και ο χρησμός που του δόθηκε ήταν πως όποιος μπορούσε να μαντέψει τα χρώματα μιας τρίχρωμης αγελάδας που είχε στα κοπάδια του θα του έφερνε πίσω ζωντανό και το παιδί του. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν οι μάντεις και ο Πολύειδος μάντεψε τα χρώματα του ζώου από ένα βατόμουρο. Και στη συνέχεια έκανε κάποια μαντεία και βρήκε το παιδί. Αλλά ο Μίνωας του είπε ότι πρέπει να του το παραδώσει ζωντανό, και τον κλείδωσε μαζί με το νεκρό παιδί. Τότε ο Πολύειδος είδε ένα φίδι να πλησιάζει τον νεκρό Γλαύκο· και του έριξε μια πέτρα και το σκότωσε. Έπειτα ήρθε ένα άλλο φίδι, και όταν είδε νεκρό το πρώτο φίδι, έφυγε, κι επέστρεψε μετά από λίγο με ένα βοτάνι, και το έτριψε στο σώμα του πρώτου φιδιού· και το νεκρό φίδι αναστήθηκε. Κι έφερε και ο Πολύειδος το ίδιο βοτάνι κι έτριψε το σώμα του Γλαύκου και τον ανέστησε. Και παρέλαβε ο Μίνωας το παιδί του, αλλά και πάλι δεν άφηνε τον Πολύειδο να φύγει για το Άργος προτού διδάξει αυτή τη μαγεία στον Γλαύκο· κι αναγκάστηκε ο Πολύειδος και τον δίδαξε. Και όταν ήταν ν’ αποπλεύσει, διέταξε τον Γλαύκο να τον φτύσει στο στόμα· και το ’κανε ο Γλαύκος, και έτσι ξέχασε τη μαγεία.[5]

Ο Σοφοκλής όμως σύμφωνα με τον Σωφρονίου, ή μάλλον η Μποναντέα όπως αποκαθιστά το κείμενο του Σοφοκλή, ή μάλλον ο ήρωας του μυθιστορήματος όπως ακούει την Μποναντέα να αφηγείται το κείμενο του Σοφοκλή, ή μάλλον, τέλος πάντων… στο βιβλίο διαβάζουμε μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας του Πολύειδου: την προσπάθεια του μάντη Πολύειδου να γίνει αθάνατος. Αυτό που τελικά κατορθώνει είναι να εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση στην οποία ούτε πεθαίνει αλλά ούτε ζει. Ο Πολύειδος παίρνει από το φίδι το βοτάνι και ανασταίνει τον μικρό Γλαύκο. Η ανάσταση του Γλαύκου ωθεί τον Πολύειδο στην ύβρη. Θέλει να γίνει κι αυτός αθάνατος. Έτσι, βάζει τους γιους του, Ευχήνορα και Κλείτο, να τον βυθίσουν ζωντανό σ’ ένα πιθάρι με μέλι και να τον βγάλουν μετά από είκοσι χρόνια και να τον αναστήσουν. Όταν ανασταίνεται, κάνει άλλα παιδιά, και τα βάζει κι αυτά με τη σειρά τους να τον βυθίσουν σ’ ένα πιθάρι με μέλι και να τον αναστήσουν ξανά. Και έχει σκοπό να επαναλαμβάνει το ίδιο τέχνασμα ξανά και ξανά, για να παρατείνει τη ζωή του όσο το δυνατόν περισσότερο. Τελικά, οι θεοί θα τιμωρήσουν την ύβρη του και θα τον θανατώσουν τα ίδια φίδια απ’ τα οποία πήρε το μυστικό της μακροζωίας. Το ζήτημα είναι –και εδώ θα μπορούσε να πει κανείς πως ίσως βρίσκεται το κλειδί όλου του μυθιστορήματος– ότι ο Πολύειδος, στην προσπάθειά του να ζήσει για πάντα, στην ουσία δε ζει. Από κάποιο σημείο και πέρα, όταν πάτησε τα τριάντα πέντε, αμέσως μόλις ανασταινόταν έδινε εντολή να τον ξαναβυθίσουν στο πιθάρι με το μέλι. Αλλιώς θα μεγάλωνε σε ηλικία, ενώ αυτός ήθελε να παραμείνει νέος αιώνια.

Όλος ο Αργός σίδηρος ασχολείται με αυτή την εμμονή του σύγχρονου ανθρώπου να ζήσει για πάντα νέος. Η μάταιη και αλαζονική αυτή προσπάθεια έχει ως αποτέλεσμα να στρεβλώνεται και να διαταράσσεται ο χρόνος, όπως και η δυνατότητα του ανθρώπου να αφηγείται.

Όπως λοιπόν μας υποδεικνύει ο συγγραφέας στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του, η ιστορία του ήρωά του έχει να κάνει και με τη μάταιη αναζήτηση της αθανασίας. Ο αφηγητής και ήρωας του Αργού σιδήρου δεν έχει όνομα, γιατί θα μπορούσε να πάρει οποιαδήποτε μορφή, είναι κυριολεκτικά ένας Πολύειδος, δηλαδή ένας άνθρωπος με πολλές μορφές. Ελπίζει πως αλλάζοντας μορφές και είδη μπορεί να αποφύγει τη φθορά και το θάνατο.

Sofroniou

Η αφήγηση, ή μάλλον οι αφηγήσεις, του Σωφρονίου είναι εξαιρετικές, όπως άλλωστε και στο πρώτο του μυθιστόρημα, στους Πρωτόπλαστους. Είναι ένας συναρπαστικός αφηγητής που σε παρασύρει με την εξιστόρησή του, απολαμβάνοντας και ο ίδιος αυτό που κάνει. Η απουσία γραμμικότητας, η απουσία αρχής και τέλους, δε βλάπτουν την αφηγηματικότητα του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας αφηγείται για την ίδια τη χαρά της αφήγησης. Και μας μεταδίδει αυτή τη χαρά.

Γενικότερα, το μυθιστόρημα του Σωφρονίου είναι πολύ δουλεμένο, τόσο στη γλώσσα όσο και στη δομή του. Μαρτυρά μεγάλο και πολύχρονο κόπο. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική λογοτεχνία, όπου συνήθως τα μυθιστορήματα ξεπετιούνται στο άρπα κόλλα και το αποτέλεσμα είναι, αναμενόμενα, κακό.

Να προσθέσουμε, ως επιλογική παρατήρηση, ότι τα δύο μυθιστορήματα του Σωφρονίου, οι Πρωτόπλαστοι και ο Αργός σίδηρος, εντάσσονται σε μια νέα τάση του ελληνικού μυθιστορήματος, η οποία μεταφέρει στα καθ’ ημάς το ακραιφνώς μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που ακμάζει στην Αμερική τις τελευταίες δεκαετίες. Να θυμίσω άλλο ένα σπουδαίο πρόσφατο μυθιστόρημα που ανήκει σε αυτή την τάση, την Αληθινή οικογένεια του Λευτέρη Καλοσπύρου. Οι νέοι Έλληνες συγγραφείς διαβάζουν και επηρεάζονται από τη σύγχρονη μυθιστορηματική παραγωγή πέραν του Ατλαντικού και εμπλουτίζουν τη λογοτεχνία μας με κάτι εντελώς καινούργιο. Με αυτό τον τρόπο, βγάζουν το ελληνικό μυθιστόρημα από την επαρχιώτικη καθήλωσή του. Και για να το κάνουν, σπάζουν με γενναιότητα το κέλυφος της λογοτεχνικής παράδοσης στην οποία ανήκουν και πετάνε από πάνω τους το βάρος της, με ό,τι κινδύνους μπορεί να συνεπάγεται αυτή η αποκοπή από τις ρίζες και η έξοδος στην παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα της εποχής μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

Το παρόν κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου Αργός σίδηρος του Σωφρόνη Σωφρονίου στο βιβλιοπωλείο Επίκεντρον στους Αγίους Αναργύρους στις 29.3.2019.

[1] Σωφρόνης Σωφρονίου, Αργός σίδηρος, Αντίποδες, Αθήνα 2017, σελ. 7.

[2] Αναφέρεται από τον Ζαν-Κλοντ Καριέρ σε συνέντευξή του. Βλ. Umberto Eco – Jean-Claude Carrière – Jean Delumeau – Stephen Jay Gould, Συνομιλίες για το τέλος του χρόνου, μτφρ. Ελένη Αστερίου, «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1999, σελ. 169.

[3] Σωφρόνης Σωφρονίου, Αργός σίδηρος, ό.π., σελ. 46-47.

[4] Ό.π., σελ. 65-66.

[5] Βλ. Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη 3,3.

Γιάννης Ξούριας, Ο τρούλλος

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο ΤΡΟΥΛΛΟΣ

Πάντα τὸ ἴδιο ἀκριανὸ τραπέζι, κάπως ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα τραπέζια τοῦ καφενείου, καὶ πρὸς τὸ κέντρο τῆς πλατείας, σχεδὸν κάτω ἀπὸ τὸν τροῦλλο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Κάθομαι στὸ ἴδιο τραπέζι, πολλὰ βράδια, ὅταν δύει ὁ ἥλιος, λίγο προτοῦ ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζει. Προσηλώνομαι στὸν τροῦλλο καὶ τὸν ἀτενίζω γιὰ ὧρες· μέχρι καὶ τ’ ἄγρια μεσάνυχτα.

Τότε περίπου, μόλις παίρνω τὴ θέση μου δηλαδή, ἀνάβουν οἱ μικροὶ προβολεῖς, ποὺ βρίσκονται τοποθετημένοι στὴ βάση τοῦ τρούλλου, τόσο ὑπολογισμένα βαλμένοι ὥστε νὰ τὸν φωτίζουν συγκρατημένα καὶ μὲ λεπτότητα. Ὄντως, οἱ δέσμες τους δὲν τὸν καταυγάζουν, προξενοῦν μόνον ἐναλλασσόμενες φωτοσκιάσεις, εὐλαβικές, οἱ ὁποῖες μὲ θέλγουν. Ὁ τροῦλλος εἶναι περίτεχνο ἔργο, μνημεῖο παλαιϊκῆς αἰσθητικῆς, ἐμφανῶς δεῖγμα περικαλλὲς πλούτου, μὲ βαριὰ σκαλιστὴ διακόσμηση, διπλοὺς μαρμάρινους κιονίσκους μεταξὺ τῶν τοξοτῶν παραθύρων μὲ λεπτουργημένα κράνη καὶ ἀνθέμια. Πίσω του, στὸ φόντο, προβάλλεται βαθὺ (ἀφόρητο) τὸ καθαρὸ στερέωμα, νὰ μελανιάζει ἀθόρυβα.

Τὴ συνήθεια νὰ ρεμβάζω κοιτώντας τὸν τροῦλλο μοῦ τὴν κόλλησε ὁ Χαράλαμπος, ἔνα πρόσωπο ποὺ μοῦ ἦταν παντελῶς ἄγνωστο, μέχρι ποὺ κάποιο βράδυ μοιραστήκαμε ἐξ ἀνάγκης αὐτὸ τὸ τραπέζι. Ἐκεῖ εἶχα προλάβει νὰ καθήσω πρῶτος, ἀγνοώντας πὼς ἡ θέση τοῦ ἀνῆκε, κατ’ ἀποκλειστικότητα ὡς φαίνεται, ἐφόσον (ὅπως ἔμαθα) τὴν εἶχε δημιουργήσει ὁ ἴδιος, μετακινώντας προοδευτικὰ σὲ διάστημα χρόνου τὸ τραπέζι μέχρι τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν.

~.~

Γιὰ νὰ πάω στὴν πλατεία, ἀναχωρῶ ἀπ’ τὸ σπίτι τὴν ἴδια ὥρα, ἀφοῦ πρῶτα ἔχω λουστεῖ ἐπισταμένα καὶ χωρὶς βιασύνες. Κάθομαι στὸ τραπέζι αὐτὸ μέχρι τὰ βαθιὰ μεσάνυχτα, ὅταν πιὰ ἔχουν κλείσει τὰ μαγαζιὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας. Ὁ χῶρος ἔχει ἀδειάσει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Μ’ ἀρέσει ἐδῶ. Μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ τρούλλου, μὲ τὴ μαγική του ὑποβολή, νομίζω πὼς ἔχω συλλάβει κι ἔχω συνθέσει στὸ μυαλό μου ἀρκετὰ πράγματα τοὺς τελευταίους μῆνες, τόσες ἰδέες καὶ στιχομυθίες. Θὰ πρέπει τώρα νὰ τοὺς βρῶ κάποια θέση — ἕνα ἀφηγηματικὸ πλαίσιο. Σὲ αὐτὸ —ὁμολογῶ— δὲν ἐπιτυγχάνω καὶ πολύ. Δυσκολεύομαι, κατ’ ἀρχάς, νὰ καταγράψω αὐτὰ τὰ πράγματα στὸ χαρτί, καὶ μετὰ νὰ τὰ ἐπεξεργαστῶ. Συνεχῶς ἀναβάλλω· οἱ ἰδέες καὶ οἱ φράσεις μένουν ἐπ’ ἀόριστον ἀκατέργαστες μέσα μου (σπάνια ἐντούτοις τὶς ξεχνῶ). Κι ἔπειτα, πρέπει νὰ ἐπινοηθοῦν μὲ ὑπομονὴ καὶ κόπο συνθῆκες καὶ περιστάσεις, ὅπου θὰ ἐμφανιστοῦν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴ σειρά τους θὰ ἐκφωνήσουν αὐτὲς τὶς φράσεις. Δυσκολεύομαι ἐξαιρετικὰ νὰ προχωρήσω καὶ νὰ δώσω πειστικὴ ὑπόσταση σὲ ὅλα τοῦτα.

Βέβαια, τὸ ξέρω καλὰ ὅτι οἱ ἥρωες τῶν λίγων γραπτῶν μου εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον φασματικοί. (Θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ εἶχαν γράψει καὶ σὲ καμιὰ κριτική τους, ἐὰν φυσικὰ εἶχαν καταδεχθεῖ νὰ γράψουν.) Ὡστόσο —σκέφτομαι— αὐτὸ δὲν σημαίνει κιόλας ὅτι εἶναι ἀνυπόστατοι. Ἐν πάση περιπτώσει, ἐγὼ τοὺς ἀντιλαμβάνομαι πολὺ πιὸ πραγματικοὺς ἀπὸ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἴσκιους μὲ τοὺς ὁποίους διασταυρώνομαι, ὅταν ἐπιστρέφω σπίτι, μὲς στὰ σκοτάδια (ὡς συνήθως, τὰ περισσότερα φανάρια εἶναι σπασμένα), στοὺς στενοὺς δρόμους ποὺ μπλέκονται σὲ κουβάρι καὶ σχηματίζουν τὶς μικρὲς συνοικίες μας ποὺ περισφίγγουν ἀπὸ παντοῦ τὴν πλατεία.

Τὰ σπίτια στοὺς δρόμους αὐτοὺς εἶναι δίπατα. Τὰ πιὸ πολλὰ ἔχουν ψηλοτάβανο ἱσόγειο μὲ τρεῖς ἐπιμήκεις ξύλινες θύρες. Εἶναι μαγαζιὰ καὶ ἀποθῆκες. Ἀκόμη καὶ κλειστές, ἀδυνατοῦν νὰ συγκρατήσουν τὴν ἔντονη μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ σακιὰ μὲ τὰ ὄσπρια, τὴ ζάχαρη, τὰ βαρέλια τὴ φέτα, καὶ τὰ ντεπόζιτα τοῦ λαδιοῦ. Τὸ ἐπάνω πάτωμα εἶναι ἐπίσης (ἂν καὶ σαφῶς λιγότερο σὲ σχέση μὲ τὸ ἰσόγειο) ψηλοτάβανο, μὲ τριάδες στενόμακρων παραθύρων ἀνὰ πλευρὰ τοῦ κτίσματος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ περισσότερα εἶναι ἑρμητικὰ κλειστὰ μὲ ξύλινες τάβλες χωρὶς γρίλιες, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὰ σκόρπια, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ποὺ ἔχουν μείνει ἐλαφρῶς μισάνοιχτα καὶ ἀπ’ ὅπου φεγγίζει, μέσα ἀπὸ τὶς λεπτότατες κουρτίνες τους, ἕνα ἀναμμένο καντήλι (τὸ φῶς του τρέμει ἀσθενικό, κόκκινο ἢ κίτρινο) ἢ μιὰ ἀνοιχτὴ τηλεόραση χωρὶς ἦχο. Οἱ γωνίες τῶν ἐξωτερικῶν σοβαντισμένων τοίχων —ψηλά, λίγο κάτω ἀπὸ τὴ σκεπή— εἶναι μαυρισμένες, σὰν νὰ τὶς ἔχει γλείψει γιὰ καιρὸ ἡ φωτιά. Μόνον οἱ τετράριχτες κεραμοσκεπὲς φαίνονται νὰ γλιτώνουν ἀπ’ τὸ σκοτάδι ποὺ πήζει ἀπὸ κάτω τους· ἰδίως ὅταν ἔχει φεγγάρι, πρέπει ἐκεῖ πάνω νὰ εἶναι χάρμα ὀφθαλμῶν, σὰν ὄνειρο σταματημένο, ἀπὸ τ’ ἀλησμόνητα — μὰ ποιός μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ ἐκεῖ πάνω;

~.~

Ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴσκιοι, μὲ τοὺς ὁποίους διασταυρώνομαι; Οὔτε ποὺ τοὺς ἀναγνωρίζω, οὔτε καὶ ποὺ θέλω. Μὲ μερικοὺς ἴσως ν’ ἀνταλλάξουμε μιὰ καληνύχτα, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν διακρίνω —καὶ δὲν προσπαθῶ νὰ διακρίνω— τὰ χαρακτηριστικὰ κανενός. Βρίσκω κάποτε μιὰ ὁμάδα ἀνδρῶν, ὄρθιους ἔξω ἀπὸ κάποιο καφενεῖο ποὺ ἔχει κλείσει, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν λένε νὰ μαζευτοῦν σπίτια τους καὶ παραμένουν ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζὶ καὶ συζητοῦν. Ἂν τύχει καὶ κάποια λάμπα τοῦ ἠλεχτρικοῦ ρίχνει λίγο φῶς, ἡ γεωμετρικὴ κλίση τῶν σκιῶν τους σχηματίζει λόγχες μυτερές, ποὺ ἁπλώνονται τεθλασμένες ὣς τοὺς ἀπέναντι τοίχους. Μόλις μὲ ἀντιλαμβάνονται, σπεύδουν νὰ μοῦ γυρίσουν τὴν πλάτη συνωμοτικά, σὰν νὰ τοὺς συνέλαβα ἐπ’ αὐτοφόρῳ. Ἐπίσης, ἄλλοτε, φτάνοντας ἔξω ἀπὸ τὸ μισητὸ μπὰρ τοῦ σπυριάρη —τόπος ποὺ ἀναδίδει φρικαλέο ψύχος— μπορεῖ νὰ συναντήσω καὶ καμιὰ γυναίκα, ξεχαρβαλωμένη, ποὺ περιμένει θεονήστικη. Δὲν ξεχωρίζω τὰ χαρακτηριστικὰ κανενός. Οὔτε καὶ τὸ ἐπιθυμῶ, ἄλλωστε.

Ἐντούτοις, θέλω νὰ κυκλοφορῶ ἄγρια νύχτα σὲ αὐτὰ τὰ στενά, ὅταν τὰ βρίσκω ἔρημα, καὶ νὰ προσπαθῶ νὰ συλλάβω τοὺς ἀλλόκοτους ἤχους, τὰ ραγίσματα, τοὺς κρότους, τὰ θροΐσματα, ἴσως καὶ καμιὰ κουβέντα, τὰ ὁποῖα χρειάζεται μεγάλη ὑπομονὴ καὶ μεγάλη ψυχικὴ ἀντοχή, προκειμένου νὰ τὰ συντάξεις καὶ νὰ τ’ ἀναγνώσεις ὀρθά· καὶ μετά, ἐπίσης, χρειάζεται θάρρος πολύ, γιὰ νὰ τὸ βαστάξεις αὐτὸ ποὺ σοῦ λένε καὶ ποὺ σὲ ἀφορᾶ —ἂν καταλάβεις ἐν τέλει τί λέει τὸ γραφτό τους. Μέχρι καὶ ποὺ γυρνάω σπίτι, παλεύω μὲ κάτι τέτοια αἰνίγματα, ὄντας βέβαιος πὼς μοῦ ἔχει μηνυθεῖ κάτι — ἀλλὰ ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ ἐπιβεβαιώσει;

~.~

Μήπως οἱ ἥρωές μου εἶναι περισσότερο ἀνύπαρκτοι ἀπ’ αὐτοὺς ὅλους ποὺ συναντῶ, ὅταν ἐπιστρέφω σπίτι, τ’ ἄγρια μεσάνυχτα; Γιατί θὰ πρέπει ν’ ἀλλάξω, λοιπόν, τὴ μέθοδό μου; Ἄλλωστε, καὶ νὰ τὸ ἤθελα, δὲν μπορῶ ν’ ἀλλάξω τὸν δρόμο μου τώρα πιά. Ἐπιστρέφω σπίτι μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ μπερδεμένα στενά, ποὺ φαίνονται ὅλα ἴδια. Ἡ μόνη παρέκκλιση ποὺ κάνω εἶναι νὰ βγῶ γιὰ λίγο ἀπ’ τὰ στενὰ καὶ νὰ περάσω μπροστὰ ἀπὸ τὴν κλινική, τὸν «Ἅγιο Παρθένιο», μολονότι, ὡς ὑπόμνηση, μὲ βυθίζει στὴ μαύρη ἀπελπισία. Ἀλλὰ κάτι τέτοιο μοῦ χρειάζεται ἐμένα, ἂν εἶναι ἐπιτέλους νὰ στρωθῶ καὶ νὰ ἐργαστῶ!

Ἡ κλινικὴ εἶναι ἀληθινὰ θηριωδῶν διαστάσεων γιὰ τὰ δικά μας μέτρα. Τρεῖς ὄροφοι, μὲ δώδεκα μεγάλα παράθυρα ὁ καθένας ἀπ’ τὴν πλευρὰ ἀπ’ ὅπου περνῶ, φεγγοβολοῦν ἀκατάπαυστα· στὸ ἀπαστράπτον φανταχτερὸ ἰσόγειο ὑπάρχει πυρετώδης κίνηση· ψηλὰ στὴν ταράτσα ἀναβοσβήνουν περιοδικῶς κι ἐναλλασσόμενες δύο ὑπερμεγέθεις μαρκίζες. Ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θὰ χωροῦσε αὐτὸ τὸ τέρας μὲσα στὶς ἀσφυκτικὲς γειτονιές μας, καὶ συνεπῶς τὸ ἔχτισαν στὴν ἄκρη τους, στὸ σημεῖο ὅπου καμπυλώνεται ὁ μέγας περιφερειακός. Πιὸ πέρα, πίσω ἀπὸ τὸ χτίσμα, ἐκτείνονται οἱ ἀγροὶ καὶ στὸ τέρμα τοῦ βάθους τὰ βουνά· ὁπότε τὰ σκοτάδια ἀπὸ κείνη τὴν πλευρὰ εἶναι πυκνὰ καὶ ἀδιαπέραστα. Στέκομαι καὶ τὴν κοιτῶ τὴν κλινική μας. Συνεχῶς ἀγρυπνᾶ· μὲ τὴν ὁλονύχτια φωταγώγησή της εἶναι σὰν «πλοῖο ποὺ θ’ ἀναχωρήσει πρὸς τὰ χάη». Ἐκεῖ μέσα μ’ ἔχουν μάθει πιὰ καλά. Τὶς δυὸ τελευταῖες βδομάδες μόνον ξέκοψα λίγο. Διότι, βέβαια, τέτοια ἐποχή, ἐν ὄψει μεγάλης χριστιανικῆς ἑορτῆς καὶ στὴ μανία τῶν διακοπῶν, ἀναχωροῦν ὅλοι, οἱ γιατροί, οἱ νοσοκόμες, οἱ συγγενεῖς, κι ἡ ἀρρώστια.

Ὅταν μιὰ φορὰ τὰ ἐξιστόρησα αὐτὰ τὰ βάσανά μου στὸν Χαράλαμπο, ἐκεῖνος στράφηκε πρὸς τὸν τροῦλλο κι ἄρχισε μὲ φωνὴ λεπτότατη (θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ, φωνὴ θηλυκή) νὰ ἄδει ἐκεῖνο τὸ σπαρακτικὸ Vissi d’arte, vissi d’amore…, ἀργὰ καὶ καθαρά, μέχρι τὸ τέλος. Περίεργος χαρακτήρας. Ποτὲ δὲν κατόρθωσα νὰ μάθω πολλὰ περὶ τὸ ἄτομό του, παρόλο ποὺ μοιραστήκαμε τὸ ἰδεῶδες αὐτὸ σημεῖο τόσες φορές. Δὲν μοῦ εἶπε κὰν τὸ ἐπώνυμό του, ἂν καὶ τὸν ρώτησα ἐπίμονα. Πάντως, ἀπὸ τὰ λίγα καὶ σκόρπια ποὺ ἐκστόμιζε, ἐνόησα ὅτι κι ἐκεῖνος εἶχε κάποια σχέση μὲ τὴ λογοτεχνία. Χάθηκε. Ἀπ’ αὐτὸν στὴ μνήμη μου συγκρατῶ κυρίως τὴ μανία του νὰ κάνει συνεχῶς ὑπολογισμοὺς μὲ τὶς χρονολογίες τοῦ βίου ἀνθρώπων. Μάλιστα, μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς ὧρες ὧρες ἀδυνατοῦσε νὰ σκεφτεῖ ἢ νὰ πεῖ ὁτιδήποτε ἄλλο. Γιὰ παράδειγμα, θυμᾶμαι ἕνα βράδυ ποὺ φυσοῦσε γλυκύτατο ἀεράκι, μονολογοῦσε κι ἔλεγε «Νίκος Πεντζίκης, 85 — Νίκος Καχτίτσης, 44», ἐπανειλημμένως.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΟΥΡΙΑΣ

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |7. Ευτυχία Παναγιώτου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Εὐτυχία Παναγιώτου

(Μέγας κηπουρός, Ἀθήνα, Κοινωνία τῶν (δε)κάτων, 2007)

576190_512006778826174_848232981_n

ἡ ἐξοχὴ τοῦ μυαλοῦ μου

ξύπνησα χαράματα ν’ ἀλλάξω
παράθυρο, στράβωσε νὰ κοιτᾶ ἀπέναντι
τὴ θέα μου κόβοντας.
ἀνοίγω τὰ παντζούρια, ἀτίθασα
ἀπὸ τὸν ἀέρα καὶ τ’ ἄλλα κακά, ξεγλιστρᾶνε ἀπὸ
τὰ δάχτυλά μου — ψεῦτες ἐρωμένοι.
μάταια προσπαθῶ ν’ ἀνοίξω διάπλατα
τὸ φῶς νὰ μπεῖ λίγο, λέω, εἶπα  θ έ λ ω  φ ῶ ς,
ἀλλὰ χαράματα εἶναι ἀκόμη, χαράματα ἄγρια.

γενηθήτω φῶς εἶπα σ’ ἕνα παράθυρο ἀναίτιο.

 

~.~

 

(Χορευτές, Ἀθήνα, Κέδρος, 2014 [2η: 2015])

480817_507288265964692_797161637_n

Λίγο πρὶν σηκωθεῖς

Μὴν πεῖς πὼς δὲν πόθησες τὰ φτερὰ τοῦ παγονιοῦ,
ἕνα φόρεμα νὰ σκουπίζει τὴν πίστα μὲ βάλς.
Κι ἂν τὴν κορόνα σοῦ ἔκλεψε τελικὰ τὸ καρδιοχτύπι
ὅταν σὲ κοίταξε στὰ μάτια ὁ τολμηρότερος,
μὴν πεῖς πὼς ἤτανε κατακτητής·

στὰ γόνατα εἶχε πέσει.

 

 


Ἡ Εὐτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στὴν Ἀθήνα καὶ Νεοελληνικὴ φιλολογία στὸ Λονδίνο. Ἔχει μεταφράσει τὰ Ἐρωτικὰ ποίηματα τῆς Ἄνν Σέξτον, καθὼς καὶ ποιήματα τῆς Ἄνν Κάρσον. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Μέγας κηπουρός (2007), Μαύρη Μωραλίνα (2010) καὶ Χορευτές (2014). Ζεῖ καὶ ἐργάζεται ὡς ἐπιμελήτρια ἐκδόσεων στὴν Ἀθήνα.   

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα


Geza Farago reception 1910s

*

Φουρκέτα

Έχω ένα Πύργο στην άκρη της Πόλης
μέσα υπάρχουν στολές πανοπλίες
και μία φατσούλα εξώλης προώλης
που κάνει τα βράδια γκριμάτσες αστείες

Έρχονται εδώ οδοιπόροι τουρίστες
σε γκρουπ κι ορισμένοι συχνά κατά μόνας
χορεύουν τις νύχτες σε λούτρινες πίστες
ενώ τον καιρό του ετοιμάζει ο χειμώνας

Ποτά φαγητά μουσικές και κοκτέιλ
πολυέλαιοι φώτα χοροί αλά μπρατσέτα
στον κήπο μου τρέχουν ο Τσίπ με τον Ντέηλ
κι εγώ των μαλλιών σου κοιτώ τη φουρκέτα

Αχ τούτη η φουρκέτα δεν ξέρει τι κάνει
κρατάει φυλακή τα μακριά τα μαλλιά σου
κι εγώ που κοιτάζω σα να ‘μαι  χαϊβάνι
για κοίτα πώς τρέχω –τι χάρη!– κοντά σου

Πώς τρέχω κοντά σου με μια πιρουέτα
κρατώ –την καρδιά– μαξιλάρι εκεί πάνω
εκεί να καρφώσεις βαθιά τη φουρκέτα
να δω τα μαλλιά σου λυτά κι ας πεθάνω (περισσότερα…)

Βενιαμίν Φραγκλίνος, Ηθική τελείωση

Memoirs_of_Franklin.jpgΠερίπου την ίδια εποχή συνέλαβα την τολμηρή και σοβαρή πρόθεση, να επιδιώξω την ηθική μου τελείωση. Ήθελα να κατορθώσω να ζω δίχως να διαπράττω ποτέ κανένα σφάλμα, ήθελα να υπερβώ κάθε τι το εκπορευόμενο από την παρακίνηση της φυσικής έφεσης, της συνήθειας ή της κοινωνίας. Επειδή ήξερα, ή πίστευα ότι ήξερα, τι είναι το σωστό και το λάθος, δεν έβλεπα γιατί δεν θα μπορούσα να κάνω πάντα το ένα και να παραλείπω το άλλο. Όμως σύντομα διαπίστωσα ότι είχα μπροστά μου μια αποστολή κατά πολύ δυσκολότερη απ’ όσο την είχα φανταστεί. Ενόσω επιστράτευα όλη μου την επιμέλεια για να φυλαχτώ από το ένα σφάλμα, ένα άλλο ερχόταν συχνά να με αιφνιδιάσει. Η συνήθεια έπαιρνε το πάνω χέρι μέσω της απροσεξίας και η έφεση ήταν συχνά ισχυρότερη από τη λογική. Ήρθα τελικά στο συμπέρασμα ότι η θεωρητική και μόνο πεποίθηση, πως είναι προς το συμφέρον μας να είμαστε απόλυτα ενάρετοι, δεν επαρκεί για να μας προφυλάξει απ’ τις κακοτοπιές και ότι έπρεπε να καμφθούν οι αντίθετες έξεις, να αποκτηθούν και να εμπεδωθούν στη θέση τους νέες καλές, προτού μπορέσουμε να επαφεθούμε με εμπιστοσύνη σε μια αγαθοεργή αλλαγή διαρκή και ομοιόμορφη. Για τούτο τον σκοπό επινόησα την ακόλουθη μέθοδο:

Στις διάφορες απαριθμήσεις των αρετών και των ηθικών προσόντων, όσες συνάντησα κατά τις μελέτες μου, βρήκα τον κατάλογό τους περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένο, ανάλογα με το αν οι εκάστοτε συγγραφείς είχαν συνοψίσει περισσότερες ή λιγότερες έννοιες κάτω απ’ το ίδιο όνομα. Η λιτότητα, για παράδειγμα, περιοριζόταν από τον ένα μόνο στο φαγητό και το ποτό, ενώ από άλλους διευρυνόταν τόσο ώστε σήμαινε τον μετριασμό κάθε άλλης απόλαυσης, επιθυμίας και πόθου, κάθε ροπής ή πάθους σωματικού ή πνευματικού, αγγίζοντας μάλιστα και αυτό το πνεύμα και την φιλοδοξία μας. Αποφάσισα λοιπόν, χάριν σαφηνείας, ότι είναι καλύτερο να χρησιμοποιώ περισσότερες λέξεις συνδεδεμένες με λιγότερες ιδέες, αντί για λίγες λέξεις με πολλές ιδέες. Έτσι συνόψισα κάτω από δεκατρείς αρετές όλα όσα μου φαίνονταν εκείνη την εποχή αναγκαία ή επιθυμητά, και πρόσθεσα στη κάθεμιά τους ένα σύντομο επιμύθιο, που εξέφραζε την πλήρη έκταση που προσέδιδα στο περιεχόμενό της.

Οι ονομασίες των αρετών μαζί με τις εξηγήσεις τους ήταν:

  1. Λιτότητα. – Μην τρως μέχρι σκασμού, μην πίνεις μέχρι μέθης.
  2. Σιωπή. – Λέγε μόνο ό,τι μπορεί να ωφελήσει τους άλλους ή εσένα τον ίδιο, απόφευγε ασήμαντες συνομιλίες.
  3. Τάξη. – Κάθε τι πρέπει να έχει τη θέση του, και κάθε μια από τις υποθέσεις σου την ώρα της.
  4. Αποφασιστικότητα. – Βάλε σκοπό σου να εκτελείς όσα οφείλεις να κάνεις, ολοκλήρωνε δίχως παραλείψεις ό,τι έβαλες σκοπό.
  5. Ολιγάρκεια. – Μην ξοδεύεσαι παρά μόνο για να κάνεις κάτι καλό σε άλλους ή στον εαυτό σου: τουτέστιν μην κάνεις σπατάλες.
  6. Φιλοπονία. – Φείδου χρόνου. Κατάγινε πάντοτε με κάτι το χρήσιμο, απόφευγε κάθε ανώφελη δραστηριότητα.
  7. Φιλαλήθεια. – Μη καταφεύγεις σε επιβλαβείς εξαπατήσεις. Να σκέπτεσαι άδολα και δίκαια, και όταν μιλάς, να μιλάς ανάλογα.
  8. Δικαιοσύνη. – Μη βλάπτεις κανέναν κάνοντάς του κακό ή παραλείποντας τις ευεργετικές πράξεις που αποτελούν χρέος σου.
  9. Μετριοπάθεια. – Απόφευγε τα άκρα. Φυλάξου από το να παίρνεις τις προσβολές περισσότερο σοβαρά και να τις αισθάνεσαι περισσότερα βαθιά απ’ όσο κατά την κρίση σου αξίζουν.
  10. Καθαριότητα. – Μην ανέχεσαι ακαθαρσία στο σώμα, τα ρούχα ή την κατοικία σου.
  11. Αταραξία. – Μη θορυβείσαι για μικροπράγματα ή για συνηθισμένα ή αναπόφευκτα ατυχήματα.
  12. Εγκράτεια. – Να επιδίδεσαι σπανίως σε γενετήσιες περιπτύξεις, μόνο για λόγους υγείας ή τεκνοποιητικούς, ποτέ μέχρις αναισθησίας ή αδυναμίας ή εις βάρος της δικής σου ή ξένης ψυχικής ηρεμίας ή καλής φήμης.
  13. Ταπεινοφροσύνη – Να μιμείσαι τον Ιησού και τον Σωκράτη.

(περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |6. Στράτος Κοσσιώρης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Στράτος Κοσσιώρης

(Τὰ κάρβουνα, Κορώνη, (.poema..) ἐκδόσεις, 2014)

DSC_0207bw

Πακιστανοί

Εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακὸ
τὸ πῶς συναθροίζονται τὴν κατάλληλη στιγμὴ
λίγο πρὶν τὸ ξέσπασμα τῆς μπόρας Πακιστανοὶ
πουλώντας ὀμπρέλες
ἔξω ἀπὸ τοὺς σταθμοὺς τοῦ Ἠλεκτρικοῦ.
Γι’ αὐτὸ ἂν τύχει κι ἔχω ξεχάσει
τὴν ὀμπρέλα μου στὸ σπίτι δὲν ἀνησυχῶ.

Τὴν ἄλλη μπόρα εἶναι ποὺ φοβᾶμαι –
κι ἀπ’ αὐτὴν τρόπο δὲν ἔχεις νὰ κρυφτεῖς.

~.~

Ὁ συγγραφέας

Μπῆκε μὲ περίσσια σιγουριὰ
στὸ μαγαζὶ ἕνα πρωὶ
κουρελὴς γέρος, πλανόδιος πωλητὴς
τονίζοντάς μας εὐθαρσῶς
καὶ μὲ ὕφος ἠλίθια ἐπηρμένο: «Εἶμαι ὁ
συγγραφέας
ποὺ πουλάει βιβλία, πολλὰ καὶ καλὰ βιβλία».
Ὅταν διαπίστωσα κοιτάζοντάς τα ἕνα πρὸς ἕνα
ὅτι εἶναι δικά του ἔνιωσα βαθιὰ ἐνοχλημένος,
παράλληλα ὅμως ἀναδύθηκε μέσα μου
μιὰ λύπη
γι’ αὐτὸν τὸν τσαρλατάνο τῆς γραφῆς ποὺ λίγο
ἔλειψε
μιλώντας μου γιὰ τὴν πενία τοῦ Παπαδιαμάντη
καὶ τὴν ἐγκαρτέρηση τοῦ Καβάφη νὰ
τσακωθοῦμε.
Ἀργότερα σκέφτηκα, ποιός ξέρει, ἴσως πράγματι
νὰ τὰ εἶχε μεγάλη ἀνάγκη τὰ λεφτά, ἴσως πάλι
νά ’ναι πιὸ τίμιος ἀπ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ
προσδοκᾶμε
στὴν τράπεζα τοῦ μέλλοντος ἐπάνω
συναλλάγματα πολλά.

~.~

Πηγαδάκια

Εἶναι νὰ θαυμάζει κανεὶς
τὴν ἀλληλεγγύη ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀνάγκη
σὰν βλέπεις λογῆς λογῆς ἀλλοδαποὺς
νὰ στήνουν πηγαδάκια
ἔξω ἀπὸ τὶς δημόσιες βρύσες.
Ἐνῶ ὁ Ἕλληνας –κυρίως ὁ παντρεμένος–
στὰ μουλωχτὰ
κι ὅσο πιὸ ἀθόρυβα
θὰ κάνει τὴ δουλειά του.


Ὁ Στράτος Κοσσιώρης γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1981. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικὲς συλλογές του Ὕστατος καπνός (2010) καὶ Τὰ κάρβουνα (2014).

Μαρία Μπλάνα, Ποιήματα

Aigaio

της ΜΑΡΙΑΣ ΜΠΛΑΝΑ

Η Παναγιά η Γοργόνα

[1]

Τα χέρια της απλώνονται κι όλα τα ράχτα φτάνει
στο ‘να δικάταρτο σκαρί και στ’ άλλο το τρικράνι
να το τινάξει απέναντι στου Αϊβαλιού τη ράχη,
να καμακώσει την κορφή που απόμεινε μονάχη.
Ν’ αποζητά με το γιαλό μυστήριο αλισβερίσι
που ξεκινά το χάραμα και το τελειώνει η δύση…
Τα δίχτυα να στεγνώνουνε στα ράχτα της ν’ αφήνει,
με φλόγα απ’ το καντήλι της τις κακαβιές να ψήνει,
να δίνουν φως στους ναυτικούς τα πράσινά της μάτια…
τα κοραλλένια χρώματα ν’ αντανακλούν τα βράδια.

[2]

Να ξεπηδά απ’ τη ζωγραφιά, με μιας να ζωντανεύει,
να κατεβαίνει τη Σκαμνιά και το γιαλό να ζεύει.
Να χάνεται στα κύματα η Παναγιά η Γοργόνα,
ν’ αναζητά το τυχερό του ένδοξου Μακεδόνα.
Του Ορφέα τη λύρα να μαζέψει μέσα απ’ το Αιγαίο,
να τη χαρίσει στη Σαπφώ κι ύστερα στον Αλκαίο.
Στο Μόλυβο ο Αρίων τα δελφίνια να μαγεύει
κι ο Αχιλλέας απ’ το Πετρί την Τροία να τοξεύει.
Λύρα να παίζει ο Τέρπανδρος σ’ ακτή από χρυσάφι
και οι νότες να γαντζώνονται απ’ της Αργώς το ξάρτι.
Με Αιολείς στην Κλοπεδή ναό να μαστορέψει
την Ουρανία, του Έρωτα θεά για να λατρέψει…

Τα ξάστερα τ’ απόβραδα το κύμα ν’ αγροικάει
και το δεκαπενταύγουστο τάματα να μετράει,
τις σκούνες και τις τράτες τις γυρίστρες να ’βλογάει
και με τα παραγάδια τους το Αιγαίο να τρυγάει

[3]

Με μπρούσκο απ’ την Καλλονή το Πάσχα να μεθάει
θρήνους ανατολίτικους μόνη να τραγουδάει,
ν’ αξαίνει μες τη λύπη της, την τρίαινα να τινάζει,
να την καρφώνει στη Μουριά κι ύστερα να ησυχάζει…
Να την τραβά με δάκρυα απ’ το δαρμένο χώμα
και να γυρνά αργά – αργά στης εκκλησιάς το δώμα
Εκείθε να παρηγορεί άλλες χαροκαμένες,
μάνες, γυναίκες, αδελφές, χρόνια μαυροντυμένες.
Κι ύστερα… την Ανάσταση ν’ απλώνει μια μπουνάτσα,
ν’ αντιφεγγούν οι κουμπουριές απ’ τους σκαρμούς στα ράχτα
Τα παλικάρια της Σκαμνιάς τις σούβλες να γυρνάνε
κι ένας τον άλλον το ρακί ποτάμι να κερνάνε,
οι παραγιοί με το μεζέ να τους γεμίζουν κι άλλο
κι οι έμορφες νησιώτισσες να τους χορεύουν μπάλο

Στο πυροφάνι ξάγρυπνη τις σκοτεινές τις νύχτες,
να ξεγελά τ’ αφρόψαρα, σαργούς και αθερίνες
Ν’ αφήνει λάσκα τα πανιά κόντρα στον άγριο Γρέγο
Στην πρύμνη μεγαλόπρεπα να επιβλέπει το έργο

[4]

Με υγρή φωτιά τους Άραβες στο Νότο ν’ αποδιώχνει,
τους πειρατές στις ύπουλες ρηχοπατιές να σπρώχνει.
Στου Μόλυβου τις ντάπιες να σκοπούν οι Γενοβέζοι
κι εκείνη, μπρος στα μάτια τους, τον ουρανό να παίζει
Με χώμα κι αίμα να κερνάει τον Άγιο Ταξιάρχη
και αυτός να πίνει τα κεριά που κλαίγοντας του ανάβει
Να σεργιανά τα δειλινά στο κάστρο στο Καστέλι
και να του φτιάχνει ομοίωμα με άμμο απ’ το Αμμουδέλι

Στο δρόμο για τη Βρίσα απ’ τη Μήθυμνα να βγαίνει,
της Κάγιας την ακρογιαλιά με κρίταμα να δένει.
Κι όταν τα απογεύματα με φως τη Βίγλα ντύνει,
ο ήλιος μες το πέλαγο ταπεινωμένος σβήνει…

[5]

Να στήνει λάβαρα παντού σ’ ολόκληρο το Αιγαίο
ν’ αναμοχλεύει στις ψυχές ένα αίσθημα πηγαίο:
αυτό της άγιας λευτεριάς που ’χει πια ξεχειλίσει
να ξεσηκώσει το ραγιά, το χέρι να του οπλίσει.
Να δίνει έπειτα ήσυχα το σύνθημα του αγώνα
σαν κάποια άλλη Αθηνά, του πόλεμου η γοργόνα.
Να οδηγεί με σιγουριά το φουσκωμένο έθνος
και να χτυπά με την ουρά κατάστηθα το πένθος
Κατά τον κάβο – Κόρακα να πιάνει αραξοβόλι
ασπίδα των αγωνιστών, να μην τους βρίσκει βόλι
Να σκύβει πάνω απ’ τα νερά μ’ έγνοια πολλή και σκέψη
ν’ αφήνει το καράβι απ’ το χέρι της να πλεύσει,
σημάδι με την τρίαινα τ’ αμπάρι του να βάζει
κι εκεί ν’ ανάβει μια φωτιά που ιερή φαντάζει:
να κάνει τις μανούβρες της με περισσή φροντίδα
και να το στέλνει να κολλά στου εχθρού τη ναυαρχίδα.
τη νίκη αξημέρωτα να μεταλαμπαδεύει
το γένος, στην ειρήνη πια, πάλι να τιθασεύει.

Στο Μανταμάδο ν’ απορεί, τέτοια ομορφιά να βλέπει
να πλάθει ηφαίστεια από πηλό και τη φωτιά να κλέβει
στις μύχιες ρούφνες του βυθού σφουγγάρια να φυτρώνει
και απ’ το γυαλί νεράιδες αερικές να καμαρώνει

[6]

Στης Εφταλούς την αμμουδιά να κοιμηθεί να γείρει,
σε στίχους ιαματικούς, που σκάρωσε ο Αργύρης
Να γνέφει στον Θεόφιλο τα μάτια να της βάψει,
μ’ άνθη να δένει τη μουριά που έχει ο Στρατής χαράξει.
Νοερό ταξίδι επάνω στου νερού τη φεγγαράδα
ο Οδυσσέας να τραβά νυχτερινή βαρκάδα…
Και του πολέμου τα παιδιά που ’λυσαν τους αρμούς τους,
… με τέφρα απ’ το Σίγρι να σκεπάζουν τους νεκρούς τους.

~.~

Ατμίζων Διθύραμβος

Πάνω σ’ αθύμιαστο βουνό μες στο Αιγαίο
όπου ποτέ δε ράγισε η γαλήνη
μ’ έταξε η Μούσα ίαμβους να καίω
βλέποντας πώς βουτάει η σελήνη.
Δυο νύχτες, τώρα, στάλαξα ρετσίνι
κι απόψε λίγο – λίγο τ’ αναπνέω

Κράτησα, ακόμη, λίγο άρωμα αμεθύστου
κι ένα ματσάκι από αμάραντο θυμάρι
πριν βγω στα χνάρια του αιώνιου τούτου ίσκιου,
κάτω από γυμνό, αρχαίο κλωνάρι
άπλωσα δίχρωμο στη γη λινάρι
και ξάπλωσα με φόντο το τραγούδι του Διονύσου.

Στην υπερκόσμια ομορφιά αυτών των άστρων,
που το στερέωμα στα μάτια μου προβάρει,
είρα λαμπρές απεικονίσεις κάστρων,
μέταλλο ασημωμένο στο φεγγάρι
ενόσω ανέβαινε ο καπνός απ’ το μπαχάρι
που άφησα να φλέγεται στο βάθος.

Σε ’σένα θύω, άγγελε του μέτρου
Εσένα ακούω, δαίμονα του ήχου
σπινθήρισα κλαδιά βρεγμένου κέδρου
για ν’ αντικρίσω πώς η άχλη του στίχου
απλώνει ρίζες στο άτεγκτο του τοίχου
… και γίνεται ο σπόρος νέου δέντρου.

~.~

Πεδία Μάχης

                                             Sic transit Gloria mundi

Στο μουσκεμένο κι άχρωμο ουρανό
ομίχλη κάτασπρη, περίτεχνη σα δίνη,
ερωτικά αγκαλιάζει το βουνό
κι ύστερα, ξάφνου, βιαστικά το καταπίνει

Η λάσπη κάθισε κατάχαμα στο αμπρί
στο ουρλιαχτό να τρεμοπαίζει του αεροπλάνου.
Στο σύρμα ένα σταυρωμένο κολιμπρί
μοιρολογά για το χαμό του κορμοράνου.

Ο αγέρας που ’ρχεται απρόσκλητος κοντά
στάζει πηχτό και σμαραγδόχρωμο φαρμάκι.
Όσοι γυρίζουνε τυχαία, μες τη νυχτιά
παίζουνε ζάρια στοιβαγμένοι στο κονάκι

Τις νύχτες κάτω από τ’ αχνόφεγγα κεριά
ψίθυροι σβήνουν με τη λόγχη τους τις μέρες.
Απ’ την πανσέληνο κάλλιο η αστροφεγγιά
για τα φαντάσματα που βγαίνουνε βεγγέρες.

Κι εγώ σκιά, ανάμεσά τους τριγυρνώ,
ή ετούτα τριγυρνούν ανάμεσά μου;
με χέρι αόρατο, τις λάσπες ψηλαφώ
τραύματα, κρότους να ποτίσω τα χαρτιά μου

Από το σύννεφο καιρού κατοπινού
μέσα σε στάλα από μελάνι αντί οθόνη
βλέπω τ’ ανθρώπινα έργα και του νου
καθώς κυλιούνται μες της άβυσσου τη σκόνη.

~.~

Mediterraneo 2

Μια νύχτα και μι’ ανάμνηση είναι αρκετές για όπλα
Η μία με το δίχτυ της, η άλλη με το σφυρί
Στίχοι, ματιές, χαμόγελα κι άπειρα τέτοια κόλπα
Κάνουν στ’ αλήθεια την αλήθεια τόσο ζοφερή!

Τραγούδι στ’ αναφιλητό, πάλεμα και ταξίδι
Η μοίρα μας προσπέρασε, αγάπη μου, και κλάφ’ τη
Τ’ άλογα ξεκουράζονται ήρεμα στο γρασίδι
Μ’ αυτή την άγρια καλλονή ποιος θα την κάνει ζάφτι;

Κι όμως, θυμήσου το Grospierres, κι αυτό το Portofino…
Τρεις Ήπειροι γονάτισαν για να μας μεγαλώσουν!
Στα χέρια μου έσκυβες να πιεις μέλι με μαρασκίνο
Και μάτιζα τα πέπλα που σ’ αγγίζαν, να μη λιώσουν.

Στην κόκκινη γραμμή που ζει στο τέρμα του αιθέρα
Πυρώνουν κάθε απόγευμα οι πειρατές ατσάλι
Σαν σε ήλιο ανοιξιάτικο – …el sol de primavera
Χαλάλι λες το δειλινό, κι ο κόπος μας χαλάλι.

Η Algeria σου ’πεφτε μικρή, ανήσυχό μου τέλμα
Βελόνα ή περίστροφο; Φαρμάκι ή λεπίδι;
Ο κάκτος και το χράμι μου χαϊδέψανε το πέλμα
Και ’σένα σε γεράσανε αυλαία και σανίδι.

ΜΑΡΙΑ ΜΠΛΑΝΑ

Παναγιώτης Νούτσος: Ένας δημιουργικός ταραξίας της φιλοσοφικής σκέψης

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗ*

 

Noutsos-cropΣτις μέρες μας σπανίζουν οι εμβληματικές φυσιογνωμίες, οι οποίες χρησιμεύουν στην αποτίμηση της εικόνας της νεοελληνικής φιλοσοφίας και των διαστάσεών της στον ευρωπαϊκό στοχασμό. Μια από αυτές, και ίσως η προεξάρχουσα, είναι τούτη του Παναγιώτη Νούτσου. Ο Νούτσος, διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων επί σειρά ετών, ανέδειξε με διαύγεια προβλήματα φιλοσοφικής ιστοριογραφίας και συνέβαλε με τον δικό του τρόπο, δηλαδή, με ξεχωριστή κριτική μέθοδο και πνευματική οξύτητα στην αντιμετώπισή τους. Όποιος παρατηρεί τα χρονίζοντα φιλοσοφικά θέματα, ιδωμένα με την επιμελημένη ερμηνεία και τη συγγραφική αγωγή του τιμώμενου καθηγητή, δέχεται τον ευεργετικό αιφνιδιασμό μιας καινούργιας σκέψης. Μιας σκέψης, της οποίας η συνεκτικότητα και η αμφισβητούσα οντολογία, είναι τα προνομιακά στοιχεία της. Πρόκειται για συλλογισμούς των οποίων το νόημα στοχεύει στη βελτίωση, την αποκατάσταση ή και την ανατροπή του ήδη συντελεσμένου. Οι μελετητές φιλοσοφικών έργων, αναμφίβολα, πότε έλκονται και πότε απωθούνται από αυτά. Τα κείμενα που μελετούν τα αισθάνονται, εκτός από ατόφια, ενίοτε σπαραγμένα και διαμελισμένα στο περιεχόμενό τους. Η γραφή, ωστόσο, του Νούτσου, διατηρεί μια πολυφωνική ισορροπία στα όσα διαλαμβάνει. Η συνέχεια και ο ειρμός της ενυπάρχουν στην κινητικότητα των επιχειρημάτων. Αν η γραφή αυτή διατηρεί προσεκτικές αποστάσεις από συρμούς, δόγματα και συλλογικές πεποιθήσεις, το κάνει για να επιτρέψει στον εκφραστή της να μη συγκατατίθεται άνευ όρων στην συμβατικότητα των πραγμάτων. Ας συνεχίσουμε λίγο πιο μεθοδικά, με τις παρακάτω έξι ενότητες: Πολιτική φιλοσοφία, κοινωνική φιλοσοφία, η επικαιρότητα του Μαρξ, επιφυλλιδογραφία και η συμβολή του Π. Νούτσου στα νεοελληνικά γράμματα.

~.~

1. Στην πολιτική φιλοσοφία ο νεοέλληνας φιλόσοφος υπηρετεί σαφώς τη διανόηση και όχι τον διανοητικισμό. Από τον Πολιτικό Σχεδιασμό και τη Φιλοσοφία της Ιστορίας στον Νικολό Μακιαβέλλι μέχρι την Κοινωνική και Πολιτική Αγορατολμία, για να περιοριστούμε μόνον στα έργα αυτά, δείχνεται τι συνιστά πολιτική πρόοδο και τι αποβαίνει ολέθριο για την ίδια την πολιτική. Επίσης υπογραμμίζεται η γνώση είτε ως προβλεπόμενο είτε ως απρόβλεπτο δεδομένο πολιτισμού και η κοσμογονία των αλλαγών, την οποίαν αυτό επιφέρει όταν πάρει τη μορφή της «τεχνικής» επινόησης. Εδώ μαθαίνουμε ότι η μίμηση ενός ιστορικού γεγονότος δεν ισοδυναμεί με μηχανική επανάληψη ενός αξεπέραστου προτύπου, αλλά σηματοδοτεί τον τρόπο με τον οποίον αξιοποιούνται δημιουργικά τα ζωντανά στοιχεία μιας άλλης εποχής. Ιδιαίτερα οι λεγόμενες «κρίσεις» του πολιτισμού, τόσο στον εγχώριο όσο και στον διεθνή απόηχό τους, αποδεσμεύουν δυνατότητές και μας δίνουν την ευκαιρία να ταμιεύουμε χρόνο για να τολμήσουμε να διασαφήσουμε διλήμματα, τα οποία για καιρούς συνιστούσαν αγκυλώσεις. Έτσι, παρόλο που στον στίβο της αγορατολμίας, υφίστανται ο οικονομικός νόμος και το τεχνικό φαινόμενο, ο παράγοντας ο οποίος διατάσσει, ταξινομεί, προσανατολίζει και τροποποιεί τα συμβάντα είναι η σκέψη καθαυτή. Επίσης, η αυτονομία ενός κοινωνικού συστήματος δεν διασφαλίζεται όταν αυτό είναι ερμητικά κλεισμένο στις αντοχές του, αλλά όταν διαστέλλεται χωρίς να χάνει την πρωτογενή ικμάδα του.

~.~

2. Μεταφερόμενοι στην κοινωνική φιλοσοφία και μάλιστα στις δυνατότητες πρόσληψης και επεξεργασίας των σοσιαλιστικών ιδεών από τη δική μας κοινωνία, σταθμό συνιστά το έργο του Παναγιώτη Νούτσου, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, δημοσιευμένο από τις εκδόσεις Γνώση. Εδώ μας δίνονται: μια σημασιολόγηση της ιστορίας του ελληνικού σοσιαλισμού, οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί αλλά και τα ενοποιά συστατικά της φυσιογνωμίας των διανοουμένων εκείνων, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στη γένεση και τη διάδοση του σοσιαλιστικού κινήματος. Επίσης διακριβώνονται οι ιστορικές ιδιαιτερότητες της παραγωγής του ημεδαπού σοσιαλιστικού λόγου και οι συσχετίσεις του με την ξένη διανόηση. Στο ίδιο έργο, μελετώνται οι προπαρασκευαστικές ιδέες και οι κινήσεις για την οικονομική και την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης και αυτή καθαυτή η δυναμική των εργατικών ενώσεων. Ένα μέρος του πραγματολογικού υλικού της συγγραφής που μνημονεύουμε, χρησιμοποιήθηκε, στο πλαίσιο συμμετοχής του πονήσαντα, σε δύο ερευνητικά προγράμματα. Το πρώτο είναι: «Determinants in the Development of Working Class Movements» και το δεύτερο πρόγραμμα είναι «The Role of Ethnic and Religious Minorities in the Genesis and Development of the Socialist Movement in Turkey», τα οποία συντόνιζε το Διεθνές Ινστιτούτο Σοσιαλιστικής Ιστορίας του Άμστερνταμ. Σημειωτέον ότι τα ανθολογούμενα κείμενα, και στους τέσσερις τόμους της Σοσιαλιστικής Σκέψης στην Ελλάδα, αναδημοσιεύονται χωρίς καμία επέμβαση ενώ στη συνέχεια καταχωρίζονται τα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων τους, τα κυριότερα έργα τους, τα διαθέσιμα αρχεία, οι πιθανολογούμενες πηγές της σκέψης τους, και η αντιπροσωπευτική βιβλιογραφία. Από την εν λόγω έρευνα, δεν λείπει η κατάδειξη των κατευθύνσεων της και η επισήμανση των ερευνητικών χασμάτων για την υπόδειξη νέων εργασιών.

~.~

3. Η καθαυτό μαρξιστική φιλοσοφία εκτιμάται σε τέτοιες διαστάσεις της, ώστε να υπογραμμιστεί από τον Π. Νούτσο η πεμπτουσία της. Μέσω του συγγραφικού εγχειρήματος του νεοέλληνα στοχαστή, αναδύονται οι συνθήκες ιστορικής πλαισίωσης του μαρξιστικού έργου, οι γνώσεις που τελικά διαθέτουμε για αυτό καθώς και οι τρόποι πρόσληψής του, από τη δημοσίευσή του μέχρι σήμερα. Έτσι διαμορφώνεται μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον Γερμανό φιλόσοφο και το ανήσυχο πνεύμα των ημερών μας, αποκλείοντας, στο μέτρου του εφικτού, την άκριτη θεώρησή του Μαρξ ως ινδάλματος. Για τον Νούτσο, η αποκατάσταση της σοφιστικής και δη του κινήματος του Διαφωτισμού, έχει επιχειρηθεί ήδη από τον Χέγκελ, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να αντικρούσει τη «γενική κατακραυγή» εις βάρος της, διαπιστώνοντας τη συσχέτισή της με τον Διαφωτισμό των νεοτέρων χρόνων. Έτσι τα δύο αυτά κινήματα, Σοφιστική και Διαφωτισμός, καταφέρνουν να κλονίσουν την ευστάθεια της πίστης και να συμβάλλουν στην αμφισβήτηση της περιεκτικότητάς της. Η προσπάθεια αυτή, έχει ως γνώμονα την επιστροφή του πνεύματος, από την αντικειμενικότητα, στον ίδιο του τον εαυτό. Ο Νούτσος, μας υπενθυμίζει τη θέση του Μαρξ, από τον «Πρόλογο» της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας ότι ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική, την πολιτική και την πνευματική διαδικασία της ζωής. Δεν προσδιορίζει, με άλλα λόγια, η συνείδηση το είναι των ανθρώπων, αλλά αντίθετα το κοινωνικό μας είναι προσδιορίζει τη συνείδησή μας. Αυτό, ωστόσο, το οποίο ο Νούτσος τονίζει εδώ, είναι ότι οι μαρξικοί όροι: «πραγματική ζωή», «παραγωγή και αναπαραγωγή της υλικής ζωής», προϋποθέτουν την ανάλυση της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής χωρίς να έχουν εφαρμοστεί ποτέ ως αφηρημένες σχηματοποιήσεις του ιστορικού γίγνεσθαι. Θα μας καταθέσει μάλιστα την άποψη του Ένγκελς κατά την οποία «…δυστυχώς στη Γερμανία, συνηθίζεται να γράφεται η ιστορία των επιστημών σαν αυτές να πέσανε από τον ουρανό».

~.~

4. Στην επιφυλλιδογραφία του στις εφημερίδες, ο Παναγιώτης Νούτσος, προβληματίζεται για την ανθρώπινη επικοινωνία, εν μέσω της τεχνολογίας αιχμής, για την ανθρωπογεωγραφία της σημερινής πολιτικής τέχνης, αλλά και για το δυναμικό υπόβαθρο των σημερινών, και, εκ των πραγμάτων, ρευστών, γεωπολιτικών αποτιμήσεων. Οι απόψεις του αφυπνίζουν ένα και ολοένα αυξανόμενο ευαίσθητο κοινό, για την πραγματική φύση της Δυτικής, και όχι μόνο, δύναμης. Για αυτό και οι παρατηρήσεις του είναι από ανατομικά επίκαιρες έως και καυστικές για τις λεγόμενες «ορθόδοξες» απόψεις, περί της κυρίαρχης παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας. Για την τεκμηρίωση όλων αυτών, προσφεύγει σε συμπαγές υλικό καταγεγραμμένων γεγονότων, όπως και στη συμπλεγματικότητα των διεθνών συγκυριών. Εκτός των άλλων, ο Νούτσος υπεισέρχεται στη λογική των μητροπόλεων, οι οποίες παράγουν και διασπείρουν: βία, κλίμα συγκρούσεων (conflict climate), και ασύμμετρους εχθρούς. Γνωρίσματα τα οποία, δεν τα αντιλαμβάνεται ως αυθύπαρκτα μεγέθη, αλλά ως συναρτήσεις των παραγόντων: έδαφος, πόροι, κοινότητα, πληθυσμός. Έτσι αποκαλύπτονται, αγνοούμενες ή λανθάνουσες, σύνθετες πάντως, βιοπολιτικές νομοτέλειες. Ακόμα και κοινόλεκτες έννοιες όπως «εναλλακτικός τουρισμός», «αναψυχή», «μαζική κουλτούρα», «εργάσιμος και ελεύθερος χρόνος», δεν εξετάζονται μόνο στην αποσπασματικότητά τους, αλλά και στη συνάφειά τους με τα νοηματικώς αντίθετά τους μεγέθη. Μετά μάλιστα από ανάλογες αναλύσεις, ο Νούτσος φτάνει στο σημείο σχεδόν να συγκατατεθεί στην πρόβλεψη ότι «ο ελεύθερος χρόνος και όχι ο χρόνος εργασίας συνιστά το μέτρο του πλούτου».

~.~

5. Ως νεοελληνιστής, ο Νούτσος γράφει βιβλία τα οποία επέχουν θέση κοινωνικού φροντιστηρίου. Σε αυτά, διδασκόμαστε – χωρίς κατ` ανάγκη να κατηχούμαστε ιδεοληπτικά – για την πορεία των ιδεών της «γενιάς των ιδεών», η οποία και υπόκειται σε «θεματική ανατομία». Μέσω της θεματικής αυτής εξέτασης, πληροφορούμαστε για τον δοκιμιακό λόγο της γενιάς του `30, καθώς και για την ιδεολογία και τη μυθολογία της . Στο πλαίσιο των συλλογισμών τούτων, ο Νούτσος διερωτάται κατά πόσον η διανόηση ως «πρωτοπορία» είναι «απολιτική και ακοινώνητη». Εδώ υπεισέρχεται το ζήτημα όχι μόνον της αξίας του πρωτείου αλλά και της διαδοχής, σε έναν στίβο προβαδίσματος ιδεών. Παράλληλα ο ηπειρώτης στοχαστής, με τον δικό του τρόπο, ανασυγκροτεί το κοινωνικό πεδίο της λογοτεχνίας. Μάλιστα οι Προστρίψεις, ως πεδίο ανάδυσης συγκεκριμένων σχέσεων ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο των λογοτεχνικών έργων, δίνουν το στίγμα της εγρήγορσης του υποκειμένου στο να ελέγχει όσα αναπαράγονται ως «κοινοί τόποι», στα έργα αυτά. Σε ξεχωριστή πάλι μονογραφία, ο Νούτσος θα συζητήσει κατά πόσον η «ιστορική αίσθηση», παραμένει ως «έκτη αίσθηση» του ανθρώπινου όντος και από τι ακριβώς συντίθεται το «ιστορικώς εννοείν». Αναπόδραστα λοιπόν η ανάλογη ιστορικο – κριτική ανάλυση στρέφει το κείμενο προς το «συγκείμενο». Το κείμενο, με άλλα λόγια, ως εστία συμφραζομένων εννοιών, συνθηκών ή καταστάσεων, αποκτά πληρέστερο νόημα εάν συνεξεταστεί με ό,τι σύγκειται ή περίκειται. Με τα ποιήματά του, πάλι, ο Νούτσος δεν αναπτύσσει μόνο μια παράλληλη φιλοσοφία, στο διαφωτιστικό περιθώριο δηλαδή της επίσημης ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, την οποίαν ασκεί, αλλά και μια ιδιόμορφη φιλοσοφία, η οποία απευθύνεται σε ορισμένους επιλέγοντας τους αναγνώστες και τους έμπιστούς της. Εδώ πρόκειται εκ νέου για μια πολυμήχανη συνείδηση, χωρίς περιδέραια φράσεων και ψιμυθιωμένες κυριολεξίες, η οποία ακροβατεί στις νοήσεις και τις παρα -νοήσεις. Βλέπουμε ανεπιτήδευτη φυσική ειρωνεία και ζωηρό ύφος, να δίνουν όλη την αμφισημία ενός παιγνίου. Και όμως τα δημιουργήματα του ειρωνευόμενου, κάθε άλλο παρά συνθηματικά είναι. Αντίθετα, συνιστούν αφορμές ενός περάσματος ∙ από την πλαστικότητα των προτάσεων στη συνοπτική και περιεκτική μορφή τους ή το αντίθετο.

~.~

Gorleston Psalter, England 14th century (British Library, Add 49622, fol. 193v)Στις γραμμές που προηγήθηκαν, προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε ένα μικρό τμήμα από τον συγγραφικό και ερευνητικό πυρήνα του ομότιμου καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου. Ένας πυρήνας, οποίος συνεπάγεται τη διαλεκτική εμπλοκή, αντλεί δύναμη από τα ερευνώμενα αντικείμενα και προσανατολίζεται στη διέγερση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης. Ο Νούτσος, πέραν της ex nihilo δημιουργίας, δεν καταστρέφει κάτι πριν το αναδημιουργήσει. Το αποδομεί, απελευθερώνοντας τα στοιχεία εκείνα, τα οποία ασφυκτιούν σε λιμνάζουσες και αβασάνιστες διαμεσολαβήσεις, χωρίς να ο ίδιος να φθείρει το γενεσιουργό τους κύτταρο. Επιπλέον, η επιστήμη του στοχαστή μας, ελλιμενίζεται, σε έναν νοηματικά κατάμεστο εμπειρικό κόσμο, περιγράφοντας όλες τις δομές του, με τις οποίες καταπιάνεται. Ο ίδιος, ως θεράποντάς της φιλοσοφικής πειθαρχίας,, δεν ασχολείται μόνον με μείζονες μορφές σκέψης, αλλά μας εφιστά την προσοχή σε φιλοσοφικά ζητήματα, που παραβλέπονται από την παραδοσιακή λογική, χωρίς να αποστατεί από προβληματικές, που, εξ ορισμού, έχουν δύσκολη έκβαση. Αυτή ήταν η μικρογραφία του φιλοσοφικού σύμπαντος του Παναγιώτη Νούτσου. Ενός σύμπαντος, ανθεκτικού αλλά και πολύσημου σε μια δυνητικά επερχόμενη διανοητική λαίλαπα.

ΠΕΤΡΟΣ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗΣ


* Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του Π. Νούτσου από την διεπιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών «Φιλοσοφία – Τέχνη – Θεραπεία» την 1η Φεβρουαρίου 2019 στην Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών. 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 5. Ευσταθία Δήμου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Εὐσταθία Δήμου

(Στὴ σπορὰ τῶν ἀστεριῶν. Πενήντα-πέντε χαϊκού, Ἀθήνα, Νέος Ἀστρολάβος/Εὐθύνη, 2011)

1028_The_great_ballet

5.
Τ’ ἄγαλμα κλαίει
Στὰ μάτια του ὁ ἱδρώτας
τοῦ γλύπτη κυλά.

~.~

39.
Πᾶν τὰ κορμιά μας
κοπάδι· πάντα μαζὶ
καὶ πάντα χώρια.

~.~

(Σονέτα, Ἀθἠνα, Gutenberg, 2016)

22489718_1731695233509610_7119279681353390854_n

Χρόνε

Χρόνε ποὺ γλύφεις τὰ κορμιὰ
ἔλα, γλύψε κι ἐτοῦτο
ἔργο τέχνης φέρε μου το·
Λάξευε ἀργά, προσεκτικὰ

ὥσπου νὰ μ’ ἀρτιώσεις κι ἂν
κάποτε μὲ δεῖς γεμάτη
ἀπὸ ψεγάδια, φευγάτη
στὰ σκοτάδια ποὺ ἀγρυπνᾶν

μὴ σταματᾶς, χρόνε, στιγμὴ
μὲ τὴν αἰώνιά σου σμίλη
νὰ μοῦ ἀλλάζεις τὴ μορφὴ

νὰ μὲ χτυπᾶς, νὰ μὲ κεντᾶς
τὸ κέλυφός μου νὰ πετᾶς
νὰ μ’ ἔχεις πάντα ὕλη.

~.~

Λαβύρινθος

Στὸ λαβύρινθο αὐτὸ
ποὺ χρόνια ἔχω γιὰ σπίτι
σὰν τὸ βαρυποινίτη
τὴν ἔξοδο ἀναζητῶ.

Ἕνα ἀτέλειωτο νῆμα
ἀκολουθῶ στὰ ἴδια
δώματα· αἰφνίδια
στὴν πόρτα ἐμπρὸς τὸ βῆμα

σταματῶ — μένω ἐνεὸς
χαλάλι τὰ νυχτέρια
μὰ πρὶν κραυγάσω ζήτω

βλέπω στὸ ἐλλείπον φῶς
πὼς τύλιξα τὰ χέρια
τυλίγοντας τὸ μίτο.

~.~

Φιλί

Ἔξω στὸ δρόμο
ἕνα πουλὶ
φιλὶ
στὸν ὦμο

τῆς ἡμέρας
τὴν ξυπνᾶ
καὶ πετᾶ
ὣς τὸ πέρας

νὰ βρεῖ
σπυρὶ
ἕνα ἀστρὶ

πάνω στὴ γῆ
ποὺ σουλατσάρει
τὸ φεγγάρι.


Ἡ Εὐσταθία Δήμου γεννήθηκε στὸ Μαρούσι τὸ 1982. Πρῶτο της βιβλίο εἶναι ἡ συλλογὴ χαϊκοὺ Στὴ σπορὰ τῶν ἀστεριῶν (2011) καὶ δεύτερο τὰ Σονέτα (2016). Ἐργάζεται ὡς καθηγήτρια φιλόλογος στὴ Δημόσια Μέση Ἐκπαίδευση. 

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (2/2)

Woodward_Ave_Detroit_1942.jpg

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

Βρήκε μια αίσθηση στο καθάρισμα που ένιωθε συχνά στην άλλη της ζωή, όταν τα βιβλία που διάβαζε ήταν τόσο θελκτικά που την παρέσερναν για ώρες. Οι λέξεις ήταν ένας τόπος λαξεμένος απ’ τη ζωή, ζεστός και ασφαλής. Το γυάλισμα των τζαμιών ως την τέλεια διαφάνεια, το τρίψιμο της πορσελάνης, το πέρασμα καυστικών χημικών στα πλακάκια ώσπου να λάμψουν σαν οδοντοστοιχία, όλα αυτά την έκαναν να ξεχνιέται απ’ τον εαυτό της. Δυνατοί μύες έσφιξαν στα κοκαλιάρικα μπράτσα της.

Κάθε πρωί, έβγαινε στο κρύο κι ένιωθε αποχαυνωμένη από την κούραση. Ο Ευλάμπης-και λάμπεις την κέρναγε πού και πού πρωινό και καθόντουσαν, με τη μπόχα των χημικών πάνω τους, στο πίσω μέρος του βαν του, τριγυρισμένοι απ’ τις μυρωδιές ζεστού γράσου και καυτού καφέ.

Ήθελε να γελάσει μαζί του, να του πει για τις φρικτές μέρες στο σπίτι της μητέρας της όταν ήταν παιδί, για τις κατσαρίδες, για τον λινοτάπητα που είχε μια μόνιμη κρούστα βρωμιάς, για το πόσο παράξενο της φαινόταν που τώρα καθάριζε για να ζει, μα ο Ευλάμπης μιλούσε τόσο πολύ που δεν χρειαζόταν εκείνη να πει κάτι. Της έλεγε για το σκυλί που είχε όταν ήταν μικρός και που μιλούσε μ’ ανθρώπινη λαλιά, ή για τα οράματα που έβλεπε, όταν ο χρόνος πάγωνε κι ο Διάβολος ψιθύριζε στο αυτί του ώσπου η λάμψη που δυνάμωνε μέσα του τον έδιωχνε, κι έλουζε τον κόσμο στο φως.

~.~

Έπιασε ένα δωμάτιο σ’ ένα τσιμεντένιο χαμηλοτάβανο μοτέλ σχεδόν πάνω στον αυτοκινητόδρομο, οπού πλήρωνε το νοίκι με τη βδομάδα. Το μοτέλ λεγόταν «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής – Βολικό», αλλά έπρεπε να δανειστεί μερικά χημικά και βετέξ απ’ τον Ευλάμπη για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Της άρεσε ο ήχος των φορτηγών που σφύριζαν στην άσφαλτο και οι φωνές των γειτόνων της που είχαν έναν ρυθμό σταθερό και τα αγόρια που σύχναζαν στο φαστφουντάδικο της διπλανής πόρτας, με τις σαρωτικές καυχησιές και τα χαβαλετζίδικα πειράγματά τους.

Ένα πρωί, καθώς επέστρεφε στο μοτέλ, είδε μια γνώριμη μοτοσυκλέτα έξω απ’ το καφέ όπου κάποτε βαθμολογούσε εργασίες φοιτητών. Κοίταξε τη τζαμαρία, κατεβάζοντας χαμηλά το τζόκεϊ που φορούσε για να κρύψει το πρόσωπό της. Δύο πρώην φίλοι της καθόντουσαν σ’ ένα τραπέζι, συνοφρυωμένοι στις οθόνες των λάπτοπ τους. Πόσο χοντροί φαινόντουσαν, πόσο ροδαλοί. Σιγόπιναν δυο σκέτους καφέδες φίλτρου κι εκείνη θυμήθηκε, με μια δόση αηδίας, ότι συνήθιζαν να γκρινιάζουν πως δεν έχουν αρκετά λεφτά για καπουτσίνο. Πόσο πλούσιοι ήταν. Είχαν ένα είδος πλούτου που δεν ξέρει κανείς πως έχει, μέχρι να σταθεί ένα πρωί τρέμοντας στο κρύο, αντικρίζοντας το πώς ήταν κάποτε. Ένας από τους φίλους της, ο άντρας, ένιωσε πως κάποιος τον κοίταζε και σήκωσε αργά το βλέμμα. Ένας κόμπος τραβήχτηκε στο στομάχι της, μα όταν είδε πως η ματιά του την προσπέρασε ακολουθώντας μια νεαρή, κομψή ποδηλάτισσα, ο κόμπος ξέφτισε και λύθηκε.

34 (5).jpg

Ένα Σάββατο του Μάρτη, ενώ καθάριζαν το τελευταίο τους κλαμπ, είδε τον Ευλάμπης-και λάμπεις να ταλαντεύεται καθώς στεκόταν. Κοίταζε με μάτια κενά τους αεραγωγούς πάνω απ’ τα κεφάλια τους, με μια έκφραση εκστατική. Δεν πρόλαβε να τον πιάσει, έπεσε κάτω. Το σώμα του ήταν κοκαλωμένο, τα σαγόνια του έτριζαν. Τον σήκωσε με κόπο, τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα τραπέζι και σκέφτηκε να καλέσει ασθενοφόρο, αλλά εγκατέλειψε την ιδέα, γιατί ήξερε πως δεν είχε χρήματα για περίθαλψη: μάζευε λεφτά για να φτιάξει τα δόντια που του έλειπαν. Πάντα το ξεπερνούσε, της είχε πει. Το φως μέσα του νικούσε τον Διάβολο. Δεν είχε παρά να περιμένει.

Τον άφησε εκεί και συνέχισε το καθάρισμα. Όταν τελείωσε, γυάλισε όλα τα ποτήρια και σκούπισε το πέπλο σκόνης απ’ τα μπουκάλια στα ψηλότερα ράφια του μπαρ. Καθάρισε τις τζαμαρίες με τη ρακλέτα.

Όταν πια είδε ανθρώπους με φόρμες εργασίας να περνούν έξω, ήταν ώρα να τα μαζεύει. Όταν όμως πλησίασε τον Ευλάμπης-και λάμπεις, μια απαίσια μπόχα την χτύπησε και είδε πως είχε ξεράσει παντού. Τον έβαλε όπως-όπως να κάτσει σε μια καρέκλα, τον έσυρε ως την τουαλέτα και τον καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε. Πέταξε το παντελόνι και το βρακί και τις κάλτσες και τα παπούτσια του στον κάδο απορριμμάτων πίσω από το κλαμπ και σκάρωσε ένα είδος εσωρούχου με το φούτερ της. Το βαν του ήταν παρκαρισμένο πίσω απ’ το μαγαζί, τον κουβάλησε με δυσκολία ως εκεί, τον ανάγκασε να μπει μέσα και τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα σωρό καθαρά ξεσκονόπανα.

Δεν ήξερε που έμενε, ούτε αν είχε δικούς του ανθρώπους. Δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ τίποτα, μόνο άκουγε αυτά που επέλεγε να της λέει. Άφησε ένα σημείωμα πάνω στο στέρνο του και κλείδωσε το βαν, κι όταν επέστρεψε το απόγευμα για να δει αν είχε ξυπνήσει και τί έκανε, το βαν δεν ήταν πια εκεί, και παρόλο που τον περίμενε κάθε βράδυ στα κλαμπ για μια βδομάδα, κανείς απ’ τους συνήθεις άεργους της πλατείας ή τους μάνατζερ των νάιτ-κλαμπ δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν να της πουν που βρισκόταν.

~.~

Ένας παγωμένος αέρας φύσηξε μια νύχτα του Απρίλη και σκότωσε τα πιο ευαίσθητα φυτά. Σ’ όλη την πόλη, έβλεπε κανείς σκελετούς από φτέρες, μπανανιές και καμέλιες. Το πρωί, η μικροκαμωμένη, βλοσυρή Ταϊλανδέζα ιδιοκτήτρια του «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής! – Βολικό» χτύπησε την πόρτα της και περίμενε, σιωπηλή και με τα μπράτσα σταυρωμένα, στο κατώφλι της, ώσπου μάζεψε τα πράγματά της, έβαλε τα παπούτσια και το τζιν σακάκι της κι έφυγε απ’ το δωμάτιο.

Το μεσημέρι, ακολούθησε την αργόσυρτη πομπή των αναξιοπαθούντων προς την πλατεία, όπου τους μοίρασαν από ένα σάντουιτς σε πλαστικό περιτύλιγμα κι από ένα κουτάκι χυμό. Στις έξι, τους ακολούθησε ως την εκκλησία των Μεθοδιστών όπου τους μοίρασαν ένα ποτήρι γάλα με ξινή γεύση που της ήταν γνώριμη από το νηπιαγωγείο, και μια ψητή πατάτα με τσίλι.

Ύστερα, ακολούθησε μια ομάδα από αυτούς στο καταφύγιο αστέγων, που άνοιγε για το βράδυ στις πέντε το απόγευμα, και που στις πέντε και ένα ήταν ήδη γεμάτο. Πέρασαν το παλιό ντεπό της πόλης, διέσχισαν ένα πάρκο σημαδεμένο από συρμάτινους φράχτες και σωρούς χώμα. Το μονοπάτι τους έβγαλε στον ποδηλατοδρόμο όπου μια φορά κι έναν καιρό, με τον πρώην της, έκαναν ανέμελες, μακρινές βόλτες για να δουν τους αλιγάτορες να γυαλίζουν στις όχθες των μικρών λιμνών που είχαν σχηματιστεί από την καθίζηση του εδάφους. Ήταν σκοτεινά στο δάσος, που ήταν γεμάτο βρύα και μούσκλα που, στην άκρη των ματιών της, έμοιαζαν με φίδια. Ένιωσε ένα ξαφνικό κύμα μέσα της, έναν οξύ φόβο, που προσπάθησε να καταπνίξει. Οι άνθρωποι μπροστά της δεν φαινόντουσαν πια στον ποδηλατοδρόμο, είχαν εξαφανιστεί μέσα στα δέντρα.

Προτού δει, το μύρισε: ούρα και περιττώματα και κάπνα και χυμένη μπύρα και κάτι σαν ζυμαρικό που ψήνεται. Άκουσε τις φωνές και βγήκε σ’ ένα ξέφωτο. Μέσα στο σκοτάδι, σκηνές, σκυφτές, ως εκεί που έφτανε το μάτι, φωτιές, εδώ, εκεί, παραπέρα.

Ένας άντρας φώναξε, Εμένα γυρεύεις, γλύκα; κι άκουσε γέλια κι είδε μια σκοτεινή φιγούρα να σηκώνεται απ’ την κοντινότερη φωτιά και να γλιστρά προς το μέρος της.

Από πίσω της, άκουσε τη φωνή μιας γυναίκας να λέει, ένθερμα, Να ‘σαι! κι ένιωσε να την τραβούν πέρα απ’ τον άντρα που πλησίαζε, κι ύστερα πέρα από εφτά ή οχτώ φωτιές.

Σταμάτησαν. Στάσου, είπε η γυναίκα κι έσκυψε, κι άναψε μ’ έναν αναπτήρα μια εφημερίδα, κι ύστερα με την εφημερίδα ένα μικρό κομμάτι προσάναμμα. Η φωτιά φανέρωσε μια γεροδεμένη γυναίκα με ψωμωμένο πρόσωπο και μαλλιά βαμμένα σε μια ροζ απόχρωση του κόκκινου. Έφερα το νερό, παιδία, είπε. Μπορείτε να βγείτε. Ακούστηκε ο ήχος ενός φερμουάρ και τέσσερα μικρά σώματα ξεγλίστρησαν από μια σκηνή. Στην αρχή φαινόντουσαν ίδια το ένα με τ’ άλλο, τέσσερα κοκαλιάρικα πλάσματα με μακριά ξανθωπά μαλλιά.

Η γυναίκα την κοίταξε και είπε, Όχι και τόσο έξυπνο, να ‘ρχεσαι εδώ πέρα μοναχή σου.

Δεν είχα που αλλού να πάω, είπε εκείνη, και η φωνή της ήχησε άσχημη στα αυτιά της.

Δεν έχεις οικογένεια; ρώτησε η γυναίκα. Ένα τόσο καθώς πρέπει κορίτσι σαν κι εσένα;

Όχι, είπε εκείνη.

Έχεις καθόλου φαγητό; είπε η γυναίκα κι εκείνη έγνεψε, καθώς έβγαζε απ’ το σακίδιό της τις τελευταίες της προμήθειες: ένα καρβέλι λευκό ψωμί, ένα βάζο φυστικοβούτυρο, ένα κομμάτι τυρί, μερικές κονσέρβες σαρδέλας, τρία φτηνά πακέτα νουντλς.

Φυστικοβούτυρο! είπε ένα από τα παιδιά, αρπάζοντάς το, και η γυναίκα της χαμογέλασε για πρώτη φορά. Μοιράζεσαι το φαγητό σου, μοιράζεσαι τη σκηνή μας, της είπε.

Ευχαριστώ, είπε εκείνη. Όταν κάθισαν να φάνε, ένα από τα μικρά κοριτσάκια σύρθηκε πλάι της κι ακούμπησε με το χεράκι της το πέλμα του ποδιού της. Όταν ήταν μικρή, είχε κι εκείνη την ίδια δίψα, της αφής. Τα μαλλιά του κοριτσιού μύριζαν κάπνα, το δέρμα της κάτι σαν γαρύφαλλο.

~.~

Η γεροδεμένη γυναίκα λεγόταν Τζέην, κι όταν τα παιδιά πήγαν για ύπνο, οι δυο τους ήπιαν με λαχτάρα δυο κούπες ζεστό, αραιό κακάο. Η Τζέην της είπε για τον άντρα της που τους παράτησε, για το σπίτι που έχασαν, εκείνη και τα παιδιά, για το πόσο ευέξαπτη ήταν, με αποτέλεσμα να απολύεται από τη μία δουλειά μετά την άλλη. Αναστέναξε. Τα ίδια και τα ίδια, είπε.

Άκουγε τον καταυλισμό που ησύχαζε. Η μυρωδιά της μαριχουάνας σκέπαζε την έντονη μπόχα του μέρους. Ένας άντρας φώναζε, κι ύστερα η φωνή του κόπηκε ξαφνικά. Το σπίτι ήταν πολύ ωραίο, είπε η Τζέην θλιμμένα. Με πισίνα και τα όλα του. Ο άντρας μου πάντα έλεγε πως δεν γίνεται παιδική ηλικία χωρίς πισίνα, στη Φλόριντα. Ρουθούνισε, κι έκανε μια χειρονομία προς τα παιδιά. Και τώρα ζούμε στη σκηνή.

Πόσον καιρό είστε εδώ; ρώτησε το κορίτσι.

Μα αυτό δεν έπρεπε να το ρωτήσει, γιατί η Τζέην κατσούφιασε και είπε, Είναι προσωρινό, και σηκώθηκε να πλυθεί. Θα επιστρέψουμε εκεί που ήμασταν.

Όταν πήγε να πλύνει τα δόντια της, πρόσεξε πως η Τζέην την παρατηρούσε. Οδοντόκρεμα, είπε. Τα παιδιά έχουν πολύ καιρό να… Ίσως… θα μπορούσες αύριο να μας δανείσεις λίγη; Και εκείνη είπε, Σίγουρα, και η Τζέην της χαμογέλασε και πάλι, κι ώσπου να μπουν στη σκηνή και να κουλουριαστούν πλάι στα τέσσερα παιδιά που είχαν απλωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη, οι δυο γυναίκες ήταν και πάλι φίλες.

~.~

Στο λαμπερό, πρώτο φως της μέρας, ο καταυλισμός άχνιζε μες στην ομίχλη: έμοιαζε σχεδόν αθώος, ονειρικός. Άναψε τη φωτιά, βρήκε το πόσιμο νερό κι έκανε να βράσει βρώμη για τα παιδιά. Ένα-ένα, ξεμύτισαν. Το μεγαλύτερο ήταν δεν ήταν πέντε, κανένα τους δεν ήταν σε σχολική ηλικία. Από άλλες σκηνές, φωνές άλλων γυναικών υψώνονταν, κι άλλα παιδιά απαντούσαν. Ένα μικρό αγόρι έτρεξε προς το μέρος τους, είπε ένα ντροπαλό Γεια στα παιδιά της Τζέην κι έτρεξε ξανά πίσω στη μητέρα του.

Καταλάβαινε τώρα πως σ’ αυτό το κομμάτι της σκηνούπολης έμεναν οι οικογένειες, κι ότι η ασφάλεια εδώ ήταν ζήτημα αριθμών, κανόνων και σιωπηλής επαγρύπνησης απέναντι στον κίνδυνο που καραδοκούσε λίγα μέτρα πιο πέρα.

Το κεφάλι της Τζέην ξεπρόβαλε απ’ τη σκηνή, χαμογέλασε και βγήκε ολόκληρη έξω, φορώντας μια στολή απ’ αυτές που φορούν αυτοί που δουλεύουν σε φαστφουντάδικο.

Θα προσέχεις τα παιδιά σήμερα; είπε. Η κοπέλα που τα προσέχει συνήθως βρήκε σπίτι πριν λίγες μέρες, και δεν θέλω να τα αφήσω πάλι στη βιβλιοθήκη.

Ξέρω να διαβάζω, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Κι εγώ ξέρω, είπε το δευτερότοκο. Λέμε τώρα, είπε το πρώτο, καλόκαρδα.

Εκείνη κοίταξε τα παιδιά κι ένιωσε το στομάχι της να βουλιάζει. Αα…, είπε.

Το πρόσωπο της Τζέην κατσούφιασε πάλι. Κοίτα, της είπε. Ή που θα δουλεύω ή που δεν πρόκειται ποτέ να φύγουμε από δω χάμω. Ή τα αφήνω μαζί σου λοιπόν ή τα αφήνω ξανά στη βιβλιοθήκη με το φόβο να το μυριστούν οι κοινωνικοί λειτουργοί και να μου τα πάρουν. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Ο.Κ., είπε εκείνη. Φυσικά, θα τα προσέχω. Και η Τζέην είπε ευχαριστώ, αλλά της έριξε ένα ξινισμένο βλέμμα καθώς ξέμπλεκε τα μαλλιά του μικρού κοριτσιού με μια υγρή χτένα.

132 (2).jpg

Τα βράδια, η Τζέην επέστρεφε ζέχνοντας απ’ τον ιδρώτα, με σακούλες μπέργκερ και προτηγανισμένες πατάτες που ήταν πολύ μπαγιάτικα για να πουληθούν.

Βούταγε τα πόδια της σε ζεστό νερό βογκώντας, κι όταν αποκοιμιόντουσαν τα παιδιά, μιλούσε με πικρία για το αφεντικό της. Βλαμμένος, νιάνιαρο, βρωμο-σάτυρος, έλεγε. Της χούφτωσε το στήθος στην αποθήκη.

Εκείνη άκουγε, νεύοντας συγκαταβατικά, προσφέροντας λίγα. Μα η Τζέην φαινόταν να παρηγοριέται με την ήσυχη παρουσία της, της μίλαγε λες και ήταν καμιά όχι ιδιαίτερα εύστροφη ξαδέλφη της –για λύπηση, αλλά χρήσιμη.

Ένα απόγευμα, εκείνη και τα παιδιά έβγαιναν από τη βιβλιοθήκη, όταν είδαν τη Τζέην σ’ ένα παγκάκι στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ουπς, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Το μικρότερο έκρυψε το κεφάλι του πίσω απ’ την πλάτη του αδελφού της. Περιμένετε εδώ, είπε εκείνη κι έβαλε τα παιδιά να κάτσουν σ’ ένα τοιχάκι μπροστά στη βιβλιοθήκη.

Με σχόλασαν, είπε η Τζέην, δίχως να σηκώσει το κεφάλι της. Στο είπα ότι είμαι ευέξαπτη.

Δεν πειράζει, είπε εκείνη, αν και ένιωθε τη γη να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της. Θα βρεις άλλη δουλειά.

Η Τζέην σήκωσε το κεφάλι της κι έφτυσε, Πειράζει. Και πολύ μάλιστα. Τις προάλλες έβαλα όλα μας τα λεφτά μπροστά για ένα διαμέρισμα, περίμενα να πληρωθώ την Παρασκευή για να δώσω τα υπόλοιπα. Γαμιούνται όλα, είπε. Γύρνα στη σκηνή, είπε. Θα έρθω όταν είναι να ‘ρθω.

~.~

Για βραδινό, εκείνη και τα παιδιά έφαγαν τοματόσουπα και σάντουιτς με τυρί. Είπε στα παιδιά ιστορίες κλεμμένες από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, κι αποκοιμήθηκαν, περιμένοντας τη μητέρα τους. Εκείνη έκατσε πλάι στη φωτιά μέχρι που ξέμεινε από ξύλα, και οι φιγούρες που πηγαινοερχόντουσαν στο σκοτάδι έγιναν απειλητικές. Ύστερα μπήκε στη σκηνή, στη ζεστασιά της ανάσας των παιδιών, κι έκλεισε το φερμουάρ.

Το πρωί, η μεριά που ξάπλωνε η Τζέην ήταν ακόμη άδεια. Πήγε τα παιδιά στο νεκροταφείο που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην σκηνούπολη και την πόλη. Ήταν το αγαπημένο τους μέρος: ήσυχο, καθαρό, κι όμορφο, με ψηλές, γέρικες βαλανιδιές και σειρές ανοιχτόχρωμα πλαστικά λουλούδια που τα μάζευαν και στόλιζαν μ’ αυτά τα πιο μελαγχολικά μνήματα.

Στο τέλος της μέρας πήγε τα παιδιά στο αστυνομικό τμήμα, και τους έδωσε από μια κούπα τσάι με πολλή ζάχαρη, και ντόνατς πασπαλισμένα με άχνη που βρήκε σ’ ένα τραπέζι στο δωμάτιο της αναμονής.

Όταν ρώτησε για τη Τζέην, η αστυνομικός υπηρεσίας ούτε που την κοίταξε πίσω απ’ τον υπολογιστή της. Σούφρωσε τα χείλια της και πληκτρολόγησε το όνομα της Τζέην και είπε, Μμ. Συνελήφθη χτες περί τις επτά. Πορνεία.

Όχι, δεν μπορεί, είπε το κορίτσι. Τα παιδιά δεν άκουγαν. Κάποιο λάθος κάνετε, είπε.

Η αστυνομικός της έριξε ένα βαριεστημένο βλέμμα. Μπορούσε να δει τον εαυτό της όπως θα έμοιαζε σ’ αυτή τη γυναίκα – άπλυτη, βρωμερή, λιγδιασμένη, μαυρισμένη, προφανώς άστεγη. Τα χείλη της αστυνομικού πάντα σουφρωμένα, λες και ήταν αυτή η φυσική της έκφραση. Κι όμως μπορεί, είπε, κι επέστρεψε στη δουλειά της.

Το κορίτσι επικαλέστηκε το φάντασμα της καθηγήτριας που ήταν κάποτε και είπε, αρθρώνοντας εμφατικά, Αστυνόμε, ακούστε με σας παρακαλώ. Θα πρέπει να σας ζητήσω να ειδοποιήσετε τους Κοινωνικούς Λειτουργούς. Αυτά εκεί είναι τα παιδιά της Τζέην και, δυστυχώς, αυτή την περίοδο δεν έχω τη δυνατότητα να τα φροντίσω.

Περίμενε με τα παιδιά ώσπου μπήκε βιαστική στο δωμάτιο μια γυναίκα με μαύρο κοστούμι και κουρασμένη όψη, που πήγε να μιλήσει με την αστυνόμο στο γραφείο. Όταν η Κοινωνική Λειτουργός είπε ένα χαρωπό Γεια σας, τα παιδιά, που διάβαζαν ένα περιοδικό, την κοίταξαν, παρακολουθώντας επιφυλακτικά καθώς τράβηξε λιγάκι τα μπατζάκια απ’ το παντελόνι της για να κάτσει χαμηλά μπροστά τους.

Εκείνη σηκώθηκε, με βήμα αδύναμο, πισοπατώντας προς την έξοδο.

Η μέρα ήταν υπερβολικά φωτεινή. Στο κεφάλι της, σφυριές. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί. Γύρισε στη σκηνή και κοιμήθηκε ως το ξημέρωμα. Λίγο πριν αρχίσει η πόλη να ξυπνά, μάζεψε τα πράγματά της και περπάτησε ως το κέντρο, χωρίς να ξεστήσει τη σκηνή της Τζέην, έχοντας τακτοποιήσει τα πράγματα των παιδιών σε στοίβες κι αφήνοντας τον δικό της υπνόσακο στη μέση της σκηνής – σαν άνανδρη απολογία.

~.~

Σκεφτόταν τη μητέρα της, πώς θα πρέπει να ένιωθε για την εξαφάνιση της κόρης της. Η αστυνομία σίγουρα θα είχε εντοπίσει το εγκαταλελειμμένο στέισον βάγκον μήνες τώρα, θα το είχαν βέβαια ταυτοποιήσει κάποιος θα ‘χε τηλεφωνήσει στη μητέρα της. Ίσως να σκέφτηκε πως την απήγαγαν ή τη δολοφόνησαν, ίσως να έψαχνε να βρει σε τι έφταιξε κι η κόρη της της φέρθηκε τόσο αχάριστα. Ίσως, σκέφτηκε μ’ ένα στιγμιαίο αίσθημα κακεντρέχειας, ο φόβος να ‘χε ξυπνήσει επιτέλους τη μητέρα της. Ίσως να όργωνε τη χώρα ψάχνοντάς την, αυτή τη στιγμή.

~.~

Κοιμήθηκε για δυο βράδια μέσα στη συστάδα μπαμπού στην αυλή του πρώην γείτονά της, σκεπασμένη με το μουσαμά της. Οι νύχτες του Μάη ήταν πιο ζεστές, μα ακόμα τρεμούλιαζε απ’ την ψύχρα. Σε μια στιγμή ξύπνησε κι αντίκρυσε τα πράσινα φωτεινά μάτια μιας γάτας να την κοιτούν επίμονα, και φώναξε τ’ όνομα της γάτας που είχε κάποτε, μα το ζώο έτρεξε μακριά.

Περπάτησε όλο το δρόμο ως το πανεπιστήμιο γιατί θυμήθηκε πως ήταν το σαββατοκύριακο της αποφοίτησης, πράγμα που σήμαινε πως πολλοί από τους φοιτητές θα άφηναν τις εστίες τους. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε ίσως να βρει λίγο φαγητό ή έναν καινούριο υπνόσακο. Στο κολλέγιο, είχε δει μια παρέα αγοριών ν’ ανοίγουν το παράθυρο ενός κοιτώνα στον πέμπτο όροφο και να πετάνε τους υπολογιστές τους –που ήταν σε εξαιρετική κατάσταση– στο έδαφος. Και η ίδια άλλωστε είχε αδειάσει το ψυγειάκι της εστίας της, πετώντας ολόφρεσκα μήλα και γιαούρτια και κατεψυγμένες πίτσες στα σκουπίδια. Ένιωθε σαν παράσιτο στο κάμπους, έτρεχε να κρυφτεί από σκιά σε σκιά. Αν κάποιος γνωστός της την έβλεπε, αν κάποιος την έπαιρνε μυρωδιά. Μια σκηνή είχε στηθεί στο αίθριο και ίσα που μπορούσε να δει στο λυκαυγές ανθρώπους να στήνουν έναν μπουφέ. Περίμενε, κι όταν οι υπάλληλοι του κέτερινγκ πήγαν πίσω απ’ το φορτηγό να κάνουν διάλειμμα, γέμισε σβέλτα ένα πιάτο με ζεστά αυγά και πατάτες και λουκάνικα. Σήκωσε το βλέμμα κι είδε έναν από τους υπαλλήλους να την κοιτά, κρατώντας έναν δίσκο με ποτήρια. Του χαμογέλασε κι εκείνος, σκυθρωπός, της έκανε νόημα να φύγει.

~.~

Έξω από τους κοιτώνες των τελειόφοιτων, πρόσεξε ένα μεγάλο μεταλλικό φορτηγό πλάι σ’ έναν κάδο για μπάζα, απ’ τον οποίο άνθρωποι έβγαζαν στρώματα, μηχανές του καφέ, καρέκλες. Είδε μια καρέκλα γραφείου να αιωρείται πάνω απ’ το χείλος του κάδου, μα το αγόρι που θα την έπιανε είχε ήδη πιάσει ένα κασόνι με καλώδια, και γύρισε να φύγει. Τα χέρια που την κράταγαν άρχισαν να τρέμουν. Χωρίς να σκεφτεί, έκανε δυο βήματα μπροστά κι έπιασε την άλλη άκρη της καρέκλας πάνω απ’ το κεφάλι της. Ο άντρας που την κρατούσε τέντωσε το λαιμό του για να τη δει, χαμογελώντας. Θα βοηθήσεις;

Έκπληκτη με τον εαυτό της είπε, Ναι αμέ.

Εκείνος της έκλεισε το μάτι και της έδωσε ένα τυλιγμένο χαλί.

Κουβάλησε κουτιά με βιβλία, ένα κεφαλάρι, ένα κομοδίνο. Η μηχανή του φορτηγού άναψε ξαφνικά και κάποιος ψιθύρισε, Φύγαμε. Άρχισε να τρέχει όπως και οι υπόλοιποι και πήδηξε μαζί τους μέσα στο φορτηγό. Μόλις που πρόλαβαν να κλείσουν τις πόρτες του φορτηγού και να ξεκινήσουν, όταν ένα αμάξι της εταιρείας σεκιούριτι του κολλεγίου πλησίασε και σταμάτησε εκεί όπου ήταν μέχρι πριν ένα δευτερόλεπτο το φορτηγό. Ήταν σκοτεινά, η μηχανή μούγκριζε, τόσο στριμωγμένα που ένιωθε να πνίγεται. Μα κάποιος άγγιξε το μπράτσο της και το ψηλάφισε ως την παλάμη της, όπου της άφησε κάτι τυλιγμένο σε χαρτί. Ήταν μια σοκολάτα.

Επιτέλους, το φορτηγό σταμάτησε και η μηχανή έσβησε. Κλικ – οι πόρτες άνοιξαν σ’ ένα εκτυφλωτικό φως. Ήταν στην άκρη μιας μεγάλης, κατηφορικής, καταπράσινης έκτασης. Έριξε το σακίδιό της κάτω και πήδηξε έξω στο ξανθωπό χώμα.

Ένα κορίτσι με μουτζουρωμένο πρόσωπο και μακριά πλεξούδα την κοίταξε και είπε, Ώρα για πρωινό.

Ανέβηκαν με το άλλο κορίτσι τον χωματόδρομο μέχρι που έφτασαν σ’ ένα μακρόστενο, ετοιμόρροπο κτήριο. Τι είναι εδώ; είπε, και το άλλο κορίτσι γέλασε. Είναι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, είπε. Κατάληψη. Ακολουθείς συχνά ανθρώπους χωρίς να ξέρεις που πηγαίνεις;

Τελευταία, ναι, είπε εκείνη. Το κορίτσι την περιεργάστηκε και είπε, Ουόου. Δεν φαίνεσαι και τόσο καλά, γλύκα, και την οδήγησε σ’ ένα κρεβάτι όπου βούλιαξε, κι ας είχαν τα σεντόνια έντονη την μυρωδιά κάποιου άλλου, κι ας μην μπορούσε να μαζέψει τη δύναμη για να βγάλει τα μποτάκια της.

~.~

Κοιμήθηκε όλη μέρα, όλη νύχτα, την επόμενη μέρα, και ξύπνησε ζαλισμένη από την πείνα. Τρύπωσε αθόρυβα στην κουζίνα, περνώντας ανάμεσα από σώματα ξαπλωμένα σε ράντσα και στρώματα. Το ψυγείο ήταν αηδιαστικό, παραγεμισμένο, ανέδυε μια μυρωδιά σκόρδου και μούχλας, βρήκε όμως ένα μπολ γεμάτο σούπα που ήταν ακόμα ζεστή, παραχωμένο ανάμεσα σε μερικά ζαρωμένα μήλα.

Το φεγγάρι μεσουρανούσε πάνω απ’ το λιβάδι κι έλουζε τους λόφους με σκιές. Ένα μικρό πλάσμα κινούταν στην άκρη του λιβαδιού, και μες στο σπίτι άκουγε τους άλλους να κοιμούνται, την ανάσα, τις κινήσεις τους. Ήταν σε εγρήγορση, χρόνια είχε να αισθανθεί έτσι. Άναψε το φως του αποροφητήρα και κοίταξε με φρίκη τα μάτια της κουζίνας: είχαν μία κρούστα από τροφές, που είχαν καεί και βρωμούσαν σαν γράσο. Μπορούσε να ξεκινήσει το καθάρισμα τώρα κιόλας, σκέφτηκε, και βρήκε χλωρίνη κάτω απ’ το νεροχύτη, ένα ζευγάρι αταίριαστα πλαστικά γάντια, λίγο σύρμα. Πόντο-πόντο, δούλεψε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Απέφυγε τα παράθυρα, στη σκέψη πως αν κοίταζε έξω θα έβλεπε τα πεινασμένα πνεύματα του Ευλάμπη να συγκεντρώνονται στο λιβάδι, τους Πιονιέρους που λιμοκτόνησαν, τους κονκισταδόρες με τη μαλάρια, καβάλα στ’ άλογά τους. Ή τα παιδιά της Τζέην, με τα πρόσωπά τους κολλημένα στο τζάμι.

Το πρωί, η εστία της κουζίνας έλαμπε, το ψυγείο ήταν καθαρό και τα μουχλιασμένα φαγητά είχαν πεταχτεί, τα πιάτα ήταν πλυμένα κι ο νεροχύτης είχε και πάλι το φυσικό χρώμα του, αυτό του ανοξείδωτου ατσαλιού. Είχε τακτοποιήσει και τα ντουλάπια, καθαρίζοντάς τα από τα περιττώματα των ποντικιών και τις ψόφιες κατσαρίδες.

Ένιωθε το σώμα της κενό από την κούραση, μα η διαύγεια του μυαλού της παρέμενε. Όταν γύρισε προς την πόρτα της κουζίνας, ο άντρας που είχε βοηθήσει με την καρέκλα καθόταν στο τραπέζι και την παρατηρούσε. Ουάου, είπε. Ούτε που θυμάμαι την τελευταία φορά που κάποιος έκανε την κουζίνα να λάμπει έτσι.

Έχω ακόμα πολλά να κάνω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε Κάτσε ένα λεπτό να πούμε μια κουβέντα.

Της είπε τους κανόνες: όχι καυγάδες, όχι ναρκωτικά, κοιμάσαι όπου βρεις. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν συνέχεια και κανείς δεν ήξερε κανέναν, επομένως αν είχε μαζί της πολύτιμα αντικείμενα καλό θα ήταν να έχει το νου της.

Δεν έχω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε, Ακόμα καλύτερα. Όλοι όφειλαν να είναι χρήσιμοι, κάνοντας δουλειές στο σπίτι ή στον αχυρώνα, όπου είχαν στήσει μια επιχείρηση μεταπώλησης στο ίντερνετ των αντικειμένων που μάζευαν, κι έτσι μπορούσαν να πληρώνουν τους λογαριασμούς του νερού και του ρεύματος κι αγόραζαν λίγο φαγητό – όσο δεν έβρισκαν από δω κι από εκεί. Προσπαθούσαν έτσι να ζουν χωρίς χρήματα, και τα κατάφερναν αρκετά καλά.

Σταμάτησε και της χαμογέλασε.

Αυτό ήταν; είπε εκείνη. Ακόμα και στη σκηνούπολη οι κανόνες ήταν πιο αυστηροί.

Αυτό, είπε εκείνος. Παράδεισος δεν είναι;

Εκείνη σκέφτηκε για μια στιγμή. Ή κόλαση, είπε.

Λες κι έχουν διαφορά, είπε εκείνος γεμίζοντάς της μια κούπα με καφέ.

1 (6).jpg

Το πάρτυ μεταδόθηκε από σώμα σε σώμα, όπως συνέβαινε με όλα στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι. Κάποιοι βούταγαν τώρα γυμνοί, ανέλπιστες λευκές πιτσιλιές στο σκοτεινό νερό της καταβόθρας, κι ένα βαρέλι τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια είχε κρεμαστεί πάνω σε μια βαλανιδιά. Γύρισε την πλάτη της στη μεγάλη φωτιά μπρος στην οποία στεκόταν, με τις σιλουέτες των σωμάτων να χορεύουν ακόμη στα μάτια της.

Πέρα απ’ το πάρτυ ξεδιπλωνόταν το λιβάδι, ήρεμο και απαθές, συναντώντας κάπου τον εξίσου σκοτεινό ουρανό. Ασυνείδητα βρέθηκε να κινείται πάνω του, κάθε βήμα κι ένα αλάφρωμα απ’ τις μεθυσμένες φωνές, τα σπινθηρίζοντα αποκόμματα χαρτιού που τίναζαν οι φλόγες, το καψάλισμα της φωτιάς. Πέρα απ’ την πρώτη συστάδα δέντρων, το σκοτάδι πήρε μια δική του απόχρωση κι εκείνη άρχισε να διακρίνει την υφή του εδάφους. Διέσχισε ήρεμα τους αμμόλοφους, με τα φύλλα των φίκων να κόβουν τις γάμπες της σαν δόντια, κι άξαφνες, παράξενες, ελώδεις λακκούβες. Μικρά ζωύφια έτρεξαν θροΐζοντας μακριά απ’ τα βήματά της, κι εκείνη ένιωσε γι’ αυτά μια βαθιά συμπόνια, ήταν τόσο μικρά, τόσο φοβισμένα.

Ύστερα από δέκα λεπτά, οι ήχοι των ανθρώπων είχαν εκμηδενιστεί, κι οι ήχοι των εντόμων δυνάμωσαν αισθητά. Το σώμα της κολλούσε απ’ τον ιδρώτα. Όταν σταμάτησε ένιωσε τον πρώτο παροξυσμό. Έμεινε ακίνητη, τόσο ήσυχη, για τόσην ώρα που το λιβάδι άρχισε ξανά να κινείται ανεπαίσθητα. Ο κόσμος που, από την άνεση της φωτιάς, έμοιαζε σελίδα λευκή, έσφυζε απροσδόκητα από ζωή.

Μπορούσε να μυρίσει τη σαπίλα ενός αποστραγγιστικού καναλιού που είχαν σκάψει στο λιβάδι κάποιοι καλοπροαίρετοι αφελείς, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Η γη είχε κρατήσει το αποτύπωμα των χεριών τους, το ‘χε κάνει δικό της. Σκέφτηκε τα φίδια που κοιμόντουσαν κουλουριασμένα στα λαγούμια τους και τους αλιγάτορες που αναδυόντουσαν για να τη μυρίσουν μες στο σκοτάδι, το ταλάντεμά τους πάνω στο χώμα, το μουλωχτό σύρσιμο της κοιλιάς τους το ότι ήταν μονάχα ένα χαμένο ζωντανό πλάσμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, χωρίς να την κάνει ξεχωριστή η ανθρώπινη φύση της. Κάτι σύρθηκε στο λαιμό της.

Είχε παγώσει. Ο ιδρώτας στέγνωνε στο σώμα της κάνοντάς την να τρέμει. Δεν υπήρχε ανακούφιση στον ουρανό τον αραιά στρωμένο μ’ αστέρια, ένα δίχτυ μεγαλύτερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Δεν υπήρχε κανείς να μπορεί να τη σώσει, κανείς να την επαναφέρει απαλά στην παρηγοριά των ανθρώπων.

Ξανάζησε τη νύχτα στο λιβάδι χρόνια μετά, κατά την διάρκεια του πολύωρου και επίπονου τοκετού της, όταν, μετά την κηδεία της μητέρας της σ’ ένα λόφο κατάλευκο απ’ το χαλάζι, γεννήθηκε η κόρη της. Μία ένεση στη σπονδυλική της στήλη πήρε τον πόνο μακριά, κι ένιωσε ευτυχής, μετέωρη πάνω απ’ τον εαυτό της, ασφαλής μέσα στον ανεπαίσθητο βόμβο των μηχανημάτων.

~.~

Ύστερα κάτι πήγε πολύ στραβά ξαφνικά, και τα πρόσωπα των νοσοκόμων πλησίασαν πάνω της, κι ο κόσμος έξω απ’ αυτήν φρένιασε. Τη μετέφεραν πάνω στο φορείο κατά μήκος του διαδρόμου και μέσα σ’ ένα ψυχρό δωμάτιο. Ήταν σχεδόν Χριστούγεννα κι ένα αλεξανδρινό καμπούριαζε στη γωνιά του δωματίου, φέρνοντας στη σκέψη της το μαύρο χώμα στη γλάστρα, τα ζωύφια, τη ζωή που υπήρχε στο χώμα. Το σώμα της τρανταζόταν τόσο δυνατά που το αλουμινένιο χειρουργικό κρεβάτι κροτάλιζε, κι ένιωσε μια τεράστια πίεση να την κυριεύει καθώς ο χειρούργος πίεσε το νυστέρι μέσα στο σώμα της. Ύστερα ο πανικός επανήλθε, το σκοτάδι, η αίσθηση πως χανόταν, οι κυνόδοντες που είχε φανταστεί πως δάγκωναν τους αστραγάλους της, και που δεν ήταν παρά κοψίματα από φύλλα φίκων, η καυτή ανάσα ενός κακού πνεύματος στο πίσω μέρος του λαιμού της. Κι ύστερα είχε δει τη λάμψη μέσα στο σκοτάδι κι επέστρεψε σκουντουφλώντας στο φως της μεγάλης φωτιάς. Πόσο λεπτές είναι οι κλωστές που μας δένουν, τον έναν με τον άλλον. Μια λάμψη στο σκοτάδι. Το κουδούνισμα ενός μενταγιόν στο λαιμό μιας νοσοκόμας. Τα σώματα που πλησίαζαν. Η πίεση, τόσο έντονη που δεν μπορούσε ν’ ανασάνει, η απελευθέρωση.

ΛΟΡΕΝ ΓΚΡΟΦ


waldman-lauren-groff-florida

H  Λόρεν Γκροφ (Lauren Groff) (1978) είναι αμερικανίδα συγγραφέας μυθιστορήματων και μικροδιηγημάτων. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου και διαμένει, και ὠς τὠρα έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δύο συλλογές μικροδιηγημάτων.

Ένα φαντασμαγορικό και πρωτότυπο μυθιστόρημα

stithos

~.~

της ΒΟΥΛΑΣ ΣΚΑΜΝΕΛΟΥ

Κώστας Β. Κατσουλάρης
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
Μεταίχμιο 2018
~.~
Ο Κώστας Β. Κατσουλάρης είναι έμπειρος συγγραφέας με καλές σπουδές σε διαφορετικά αντικείμενα, δεξιοτέχνης του λογοτεχνικού λόγου, με ανοιχτό επικοινωνιακό δίκτυο και προσβάσεις σε πολλά διαφορετικά πεδία. Αυτό της πεζογραφίας, του κινηματογράφου, της δημιουργικής γραφής, της θεωρίας της λογοτεχνίας, της μετάφρασης. Η αγάπη του για τη νουάρ λογοτεχνία τροφοδοτεί το κείμενό του και με χιούμορ, άλλοτε τελείως φανερό και άλλοτε υπόγειο, υπονομεύοντας στρατηγικά τη σοβαρότητα όσων περιγράφονται και τον ίδιο τον αφηγητή, τον Αργύρη Σταυρινό, ως « ιδιόρρυθμο φιλόλογο», «φιλόλογο-ντετέκτιβ, ομηρολόγο, παρ’ ολίγον διδάκτορα» που «τα κάνει θάλασσα μπερδεύοντας τον θύτη με το θύμα…», έναν ατυχή «Αργύρη Πουαρό». Η υπονόμευση-παρωδία μοιάζει να εντείνεται με τα όσα συμβαίνουν σε μια ψυχαναλυτική ομάδα στην οποία εντάσσεται.

Το μυθιστόρημα χρονικά εκκινεί στο 2011, σε μια στιγμή που η οικονομική, πολιτική και πολιτισμική κρίση εντείνεται σε όλα τα επίπεδα. Η δράση του εκτυλίσσεται τρία χρόνια μετά τη δολοφονία τού Αλέξη Γρηγορόπουλου και επτά χρόνια μετά από την άγρια συμφορά που έχει βρει τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Επτά χρόνια από το «απαστράπτον 2004», αυτό «το ανείπωτο 2004», ημέρα έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

Βασικό μοτίβο του βιβλίου είναι η σχέση του καθηγητή Αργύρη Σταυρινού και του μαθητή του Αθανασίου (Νάσου) Γκέτσου, αλβανικής καταγωγής. «Ο δικός του μικρός», όπως τον αποκαλεί, και μαθητής του στη Β΄ Γυμνασίου, με τον οποίο συνομιλεί ισότιμα και διαλεκτικά για την Ιλιάδα, είναι ένα χαρισματικό παιδί. Στην πέμπτη Δημοτικού, ήδη, κατατάσσεται τρίτος στη βαλκανική μαθηματική ολυμπιάδα. Με «χάλκινο» λοιπόν μετάλλιο στολίζεται το στήθος του, ενώ ο χαλκός είναι και το ιδιαίτερο μέταλλο από το οποίο φτιάχνονται με ιδιαίτερη επεξεργασία οι αιχμές των όπλων στην Ιλιάδα. Χαλκοφορεμένοι παρουσιάζονται οι Έλληνες και ο χαλκός μια τουλάχιστον φορά ονομάζεται «άσπλαχνος» και δίνει τον τίτλο στο κεφάλαιο Χ του βιβλίου. Η φράση του τίτλου υπάρχει αυτολεξεί στον 490 στίχο στη Β΄ ραψωδία της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος, ανήμπορος να σηκώσει το βάρος της αναπαράστασης του τρωικού πολέμου και όλων όσων συμμετέχουν, προσκαλεί τις Μούσες να τον συνδράμουν προκειμένου να περιγραφεί από κοινού αυτή η σκληρή σύγκρουση.

Η Ιλιάδα γίνεται ένα σημαντικό στοιχείο του βιβλίου και της δράσης του, κομβικής σημασίας, και διαμεσολαβεί σε όλα, ακόμα και στην αγάπη και τον χωρισμό, «κατά φρένα και κατά θυμόν», καθώς διατρέχει σχολιαστικά όλη τη δράση και την πλοκή του κειμένου. Ο Νάσος φαίνεται πως βρίσκεται σε μια προσπάθεια διαρκούς αναζήτησης του Αχιλλέα μέσα από μια ανάγκη ταύτισης μαζί του, αυτού του χολωμένου ήρωα, «άγριου, ανήμερου, εκδικητικού, που τον μεθάει η σφαγή, ανελέητου, κουφού στα παρακάλια του ικέτη Πρίαμου… Του Αχιλλέα, ενσαρκωτή του πολέμου των ηρωικών χρόνων», σύμφωνα με τα σχόλια της Όλγας Κομνηνού-Κακριδή.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ένα φαντασμαγορικό, πρωτότυπο και σύγχρονο μυθιστόρημα, με πολλές ιστορίες σε διαρκή και ανατρεπτική εξέλιξη, με προοπτικές διεξόδων και λύσεων, όσο συζητήσιμες κι αν είναι. Δεν ήταν εύκολο το εγχείρημα. Θα μπορούσε ο συγγραφέας να παγιδευτεί και να γράψει ένα εργαστηριακό, δοκιμαστικού σωλήνα μυθιστόρημα, άνευρο και κουραστικό. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Οι επινοήσεις της μυθοπλασίας του επικεντρώνονται στην ιστορική πολυπλοκότητα της βίας και ιδιαίτερα στο πώς εισάγεται αυτή στους νέους ανθρώπους που διεξάγουν έναν πόλεμο ως μέλη των αντιφά με μολότοφ, ξυλίκια και συνθήματα από τη μια μεριά, είτε από την άλλη ως μέλη στα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής, χτυπώντας, μαχαιρώνοντας και δολοφονώντας μετανάστες. Όλα τα συμβάντα περνάν μέσα από την περίπλοκη και μυστηριώδη σχέση του καθηγητή και του μαθητή του. Ο Σταυρινός, με «μύρια άλγεα» να τον βασανίζουν, «αισθάνεται ότι τίποτε στη ζωή του δεν είναι αληθινό» και ότι «ζει μέσα σε μια μυθοπλασία», έχοντας αναμνήσεις «ζόμπι» ή «παρακρούσεις», υιοθετώντας τις κρίσεις της φίλης του και σχολικής συμβούλου Όλγας Κονδύλη, η οποία τον στηρίζει διακριτικά δεχόμενη την λανθάνουσα περιφρόνηση των αντρών που συναντά σε ρόλους θεσμικούς. Ο Σταυρινός ζει ακούγοντας συνεχώς μέσα του ένα παιδί να κλαίει με αναφιλητά. Δύναται να κινείται στο ομηρικό κείμενο με επάρκεια, αναζητώντας τις διαφορετικές σημασιοδοτήσεις του με γενναιότητα και με προσεγγίσεις όχι και τόσο συνήθεις για δημόσιο υπάλληλο.

Ο συγγραφέας, στο πολυεπίπεδο και πολύτροπο κείμενό του εγκιβωτίζει επίσης προλογικά επιλεγμένο υλικό από την «απολογία» του, αφού εγκαλείται από τον διευθυντή του, έναν ήπιο Ρασπούτιν, ραδιούργο και γραφειοκράτη, παλιάς κοπής και πολύ μακριά από τη δυνατότητα διαχείρισης προβλημάτων ρουτίνας στο σχολείο, πόσο μάλλον μιας κρίσης που θέτει στον πυρήνα την ενδεχόμενη ανάμειξη ενός εκπαιδευτικού σε μη ενδεδειγμένη συμπεριφορά ως προς τον μαθητή του. Ο διευθυντής έχει το παρατσούκλι Νεφελούρος, και είναι οπαδός μιας νεφελώδους θολούρας αριστοφανικής εμπνεύσεως, έτσι ώστε να ακούγεται η «απολυταρχική» φωνή του και ενδεχομένως ο παραλληλισμός με την παντοδυναμία του Δία, καθώς «αστράφτει και βροντά». Στα προβλήματα που τεχνητά εμφανίζονται και διογκώνονται χρησιμοποιεί την αντιδημοκρατική λειτουργία και τον αυταρχισμό της πειθαρχικής αντίληψης των πραγμάτων, ενώ φαίνεται πως εντάσσεται σε έναν «προοδευτικό» χώρο, φλου και αόριστο. Ο Σταυρινός εγκαλείται από τον διευθυντή για την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει με τον Αθανάσιο (Νάσο) Γκέτσο, και για το εμμονικό ενδιαφέρον που του δείχνει. Ο διευθυντής τον εγκαλεί και για απειλητική συμπεριφορά απέναντι στους γονείς του μαθητή, επειδή ενδιαφέρεται για το τι απέγινε όταν δεν παρουσιάζεται στην πρώτη Λυκείου. Τον εγκαλεί επίσης και για απρεπή συμπεριφορά, μη ενδεδειγμένη, με ανοιχτές αιτιάσεις για παιδοφιλική παρενόχληση, στις οποίες ο Σταυρινός απαντά διφορούμενα ως μάντις. Αλλά και ο ίδιος ο καθηγητής με τη σειρά του εγκαλεί τον δ/ντή για έμμεσο υποκινητή των καταλήψεων και ρηχό προοδευτισμό, και για ανικανότητα να αποτρέψει τις καταστροφές στο σχολείο του, που πάντα αποδίδονται στους εξωσχολικούς. Τα προβλήματα που θα μπορούσαν να λυθούν στο σχολείο δεν λύνονται, με πρόσχημα άλλα μεγαλύτερα, όπως αυτό της έλλειψης αναπληρωτών εκπαιδευτικών.

Στο βιβλίο συνυφαίνονται λοιπόν ζητήματα ιδεολογικά, φιλολογικά, φιλοσοφικά, εκπαιδευτικά, παιδαγωγικά, ψυχαναλυτικά, κοινωνιολογικά κ.ά. Κυρίως, όμως, τίθεται ένας ανοιχτός διάλογος κριτικός ως προς το πώς λειτουργεί η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πώς διοικείται, πόσο κατάλληλοι είναι οι διοικούντες: η ιστορία κοντολογίς της μόρφωσης, το μέλλον των μαθητών, η ευθύνη των ενηλίκων, οι σχέσεις εκπαιδευτικών και μαθητών. Οι νέοι άνθρωποι, εξαιτίας της οργής τους, μπορεί να μετατοπίζονται από τη θέση του θύματος σε αυτή του θύτη, καθώς εμπλέκονται σε σύγχρονες παρακρατικές κονταρομαχίες, συντηρώντας σκληρές συγκρούσεις, αποτέλεσμα ενός βίαιου ιδεολογικού προσανατολισμού. Ξεχωρίζει το νυχτερινό κυνήγι μίσους και ρατσισμού εναντίον προσφύγων, τα μαχαιρώματα και οι βασανισμοί, ακόμα και με την αναγραφή στις πλάτες τους διά του χαράγματος με μαχαίρι κλασικών στίχων της Ιλιάδας, καθώς και δολοφονίες, όπως του ράπερ Παύλου Φύσσα.

Πρώτη ιστορία βίας και πολέμου στον κόσμο σύμφωνα με το ποίημα «Οι τέσσερεις κύκλοι» του Χόρχε Λουίς Μπόρχες είναι αυτή του Αχιλλέα, με την ολέθρια οργή του, την «ουλομένην μήνιν» και τη γνώση πως η μοίρα του είναι να πεθάνει πριν από την πτώση της Τροίας και τη νίκη των Ελλήνων. Αυτή η καταστροφική οργή μεταφέρεται στο σήμερα και διαχέεται, προσανατολίζοντας τους ανθρώπους σε ωμότητες, πλήττοντας τη δημοκρατία. Όσα γίνονται έχουν δηλαδή μια αναφορά εσωτερική με αυτήν την λιγότερο ή περισσότερο φανερή οργή, ενώ αυτή βρίσκει αντιστοιχήσεις και παραλληλισμούς με την οργή που εκλύεται στους νέους πολλών συνοικιών της Αθήνας, όπου συνηχούν τα «λαμπρά ονόματά τους», και παραπέμπει σε ένοπλες συμπλοκές, συγκρούσεις και στον κοινωνικό πόλεμο. Το βιβλίο, εκτός από τη βία, τη συνθετότητα της φτώχειας και τα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα, μιλάει για το μεταναστευτικό, τους πολέμους στην Ανατολή που δημιουργούν το προσφυγικό ζήτημα στην Ευρώπη και τη χώρα μας, γεμίζοντας τα πέλαγα με αμέτρητους πνιγμένους. Ένας από αυτούς είναι και ο μικρός Αϊλάν για τον οποίο ο συγγραφέας μεριμνά να μνημονευθεί. Ο Αργύρης, μέσα από πολλές περιπέτειες και ζιγκ ζαγκ, θα βρει τη λύτρωση και τη θεραπεία σε ένα νησί του Αιγαίου απέναντι από τις ακτές της Τροίας, προσφέροντας εθελοντική εργασία για τους πρόσφυγες, επανατοποθετώντας τον εαυτό του και τη σχέση του με τη ζωή και τους άλλους.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω πως στο βιβλίο αναπτύσσεται η βαθιά κρίση του συστήματος και του σχολείου, καθώς και η αδυναμία του να προχωρήσει μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, μεριμνώντας για τους μαθητές και τις μαθήτριες. Ένα διαρκές «εσένα τι σε κόφτ;», ακούγεται δυνατά από κάθε γωνιά. Στην αρχή εκφωνείται από τη μητέρα του Νάσου, αλλά ξεπροβάλλει συνθηματικά μπροστά στα μάτια οποιουδήποτε προσπαθεί να ταράξει κάπως τα νερά, καθώς αγωνίζεται να κάνει έστω και έναν μαθητή να μη διακόψει το σχολείο και να μάθει περισσότερα γράμματα. «Μας κόφτ’», λοιπόν, μας «κόφτ’».

ΒΟΥΛΑ ΣΚΑΜΝΕΛΟΥ

Η Βούλα Σκαμνέλου είναι φιλόλογος. Το κείμενο αυτό διαβάστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου στο Αγρίνιο, την 1η Μαρτίου 2019, στην Παλαιά Δημοτική Αγορά.