Εὐχές!

Ευχές

Advertisements

Θανάσης Γαλανάκης, Τα πιο μεγάλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα

46441632_1925475494426326_4236827204182343680_n,

Τὰ πιὸ μεγάλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα

ἔνοικος τώρα τοῦ παντοτεινοῦ,
κεκυρωμένος.
(Τ. ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Περίπου βιογραφία», Νεκρόδειπνος)

Καθὼς ξερνοῦσε τοῦ ἠφαιστείου ἡ οὐρήθρα
καπνοὺς πυκνούς, θραύσματα πέτρας καὶ ἀέρια,
στοῦ Τίτου Κλαύδιου τὸ νοῦ πρόβαλ’ ἰδέα
νὰ βγεῖ μιὰ βόλτα στὰ προάστια τῆς Πομπηίας.
Ἔσφυζε ὁ τόπος ὀμορφιὰ καὶ τιτιβίσματα
ἀπὸ κοπάδια καρδερίνες κι ἀπὸ λούγαρα,
ἐνῶ τὸ ὑπέροχο τοπίο στεφανώνανε
οἱ ἀμπελῶνες ποὺ πολλὰ χρόνια ἀργότερα
θὰ φημιζόντουσαν γιὰ τὸ Lacryma Christi.
Τριακοντούτης ἦταν ἀπ’ τὸ Herculaneum
κι ἦταν δυὸ χρόνια στὴν Πομπηία πλέον σέμπρος,
γι’ αὐτὸ τὸ αἷμα του ἔβραζε ἀπ’ τὴν ἀδικία.
Ἀργοῦσε νἄρθει ἡ παντρειὰ κι ὅλο σκεφτόταν
γυμνὰ κορίτσια —ἢ κι ἀγόρια— χαριτόβρυτα.
Παθολογία τοῦ ‘ταν πλέον κι ἐμμονὴ
ὅλο νὰ βάζει στὸ μυαλό του ἄσεμνα ὄργια,
καὶ σὰν πονοῦσε ἡ κεφαλή του ἀπ’ τὴν ὁρμή,
πήγαινε βόλτα ὣς τὰ κτήματα τοῦ ἀφέντη.
Μὰ καὶ ἐκεῖ ἔβλεπε ἡ φύση ὅτι ὀργίαζε,
καὶ συνετὰ ὁδηγοῦσε τὸ ἄρρεν πρὸς τὸ θήλυ,
σὲ ἕναν χορὸ ποὺ τέλος δὲ λέει νὰ γνωρίσει
καὶ προκαλεῖ τὸν στερημένο ν’ ἀντιδράσει,
νὰ συμμετάσχει καὶ αὐτὸς στὸ πανηγύρι.

~.~

Γυρνώντας σπίτι τὸ ἀπόγευμα (ἢ τὸ βράδυ)
εἶδε στὸ δρόμο τὴν Ἰουλία, ὡραία κόρη,
καὶ ἐπιτάχυνε τὸ βῆμα νὰ τὴν φτάσει
μήπως ἡ νύχτα του γεμίσει λίγη τύχη
καὶ καταφέρει στὴν εὐνή του νὰ πλαγιάσει
τὰ πιὸ ὡραῖα τῆς Πομπηίας γυμνὰ στήθη.
Ἕνα-δυὸ μέτρα πρὶν τὴν πλάτη της προλάβει
δύο χαμίνια τὴ σκουντήξανε καὶ ξάφνου
ὅπως τὸ πέπλο ποὺ καλύπτει τοὺς μηρούς της
σκάλωσε πάνω στοῦ ἑνὸς ληστῆ τὸ ξίφος
σήκωσε ἐλάχιστα, στιγμιαῖα, τὸ λινό της
και ἀπὸ κάτω ξεπροβάλαν τὰ γοφιά της
καὶ λίγη σάρκα ἀπ’ τὸν γλουτὸ τὸν δεξιό.
Αὐτὴ ἀμέσως μὲ τὰ χέρια κατεβάζει
τὸ ἄτακτο φόρεμα ποὺ ἄτσαλα σηκώθηκε
καὶ γύρω κοίταξε νὰ δεῖ ποιός τὴνε πρόλαβε·
ποιός εἶδε λίγο ἀπ’ τὸ παρθένο της τὸ σῶμα.
Μὰ ὁ Τίτος Κλαύδιος εἶχε τρέξει καὶ χωθεῖ
στὴν ἀποθήκη σιτηρῶν τοῦ Γάιου Πίου
ποὺ ξεφορτώνανε τσουβάλια μὲς στὸν Αὔγουστο
καὶ καθαρίζανε κοπριὲς τὸ καταχείμωνο.
(Κάτι σκιρτοῦσε στὸ ρυθμὸ τὸν καρδιακό του
κοντὰ στὴ μέση του, καὶ ἤξερε τί εἶναι…)

~.~

Στάθηκε λίγο νὰ σταθμίσει τοὺς κινδύνους.
(Λὲς καὶ ποτὲ δὲν τὸ ξανάκανε ἐκεῖ γύρω…)
Ξάπλωσε ἐμπρὸς ἀπ’ τὸ παράθυρο τοῦ οἰκήματος
γιὰ νἄχει θέα τὸ βουνό, ποὺ ἄφριζε μαῦρο.
Κλείνει τὰ μάτια καὶ λυγίζει τό ‘να πόδι
ὥστε νὰ ἀνοίξουν λίγο οἱ προσαγωγοὶ
καὶ ἡ ἡδονὴ νὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ μεγάλη.
(Μιὰ προσομοίωση ἐπαφῆς μὲ τὴν Ἰουλία
καὶ τοὺς γοφοὺς της, τὸ κομμάτι τοῦ γλουτοῦ
ποὺ ἡ ἀφορμὴ ὑπῆρξε γιὰ τελετουργία
ἐξ ὁλοκλήρου ἀνδρικὴ, καθιερωμένη
ὅποτε πρέπει μιὰν ἀπόφαση νὰ πάρεις
ἢ νὰ σκεφτεῖς πιὸ καθαρά – νὰ δράσεις ἄμεσα).
Καθὼς τὴ σάρκα μὲ τὸ χέρι του χουφτώνει
καὶ ξεκινᾶ νὰ παίζει τρέμολο ἡ χορδὴ
ὁ Τίτος Κλαύδιος ἀπ’ τὸν χρόνο ἔχει βγεῖ
καὶ πλέον ἀδιάφορος τοῦ εἶναι καὶ ὁ χῶρος.
Περνοῦν κορδέλα στὸ μυαλό του οἱ γυναῖκες
τί Ἰουλίες, Σουλπικίες, Δάφνες, Τέρτιες…
Πρέπει πιὸ γρήγορα νὰ κάνει, νὰ τελειώνει
γιὰ τελευταία φορὰ ἐτοῦτο τὸ μαρτύριο.
Κι ἀφοῦ ἡ λευκὴ λάβα τὸ ροῦχο του λερώνει,
ἡ ἐρυθρομέλαινα τελειώνει τὸ μυστήριο.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

1

*Μιὰ πρώτη δημοσίευση τοῦ ποιήματος ἔγινε στὸ φιλόξενο Σαλιγκάρι. Ἡ παρούσα ἐκδοχὴ εἶναι μερικῶς ἀναθεωρημένη.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι καλός πρόεδρος

houellbecq-trump

~.~

Μὲ τὴ ματιὰ ἑνὸς ξένου

 

του ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΛΜΠΕΚ

Γιὰ νά ’μαι ἀπολύτως εἰλικρινής, μοῦ ἀρέσουν πολὺ οἱ Ἀμερικανοί· ἔχω γνωρίσει ἀρκετοὺς ἀξιαγάπητους ἀνθρώπους στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες καὶ κατανοῶ τὴν ντροπὴ ποὺ νιώθουν πολλοὶ Ἀμερικανοί (κι ὄχι μόνον οἱ “νεοϋρκέζοι διανοούμενοι”) ποὺ ἔχουν αὐτὸν τὸν ἀντιπαθητικὸ κλόουν γιὰ ἡγέτη τους.

Παρ’ ὄλ’ αὐτά, θὰ σᾶς ζητήσω —καὶ ξέρω ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητῶ δὲν εἶναι εὔκολο— νὰ δεῖτε λίγο τὰ πράγματα ἀπὸ μιὰ μὴ ἀμερικανικὴ ὀπτικὴ γωνία. Δὲν ἐννοῶ νὰ τὰ δεῖτε “μέσα ἀπὸ τὴ ματιὰ ἑνὸς Γάλλου”, μιᾶς κι αὐτὸ θὰ ἦταν ὑπερβολή· ἂς ποῦμε ὅμως, ἔστω, “μέσα ἀπὸ τὴ ματιὰ τοῦ ὑπόλοιπου κόσμου”.

Σὲ πολυάριθμες περιστάσεις ὅπου μοῦ ἀπευθύνονται ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ντόναλντ Τράμπ, ἔχω ἀπαντήσει ὅτι χέστηκα. Ἡ Γαλλία δὲν εἶναι τὸ Γουαϊόμινγκ ἢ τὸ Ἄρκανσο, ἡ Γαλλία εἶναι λίγο ἢ πολύ μιὰ ἀνεξάρτητη χώρα, ἡ ὁποία θὰ ἀνεξαρτητοποιηθεῖ ἐντελῶς —γιὰ ἀκόμα μιὰ φορά— ὅταν διαλυθεῖ ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση (ὅσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα).

Οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς δὲν εἶναι πλέον ἡ ἡγέτιδα δύναμη τοῦ πλανήτη. Ὑπῆρξε, γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, σχεδὸν γιὰ ὁλόκληρο τὸν εἰκοστὸ αἰώνα. Ὅμως, δὲν εἶναι πλέον.

Παραμένει μεγάλη δύναμη – μία, ἀνάμεσα σὲ πολλὲς ἄλλες.

Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα κακὸ γιὰ τοὺς Ἀμερικανούς.

Εἶναι ὡστόσο μιὰ πολὺ καλὴ εἴδηση γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο.

Ἡ ἀπάντησή μου εἶναι κάπως ὑπερβολική. Εἴμαστε ὅλοι ὑποχρεωμένοι νὰ δείχνουμε ἔστω κι ἐλάχιστο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς Ἀμερικῆς. Οἱ ΗΠΑ παραμένουν ἡ πρώτη στρατιωτικὴ δύναμη στὸν κόσμο καὶ δυστυχῶς, ἀκόμη δὲν ἔχουν σταματήσει τὴν κακὴ συνήθεια τοῦ νὰ παρεμβαίνουν ἐκτὸς τῶν συνόρων τους. Δὲν εἶμαι ἱστορικὸς καὶ δὲ γνωρίζω πολλὰ γιὰ τὴν ἀρχαία ἱστορία —λόγου χάρη, δὲν ξέρω νὰ πῶ ἂν φταίει περισσότερο ὁ Κένεντι ἢ ὁ Τζόνσον γιὰ τὴ ζοφερὴ ὑπόθεση τοῦ Βιετνάμ— ἀλλὰ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι πάει πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ οἱ ΗΠΑ κέρδισαν ἕναν πόλεμο, καὶ ὅτι γιὰ τουλάχιστον πενήντα χρόνια οἱ ἐπεμβάσεις της στὸ ἐξωτερικό, εἴτε ἐπίσημες εἴτε καμουφλαρισμένες, εἶναι μιὰ ἀκολουθία ἀπὸ ἀποτυχίες καὶ στραβοπατήματα.

Ἂς πᾶμε πίσω στὴν τελευταία ἠθικὰ ἄμεμπτη καὶ στρατιωτικὰ νικηφόρα ἐπέμβαση τῶν ΗΠΑ, δηλαδὴ στὴ συμμετοχή της στὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τί θὰ γινόταν ἂν οἱ ΗΠΑ δὲν εἶχαν ἀναμειχθεῖ στὸν πόλεμο (μιὰ δυσάρεστη ἐναλλακτικὴ τῆς ἱστορίας); Ἀναμφίβολα, ἡ μοίρα τῆς Ἀσίας θὰ ἦταν ριζικὰ διαφορετική. Ἡ μοίρα τῆς Εὐρώπης, ἐπίσης – ἴσως λιγότερο. Σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Χίτλερ ἔχανε, θὰ συνέβαινε τὸ ἴδιο. Τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι οἱ ὀρδὲς τοῦ Στάλιν θὰ εἶχαν φτάσει στὸ Σερμπούρ. Οἱ χῶρες τῆς Εὐρώπης ποὺ γλίτωσαν τὸν κομμουνιστικὸ ζυγό, θὰ τὸν ὑφίσταντο.

Ἕνα δυσάρεστο σενάριο, τὸ ὁμολογῶ, ἀλλὰ σύντομο. Σαράντα χρόνια ἀργότερα, ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση κατέρρευσε, ἁπλῶς ἐπειδὴ ἀναλώθηκε σὲ μιὰν ἀναποτελεσματικὴ καὶ κούφια ἰδεολογία. Ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς κουλτούρας ποὺ θέσπισε ὁ κομμουνισμός, δὲν ἄντεξε πάνω ἀπὸ ἕναν αίώνα – σὲ καμιὰ χώρα τοῦ κόσμου.

Ἡ μνήμη τῶν λαῶν δὲν πάει τόσο μακριά. Οἱ Οὖγγροι, οἱ Πολωνοί, οἱ Τσέχοι τοῦ σήμερα θυμοῦνται ἄραγε ὅτι κάποτε ἦταν κομμουνιστές; Διαφέρει τόσο πολὺ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον παρακολουθοῦν τί διακυβεύεται στὴν Εὐρώπη, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ δυτικοευρωπαϊκὴ ματιά; Μοῦ φαίνεται ἐξαιρετικὰ ἀπίθανο. Γιὰ νὰ μιλήσω λίγο μὲ τὴ γλώσσα τῆς κεντροαριστερᾶς, ὁ “καρκίνος τοῦ λαϊκισμοῦ” ἔχει διαχυθεῖ στὶς χῶρες τοῦ Βίσενγκραντ. Ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἐπιχειρηματολογία χρησιμοποιεῖται στὴν Αὐστρία, στὴν Πολωνία, στὴν Ἰταλία καὶ στὴ Σουηδία. Μία ἀπὸ τὶς σταθερὲς τῆς μακρᾶς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας εἶναι ὁ ἀγώνας ἐνάντια στὸ Ἰσλάμ· σήμερα ἁπλῶς, ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἐπανέρχεται στὸ προσκήνιο.

Ἔχω διαβάσει γιὰ τὶς ἀπαίσιες τακτικὲς τῆς CIA στὴ Νικαράγουα καὶ στὴ Χιλὴ μόνο σὲ μυθιστορήματα (σχεδὸν ἀποκλειστικὰ σὲ ἀμερικανικά), κι ἔτσι δὲν μπορῶ νὰ τὶς καταδικάσω εὔκολα. Οἱ πρῶτες ἀμερικανικὲς στρατιωτικὲς ἐπεμβάσεις ποὺ μπορῶ νὰ θυμηθῶ εἶναι ἐκεῖνες τῶν δύο Μποῦς, ἰδιαίτερα ἐκείνη τοῦ υἱοῦ. Ἡ Γαλλία ἀρνήθηκε νὰ τὸν βοηθήσει στὸν πόλεμο τοῦ Ἰράκ – σ’ ἕναν πόλεμο ποὺ ἦταν ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀνήθικος καὶ ἠλίθιος· ἡ Γαλλία ἔπραξε τὸ σωστὸ καὶ εὐχαριστιέμαι ποὺ τὸ λέω αὐτό, μιᾶς καὶ ἡ Γαλλία ἔχει σπάνια ὑπάρξει σωστὴ ἔπειτα ἀπό… ἂς ποῦμε, ἔπειτα ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ντὲ Γκῶλ.

Τεράστια πρόοδος ὑπῆρξε μὲ τὸν Ὀμπάμα. Ἴσως, βέβαια, πῆρε τὸ Νόμπελ Εἰρήνης λίγο νωρίς· κατὰ τὴ γνώμη μου, τὸ κέρδισε ἀργότερα, τὴ μέρα ποὺ ἀρνήθηκε νὰ ὑποστηρίξει τὴν πρόταση γιὰ ἐπίθεση τοῦ Φρανσουᾶ Ὀλᾶντ στὴ Συρία. Οἱ προσπάθειες τοῦ Ὀμπάμα νὰ συμφιλιώσει τὶς φυλετικὲς διαφορὲς ὑπῆρξαν λιγότερο ἐπιτυχημένες, μὰ δὲν ξέρω τόσο καλὰ τὴ χώρα σας γιὰ νὰ καταλάβω καλὰ γιατί δὲ συνέβη αὐτό· λυπᾶμαι, ὡστόσο. Τουλάχιστον ὅμως, ὁ Ὀμπάμα πρέπει νὰ λάβει συγχαρητήρια ποὺ δὲν ἔβαλε τὴ Συρία στὴ μακρὰ λίστα (Ἀφγανιστάν, Ἰράκ, Λιβύη κι ἄλλες περιπτώσεις ποὺ φυσικὰ καὶ δὲν ξεχνῶ) τῶν μουσουλμανικῶν χωρῶν ὅπου ἡ Δύση διέπραξε θηριωδίες.

Ὁ Τρὰμπ κυνηγᾶ καὶ ἐνισχύει τὴν πολιτικὴ τῆς μὴ ἐμποκῆς ποὺ ξεκίνησε ὁ Ὀμπάμα· αὐτὰ εἶναι πολὺ καλὰ νέα γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο.

Οἱ Ἀμερικανοὶ μᾶς ξεκαβαλᾶνε.

Οἱ Ἀμερικανοὶ μᾶς ἀφήνουν νὰ ὑπάρξουμε.

Οἱ Ἀμερικανοὶ σταμάτησαν νὰ προσπαθοῦν νὰ μοιράσουν δημοκρατία στὶς τέσσερις γωνιὲς τοῦ πλανήτη. Καὶ σύν τοῖς ἄλλοις, γιὰ ποιά δημοκρατία μιλᾶμε; Εἶναι δημοκρατία νὰ ψηφίζεις κάθε τέσσερα χρόνια γιὰ νὰ ἐκλεξεις μιὰ κυβέρνηση; Κατὰ τὴ γνώμη μου, μόνο μιὰ χώρα στὸν κόσμο (μία, ὄχι δύο) ἀπολαμβάνει ἐν μέρει δημοκρατικῶν συνθηκῶν, κι αὐτὴ ἡ χώρα δὲν εἶναι οἱ ΗΠΑ, ἀλλὰ ἡ Έλβετία. Μιὰ χώρα οὔτως ἢ ἄλλως γνωστὴ γιὰ τὴν ἀξιέπαινη πολιτικὴ οὐδετερότητά της.

Οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν εἶναι πιὰ ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ τύπου. Οὔτως ἢ ἄλλως, γιὰ ποιά ἐλευθερία τοῦ τύπου; Ἀπὸ τότε ποὺ ἤμουν δώδεκα ἐτῶν, παρακολουθῶ τὸ εὔρος τῶν ἐπιτρεπόμενων ἀπόψεων στὸν τύπο νὰ συρρικνώνεται σταθερά (τὸ γράφω αὐτὸ λίγο μετὰ τὴ νέα δίωξη ποὺ ἀσκήθηκε στὴ Γαλλία ἐναντίον τοῦ γνωστοῦ ἀντιφιλελεύθερου συγγραφέα Ἐρὶκ Ζεμμούρ).

181030-michaelson-trump-tease_otvr5y

Οἱ Ἀμερικανοὶ στηρίζονται πλέον ὁλοένα καὶ περισσότερα στὰ drones, τὰ ὁποία —ἂν ἤξεραν πῶς νὰ τὰ χειρίζονται ὡς ὅπλα— θὰ τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ μειώσουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀνθρώπινων ἀπωλειῶν (ὅμως εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ ἦταν πάντοτε ἀνίκανοι, ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχει ἀεροπλοΐα, νὰ φέρουν εἰς πέρας ἕναν σωστὸ βομβαρδισμό).

Ὡστόσο, τὸ πλέον ἀξιοσημείωτο γιὰ τὴ νέα ἀμερικανικὴ πολιτικὴ εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ θέση τῆς χώρας ἀπέναντι στὸ ἐμπόριο, καὶ σ’ αὐτὸν τὸν τομέα ὁ Τρὰμπ παρουσιάστηκε σὰν τὸ ὑγιεινὸ φρέσκο ἀεράκι· πράξατε πολὺ καλὰ ποὺ ἐκλέξατε ἕναν πρόεδρο ποὺ γνωρίζει αὐτὸ ποὺ λέγεται “κοινωνία τῶν πολιτῶν”.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ σπάει τὶς συνθῆκες καὶ τὶς ἐμπορικὲς συμφωνίες ὅποτε θεωρεῖ ὅτι εἶναι λάθος του νὰ τὶς ὑπογράψει. Ὀρθῶς πράττει· οἱ ἡγέτες πρέπει νὰ ξέρουν πῶς νὰ χρησιμοποιοῦν τὶς περιόδους ὑπαναχώρησης καὶ νὰ ἀποσύρονται ἀπὸ τὶς κακὲς συμφωνίες.

Σ’ ἀντίθεση μὲ τοὺς φιλελεύθερους τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς (ποὺ εἶναι, μὲ τὸν τρόπο τους, τόσο φανατικοὶ ὅσο κι οἱ κομμουνιστές), ὁ πρόεδρος Τρὰμπ δὲ θεωρεῖ τὸ παγκόσμιο ἐλεύθερο ἐμπόριο τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ἀνθρώπινης προόδου. Ὅταν τὸ ἐλεύθερο ἐμπόριο ἐυνοεῖ τὰ ἀμερικανικὰ συμφέροντα εἶναι ὑπέρ του· στὴν ἀντίθετη περίπτωση, θεωρεῖ κατάλληλη τὴ χρήση τῶν παρωχημένων μέτρων προστατευτισμοῦ.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ ἐξελέγη γιὰ νὰ διαφυλάξει τὰ συμφέροντα τῶν ἀμερικανῶν ἐργατῶν· κατὰ τὰ τελευταῖα πενήντα χρόνια στὴ Γαλλία, ὅλοι θὰ εὔχονταν νὰ ἔβλεπαν συχνότερα μιὰ ἀνάλογη στάση.

Στὸν πρόεδρο Τρὰμπ δὲν ἀρέσει ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση· θεωρεῖ ὅτι δὲν ἔχουμε πολλὰ κοινὰ μεταξύ μας, εἰδικὰ ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν “ἀξιῶν”· καὶ τὸ βρἰσκω ἐλπιδοφόρο, μιᾶς καὶ γιὰ ποιές ἀξίες μιλᾶμε; Γιὰ “τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα”; Σοβαρά; Θὰ προτιμοῦσε νὰ διαπραγματευτεῖ ἀπευθείας καὶ μεμονωμένα μὲ τὰ κράτη καὶ πιστεύω ὅτι κάτι τέτοιο θὰ ἦταν ὄντως προτιμώτερο· δὲ νομίζω ὅτι ἡ ἰσχὺς προκύπτει ἀπαραιτήτως ἐν τῇ ἑνώσει.

Ἡ πεποίθησή μου εἶναι ὅτι ἐμεῖς στὴν Εὐρώπη δὲ μοιραζόμαστε μιὰ κοινὴ γλώσσα, οὔτε κοινὲς ἀξίες, οὔτε κοινὰ συμφέροντα, κι ἔτσι, ἐν ὀλίγοις, ἡ Εὐρώπη δὲν ὑπάρχει· οὔτε ποτὲ θὰ συστήσουμε ἕναν λαὸ ἢ θὰ ὑποστηρίξουμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς πιθανῆς δημοκρατίας (βλ. τὴν ἐτυμολογία τῆς ἔννοιας), γιὰ τὸν ἁπλὸ λόγο ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲ θέλει νὰ συστήσει ἕναν λαό. Μὲ λίγα λόγια, ἡ Εὐρώπη εἶναι μιὰ χαζὴ ἰδέα ποὺ προοδευτικὰ μετετράπη σὲ ἐφιάλτη, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κάποια στιγμὴ θὰ ξυπνήσουμε. Καὶ μὲ τὶς ἐλπίδες του γιὰ «Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Εὐρώπης», κατ’ ἀντιστοιχίαν μὲ τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς, ὁ Βίκτωρ Οὑγκὼ μᾶς ἔδωσε μιὰ περαιτέρω ἀπόδειξη τῆς μεγαληγορίας του καὶ τῆς ἠλιθιότητάς του· πάντα μοῦ κάνει καλὸ νὰ κακολογῶ λίγο τὸν Βίκτωρα Οὑγκώ.

Ἐννοεῖται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ χάρηκε μὲ τὸ Brexit. Τὸ ἴδιο κι ἐγώ· γιὰ τὸ μόνο ποὺ λυπήθηκα εἶναι ποὺ οἱ Βρετανοὶ ἔδειξαν γιὰ ἀκόμα μιὰ φορὰ ὅτι εἶναι πιὸ θαρραλέοι ἀπὸ ἐμᾶς ὅταν ἀντιμετωπίζουν μιὰν αὐτοκρατορία. Μοῦ τὴ δίνουν οἱ Βρετανοί, μὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὸ θάρρος τους.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ δὲ θεωρεῖ τὸν Βλάντιμιρ Πούτιν ἀνάξιο διαπραγματευτικὸ ἑταῖρο· οὔτε κι ἐγώ. Δὲν πιστεύω ὅτι ἔχει ἀνατεθεῖ στὴ Ρωσσία ὁ ρόλος τοῦ παγκόσμιου φρουροῦ τῆς ἀνθρωπότητας —ὁ θαυμασμός μου γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι δὲν φτάνει τόσο μακριά— ἀλλὰ θαυμάζω τὴ σταθερότητα τῆς ὀρθοδοξίας στὴν ἐπικράτειά της. Θεωρῶ ὅτι θὰ ἔκανε καλὸ στὸν ρωμαιοκαθολικισμὸ νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπὸ αὐτό, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ “οἰκουμενικὸς διάλογος” θὰ ἔπρεπε νὰ περιοριστεῖ στὸν διάλογο μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μόνο μιὰ “θρησκεία τῆς Βίβλου”, ὅπως πρόχειρα λέγεται· εἶναι ἐπίσης, κι ἴσως πάνω ἀπ’ ὅλα, μιὰ θρησκεία τῆς Ἐνσάρκωσης). Μὲ πόνο συνειδητοποιῶ ὅτι τὸ Σχίσμα τοῦ 1054 ὑπῆρξε γιὰ τὴ χριστιανικὴ Εὐρώπη ἡ ἀρχὴ τοῦ τέλους· ἀπὸ τὴν ἄλλη, βέβαια, θεωρῶ ὅτι τὸ τέλος δὲν εἶναι ποτὲ σίγουρο ἕως ὅτου ἔλθει.

Φαίνεται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ κατάφερε νὰ ἠρεμήσει τὸν τρελὸ Βορειοκορεάτη· θεωρῶ αὐτὸ τὸ προσὸν ἐξαίσιο.

Φαίνεται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ πρόσφατα δήλωσε, «Ξέρετε τί εἶμαι; Εἶμαι ἐθνικιστής!». Ἀκριβῶς, τὸ ἴδιο εἶμαι κι ἐγώ. Οἱ ἐθνικιστὲς μποροῦν νὰ συνομιλοῦν μεταξύ τους· μὲ τοὺς διεθνιστές, παραδόξως, ἡ συζήτηση δὲ λειτουργεῖ ἐξίσου καλά.

Ἡ Γαλλία πρέπει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἀλλὰ ἴσως αὐτὴ ἡ κίνηση ἀποδειχτεῖ ἄσκοπη, ἂν ἕνεκα τῶν ἐλλείψεων ἐπιχειρησιακῆς χρηματοδότησης τὸ ΝΑΤΟ ἐκλείψει ἀπὸ μόνο του. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἀκόμα ἕνα ζήτημα λιγότερο νὰ ἀνησυχοῦμε, κι ἕνας νέος λόγος νὰ ὑμνοῦμε τὸν πρόεδρο Τράμπ.

Μὲ λίγα λόγια, ὁ πρόεδρος Τρὰμπ μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους ἀμερικανοὺς προέδρους ποὺ ἔχω δεῖ ποτέ μου. Σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, εἶναι, φυσικά, ἐξαιρετικὰ ἀντιπαθητικός. Ἂν συγχρωτίστηκε μὲ μιὰ πορνοστὰρ δὲν εἶναι πρόβλημα, ποιός χέστηκε, ἀλλὰ τὸ νὰ κοροϊδεύει ἄτομα μὲ ἀναπηρίες εἶναι δεῖγμα κακῆς συμπεριφορᾶς. Μὲ μιὰ ἰσοδύναμη ἀτζέντα, ἕνας αὐθεντικὸς συντηρητικὸς χριστιανός —δηλαδή, ἕνα ἔντιμο καὶ ἠθικὸ ἄτομο— θὰ ἦταν καλύτερος γιὰ τὴν Ἀμερική.

Ἀλλὰ αὐτὸ ἴσως συμβεῖ τὴν ἑπόμενη φορά, ἢ ἔστω τὴ μεθεπόμενη, ἂν διατηρήσετε στὴν ἐξουσία τὸν Τράμπ. Σὲ ἔξι χρόνια, ὁ Τέντ Κροὺζ θὰ εἶναι ἀκόμα ἀρκετὰ νέος, καὶ σίγουρα θὰ ὑπάρχουν κι ἄλλοι θαυμάσιοι συντηρητικοὶ χριστιανοί. Θὰ εἶστε λιγότερο ἀνταγωνιστικοί, ἀλλὰ θὰ ἐπανανακαλύψετε τὴ χαρὰ τοῦ νὰ ζεῖτε ἐντὸς τῶν συνόρων τῆς μαγευτικῆς σας χώρας, μὲ τιμιότητα καὶ ἀρετή. (Μὲ κάποιες περιπτώσεις συζυγικῆς ἀπιστίας. Κανεὶς δὲν εἶναι τέλειος, πρέπει νὰ τὸ καταλάβετε αὐτό. Ἀκόμα καὶ στὰ καλύτερα ἀμερικανικὰ θρίλερ, ὑπάρχουν σκηνὲς συζυγικῆς μεταμέλειας ποὺ δύσκολα ἀντέχει κανείς, εἰδικὰ ὅταν μπαίνουν στὴ μέση τὰ παιδιά. Δὲν παίζω τὸν “ἔκφυλο Γάλλο”, ἕναν τύπο ποὺ σιχαίνομαι, ἁπλῶς σᾶς ἱκετεύω γιὰ τὴ διατήρηση ἑνὸς ἐλάχιστου ἐπιπέδου ὑποκρισίας, δίχως τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ζωὴ μέσα στὴν κοινωνία).

Θὰ ἐξάγετε ὁρισμένα προϊόντα (ἀπαραίτητες σὲ μᾶς μπράντες: Marshall, Klipsch, Jack Daniel’s). Θὰ εἰσάγετε κάποια ἄλλα (ἐμεῖς στὴ Γαλλία ἔχουμε πολλὰ νὰ σᾶς πουλήσουμε). Τελικά, αὐτὸ δὲ θὰ εἶναι γιὰ πολύ, εἴτε λόγῳ τοῦ ἐμπορικοῦ ὄγκου εἴτε λόγῳ τοῦ διεθνοῦς συναλλάγματος. Μιὰ μείωση τοῦ παγκόσμιου ἐμπορίου εἶναι ἕνας ἐπιθυμητὸς στόχος, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα.

Μερικὲς διαμαρτυρίες θὰ ἐπισπεύσουν τὴ διαδικασία. Χωρὶς μεγάλη δυσκολία, θὰ περιορίζονταν στὰ ἀγαθὰ καὶ στὴν ἀκίνητη περιουσία. Εἶναι περιορισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν πάνω σ’ ἕνα ὁποιοδήποτε φορτηγὸ πλοῖο· σὲ περίπτωση ἐπίθεσης, θὰ ἦταν εὐκολότερο νὰ εἰδοποιήσουν τὸν καπετάνιο καὶ νὰ τὰ έγκαταλείψουν, ἀποφεύγοντας κάθε σύγκρουση.

Ὁ μεσσιανικὸς σας μιλιταρισμὸς θὰ ἐκλείψει· ὁ κόσμος θὰ ἀναπνεύσει μὲ ἀνακούφιση.

Ἡ Silicon Valley καὶ, σὲ μικρότερο βαθμό, τὸ Χόλυγουντ θὰ πρέπει νὰ ἀντεπεξέλθουν στὴν ἐμφάνιση σοβαρῶν ἀνταγωνιστῶν· ἀλλὰ ἡ Silicon Valley, ὅπως καὶ τὸ Χόλυγουντ, θὰ παραμείνουν σημαντικοὶ κλάδοι τοῦ ἐμπορίου.

Ἡ Κίνα θὰ περιοριστεῖ στὰ ὑπερφίαλα ὁράματά της. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ δυσκολότερο νὰ συμβεῖ, ἀλλὰ στὸ τέλος, ἡ Κίνα θὰ περιορίσει τὶς ἀξιώσεις της, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ Ἰνδία. Ἡ Κίνα δὲν ὑπῆρξε ποτὲ παγκόσμια ἰμπεριαλιστικὴ δύναμη, ὅπως οὔτε κι ἡ Ἰνδία – σ’ ἀντίθεση μὲ τὶς ΗΠΑ, οἱ στρατιωτικοί τους στόχοι εἶναι τοπικοί. Οἱ οἰκονομικοί τους στόχοι, εἶναι ἀλήθεια, εἶναι παγκόσμιοι. Θέλουν νὰ πάρουν τὴν οἰκονομική τους ἐκδίκηση, τὴν παίρνουν ἄλλωστε τώρα δά, κάτι ποὺ εἶναι πράγματι ἕνα γεγονὸς ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσει· ὁ Ντόναλντ Τρὰμπ ἔχει πολὺ δίκιο ποὺ δὲ φοβᾶται. Τελικά, ἡ ἀλαζονεία τους θὰ ὑποχωρήσει, ὅπως κι οἱ ἀναπτυξιακοί τους δεῖκτες.

Ὅλα αὐτὰ θὰ γίνουν σὲ τούτη τὴ ζωή.

Θὰ πρέπει νὰ συνηθίσετε στὴν ἰδέα, ἀξιότιμοι ἀμερικανοὶ πολίτες· βάσει τῶν παραπάνω, ἴσως ὁ Ντόναλντ Τρὰμπ νὰ εἶναι ἕνα ἀναγκαῖο βάσανο γιὰ σᾶς. Καὶ πάντοτε θὰ μᾶς εἶστε εὐπρόσδεκτοι ὡς τουρίστες.

ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΛΜΠΕΚ

(Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: Θανάσης Γαλανάκης)


[Πηγή: Harper’s magazine, τχ. Ἰανουαρίου 2019]

Αντώνης Κούτης, Τα κουπιά

oarsmen.jpg

Τα κουπιά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Προορισμό δεν είχαμε κανέναν
Καμιάν Ιθάκη στο μυαλό μας
Μήτε που μας άρεσαν τα ωραία ταξίδια
Τα ιδανικά
Μυρωδικά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Καπνός πουθενά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Στις καθαρές παλάμες τους διαβάζαμε τη μοίρα μας
Σαν τις ασήμωναν ο ήλιος το φεγγάρι
Που ανεβάζαμε από το σκοτεινό βυθό της θάλασσας
Να φτιάξουμε ουρανό
Με νύχτα και με μέρα

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Καπνός πουθενά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Σ΄ αυτά δεθήκαμε με τους συντρόφους μας
Και δε χρειάστηκε να κλείσουμε τα αυτιά μας στις σειρήνες
Αυτά μας ΄δώσαν μέτρο και ρυθμό και μουσική
Να πούμε τα τραγούδια μας
Να μας νανουρίσουν στον Άδη
τα παιδιά μας
Μοίρα μας τα κουπιά
Καπνός πουθενά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Καμία Καλυψώ
Καμία Κίρκη
Ποτέ δεν πιάσαμε λιμάνι
Είχαμε τάξει όλη την πραμάτεια μας στη θάλασσα
Να μας χαρίζει αιωνιότητα και απεραντοσύνη
Εμείς, τα κουπιά.
Καπνός πουθενά.

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Σταθεροί στην αγάπη μας δεν εκουνήσαμε βήμα
Από το ίδιο πάντοτε μέρος κι από την ίδια πλευρά
Τραβούσαμε ξωπίσω μας τη θάλασσα
Κι όλο και φέρναμε καινούριες θάλασσες μπροστά μας
Έτσι γυρίσαμε τη θάλασσα
Γυρίσαμε τον κόσμο
Εμείς, τα κουπιά.
Καπνός πουθενά.

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Το ίδιο μας το χέρι
Η ίδια μας η ράχη
Απ΄ το ίδιο μαστίγιο εζήταε εξουσία συνάμα κι υποταγή
Έτσι γυρνούσαμε τη θάλασσα
Γυρνούσαμε τον κόσμο
Με μιάν αρμονία κρυφή
Μοίρα μας τα κουπιά
Καπνός πουθενά.

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Στο τίμιο ξύλο τους τη ζωή μας σταυρώσαμε
Λύτρωση γυρέψαμε
Απ΄ του προορισμού την κόλαση
Κι από την αλγηδόνα του Εγώ
Εμείς τα κουπιά.
Καπνός πουθενά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Εμείς τα κουπιά
Εμείς ο προορισμός
Εμείς και το ταξίδι
Πουθενά καπνός
Εμείς κι ο θεός.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΤΗΣ


(O Αντώνης Κούτης γεννήθηκε το 1956, στο Περιστέρι Αττικής. Από το 1987 και εξής, έζησε και εργάστηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Ήταν ιατρός Κοινωνικής Ιατρικής, πρωτοπόρος στην Ελλάδα στον τομέα του, διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης και Δ/ντής Ε.Σ.Υ. στον Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου και στον αντίστοιχο Τομέα του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπου διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης από το 1987 έως το θάνατό του. Απεβίωσε απρόσμενα στις 21 Σεπτεμβρίου του 2017. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Ενδιάμεσος Κόσμος (Πατάκης, 2001), Λίθος Αργός (Εριφύλη, 2004) και Απέναντι στην Ομορφιά (Γαβριηλίδης, 2009). Η κόρη του, Νικολέτα Κούτη, και η ανηψιά του, Στυλιανή Χαχάλη, επιμελούνται το ανέκδοτο έργο του).

Marginalia Poetica (2/2)

Claude_Monet_The_Cliffs_at_Etretat.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

Γ. Ο Ρυθμός

Αναδιφώντας, τον τελευταίο καιρό, σπουδαία κείμενα σπουδαίων στοχαστών, συνάντησα δύο απόψεις που αφορούν στον ρυθμό στην ποίηση και που, φαινομενικά τουλάχιστον, αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Η πρώτη προέρχεται από την αλληλογραφία του Γκαίτε με τον Σίλλερ. Έγραφε στις 25 Νοεμβρίου του 1797 ο Γκαίτε στον ομότεχνό του: «Κάθε τι ποιητικό θα έπρεπε να το αντιμετωπίζουμε με βάση τον ρυθμό.. Η εισήγηση μιας ποιητικής πρόζας, ως γεγονός, δείχνει πως η διαφορά ανάμεσα στην πρόζα και την ποίηση έχει λησμονηθεί εντελώς. Είναι σαν να έχεις σχεδιάσει στον κήπο σου μια αποξηραμένη λίμνη και να σου φτιάχνουν έναν βάλτο. Αυτές οι μετριότητες ταιριάζουν μόνο σε ερασιτέχνες και άσχετους ακριβώς όπως οι βάλτοι στα αμφίβια. Εν τω μεταξύ, το κακό γιγαντώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν το βλέπει πλέον κανείς. Και δεν είναι μόνο αυτό. Όπως εκείνος ο βρογχοκηλικός λαός θεωρούν τιμωρία απ’ τον θεό τον υγιή λαιμό. Όλα τα δραματικά έργα θα έπρεπε να έχουν ρυθμό και μετά θα βλέπαμε ποιος μπορεί να φτιάξει κάτι».

Η δεύτερη ανήκει στον Μονταίν. Επισημαίνει, στα Δοκίμιά του, ο γάλλος στοχαστής πως ένας καλός ρυθμός δεν κάνει κι ένα καλό ποίημα. «Αφήστε τον ποιητή», συνεχίζει, «να μακρύνει ένα βραχύ. Αν ευτυχήσει στην έμπνευσή του, αν το πνεύμα κι η κρίση του κάνουν καλά τη δουλειά τους, τότε θα αναφωνούσα, να ένας καλός ποιητής αλλά ένας κακός στιχοπλόκος».

Στη συνέχεια, επικαλούμενος τον Οράτιο, προτείνει να κάνουμε ένα πείραμα: Αλλάξτε τη σειρά των λέξεων, τους χρόνους, τις τομές και τα μέτρα σε ένα ποίημα. Θα αναγνωρίσετε και πάλι τα διασκορπισμένα μέλη του ποιητή (invenias etiam disjecti membra poetae). Άλλωστε, από τον καιρό που χάρη στον Ronsard και τον du Bellay η γαλλική ποίηση απέκτησε κύρος, εμφανίστηκε ένας συρφετός στιχοπλόκων που αντέγραφαν ανεπίληπτα τους ρυθμούς των δύο πρωθιερέων του γαλλικού Παρνασσού αλλά όχι τα βαθύτερα χαρίσματά τους: τις πλούσιες περιγραφές του ενός και τα αβρά ευρήματα του άλλου.

Ως ένα βαθμό, αυτές οι αποφάνσεις υπαγορεύονται από μιαν αντίδραση στο πνεύμα του καιρού τους. Στον καιρό του Μονταίν, με κόπο ανίχνευε κανείς μέσα σε πληθώρα στιχουργημάτων, λατινικών ή γαλλικών, λίγες γραμμές αληθινής ποίησης. Εύλογα λοιπόν κι ο γάλλος διανοητής υποστηρίζει πως η αληθινή ποίηση δεν ταυτίζεται με τη στιχουργική δεξιότητα αλλά πως είναι κάτι άλλο.

Ο Γκαίτε πάλι επικρίνει τον υποσκελισμό του έμμετρου δράματος από το πεζό, που αρχίζει να κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή σκηνή. Θυμίζω πως κι ο ίδιος με πεζά δράματα ξεκίνησε, αλλά αργότερα στράφηκε στο έμμετρο δράμα: την Ιφιγένειάτου την έγραψε αρχικά σε πεζό κι αργότερα την ξαναδούλεψε σε στίχους.

Ο Μονταίν, βέβαια, δεν λέει πως αυτός που στιχουργεί τέλεια δεν είναι καλός ποιητής, αλλά πως ο καλός ποιητής δεν στιχουργεί κατ’ ανάγκην άψογα. Αλλού βρίσκεται η ποιητική ιδιοφυία κι όχι στη συμμόρφωση με τον μετρονόμο. Ο Καβάφης είναι χαρακτηριστική, αν και ακραία, περίπτωση επιβεβαιωτική αυτής της διάκρισης: καλός ποιητής αλλά κακός στιχοπλόκος. Οι μετρικές παρασπονδίες, όταν δεν οφείλονται σε άγνοια αλλά είναι συνειδητές, επιτρέπονται.

Ο Μονταίν, ουσιαστικά, θέλει να διαφοροποιήσει τον αληθινό ποιητή από τον απλό στιχοπλόκο. Αν εν τούτοις η επιδερμική στιχουργική δεξιότητα δεν διασφαλίζει την ποιητική αριστεία, μήτε το αντίθετο συμβαίνει: η κατάργηση του μέτρου δεν εγγυάται την εικονοπλαστική επίνοια ή εκείνες τις σπάνιες οξύνσεις του νοήματος, στις οποίες κατοικεί η ποιητική ιδιοφυΐα. Ο Οράτιος λέει, βέβαια, πως ακόμα και αν διαλύσουμε την εξωτερική μορφή ενός καλού ποιήματος, και τότε θα μείνει κάτι που θα μαρτυρεί την ποιητική δεινότητα. Αν ξεκινήσουμε όμως ανάποδα, δηλαδή αν εξαρθρώσουμε το εξωτερικό σώμα του ποιήματος, νομίζοντας πως έτσι θα εισχωρήσει μέσα του ανεμπόδιστα η έμπνευση, τότε δεν θα βρούμε πια τα «διασκορπισμένα μέλη του ποιητή» αλλά έναν ακατέργαστο σωρό από σκόνη και σκύβαλα. Και ας έχουμε πάντα κατά νουν πως ο γάλλος στοχαστής ακόμα κι όταν μιλάει για ρυθμό, αναφέρεται στη στιχουργία, όχι στον βαθύτερο ρυθμό που εμψυχώνει ένα ποίημα. Ο ίδιος, άλλωστε, γράφει αλλού, πως όπως η φωνή, συμπιεσμένη στον σωλήνα μιας σάλπιγγας, βγαίνει με μεγαλύτερη οξύτητα και δύναμη, έτσι κι η πρόταση, δεσμευμένη στους μετρικούς πόδες, αναπηδά με μεγαλύτερη ορμή και χτυπά πιο ζωηρά.

Ας παραθέσω επί τη ευκαιρία τις επ’ αυτών εύστοχες και ωραίες παρατηρήσεις του Παλαμά: «Η ποίησις, με όλην την αιθερίαν της αβρότητα που την κάμνη να ομοιάζει με το γνωστόν άνθος μη μου άπτου και την κάμνει να πάσχη και από το ελάχιστον βέβηλον άγγιγμα, υπερέχει προφανώς και από την πλέον υψηλήν και από την πλέον μεγαλοφάνταστον πεζογραφίαν· η δύναμις αύτη είναι ο Ρυθμός, και, ακριβέστερον ακόμη, του ρυθμού το ευγενέστατον άνθος, η υψηλοτάτη και πνευματικωτάτη αναπτέρωσις αυτού: ο Στίχος. Βεβαίως κάθε στίχος δεν είναι ποίησις, και η ποίησις δεν ευρίσκεται μόνον εις τους στίχους· αλλ’ η πεζογραφία, όσον και αν είναι ποιητική, πάντοτε κατά τούτο υπολείπεται της λάμψεως, την οποίαν περιβάλλεται ο έμμετρος λόγος· ο στίχος είναι το Θαβώρ της ποιήσεως.»

Ο Γκαίτε, με τη σειρά του, προδιαγράφει και μιαν εξέλιξη που σήμερα, διακόσια χρόνια μετά, έχει συντελεσθεί απόλυτα: στην κατάργηση του ρυθμού σε κάθε μορφή ποίησης ή μάλλον στην μόνη μορφή ποίησης που απομένει ζωντανή, στην λυρική. Στο θέατρο ο πεζός λόγος κυριάρχησε ολοσχερώς, παρά ορισμένες σποραδικές προσπάθειες ανανέωσης του ρυθμικού στοιχείου (ή αναγέννησης του ποιητικού θεάτρου). Ποιος θα περίμενε πώς ο πεζός λόγος θα κυριαρχούσε και στην ποίηση;

Οι λόγοι για τους οποίους συνέβη αυτό είναι γνωστοί: η πιο εμφανής πτυχή της ποιητικής κοσμογονίας που συνέβη στης αρχές του εικοστού αιώνα υπήρξε το σπάσιμο της αυστηρής μορφής. Ωστόσο αυτό το σπάσιμο δεν σήμαινε και κατάργηση του ρυθμού αλλά απελευθέρωσή του, περίπου όπως συνέβη και με τον σύγχρονο χορό. Την αυστηρή μονοτονία της κλασσικής μετρικής διαδέχτηκε μια ρυθμική ποικιλία. Διαβάστε ένα ποίημα του Ελύτη λ. χ. και θα διαπιστώσετε πως ο ρυθμός δεν απουσιάζει πουθενά.

Ήταν οι αναιμικοί επίγονοι του μοντερνισμού που, όχι από αισθητική πεποίθηση αλλά από ανεπάρκεια, προχώρησαν ένα βήμα πιο πέρα από τη ρυθμική απελευθέρωση, δηλαδή στην παντελή κατάργηση του ρυθμού.

Αναρωτιέμαι κατά πόσον αυτή η κατάργηση οδηγεί ουσιαστικά και σε κατάργηση της ίδιας της ποίησης, αφού ο ρυθμός είναι σύμφυτο γνώρισμά της. Η άρρυθμη ποίηση είναι ένα οξύμωρο. Είναι σαν να λέμε άσπρο μαύρο ή πλήρες κενό. Στην πραγματικότητα έχουμε κείμενα «ποιητικοφανή» ή μεταποιητικά, κείμενα που ενδεχομένως κάποτε παρουσιάζουν ενδιαφέρον μ’ αυτά που λεν, αλλά που αισθητικά αδυνατούν να μας αγγίξουν.

Η φράση του Γκαίτε «όλα τα δραματικά έργα θα έπρεπε να έχουν ρυθμό και μετά θα βλέπαμε ποιος μπορεί να φτιάξει κάτι», τροποποιημένη ως «όλα τα ποιήματα θα έπρεπε να έχουν ρυθμό και μετά θα βλέπαμε ποιος μπορεί να φτιάξει κάτι», σήμερα θα διατηρούσε απόλυτα την αιχμή της (αν και για τον Γκαίτε η τροποποιημένη εκδοχή της ήταν αυτονόητη, πράγμα που δεν συμβαίνει με εμάς).

Η παρουσία ή απουσία του ρυθμικού στοιχείου (το οποίο δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε πως είναι κάτι βαθύτερο από τη στιχουργία) είναι η Λυδία λίθος που θα μας επέτρεπε να ξεχωρίσουμε ανάμεσα στα χιλιάδες κείμενα που γράφονται και μας παρουσιάζονται ως ποιήματα εκείνα τα λίγα, τα ελάχιστα, που πραγματικά είναι τέτοια.

oarsmen

Δ. Η ψυχολογία της τέχνης.

Αν παραδοξολογούσαμε φιλοσοφικά, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την αισθητική ως οντολογία της τέχνης. Τι είναι τέχνη, ποια είναι η υπόσταση, η βαθύτερη υφή του καλλιτεχνικού γεγονότος, πώς ορίζεται καθεμιά από τις επιμέρους τέχνες: αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν την αισθητική.

Ωστόσο, το καλλιτεχνικό γεγονός δεν είναι αυθυπόστατο, δεν ανήκει σε μια αυτόνομη πραγματικότητα. Υπάρχει μόνο σε συνάφεια με τον άνθρωπο που το προσλαμβάνει. Η αισθητική «οντολογία» πρέπει να συμπληρώνεται κι από μια αισθητική ψυχολογία.
Ας διαφοροποιήσουμε κατ’ αρχήν την ψυχολογία της αισθητικής ανταπόκρισης από την ψυχολογία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο καλλιτέχνης δημιουργός συχνά περνά από την βασανιστική αγωνία στην θριαμβική έξαρση. Ωστόσο ένα είναι βέβαιο: κάθε δημιουργική ενασχόληση με τις τέχνες σφραγίζεται από έντονη ευφορία. Ευφορία συνοδεύει τη στιγμή της έμπνευσης, ευφορία φέρνει κάθε ευτυχής ανακάλυψη κατά τη διάρκεια της πορείας, κι ευφορία επιστέφει την νικητήρια αποπεράτωση.

Πώς αναγνωρίζει, λοιπόν, κανείς ότι έχει να κάνει με ένα έργο τέχνης άξιο του ονόματός του, πώς ανταποκρίνεται σ’ αυτό ή πώς επενεργεί το ίδιο το έργο μέσα στον άνθρωπο κι εγγράφεται στον ψυχικό του καθρέφτη; Όλοι διαθέτουμε ορισμένα πολύ λεπτά αισθητήρια, που, όταν δεν έχουν ατονήσει ή εκφυλιστεί κι όταν έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα, αντιλαμβάνονται την ομορφιά. Τα αυθεντικά καλλιτεχνικά έργα τα διεγείρουν, προκαλώντας μια ιδιαίτερη τέρψη: την αισθητική συγκίνηση. Χάρις σ’ αυτόν τον μηχανισμό- εν μέρει έμφυτο κι εν μέρει επίκτητο μέσα από μακρόχρονη άσκηση και καλλιέργεια- καταλαβαίνουμε τι είναι τέχνη με μια γνώση που δεν ανήκει στην έλλογη σφαίρα. Το κάλλος δεν είναι η αλήθεια, αλλά μας επιβάλλεται τόσο απόλυτα όσο η αλήθεια. Η φράση πως «η ομορφιά είναι υποκειμενική» είναι το συμπέρασμα μιας βλακώδους επαγωγής, όταν ο νους επεξεργάζεται λογικά το εμπειρικό δεδομένο πως οι άνθρωποι δεν ομονοούν στις καλλιτεχνικές τους συγκινήσεις και κρίσεις. Αυτό ακριβώς είναι το λάθος. Από τη στιγμή που προσπαθούμε να κρίνουμε και να αποτιμήσουμε λογικά την ομορφιά, έχουμε φύγει από την δική της επικράτεια. Μιλάμε για την τέχνη, ενώ ουσιαστικά την έχουμε καταργήσει, γιατί η τέχνη υφίσταται μόνο όταν ανταποκρινόμαστε σ’ αυτήν αισθητικά.Και στην περιοχή του αισθητικού το κάλλος είναι ο απόλυτος μονάρχης όπως η αλήθεια στην περιοχή του ορθού λόγου. Αν για μας ο Ερμής του Πραξιτέλη, ο Οιδίπους του Σοφοκλή, τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Μπαχ ενσαρκώνουν την αιώνια ομορφιά, δεν μας απασχολεί η επίγνωση πως ενδεχομένως αυτά τα έργα δεν λένε τίποτε σ’ έναν κάφρο ή έναν κινέζο Μανδαρίνο.

Κι επειδή δεν είναι λογικής τάξεως, η αισθητική συγκίνηση δεν είναι περαιτέρω αναλύσιμη. Η σκέψη μπορεί να οριοθετήσει την περιοχή του αισθητικού, όχι όμως να εισχωρήσει σ’ αυτήν.
Η αισθητική συγκίνηση είναι η κοινή συνισταμένη της ψυχολογικής μας ανταπόκρισης σ’ όλες τις μορφές τέχνης. Ωστόσο διαφορετικές τέχνες προκαλούν διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις (τις οποίες συνενώνει, ως κοινός παρονομαστής, η αισθητική συγκίνηση). Ας δούμε, υπ’ αυτό το πρίσμα, τις δύο πιο απομακρυσμένες τέχνες: τη μουσική και τη ζωγραφική.

Η μουσική γοητεύει μ’ ένα είδος μέθης, που έχει τη δύναμη να τροποποιεί την ψυχική μας κατάσταση. Ασκεί μια εθιστική επήρεια που μας οδηγεί πίσω, στην αρχική πηγή: αισθανόμαστε την ανάγκη να ακούσουμε ξανά και ξανά το μουσικό κομμάτι ή το τραγούδι που μας αρέσει. Σε κάθε νέα ακρόαση ξαναβρίσκουμε την αρχική μας συγκίνηση εμπλουτισμένη, ενώ, αντίθετα, στις διαδοχικές αναγνώσεις ενός μυθιστορήματος η ισχυρή, πρώτη εντύπωση εξασθενίζει κι εξατμίζεται. Στον ναό της μουσικής, όπως και στα όνειρα, ποτέ δεν μπαίνουμε ξανά από την πόρτα που βγήκαμε, γιατί αυτός ο ναός μεταμορφώνεται αέναα: η διάταξη των αιθουσών αλλάζει συνέχεια, ο πρόναος μεταβάλλεται σε σηκό, τα αετώματα γίνονται επιστύλια.

Μάταια, θα αναζητήσουμε από τη ζωγραφική ή τη γλυπτική μια τέτοια μέθη. Ένας πίνακας μπορεί να μας θαμπώσει, να μας εκπλήξει όπως και όσο καμιά μουσική σύνθεση, όχι όμως να αποσπάσει δάκρυα απ’ τα μάτια μας. Οι πλαστικές τέχνες κατακλύζουν την όρασή μας σαν ξαφνική λάμψη που πάγωσε. Ακούγοντας μουσική περνούν απ’ τον νου μας φευγαλέες εικόνες που όμως σβήνουν και τις διαδέχονται άλλες. Ο ζωγράφος κατορθώνει κάποτε να συλλάβει ένα απ’ αυτά τα εφήμερα, τα στιγμιαία οράματα, να το σαρκώσει και να το απαθανατίσει. Οι εικόνες των γλυπτών και των ζωγράφων εντυπώνονται στη συνείδηση βαθύτερα από οποιαδήποτε φυσική εικόνα, περισσότερο από τις φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις. Γιατί; Γιατί κάθε ζωγραφική δημιουργία όσο ρεαλιστική κι αν είναι, ενέχει ένα είδος αφαίρεσης. Μπροστά στην τρομερή πολυπλοκότητα του ορατού κόσμου, ο ζωγράφος επιλέγει μερικά μόνο στοιχεία του. Αυτή ουσιαστικά είναι η φύση της ίδιας της όρασης: όταν κοιτάζουμε κάτι, δεν μπορούμε να συλλάβουμε ταυτόχρονα τις απειράριθμες λεπτομέρειες που το συνέχουν. Το μάτι διαλέγει. Κι η ζωγραφική χαράζεται ανεξίτηλα στη μνήμη, γιατί ο νους αναγνωρίζει και οικειώνεται καλύτερα τα δικά του σχήματα.

Η ποίηση βρίσκεται, απ’ αυτή την άποψη, πιο κοντά στη μουσική: μας αιχμαλωτίζει με τη μαγεία της και μας ζητά να επιστρέψουμε κοντά της. Δέσμιος της γοητείας! Τέτοιος είναι ο πραγματικά μουσόληπτος. Αλλά οι λέξεις, με όλο το νόημα που τις φορτίζει και με τη συναισθηματική άλω που τις περιβάλλει, οριοθετούν- άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο- τη συγκίνησή μας, δεν την αφήνουν να αναλυθεί σ’ ένα νεφέλωμα ακαθόριστων ψυχικών ιριδισμών- αν και επιδιώχθηκε κι αυτό από μια λυρική σχολή που προσπάθησε να μιμηθεί τη μουσική.

Όμως υπάρχει κι η εξής διαφορά: η συγκίνηση στην ποίηση προϋποθέτει την δική μας ενεργητική συμμετοχή. Δεν αρκεί να αφεθούμε στο θάμβος, όπως στη ζωγραφική, ή στη μέθη της ακρόασης, όπως στη μουσική. Το ποίημα πρέπει να το ξαναχτίσουμε μέσα μας με την ανάγνωση ή -ακόμα καλύτερα- με την δυνατή απαγγελία. Καλός αναγνώστης είναι όποιος, τη στιγμή που διαβάζει, γίνεται ο ίδιος ποιητής.

Water Lilies by Claude Monet.jpg

Ε. Τέχνη και ελευθερία.

Η καλλιτεχνική και γενικότερα η πνευματική δημιουργία μοιάζει να είναι ο ιδανικός χώρος άσκησης και κατακύρωσης της ανθρώπινης ελευθερίας. Αν ο πρακτικός βίος υπόκειται σε ποικίλους περιορισμούς ή αν οι πιο πεισματικές μας προσπάθειες προσκρούουν σε ανυπέρβλητα κάποτε εμπόδια, η τέχνη κι ο στοχασμός διανοίγουν πεδία όπου το πνεύμα μπορεί να κινηθεί αδέσμευτα κι αυτόνομα. Ασφαλώς πρόκειται για μια άλλη ελευθερία που συχνά βρίσκεται στους αντίποδες της εξωτερικής. Ίσως ο άνθρωπος βρίσκει αυτόν το τρόπο για να αντισταθμίσει τη βιοτική δουλεία του ή για να εκδικηθεί τη ζωή για όσα του αρνήθηκε. Μια σελίδα άσπρο χαρτί στο κελί ενός φυλακισμένου είναι απόδραση πολύ ευχερέστερη και ασφαλέστερη από κάθε απόπειρα να ξεγελάσει τους δεσμοφύλακές του. Κανείς δεν μπορεί να μας εμποδίσει να σκεφτόμαστε και να ονειρευόμαστε.

Αφού, λοιπόν, στο εσωτερικό επίπεδο οι όροι αντιστρέφονται, μπορεί να κερδηθεί εδώ ό,τι στη ζωή είναι καταδικασμένο να χαθεί: το ίδιο μας το πρόσωπο λυτρωμένο από την τυραννία της καθημερινής τύρβης αλλά και από τη φθορά του χρόνου. Δίκαια τότε μπορούμε να καυχηθούμε πως επιτέλους βρήκαμε έναν καθρέφτη, όπου η μοναδικότητά μας αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη της.

Σε μια δεύτερη όμως εξέταση θα διαπιστώναμε πως ετούτη η ελευθερία περιορίζεται από άλλης τάξης δυνάμεις: από την κληρονομιά του παρελθόντος κι από τις ζυμώσεις του παρόντος, από την παράδοση του εκάστοτε τόπου κι από τις συλλογικές διεργασίες κι ανακατατάξεις της εκάστοτε εποχής.

Σε κάθε ιστορική καμπή συντελείται μια αέναη κοσμογονία, με ποικίλες διαβαθμίσεις, μια κοσμογονία που όχι μόνο μεταβάλλει το μέλλον αλλά και που αναδιαρθρώνει και τροποποιεί την ίδια τη συνείδηση του παρελθόντος. Τα πνευματικά έργα γεννιούνται στα σταυροδρόμια, όπου φυσούν όλοι οι άνεμοι της ιστορίας.

Πως όμως ο άνθρωπος, ο μεμονωμένος άνθρωπος, μπορεί να διασωθεί ως φυσιογνωμία μέσα σ’ αυτόν τον τρομακτικό κυκεώνα; Τελικά, σ’ όλα τα έργα του η σφραγίδα της ιστορικής στιγμής δεν είναι πιο έντονη και ευδιάκριτη από εκείνη του δημιουργού τους; Τι θα μας εμπόδιζε να υποθέσουμε πως αν έλειπε ο συγκεκριμένος τραγωδός, μουσικός ή μυθοπλάστης δεν θα είχε καλυφθεί το κενό από κάποιον άλλο κι ότι δεν θα είχαν πραγματωθεί άλλα αριστουργήματα στη θέση αυτών που τόσο θαυμάζουμε; Κι αν, όπως λέει ο Σεφέρης, τα λόγια μας «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων», σε ποιο βαθμό είναι και δικά μας; Μήπως ό,τι φαντάζει απολύτρωση κι επανάσταση δεν είναι παρά ψευδαίσθηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, ταπεινή διακονία; Μήπως οι άνθρωποι στα διανοητικά και καλλιτεχνικά τους κατορθώματα είναι ενεργούμενα ενός πολύ ισχυρότερου καθολικού πνεύματος;

Αυτές οι σκέψεις υποκρύπτουν μέρος της αλήθειας και θα έπρεπε να κάνουν όσους καλλιτέχνες επαίρονται για τις επιτυχίες τους πιο μετριόφρονες. Ακόμη όμως κι αν η επίδραση ευρύτερων δυνάμεων παραμένει καταλυτική, τα επιμέρους έργα (μυθιστορήματα, δοκίμια, μουσικές συμφωνίες κτλ.) προέρχονται όταν αυτές οι δυνάμεις συναντήσουν την ακράδαντη θέληση ενός και μόνον ανθρώπου να εκφραστεί με πληρότητα και να κατανοήσει σε βάθος τον εαυτό του και τον κόσμο. Το βασικό γενεσιουργό τους αίτιο είναι η θέληση του δημιουργού τους.

Έτσι, ακόμα κι αν μοιάζουν μεταξύ τους, κανένα μυθιστόρημα, καμιά μουσική σύνθεση, κανένας πίνακας δεν είναι απολύτως ίδιος με έναν άλλο. Αυτός ο μοναδικός και ανεπανάληπτος χαρακτήρας που έχει κάθε έργο τέχνης οφείλεται ασφαλώς στην προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Δηλαδή στα στοιχεία εκείνα της ψυχοσύνθεσής του που τον διαφοροποιούν από τους άλλους. Συμβαίνει εδώ το αντίθετο απ’ ό,τι στην επιστήμη. Η τελευταία καταργεί όχι μόνο κάθε διαφορά εποχής και τόπου αλλά και την ίδια την προσωπικότητα του λειτουργού της. Η «ιδία φρόνησις», για να θυμηθούμε τον σκοτεινό Εφέσιο, εξαλείφεται τελείως μέσα στον υπερατομικό λόγο. Βάση της είναι οι κοινοί σε όλους τους ανθρώπους διανοητικοί μηχανισμοί. Όχι πως και στην τέχνη αυτοί οι μηχανισμοί παύουν-σε πολύ μικρότερο, βέβαια, βαθμό-να υφίστανται. Αλλά συμφύρονται με την προσωπική ιστορία του καλλιτέχνη , με τις απογοητεύσεις και τις τύψεις του, τις αγωνίες και τους καημούς του.

 Τώρα όμως τα έργα της τέχνης μας παρουσιάζονται δέσμια της ψυχικής βιογραφίας του γεννήτορά τους. Που έγκειται η ελευθερία του καλλιτεχνούντος ανθρώπου; Στην απόφασή του να μας πει την προσωπική του ιστορία; Μια τέτοια ελευθερία θα μας φαινόταν πολύ χθαμαλή.

Νομίζω πως εδώ η ελευθερία κερδίζεται μέσω μιας υπέρβασης. Τούτο συμβαίνει όταν όλες οι αμφίδρομες δυνάμεις που καθορίζουν το πνευματικό έργο (το ψυχικό υπόβαθρο του δημιουργού του, οι ζυμώσεις της εποχής, η παράδοση του τόπου) έχουν, δίχως να πάψουν να λειτουργούν (πράγμα, άλλωστε, αδύνατον), μετουσιωθεί σε κάτι που τις ξεπερνά. Μ’ άλλα λόγια, όταν το έργο δεν εκφράζει μόνον αυτόν που το έγραψε αλλά κάθε άνθρωπο, όταν δεν αντιπροσωπεύει μόνο τον καιρό του αλλά και τους ερχόμενους καιρούς, όταν αποσπάται από τον γενέθλιο τόπο του και αποκτά διαστάσεις οικουμενικές (όλα αυτά ενδεχομένως να αφορούν σε μια ενδιάθετη δυναμική του καλλιτεχνήματος που δεν εκδηλώνεται πάντα έμπρακτα).

Η υπέρβαση στην τέχνη μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Μπορεί να είναι μια ρήξη με τα κρατούντα δεδομένα, ένας νέος εκφραστικός δρόμος. Τότε έχουμε έργα που προηγούνται της εποχής τους, που συχνά στον καιρό τους καταδικάζονται σε παραγκωνισμό και που ανακαλύπτονται πολύ αργότερα. Μπορεί πάλι να είναι το αντίθετο: η ωριμότερη έκφανση μιας ορισμένης παράδοσης, μια μοναδική τελειότητα και αρτίωση που κάνει κάποια διόλου ρηξικέλευθα έργα ορόσημα στην ιστορία του πολιτισμού.

Πιο συχνά όμως είναι η επίτευξη ενός προσωπικού ύφους, μιας ξεχωριστής ποιότητας. Κάποια νέα, ασυνήθιστη απόχρωση, κάτι που παρεκκλίνει επιτυχώς από τις τρέχουσες συμβάσεις, μια σπάνια μορφική εντέλεια κατορθώνουν προς στιγμήν να διασκεδάσουν τον αναγνωστικό ή οπτικό μιθριδατισμό και να μας ξυπνήσουν από τη χαύνωση της κοινοτοπίας. Τότε ξαφνικά ο κόσμος, που μέχρι τώρα σκίαζε το ημίφως των τετριμμένων εντυπώσεων, φωτίζεται από δυνατή λάμψη. Για λίγη ώρα το πνεύμα ζει μια δεύτερη εφηβεία.

Ο τεχνίτης που θα θελήσει να επιτύχει σήμερα κάτι τέτοιο πρέπει να αντιπαλέψει πολλούς κινδύνους: τον κορεσμό, στον οποίον οδηγεί η υπερπροσφορά, την εμπορευματοποίηση των πάντων, την τυραννία του συρμού και –τον πιο ύπουλο απ’ όλους τους εχθρούς- τις συμβάσεις ενός αντεστραμμένου ακαδημαϊσμού, όπου αυτοακυρώνονται όλες οι ψευδεπίγραφες προσκλήσεις κι ανατροπές. Από τον ίδιο εξαρτάται αν θα υποταχθεί ή αν θα κερδίσει την ελευθερία του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

Σχετικά με τα ροδάκινα

DSC_0044.jpg

της ΜΥΡΤΩΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑ*

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω το παρόν γράμμα για να σας υπενθυμίσω να παραλάβετε τα ροδάκινα που σας έστειλα. Βεβαίως, θα θυμάστε την μικρή μας συμφωνία! Ο ταχυδρόμος της γειτονιάς μου με βεβαίωσε πως σε τρεις εργάσιμες μέρες τα ροδάκινα θα είναι στην πόρτα σας ή κι αν δεν είναι, τότε σίγουρα ο ταχυδρόμος θα σας έχει αφήσει κάποιο παραπεμπτικό δελτίο, για να τα παραλάβετε από το κοντινότερο ταχυδρομείο.

 

Να σας δηλώσω πως τα όσα είπαμε τα έχω φυλάξει καλά μέσα στην καρδιά μου, δεν τα λησμονώ.

Για την ώρα σας χαιρετώ,

Μ.

Υ.Γ. Μα πάνω από όλα, δεν σας λησμονώ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Τα ροδάκινα που σας έστειλα δεν φαίνεται να έχουν παραληφθεί ακόμη.
Σας παρακαλώ να τα παραλάβετε από το ταχυδρομείο!
Αν αργήσετε κι άλλο, θα γίνουν μαρμελάδα.

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Η σκέψη σας παφλάζουσα
σαν τα κύματα
στην άκρη του λιμανιού. Θυμάστε.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Πρέπει να σας έτυχε κάτι επείγον.
Βεβαιώθηκα πως δεν λάβατε τα ροδάκινα που σας έστειλα.
Επεστράφησαν, μάλιστα, σε εμένα στο ίδιο χάρτινο κουτί, μουλιασμένο τώρα από τους χυμούς τους και την μούχλα.
Σας αποστέλλω εκ νέου τα ροδάκινά μου.
Σας παρακαλώ να σπεύσετε να τα παραλάβετε γιατί είναι πολύ ώριμα. (Ο προσωπικός μου μανάβης τα χαρακτήρισε prêt-à-manger. Παράξενο για έναν μανάβη, δεν βρίσκετε;)

Δικός σας,

Μ.

Υ.Γ. Παρακαλώ πολύ απαντήστε μου, η σιωπή σας με αναστατώνει. Μήπως συνέβη κάτι με την Μάρθα; Αχ… Αυτό δεν θα το ήθελα καθόλου.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Ο ταχυδρόμος με βεβαιώνει πως η διεύθυνση που μου δώσατε είναι σωστή.

«Τα ροδάκινα», μου λέει, «φαίνεται να παραδίδονται σωστά, κανένας όμως δεν έρχεται να τα παραλάβει. Όπως γνωρίζετε τα δέματα που δεν χωρούν κάτω από την πόρτα, τα κρατάμε στο ταχυδρομείο, ο παραλήπτης τα παραλαμβάνει από εμάς δείχνοντας το αποδεικτικό δελτίο που του αφήσαμε στην ταχυδρομική του θυρίδα.»

Σαχλαμάρες.

Πιστεύω πως πρόκειται για παρεξήγηση, ίσως μάλιστα να πρόκειται για λάθος της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Είναι πιθανόν να το στέλνουν σε άλλη διεύθυνση. Εν πάση περιπτώσει, βεβαιωθείτε ότι είχατε παραλάβει αυτό το αποδεικτικό δελτίο, στο οποίο αναφέρεται ο ταχυδρόμος. Παρά λίγο να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση.

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Χθες πήγα σε μία θεατρική παράσταση, κάθισα στον εξώστη. Βεβαίως, θα θυμάστε αυτό που σας είχα πει για την σχέση μου με τους εξώστες. Κοιτούσα το πλήθος που κατέκλυζε την αίθουσα από ψηλά. Έτσι για γούστο, είχα πάρει και τα κιάλια μου. Κοιτούσα. Το πλήθος, το φθηνό, το τιποτένιο πλήθος, το πλήθος των ανθρώπων. Τι κάνει, αναρωτήθηκα, ο λαουτζίκος, σε μία τέτοια παράσταση; Τι καταλαβαίνουν όλοι αυτοί! Ύστερα γύρισα το βλέμμα μου, στην αδειανή —φεῦ— διπλανή μου θέση. Ξέρετε, ένιωσα πως κάτι συνέβαινε, κάτι κακό, μέσα μου. Η αδειανή θέση.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω το παρόν γράμμα για να σας γνωστοποιήσω πως και το δεύτερο δέμα που σας έστειλα βρίσκεται ξανά στα χέρια μου πιο ζουμερό από ποτέ. Πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να συνέβη. Οφείλω να ομολογήσω πως το μάτι του ταχυδρόμου βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Μάλιστα θα χρειαστεί να του πληρώσω και την επίσκεψή του στην οφθαλμολογική κλινική.

Η γειτονιά έχει αρχίσει να μιλάει. Οφείλω να πω πως οι γείτονές μου με κοιτούν κάπως περίεργα.

Παρακαλώ απαντήστε.

Δικός σας,

Μ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω εκ νέου τρία ροδάκινα. Βεβαίως συμβολικό το τρία, θα θυμάστε άλλωστε. Διάβασα πως τα ροδάκινα έχουν μικρό χρόνο ζωής όταν δεν συντηρούνται εντός ψυγείου, γι’ αυτόν τον λόγο τα έχω τοποθετήσει σε ειδικό δέμα. Μα τι έχουν σκαρφιστεί! Δέματα με θερμοστάτες! Κατάλληλα για την μεταφορά τυριών και άλλων ευαίσθητων προϊόντων, ακόμα και ανθρώπινα όργανα μεταφέρουν σε αυτά τα κουτιά! Φανταστείτε!

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Χθες βρήκα το τζάμι της πίσω πόρτας σπασμένο. Κι όμως τίποτα δεν φαίνεται να είχε πέσει πάνω του.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Προφανώς θα γνωρίζετε τον λόγο που σας απευθύνω το παρόν γράμμα. Το τρίτο δέμα γύρισε. Η συσκευασία έσπασε. Τα ροδάκινα μούχλιασαν. Δεν το βρίσκετε λυπηρό; Σε λίγο η εποχή των ροδάκινων θα τελειώσει. Να σας υπενθυμίσω, ωστόσο, πως τα όσα είπαμε τα έχω φυλάξει καλά μέσα στην καρδιά μου. Με ζεσταίνουν όταν η σιωπή σας, αυτή η βασανιστική, ταχυδρομική σας σιωπή… Με παγώνει.

Είμαι έτοιμος να στείλω το επόμενο δέμα.

Δικός σας,

Μ.

Υ.Γ. Κάποιος μπήκε μέσα στο σπίτι. Έψαχνε κάτι. Πολύ φοβάμαι πως ήξερε καλά τι έψαχνε. Δεν πήρε ούτε ένα από τα χαρτονομίσματα που αφήνω κάτω από το τασάκι στην τραπεζαρία. Θυμάστε αυτό που σας είχα πει, για τον φόβο μου.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Δεν περιμένω απάντηση.
Κάποιος μου άφησε ένα ψόφιο κοράκι στην πόρτα μου.
Αστείος ο συμβολισμός, δεν βρίσκετε;
Σαν να παίζουμε σε θεατρικό έργο.
Απαντήστε μου.
Τι κάνει η Μάρθα;
Τι κάνει το ταχυδρομείο σας; Ακούσατε τις ειδήσεις;

Σας χαιρετώ,

Υ.Γ. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα γράμματα, εσείς μου τα μάθατε και τώρα δεν λέτε να απαντήσετε.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Την επόμενη φορά θα είναι ακόμα χειρότερο.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Θυμάστε που σας έλεγα για το κοράκι; Τώρα άφησαν έναν αρουραίο, ψόφιο. Φαίνεται πως τον σκότωσαν χώνοντάς τον επανειλημμένα σε χλωρίνη. Η κοιλιά του ζώου ήταν γεμάτη από το υγρό. Λέτε να σημαίνει κάτι; Ο συμβολισμός είναι κάπως βίαιος αλλά σίγουρα αστείος.

Σας φιλώ, σας γελώ,

Μ.

Υ.Γ. Με προτιμάτε έτσι; Όπως παλιά;

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας φιλώ, σας γελώ, σας χαιρετώ; Όχι ακόμη.

Αγαπημένε Θ., δικός σας δηλώνω

Μ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Θα σταματήσω να σας στέλνω τα ροδάκινά μου. Άλλωστε δεν έχει πια νόημα. Πρέπει να έγινε κάποια παρεξήγηση. Μάλλον η συμφωνία μας δεν ήταν συμφωνία, μάλλον τα λόγια σας δεν ειπώθηκαν ποτέ. Άραγε, τι κάνει η Μάρθα; Εσείς, σιωπηλέ βασανιστή μου;

Υπάρχετε;

Υπήρξατε ποτέ; Σας φαντάστηκα όπως την συμφωνία μας;

Τόσο καιρό καίω τα σωθικά μου.

Συγχωρήστε με για τους συναισθηματισμούς μου. Για τις υπερβολές. Αγαπητό μου φάντασμα, τα φώτα εδώ δεν ανάβουν. Η μπαλκονόπορτα έσπασε. Οι γείτονες είναι πιο σιωπηλοί από ποτέ. Έχω ξεχάσει το όνομά μου. Έχω ξεχάσει τι είμαι. Τι είμαι;

Μαύρο σκοτάδι, τα σκουπίδια μαγειρεύονται στην εξώπορτα. Τι εξώπορτα. Δεν υπάρχουν πόρτες, ούτε ανοίγματα. Κύριε, υπήρξατε;

Σας αποχαιρετώ;

Δικός σας;

Μ. Χ.

 

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

peaches


*  (Η Μυρτώ Χαρβαλιά γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλη του 1995. Σπούδασε στο Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Για την ώρα ζει στο Παρίσι, όπου κατά δική της ομολογία «σπουδάζει ανεπιτυχώς)».

 

 

Γιώργος Κεντρωτής, Laudatio για τον Aχιλλέα Κυριακίδη

Κυριακίδης

~.~

Σε περιστάσεις σαν και τη σημερινή είθισται η laudatio του τιμωμένου προσώπου να εκκινεί, αλλά και να εξικνείται σε λεπτομερείς απαριθμήσεις των συγγραφών και των εν γένει επιτευγμάτων του. Δηλώνω εξ αρχής ότι κάτι τέτοιο, ακόμα και αν το ήθελα, δεν θα το έκανα, διότι ο αρχικός θαυμασμός θα μετατρεπόταν γρήγορα σε πλήξη. Γι’ αυτό προτιμώ να πω απλώς ότι ο Αχιλλέας Κυριακίδης έχει μεταφράσει μέχρι σήμερα 127 βιβλία, έχει συγγράψει 15, έχει συμμετάσχει σε 23 συλλογικά έργα και έχει επιμεληθεί 48 εκδόσεις βιβλίων, μεταφράζει δε από τα ισπανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα αγγλικά τόσο λογοτεχνικά έργα συγγραφέων που είναι πλέον κλασικοί ή και σύγχρονοί μας, όσο και έργα που έχουν σχέση με τον κινηματογράφο, καθώς ο ίδιος έχει διακριθεί και ως κινηματογραφιστής. Και αφού αναφέρω πρώτα τα ονόματα των Φλωμπέρ, Κορτάσαρ, Χεμινγουέυ, Κενώ, Περέκ, Εσνόζ, Σεπούλβεδα, Μοντιανό, Φουέντες, Ροθ και Κρούμυ, αποσιωπώ πολλά άλλα και κλείνω με το πολυτιμότατο όνομα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, με έργα του οποίου συστήθηκε το 1984 ως μεταφραστής και του οποίου θεωρείται ο κατ’ ουσίαν εισηγητής στην ελληνική επικράτεια των γραμμάτων.

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης τιμάται σήμερα εδώ πρωτίστως για το μεταφραστικό του έργο. Η Κέρκυρα και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ως κληρονόμος και συνεχιστής της παράδοσης της Ιονίου Ακαδημίας, τον υποδέχονται με ιδιαίτερη χαρά, διότι στο πρόσωπό του δικαιώνονται απολύτως οι μόχθοι της επτανησιακής γραμματείας, όπως έχουν κατατεθεί ιστορικώς και όπως μελετώνται εμβριθώς μέχρι και τις μέρες μας με ήθος δημιουργικής συνέχειας. Ο Ιάκωβος Πολυλάς, επιστήθιος μαθητής του Διονυσίου Σολωμού, εμπέδωσε εδώ, στην Κέρκυρα, με το μεταφραστικό του έργο εκείνο το σημαδιακό ως διδαχή και ως επιδίωξη in modo misto genuinο του δασκάλου του, μεταφράζοντας εις είδος μιχτό αλλά νόμιμο τα ομηρικά έπη και τις τραγωδίες Άμλετ και Καταιγίδα του Σαίξπηρ και ορίζοντας έτσι, με την ύπατη δυνατή επισημότητα, τις απαρχές της ελληνικής μεταφραστικής. Στη αλυσίδα των σπουδαίων μεταφραστών, που κοσμούν τη νεοελληνική γραμματεία, εκεί που δένονται γερά και ακατάλυτα ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, έρχεται να προστεθεί και ο κρίκος του Αχιλλέα Κυριακίδη, κι έτσι η πολύτιμη αυτή αλυσίδα γίνεται ακόμα πιο πολύτιμη και ακόμα πιο γερή.

Και γίνεται ακόμα πιο πολύτιμη και ακόμα πιο γερή, όχι μόνο και όχι επειδή ο Κυριακίδης κομίζει στην οικεία τέχνη (όσο είναι τέχνη η μετάφραση) υψηλής κλάσεως μεταφράσματα, αλλά και πρωτίστως επειδή στα μεταφράσματά του αυτά κρύβονται ποικίλοι ατομικοί τρόποι αναγνώσεως των κειμένων που μεταφράζει. Κομίζει τη ματιά του ο Κυριακίδης στη μετάφραση, κομίζει το αναγνωστικό του ήθος τόσο ως τρόπο (ως modus) όσο και ως συνειδητή επιλογή (ως opinio). Και όπως ο τρόπος δεν είναι μόνο ο δρόμος, αλλά και το μέλος, η μελωδία, η ρυθμική αγωγή, με την οποία περπατιέται ο δρόμος… και όπως η συνειδητή επιλογή δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα αφ’ ενός υποκειμενικής πρόσληψης των ερεθισμάτων, που εκπέμπει το προς μετάφραση πρωτότυπο, και αφ’ ετέρου έλλογης άρθρωσής τους σε άλλο γλωσσικό σύστημα, έτσι και ο Κυριακίδης μάς γνωρίζει στα μεταφράσματά του πώς αυτός ο ίδιος δεξιώνεται ελληνοπρεπώς τα ξένα κείμενα που βρίσκει στους δρόμους που περπατάει. Και επειδή εκτός από τη γλωσσική του αφθονία, διακατέχεται και κυριαρχείται και από κινηματογραφικές τάσεις και από μουσικές διαθέσεις, έτσι οτιδήποτε εντάσσεται σε αυτό που ο Τσόμσκυ και οι θιασώτες του αποκαλούν δεξιότητα, όταν έρχεται η ώρα να αναφανεί το γλωσσικό επιτέλεσμα ως μετάφρασμα, τότε το προϊόν του λόγου είναι θαυμαστό: και, βεβαίως, το μετάφρασμα είναι ο ίδιος ο Κυριακίδης!

Ο μεταφραστής αποκωδικεύει το πρωτότυπο όχι με λεξικά και με μεταφραστικά εργαλεία, όπως πιστεύουν διάφοροι αφελείς και κατά κανόνα άπραγοι περί τα μεταφραστικά, αλλά με την προσληπτική ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το ξένο ως οικείο και με την εν γένει κουλτούρα του, την οποία έχει ανά πάσα στιγμή ετοιμοπόλεμη, να ριχτεί στον αγώνα της μετατροπής του ξένου σε οικείο. Ο ορίζοντας της προσδοκίας τού μεταφραστή γίνεται στα χέρια του και ορίζοντας προσδοκίας του αναγνωστικού κοινού, καθώς ο μεταφραστής βλέπει μακρύτερα και διακρίνει καθαρότερα τα πράγματα, και τα εξηγεί, και τα ερμηνεύει. Λειτουργεί, δηλαδή, ως Ερμής: ως λόγιος και ως μεταφορέας, ως κοινωνός και μετακοινωνητής. Λειτουργεί με λέξεις, με verba που ομιλούνται σε κείμενα, τα οποία, όταν είναι μεταφράσματα, εμπεδώνουν αλλαγές, μεταβολές. Και μιας και αναφερθήκαμε στον Μπόρχες, μπορούμε εδώ να διαβάσουμε μαζί του τις δύο τελευταίες αράδες από τις Mutaciones, από τις Μεταλλαγές του, εκεί που λέει «no hay en la tierra una sola cosa que el olvido no borre o que la memoria no altere y […] nadie sabe en qué imágenes lo traducirá el porvenir»: «δεν υπάρχει στη γη ούτε ένα πράγμα», μας λέει ο Μπόρχες «που να μην το σβήνει η λήθη ή που να μην το μεταβάλλει η μνήμη, και […] κανείς δεν ξέρει σε τι εικόνες θα ρθεί να το μεταφράσει το μέλλον».

Η πρωτοτυπία του μεταφραστή Κυριακίδη έγκειται στο ότι έχει σαφή γλωσσική αντίληψη των σχέσεων που δημιουργούν τα πράγματα μες στις συναρτήσεις της λήθης και της μνήμης και προσπαθεί… και πολεμάει, καλύτερα, με όλη του τη λογοτεχνική ικμάδα και με την εν γένει παιδεία του να το μεταφράσει έγκυρα και να το αφήσει να ευδοκιμήσει, γνωρίζοντας ότι το απειλούν –και δεν θα πάψουν ποτέ να το απειλούν– οι άγρυπνες εχθρικές δυνάμεις του μέλλοντος χρόνου. Αγωνίζεται να επιβάλλει –για να αναφερθούμε και πάλι στον Μπόρχες– su música verbal, τη ρηματική μουσική του, αυτή τη μουσική που παράγεται από φθόγγους που απαρτίζουν λέξεις και ονόματα και δομούν τον λόγο του Φλωμπέρ ή του Καπότε ή του Αδόλφο Βιόυ Κασάρες όχι πλέον στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά, αλλά στα ελληνικά. Πρόκειται για τις μεταφράσεις του, για έργα διακριτά, που έχουν συγγραφέα, ναι συγγραφέα, το μεταφράζον υποκείμενο που τις επιτελεί, τον Αχιλλέα Κυριακίδη.

Σε αυτή την επισήμανση έχοντας φθάσει θα θέλαμε να καταθέσουμε τις σκέψεις που μας έχουν γεννηθεί –ομολογουμένως εδώ και πολύ καιρό– μελετώντας μεταφράσματα σαν αυτά του Ιακώβου Πολυλά ή του Άρη Αλεξάνδρου ή του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Η μετάφραση είναι επιστήμη στο μέτρο που μπορεί να προσεγγισθεί επιστημονικά το αποτέλεσμα της, το κάθε μεμονωμένο μετάφρασμα δηλαδή, και να περιγραφεί με τους γενικώς ισχύοντες κανόνες της οικείας επιστήμης, που δεν είναι άλλη από τη Γλωσσολογία. Δεν συνιστά, όμως, επιστήμη –ούτε μπορεί να γίνει ποτέ– ως προς την εκπόνηση κανόνων του μεταφράζειν, που θα ισχύουν μάλιστα κατά παραδοχή γενικώς και διαχρονικώς. Ένας είναι ο Πολυλάς, ένας είναι ο Αλεξάνδρου, ένας είναι ο Κυριακίδης – για να μείνουμε στο παράδειγμά μας. Τούτο εξηγείται από το ότι στη μεταφραστική διαδικασία εμπλέκονται αποκλειστικώς και μόνο μία σταθερά, ήτοι το πρωτότυπο κείμενο, και άγνωστος μεν, μέγας δε αριθμός παραμέτρων, που σημαδεύουν καθοριστικά το μετάφρασμα και που –ενδεικτικώς και αδρομερώς– αφορούν αφενός τον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες οπού επιτελείται η μετάφραση και αφετέρου το πρόσωπο του καθέκαστον μεταφραστή – πρόσωπο μοναδικό και μη αντικαταστατό μεν, αλλά μονίμως εν εξελίξει, μονίμως εν διαμορφώσει. Αλλά ακόμη και η σταθερά του υπαρκτού και αμετάβλητου πρωτοτύπου απολύει την ατρεπτότητά της από τη στιγμή που καθορίζεται από τον τρόπο αναγνώσεως του κειμένου από τον κάθε μεταφραστή, και ο οποίος τρόπος είναι δυνατόν να ποικίλλει ανά φυσικό μεταφραστή αναλόγως του είδους τού προς μετάφραση κειμένου. Έτσι ο Μπόρχες του Κυριακίδη είναι εν όλω ο Μπόρχες του Κυριακίδη, παναπεί ο ίδιος ο Κυριακίδης.

Η μεταφραστική διαδικασία, προϋποθέτουσα γλωσσική δεξιότητα, τείνει στην άρθρωση γλωσσικών επιτελεσμάτων, που έχουν αυστηρά ατομικό χαρακτήρα: αποτελούν γλωσσικά επιτελέσματα αφορώντα συγκεκριμένον κάθε φορά μεταφραστή, καθόσον μέσα στην κάθε γλωσσική κοινότητα ούτε λειτούργησε ποτέ ούτε λειτουργεί παραλλήλως κάποια μεταφραστική κοινότητα. Ο μεταφραστής είναι μονάδα· συλλογική μετάφραση δεν νοείται, ειμή μόνο κατ’ εξαίρεση – αλλά και εκεί τον ρόλο του μοναδικού μεταφραστή τον παίζει η συνισταμένη της εκπεφρασμένης συναίνεσης των μεταφραστών επί του τελικού μεταφράσματος.

Για τη μετάφραση έχουν, ως γνωστόν, διατυπωθεί πλείστοι όσοι ορισμοί, πράγμα που αυτομάτως σημαίνει ότι δεν υφίσταται γενικώς ισχύων ορισμός της. Αποτελεί αφόρητη κοινοτοπία μεν, πλην όμως αντικατοπτρίζει πιστά την αλήθεια ο στεγνός και στενότατος εκείνος ορισμός που θέλει τη μετάφραση έγγραφη μεταφορά ενός ήδη υπάρχοντος κειμένου από μια φυσική γλώσσα σε μία άλλη φυσική γλώσσα. Όσο άγευστος και αν είναι ο ορισμός αυτός, τόσο επιβεβαιώνει (και με τη λιτότητά του) την ορθότητα περί τα πράγματα τα μεταφραστικά. Αν μπορεί να προστεθεί κάτι σε αυτόν, χωρίς να του καταστρέφει τη στρογγυλότητα είναι τούτο: η μετάφραση αφορά μεν κείμενο συνταγμένο στη γλώσσα αφετηρίας, επιτελείται όμως σύμφωνα με τους κανόνες της γλώσσας αφίξεως. Επειδή, όμως, και τούτο το τελευταίο δεν είναι απόλυτο, μπορούμε να πούμε ότι η ισχύς του εκτείνεται όσο του επιτρέπει η έκφραση «κατά κανόνα». Αφοριστικά, αλλά καθόλου μακριά από την ορθότητα και την αλήθεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού», κάτι που ήδη τονίσαμε, για να το εξάρουμε, σε περιπτώσεις σαν αυτή του Αχιλλέα Κυριακίδη. Μέσα στην εγγενή πλατωνικότητα του ειρημένου αφορισμού χωράει, ωστόσο, πλήθος μέγα προσεγγίσεων, ακόμα και των πλέον ετερόκλητων, από την μαρξική ιστορικοϋλιστική κοινωνική ουσίωση ενός κειμένου και σε άλλη γλώσσα πλην αυτής του πρωτοτύπου του, έως και την βιτγκενστάινεια γλωσσοπαιγνιώδη παγίωση ενός γλωσσικού αγώνα – αρκεί να βρεθεί ο επί τούτω κατάλληλος μεταφραστής, επιστήμων και τεχνικός, αλλά και μητιόεις χειριστής… δηλαδή ο μαγγιώρος χειριστής των ήδη υφισταμένων λεξικών εργαλείων, αλλά και επινοητής νέων μέσων που θα (του) διευκολύνουν την επανάρθρωση του χρονικώς παλαιότερου πρωτοτύπου κειμένου σε φρέσκο μετάφρασμα, προκειμένου να καταστήσει εφικτή την επικοινωνία του κοινού αφίξεως με γλωσσογενή προϊόντα που έχει ήδη γνωρίσει ιστορικώς το κοινό αφετηρίας.

Στο σημείο αυτό μπορούμε να διαβάσουμε, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη από το Ιστορίας Πρότυπον του Ραιημόν Κενώ το ακόλουθο απόσπασμα, διευκρινίζοντας ότι όπου ακούμε τη λέξη «Ιστορία», μπορούμε να την αντικαθιστούμε με τη λέξη «Μετάφραση». Ιδού τι μας λέει ο Κενώ:

Η Ιστορία δεν επιτρέπει το προβλέπειν, το ενεργείν, το επηρεάζειν τα γεγονότα. Δεν είναι επιστήμη. Παραμένει σ’ ένα επίπεδο ποιοτικό, αλχημικό, αστρολογικό. Δεν είναι παρά μια απλή αφήγηση, που συνοδεύεται από ποιοτικές κρίσεις και μια τυφλή αναζήτηση αιτίων. Είναι μια συγκεχυμένη επιστήμη. Μόνο αν διευρύνεις αυθαίρετα τον όρο «επιστήμη», μπορείς να τη χαρακτηρίσεις έτσι.

Ο μεταφραστής γίνεται έτσι, λοιπόν, όχι μόνο ρέκτης και πλάστης γλωσσικών αγαθών από γλώσσα σε γλώσσα, αλλά και χαλδαίος καταλύτης της απαραίτητης «χημικής» αντίδρασης που πρέπει να γίνεται, όποτε έρχονται σε επαφή δύο γλώσσες. Εδώ θα πω ότι όποιος έχει διαβάσει τις «Ασκήσεις ύφους» του Ραιημόν Κενώ, όπως τις μετάφρασε ο Κυριακίδης, γνωρίζει ότι τα λόγια που ακούστηκαν ώς τώρα δεν είναι καθόλου υπερβολικά. Επί πλέον, το ότι κάποιος γνωρίζει –όσο καλά και αν γνωρίζει– μία ξένη γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι ο συγκεκριμένος γνώστης είναι και καλός μεταφραστής. Το ότι απαιτείται η καλή γνώση της «ξένης» γλώσσας δεν αμφισβητείται· παραλλήλως, όμως, απαιτείται όπως συμπίπτουν στο πρόσωπο του μεταφραστή και αρκετές ικανότητες που εξικνούνται πέραν της απλής καλής γνώσεως μιας ξένης γλώσσας. Ο μεταφραστής πρέπει να ξέρει να βλέπει την ξένη γλώσσα μέσα στο σύστημα της δικής του, της μητρικής του γλώσσας: να είναι σε θέση να προβαίνει σε συντακτικές συστοιχήσεις, να αναγνωρίζει πραγματολογικά δεδομένα, να επινοεί υφολογικές αποκρίσεις και, εν πάση περιπτώσει, να υπηρετεί με κατά περίπτωση επιστρατευόμενη εφευρετικότητα, και όχι με πρεταπορτέ συνταγές, την ισοσθένεια των κειμένων του πρωτοτύπου και του μεταφράσματος ενεργοποιώντας αποκωδικεύσεις του πρωτότυπου κειμενικού υλικού και συντονίζοντας ανακωδικεύσεις του στο μετάφρασμα, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη του όλο το πλέγμα της κουλτούρας αφίξεως και των ευρύτερων δυνατοτήτων που επί τόπου του παρέχει. Τέτοιος αποκωδικευτής / ανακωδικευτής είναι ο Αχιλλέας Κυριακίδης.

Γι’ αυτό και, τούτων ούτως εχόντων, με τη γραφίδα και το πληκτρολόγιο τού Κυριακίδη η μετάφραση, ως διαδικασία και αποτέλεσμα, αναδεικνύεται σε πολιτιστικό συμβεβηκός και αποτελεί εμπέδωση του αλλότριου γλωσσικού κειμένου σε οικείο και ομιλούν γλωσσικό κείμενο, που μιλάει τη γλώσσα και επικοινωνεί με τη γλώσσα του μεταφραστή, του διακριτού και μοναδικού μεταφραστή: του Αχιλλέα Κυριακίδη εν προκειμένω.

Ο ιδεϊκός μεταφραστής δεν υπάρχει, ούτε τον έχει ανάγκη –αν μπορούμε να το διατυπώσουμε έτσι– η μετάφραση. Όπως επίσης δεν υπάρχει ο παμμεταφραστής. Υπάρχει απλώς ο καθέκαστον μεταφραστής, το ατομικώς ομιλούν και μεταφράζον υποκείμενο, το οποίο κινεί ένα πολιτιστικό δρώμενο με πρώτιστο τελικό σκοπό του, όπως εκφραστεί αυτό το ίδιο, και επί μέρους σκοπούς πάρα πολλούς, που όμως δεν είναι σχεδόν ποτέ ορατοί. Εκφραζόμενος δια της μεταφράσεως ο μεταφραστής εκφράζεται ως sujet parlant, ως ομιλούν υποκείμενο, και δη επεμβαίνοντας (του παίζειν χάριν) με το γλωσσικό του όργανο και τις όποιες δυνατότητές του στην ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα, προκειμένου να την αλλάξει… να τη μεταλλάξει. Στο μεταφραστικό παιχνίδι του δεν εμπλέκονται μόνο οι νεολογικές του συνεισφορές, όπως πολύ εύκολα θα μπορούσε εδώ κάποιος να υποθέσει, αλλά και οποιαδήποτε λογική δράση του, επιτυχής ή ατυχής, ορθή ή εσφαλμένη, κανονική ή κατ’ εξαίρεσιν, μέσα στον σωρό των λεξικεύσεων ή άπαξ κ.ο.κ. Έτσι ο μεταφραστής γίνεται αρωγός του γλωσσολόγου, αν όχι και γλωσσολόγος ο ίδιος.

Η κάθε μετάφραση, ως υλικό μετάφρασμα, προσφέρει στον γλωσσολόγο πλούτο γλωσσικών επιτευγμάτων που παρήχθησαν όχι πρωτογενώς, αλλά από αφορμή ενός πρωτογενώς παραχθέντος κειμένου. Ο γλωσσολόγος, πέρα από τις όποιας φύσεως αντιπαραβολικές συγκρίσεις, στις οποίες μπορεί να επιδοθεί, έχει μπροστά του το αποτέλεσμα ενός διαγλωσσικού διαλόγου και καλείται να το εκτιμήσει εν όλω ή εν μέρει, αναλόγως τού προς τα πού ο ίδιος κατευθύνει τα επιστημονικά ενδιαφέροντά του. Οποιαδήποτε κατεύθυνση, όμως, και αν επιλέξει, δεν μπορεί παρά να έχει ως σημείο εκκινήσεώς του την κάθε λέξη του μεταφράσματος, τόσο χωριστά όσο και στη συνύφανσή της στο κειμενικό περιβάλλον όπου έχει ενταχθεί, αλλά και στην αναφορά της στο εν γένει πολιτιστικό περιβάλλον που την έχει υποδεχθεί… που τη δεξιώνεται ως εν τοις πράγμασι απόδοση μιας συγκεκριμένης ξένης λέξης ή φράσης ή πρότασης.

Η μετάφραση αποτελεί παγκόσμια πρακτική – από αιώνων δε. Απλώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει ξεφύγει σχεδόν τελείως από τις προδιαγραφές ενός ειδικού ενδιαφέροντος ή μιας οσοδήποτε «επιστημονικής» ενασχόλησης και έχει γίνει και επάγγελμα και παραγωγική διαδικασία. Και έτσι όμως παρουσιάζει επιστημονικό ενδιαφέρον. Με μεταφραστές σαν τον Κυριακίδη, μάλιστα, φτάνει στην παραγωγή έργων τέχνης… πρωτότυπων έργων λόγου. Η πολυπλοκότητα του χαρακτήρα της τρομάζει μόνο τους αφελείς και τους μη συνειδότες. Οι νηφάλιοι μελετητές του μεταφραστικού φαινομένου γνωρίζουν ότι οι όποιες μεταφραστικές νεοπλασίες και τα όποια μεταφραστικά «λάθη» επ’ ουδενί απειλούν την γλώσσα αποδοχής, ιδίως επειδή αναλογίζονται πόσα και πόσα λάθη (και μεταφραστικά) έχουν καταστεί από αιώνων γλωσσική χρήση και δεν ενοχλούν το γλωσσικό αίσθημα κανενός χρήστη. Όπως επίσης γνωρίζουν ότι καμία γλώσσα δεν απειλείται από την δια της μεταφράσεως εισαγωγή ξένων τρόπων συντάξεως – η δια της ξενιστικής οικείωση και η απόρριψη όσων από αυτούς δεν καταφέρουν να γίνουν χρήση απλουστεύει τελείως τα πράγματα. Νόμος της ζωής, άρα και της γλώσσας είναι η επανάληψη και η αδιάλειπτη αλλαγή: η πρώτη σαν μίμηση και η δεύτερη σαν αδιάκοπη ροή. Μας το θύμισε παραπάνω ο Μπόρχες. Η μετάφραση συντελεί στην αλλαγή αυτή δια της καταθέσεως λεκτικού (διάβαζε: πολιτιστικού) πλούτου που είτε θα επενδυθεί και θα πιάσει τόπο είτε θα σπαταληθεί χωρίς αποτέλεσμα. Σημασία έχει να υπάρχει γλωσσικό χρήμα προς χρήσιν και να ρέει. Κανονικώς όλα τα άλλα είναι εκ περισσού και μπορούν να ληφθούν υπόψη ή να απαλειφθούν αζημίως.

Δικαίως και παναξίως τιμάμε σήμερα στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο τον Αχιλλέα Κυριακίδη, τον άοκνο μεταφραστή, τον Ερμή και ζωντανό θρύλο της μετάφρασης, απονέμοντάς του τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορος του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας. Και είμαστε υπερήφανοι που από του νυν τον έχουμε εταίρο μας. Αλλά, προτού κλείσουμε, ας τον αφήσουμε να μας μιλήσει για τότε που πρωτοδιάβασε τον Μπόρχες στα αγγλικά:

[…] άρχισα να διαβάζω, ολοένα και πιο έκθαμβος, ολοένα και πιο αμήχανος, τα κείμενα του μικρού τόμου [των Λαβυρίνθων], προσπαθώντας να εικάσω, πίσω από τις αυστηρές, ακριβείς, οξύγωνες αγγλικές λέξεις, την κρυφή γοητεία του πρωτοτύπου, γραμμένου σε μια γλώσσα που σωστά τη φανταζόμουν συνυφασμένη από γάργαρα λατινικά και την αραβική των ερήμων και της ραθυμίας.

Ήδη η μισή μεταφραστική δουλειά είχε γίνει – με τρόπο εικαστικό! Η άλλη μισή έγινε με καταβολή τεράστιου μόχθου. Και ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μπόρχες, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, από τον σημαδιακό Επίλογο του El hacedor, του Δημιουργού:

Ένας άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του.

Ecce homo – ο Αχιλλέας Κυριακίδης!

Κέρκυρα, 5 Δεκεμβρίου 2018

~.~

Κεντρωτής

Marginalia Poetica (1/2)

sisley-bridge_at_villeneuve-la-garenne.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Προλόγισμα

Όταν μου ζητήθηκε να μιλήσω γενικά περί ποιήσεως από το ίδρυμα Σινόπουλου, αρχικά σκέφθηκα να συντάξω ένα κείμενο πολεμικής, το οποίο θα αναφερόταν στη σημερινή κατάσταση της ποίησης , θα έθιγε πρόσωπα και καταστάσεις, θα καταλόγιζε ευθύνες και εντέλει θα έπροτεινε διεξόδους από το “αδιέξοδο”. Το κείμενο αυτό το έγραψα όντως. Στο διάστημα που μεσολάβησε όμως συνειδητοποίησα την ματαιότητα τέτοιων πολεμικών, μια ματαιότητα, στην οποία και εγώ ενέδωσα κατά καιρούς. Κατάλαβα πως για την ποιητική τέχνη μετράνε μόνο οι εξαιρέσεις, οι οποίες εξουδετερώνουν όλα τα υπόλοιπα κι όχι το αντίθετο, όπως συνήθως πιστεύουμε. Ο νεαρός Σικελιανός είχε συνείδηση αυτού του πράγματος, όταν σ’ αυτές τις σημαντικότατες, όσο και παραγνωρισμένες, συνομιλίες του με τον Rodin απάντησε στις εντάσεις του πρεσβύτη, πως ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη, λέγοντας πως αυτό εξαρτάται από το πώς ερμηνεύουμε μια εποχή. Για μια βαθιά ψυχή ένα χελιδόνι αρκεί.

Προτίμησα να αλλάξω προοπτική. Αντί να επιλέξω μια συγχρονική προοπτική, η οποία θα μου επέβαλε να ασχοληθώ με την παρούσα κατάσταση, κατέληξα σε μια καθολική εποπτεία, που θα μου επέτρεπε να ψηλαφίσω ορισμένα καθολικά αισθητικά ζητήματα, οιονεί εκτός τόπου και χρόνου, αλλά, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, πιο επίκαιρα, αφού κάθε αληθινή καλλιτεχνική πραγμάτωση αίρεται πάνω από τοπικούς και χρονικούς προσδιορισμούς. Ίσως δεν θα ήταν άσκοπο εδώ να σας υπομνήσω εκείνον τον πινδαρικό αετό. Θα σας μιλήσω, λοιπόν, για κάποια αισθητικά ζητήματα, που με έχουν απασχολήσει κατά καιρούς, και ανάμεσα στα οποία, μολονότι δεν υπάρχει άμεση σύνδεση, υφίσταται, εντούτοις, μια βαθύτερη συνάφεια, καθώς όλα μαζί συνθέτουν πτυχές, έστω και αποσπασματικές, μιας ενιαίας εποπτείας. Θα ήθελα να προσθέσω και κάτι άλλο: η καθολική αυτή ματιά με εμποδίζει να εντρυφήσω σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεν θα μιλήσω επομένως για τη δική μου ποίηση. Ωστόσο, παραγωγικά, όπως λέμε στη λογική, από αυτά τα σπαράγματα ποιητικής που θα καταθέσω, στο προσεκτικό μάτι, θα διαφανούν οι βασικές αρχές που κατευθύνουν αυτή την ποίηση.

 ~.~

Α. Ενας αρχαίος ορισμός.

Στον στωικό φιλόσοφο Ποσειδώνιο από την Απάμεια οφείλουμε έναν ενδιαφέροντα ορισμό της ποίησης. Έγραφε ο Ποσειδώνιος σε μια, χαμένη σήμερα, «Περί Λέξεως» πραγματεία του: «Ποίημα δέ εστιν λέξις έμμετρος ή ένρυθμος μετά σκευής το λογοειδές εκβεβηκυία. Ποίησις δέ εστι σημαντικόν ποίημα, μίμησιν παρέχον θείων και ανθρωπείων». Το «ποίημα», λοιπόν, είναι γλωσσική έκφραση έμμετρη ή έρρυθμη, η οποία με την έντεχνη κατασκευή της ξεφεύγει από τον πεζό λόγο. Η «ποίησις», πάλι, είναι ποίημα που έχει νόημα, που σημαίνει κάτι και αναπαριστά τα θεία και τα ανθρώπινα πράγματα. Ενδιαφέρων ο διαχωρισμός ανάμεσα στην ποίηση και το ποίημα, που ουσιαστικά είναι διαχωρισμός ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο της ποίησης.

Το έντεχνο, το έμμετρο ή το ρυθμικό στοιχείο που προχωρά πέρα από τον πεζό λόγο είναι η ειδοποιός διαφορά που χαρακτηρίζει τον ποιητικό λόγο, που τον καθιστά τέτοιο. Για να γίνει όμως ο ποιητικός λόγος ποίηση, πρέπει να αφηγείται ή να εκφράζει θεία και ανθρώπινα: προφανώς ο Ποσειδώνιος δεν θα θεωρούσε ως ποίηση μια στιχουργημένη μετεωρολογική ή ιατρική πραγματεία. Αντίθετα, το έπος, η λυρική ποίηση, η τραγωδία και η κωμωδία, αφού μιμούνται «θεία και ανθρώπεια», είναι ποιήσεις. Το μιμητικό στοιχείο, όμως, από μόνο του δεν αρκεί. Για να είναι ποίηση τα μιμητικά είδη, πρέπει να είναι γραμμένα σε ποιητικό λόγο. Οι διάλογοι λ. χ. του Λουκιανού δεν είναι ποίηση, αφού δεν είναι καν ποιήματα, με την έννοια που δίνει ο στωικός φιλόσοφος σ’ αυτή τη λέξη.

Πολλούς αιώνες αργότερα, ο Ρεμπώ, διακηρύσσοντας πως επιδιώκει να γίνει «voyant», δηλαδή να δει προφητικά οράματα, θεωρεί ως βασικό στοιχείο της ποίησης το ενορατικό στοιχείο και με βάση αυτό αξιολογεί την ευρωπαϊκή ποίηση ώς τις μέρες του. Το συμπέρασμά του είναι πως μέχρι τους ρομαντικούς ποίηση ουσιαστικά, δηλαδή ενορατική ποίηση που, κατά την άποψή του, είναι κι η μόνη πραγματική, δεν υπήρξε. Στην πραγματικότητα, μέχρι τότε οι ποιητές υπήρξαν απλοί λόγιοι και στιχοπλόκοι. Ο Ρεμπώ αξιολογεί τους ποιητές του καιρού του ανάλογα με την ενορατική τους ικανότητα: ο Ουγκώ στους τελευταίους του τόμους είδε καλά, ο Λαμαρτίνος είναι κάποτε ενορατικός, ο Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος πραγματικός «voyant».

Νομίζω πως βρισκόμαστε σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις του ποιητικού φαινομένου. Για τους αρχαίους, η ποίηση είναι η ύψιστη μορφή του έντεχνου, αρμονικού λόγου. Μέτρο, ρυθμός, τεχνική κατασκευή, όταν υπάρχουν σε έναν ανώτερο βαθμό, εξυψώσουν τον λόγο πάνω απ’ το «λογοειδές» και τον καθιστούν ποιητικό. Για τον σύγχρονο, ποίηση είναι η ύψιστη μορφή του ενορατικού λόγου, δηλαδή ενός λόγου που δεν αναπαριστά απλώς το ορατό, αλλά το αλλοιώνει και το ανασυνθέτει στο όραμα ενός άλλου κόσμου. Το ενορατικό αυτό στοιχείο έχει πολλές διαβαθμίσεις: ξεκινά από την δημιουργία μιας ονειρικής ατμόσφαιρας και φτάνει μέχρι τον παραισθητικό παροξυσμό.

Σε μερικά από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα της σύγχρονης ποίησης η τεχνική κατασκευή αλλά και το ρυθμικό στοιχείο υποχωρούν, έρχονται σε δεύτερη μοίρα, για να αποτυπωθούν το όραμα, ο εφιάλτης, η παραίσθηση. Ας σκεφθούμε τις «Εκλάμψεις», την «Έρημη Χώρα», τα «Ελεγεία του Ντουίνο».

Διερωτώμαι όμως αν θα μπορούσαμε να δούμε αυτές τις δύο τόσο διαφορετικές θεωρήσεις της ποίησης (δηλαδή την ποίηση ως τον κατ’ εξοχήν αρμονικό λόγο και την ποίηση ως τον κατεξοχήν ενορατικό λόγο) όχι μόνον αντιθετικά αλλά και ως τα δύο άκρα μιας νοητής γραμμής, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονται άπειρα σημεία, δηλαδή πάμπολλες ποιητικές πραγματώσεις και δυνατότητες πραγματώσεων. Και φυσικά, πάμπολλες συνθέσεις και ωσμώσεις.

~.~

Β. Το ρυθμικό όραμα του κόσμου.

Ένας από τους καλύτερους τρόποuς για να καταλάβουμε ένα λογοτεχνικό, μουσικό ή εικαστικό έργο είναι να το συγκρίνουμε με ένα άλλο λογοτεχνικό, μουσικό ή εικαστικό έργο. Το ένα έργο φωτίζει το άλλο, οι ομοιότητες κι οι διαφορές προβάλλουν ανάγλυφες, οι πρωτοτυπίες κι οι κοινοτοπίες γίνονται φανερές, οι αρετές και τα ψεγάδια ξεσκεπάζονται. Δεν υπάρχει εγκυρότερη Λυδία λίθος για την κριτική αποτίμηση, την ερμηνεία και την κατανόηση των ανθρώπινων καλλιτεχνημάτων από τη συσσωρευμένη πείρα που κατακτάται με τη γνώση της καλλιτεχνικής δημιουργίας του παρελθόντος.

Αν τώρα θέλαμε να κατανοήσουμε όχι ένα συγκεκριμένο έργο αλλά μια ολόκληρη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης- στην περίπτωσή μας την ποίηση- , φρονώ πως θα έπρεπε να ακολουθήσουμε μια παρόμοια μέθοδο, δηλαδή να τη συγκρίνουμε με άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Μια τέτοια σύγκριση υπονοεί πως πέρα από τις ειδοποιούς διαφορές τους, τις οποίες οφείλουμε να εξετάσουμε, όλες οι μορφές τέχνης ακόμα κι οι πιο απομακρυσμένες, όπως η μουσική κι η ζωγραφική, έχουν ένα κοινό υπόστρωμα. Όταν μιλάμε για αρμονία σε έναν ζωγραφικό πίνακα ή για χρώμα σε μια μουσική σύνθεση κάνουμε κάτι περισσότερο από μια μεταφορά. Τελικά η τέχνη, στην απόλυτη, ιδεατή μορφή της είναι μία και όλες οι επιμέρους τέχνες φωτίζουν κάθε φορά μια πλευρά της, πίσω απ’ την οποία, διακρίνονται, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο, οι υπόλοιπες.

tree-in-flower-near-vetheuil.jpg

Ας ξεκινήσουμε με την υπόθεση εργασίας πως η ποίηση βρίσκεται ανάμεσα στη μουσική και τη ζωγραφική.

Ως προς το πρώτο μέρος του συσχετισμού δεν χωράει καμιά αμφιβολία. Λόγος και μέλος υπήρξαν αρχικά αδιαχώριστοι, ενώ και αργότερα δεν έπαψαν να συγχρωτίζονται. Αυτή η μακροχρόνια συνοδοιπορία δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε μια συγγένεια εσωτερική. Το βασικό γνώρισμα της ποίησης και της μουσικής είναι ο ρυθμός. Η ποίηση κι η μουσική μαζί με το χορό απαρτίζουν την τριανδρία των ρυθμικών τεχνών. Αν θέλουμε να θυμηθούμε τον διαχωρισμό ανάμεσα στις τέχνες του χώρου και τις τέχνες του χρόνου, τότε οι τρεις ρυθμικές τέχνες είναι οι κατεξοχήν τέχνες του χρόνου. Ο ρυθμός εκτυλίσσεται εν τω χρόνω. Η ειδοποιός διαφορά της ποίησης με τις άλλες δύο ρυθμικές τέχνες είναι πως χρησιμοποιεί τον λόγο. Ποίηση είναι η υψηλότερη έκφανση του ρυθμικού λόγου. Ποίηση είναι λόγος που δεν περπατά, αλλά χορεύει, που δεν μιλά, αλλά τραγουδά (ακόμα κι όταν μόνον απαγγέλλεται).

Από την άλλη μεριά, το περίφημο ρητό ut pictura poesis υπαινίσσεται μια βαθύτερη ομοιότητα ανάμεσα στην ποίηση και τη ζωγραφική. Πράγματι, τόσο η ποίηση όσο κι η ζωγραφική απεικονίζουν. Η εικονοπλαστική δύναμη χαρακτηρίζει και των δυο τεχνών την ουσία. Δεν θα δυσκολευόμαστε, άλλωστε, να απαριθμήσουμε κάμποσους ποιητές-ζωγράφους ή ζωγράφους-ποιητές.

Ωστόσο, οι εικόνες της ποίησης και της ζωγραφικής είναι ριζικά διαφορετικές. Η πρώτη διαφορά μεταξύ τους είναι αυτονόητη. Οι εικόνες της ποίησης υφίστανται μόνο στη φαντασία. Οι εικόνες της ζωγραφικής έχουν υπόσταση υλική. Η δεύτερη διαφορά αφορά στον δυναμικό χαρακτήρα της ποιητικής εικονοποιίας, σε αντίθεση με τη στατικότητα που διακρίνει τη ζωγραφική. Στην ποίηση η εικόνα αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο. Αν η ζωγραφική αποσπά τις εικόνες από τη ροή του χρόνου, παγώνει τον χρόνο, η ποίηση αποδίδει την αέναη μεταβολή των εικόνων μέσα στον χρόνο.

Η ποιητική εικόνα όμως κάνει πολύ περισσότερα: συνενώνει τις διεστώσες όψεις του κόσμου, συναιρεί το συγκεκριμένο και το αφηρημένο, το αισθητό και το νοητό, το ορατό και το αόρατο. Μέσα σε μια ποιητική εικόνα τέμνονται διαφορετικά επίπεδα του πραγματικού. Σε ετούτο δεν μπορεί να τη μιμηθεί καμιά τέχνη. Έτσι η ποίηση παρομοιάζει τον πολεμιστή που πεθαίνει με λουλούδι που λυγίζει από τις στάλες της βροχής ( Όμηρος), τους καθρέφτες με παγωμένο νερό ή κάθετες λίμνες (Μαλλαρμέ, Ρίτσος) το μάτι με ναό της Αθηνάς ( Βαλερύ). Μόνο στην ποίηση ο χρόνος από τον πολύ ουρανό κυλάει ρόδινος (Ελύτης), το κερί της αθανασίας λιώνει (Μαντελστάμ) κι ένα νεκρό αγαπημένο σώμα μεταμορφώνεται σε «αρχάγγελο της παγωνιάς» (Λόρκα).

Επομένως, μπορούμε εξ ίσου να ορίσουμε την ποίηση ως την υψηλότερη μορφή του εικονοπλαστικού λόγου.

Οι δύο αυτοί ορισμοί δε αλληλοαναιρούνται, αλλά συμπληρώνονται . Το εικονοπλαστικό και το ρυθμικό στοιχείο αντιπροσωπεύουν τους δύο πόλους της ποιητικής δημιουργίας, που βέβαια, στις επιμέρους πραγματώσεις της σπάνια διατηρούνται ισοδύναμοι, αφού άλλοτε υπερισχύει ο ένας κι άλλοτε ο άλλος.

Βέβαια, η ποίηση, μιας και χρησιμοποιεί τον λόγο, συμμερίζεται όλες τις δυνατότητές του. Έτσι μπορεί να στοχάζεται, να αφηγείται, να εκφράζει τα πάθη, τις λαχτάρες και τους καημούς των ανθρώπων. Η ποίηση μπορεί να γίνει ο καθρέφτης όλου του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου.

Πιστεύω όμως πως οι εικόνες κι ο ρυθμός (ο ισχυρότερος συμπυκνωτής του λόγου) συνιστούν τα δύο μεγαλύτερα όπλα και θέλγητρα της ποίησης. Όλα τα υπόλοιπα ( σκέψεις, αισθήματα, ιστορίες κτλ.) μεταμορφώνονται σε ποίηση, όταν τα αγγίξει η μαγεία των ρυθμών και των εικόνων. Ο στοχαστικός πεζογράφος θα μας πει πως ο θάνατος εμφωλεύει στην ίδια την καρδιά της ζωής. Μόνο όμως ένας ποιητής θα πει «μύρισα τον θάνατο σ’ ένα ρόδο» (Έλιοτ). Αν συναιρούσαμε τους δύο ορισμούς σε έναν θα λέγαμε πως ποίηση είναι το ρυθμικό όραμα του κόσμου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

(Δείτε το δεύτερο μέρος)

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

Don_Quijote.png

Μπουρνάζι

Σε γνώρισα ένα βράδυ δακρυσμένο
(βροχή είχε αρχίσει)
Είχες παράνομα το αμάξι σταθμευμένο
και με είχες κλείσει

Άφησα post it στον υαλοκαθαριστήρα
νεύρα γεμάτο
μα όταν σε είδα έδειξα άλλο χαρακτήρα
πιο πιπεράτο

Γέλασα και σου είπα δεν πειράζει
θα περιμένω
Έτσι όπως έχει γίνει το Μπουρνάζι
καταλαβαίνω

Μου γέλασες κι εσύ πίσω απ’ το τζάμι
(κόπηκε η ανάσα)
Βρήκατε κίνηση καθόλου στο ποτάμι;
(ρίχνω την πάσα)

Δείχνεις διάθεση να συνεχίσεις την κουβέντα
(Τράβηξα άσσο!
Κοίτα να δεις που απόψε έχω ρέντα
μη με ματιάσω…)

Σκοπεύετε να βγείτε από το αμάξι;
(Θεέ μου ευφράδεια!)
Πριν απαντήσεις ήδη είχα αρπάξει
χωρίς καν άδεια

την πόρτα και τραβούσα σαν τανάλια
που είχε σφίξει
Δεν άνοιγε… Αν δε βγάλω την ασφάλεια
λες δε θ’ ανοίξει…

Α! Η ασφάλεια λέω αμήχανα λιγάκι…
Και κοκκινίζω
Βλέπεις εγώ οδηγάω μηχανάκι
Πού να γνωρίζω…

–Τι!!! Δεν είναι δικιά σου η SLK?
Σε άλλον ανήκει;
–Σε άλλον ασφαλώς. Εγώ έχω χρέη
Κι ούτε για… νοίκι…

Αααα λες εσύ απότομα με ύφος
σκοτεινιασμένο
και αφού το έπιασα το νόημα πως τζίφος
δεν επιμένω

Γυρίζω σπίτι. Βρέχει! Ματαιώθηκε
το όνειρο πως θα ’μαστε μαζί
Και το παπάκι σάμπως να πληγώθηκε
με άφησε στο δρόμο από μπουζί…

~ . ~

Passa Tempo

Δεν τον ενδιέφερε τι θ’ απογίνει
Όλοι του λέγανε να κάνει κράτει
μα εκείνος νόμιζε πως είχε σμήνη
μπροστά τα χρόνια του και ασέλωτο άτι

για να καλπάσει στης γης τα πέρατα
και να γνωρίσει άλλους ανθρώπους
(λες και δεν το ’ξερε πως απ’ τα κέρατα
ο ταύρος πιάνεται σ’ όλους τους τόπους…)

Θεριό ανήμερο! Χέρια τεράστια
και με ένα πείσμα που λυγίζει ατσάλι
Απ’ τα παράλια ως τα προάστια
ολοι τον ξέρανε. Τον μάθαν κι άλλοι…

Τα βράδια σέλωνε το μαύρο άλογο
Και το ξημέρωμα άραζε λίγο
Έκανε μόνος του κάποιο διάλογο
Κι ύστερα έλεγε: «ώρα να φύγω»

Θέριζε θάλασσες, όργωνε όρη
Ετρωγε γλένταγε χόρευε κι όταν
σπάνια έφτανε στο «μη προχώρει»
σαν τους ληστές κι αυτός λαγοκοιμόταν

Σπηλιές κατοίκησε και ουρανοξύστες
Το κρύο ρούφαγε κι έβγαζε λίβα
«Κόλλησε» κάποτε με κάτι αρτίστες
(μάλιστα τα ’μπλεξε και με μια diva)

Παιδιά δεν έκανε (ή δεν του το ’πανε)
–και να του λέγανε, αυτός χαμπάρι–
(κάποτε του ’πε μια «δικό σου κόπανε»
μα έλεγε ψέματα να τον τουμπάρει)

Μα αυτά τα ζόρικα γίναν’ παλιότερα
Τα χρόνια φύγανε σαν τους τουρίστες
Κι αυτός –στον κάμπο πια– θυμάται κότερα
Και τους που είπαμε –πιο πριν– αρτίστες

Σε κάποια -ήντα του στροφή επιτόπια
Και τόσο που άντεξε; – τι λέτε τώρα!–
καλλιέργεια έβαλε με ηλιοτρόπια
«Το πα-σα-τέ-μπο σου να φεύγει η ώρα…»

Και ψάχνει μόνος του να βρει το φταίξιμο
Φταίει που δεν άκουσε τι λέγαν’ οι άλλοι;
Όμοια κατάσταση (Θε μου τι μπλέξιμο)
Κι εμένα σήμερα με βρήκε πάλι…

Εκεί που μόνος μου έτρωγα ηλιόσπορους
(παππού τα τσίμπησες πάλι στο αλάτι…)
πώς αναζήτησα θάλασσες, Βόσπορους
κι ένα ξεσέλωτο που είχα άτι…

~ . ~

Θησαυρός

Είχα παλιά ένα θησαυρό.
Τον έχω χάσει.
Ψάχνοντας χρόνια να τον βρω
έχω γεράσει.

Ανοίγω χάρτες και κοιτώ
τα άστρα πάνω.
Τόσο, που μοιάζει περιττό
ό,τι κι αν κάνω.

Έχω στα χέρια μου σφιχτά
–σα να φοβάμαι–
φανό. Και φώτα ανοιχτά
όταν κοιμάμαι.

Διανύω ασθμαίνοντας κι εγώ
όνειρα, λύπες
και ψάχνοντας φωταγωγό
ανοίγω τρύπες…

Τρύπες στα χέρια. Στο κορμί.
Στο πρόσωπό μου.
Μέχρι να έρθει μια  ρωγμή
σα ριζικό μου.

Να καταπιεί όσα μπορεί
ώστε ένα βράδυ
να εκβάλει ο Αχέροντας με ορμή
καίγοντας λάδι

καίγοντας μνήμες καταργώντας
μέλλον κάποιο
να με εκβάλει εκεί γελώντας
τρύπιο. Σάπιο.

Κι εκεί μετά την εκβολή
σε κάθε τρύπα
λουλούδι –σαν παραβολή–
για ό,τι δεν είπα.

Είχα παλιά ένα θησαυρό.
Φωτιές μου βγάζει.
Τώρα, ακόμα κι αν τον βρω
πια δε με νοιάζει…

~ . ~

Τι τού κάναν του Μάη

Στην απέναντι όχθη
κάποιοι απρόσωποι μόχθοι παράμερα
δε γκρινιάζουν καθόλου
και γιορτάζουν του κώλου τα εννιάμερα

(Οι σιωπές ολοένα
με φλερτάρουν –ωϊμένα– αδυσώπητα
την καρδιά μου θα σφίξω
και μετά θα τους ρίξω χυλόπιτα)

Κι ένα ολόμαυρο πλοίο
σαν του Απρίλη αστείο (ε)μπάρκαρε
μα με άφησε –άκου–
να φωνάζω του κάκου «μια βάρκα ρε!»

Τα υπερπόντια ταξίδια
θα τα κάνω με ξύδια στο σπίτι μου
κι όταν γίνω κουρούπα
θα περάσω δυο ούπα στη μύτη μου

να κρεμάσω στεφάνι
–Αχ! βρε Μάη ποιος σε πιάνει και χαίρεται;–
Ποιος αγύρτης ζητιάνος
Ποιος θεός τσαρλατάνος. (Τον ξέρετε; )

(Η σιωπή περισσεύει
Όλο λέξεις μου κλέβει και πάει
Τις σκορπάει τις πετάει
κι έτσι δεν απαντάει
τι του κάναν’ του Μάη και βρομάει…)

~ . ~

Αχ Πατέρα!

Θα ανέβω ψηλά να κοιτάξω καλά προς τα κάτω
Ο καιρός πάει αλλιώς μη γνωρίζοντας ποιος πιάνει πάτο
Το δικό μου σταυρό καρφωμένο όταν βρω σε ένα λόφο
Με σκισμένο βρακί να ανέβω εκεί έχω στόχο

Από κάτω οι πιστοί –κάποιοι θα ’χουν πιαστεί– κάποιοι άλλοι
Θα κοιτάζουν ψηλά για να δούνε καλά ποιο κεφάλι
ποιο κεφάλι αδειανό –αιωνίως κενό– με στεφάνια
δίνει τόπο εκεί που ο –ποιος λες;– κατοικεί στην αφάνεια

Κι όταν όλοι μαζί –άντε πάλι χαζοί– βγάλουν άκρη
Το ένα μάτι μου θα επιλέξει ορθά κάποιο δάκρυ
να αφήσει να βγει μπας και ανθίσει στη γη άλλο χρώμα
που τα τόξα αυτηνής δεν αρκούν –τι να πεις μάταιο στόμα…–

Με τα χέρια ανοιχτά τα ποδάρια πλεχτά σαν κουλούρι
Την κοιλιά μου γυμνή –τέτοιο ωραίο κορμί κελεπούρι–
Ταλαντώσεις στο φως η εντολή του πατρός μία κι έξω
Δεν το ήθελα μα κοίτα τώρα –που να!– πάω να μπλέξω

Το στεφάνι εκεί. Βασιλιάς –μου αρκεί τόσο λίγο;–
Με ένα θαύμα μικρό –πριν με πάρουν νεκρό– λέω να φύγω
Δίπλα δυο –κι εγώ τρεις– σχηματίζουμε ευθύς μια τριάδα
Τρεις σταυροί –κι όποιος βρει τι σημαίνει– θα πιει λεμονάδα

Το ποτήρι βαθύ –τώρα πώς και γιατί να το αδειάσω–
με μια μπίρα ξανθιά –πιο καλά θα ’ταν να– ξεδιψάσω
Μα εσύ δυστυχώς μια ζωή αυστηρός δε με αφήνεις
Τι κατάλαβες –πες– –Έχεις μάτια; Για δες πού με δίνεις–

Μαλακία εντολή και αυτή η στολή που φοράω
με ενοχλεί αρκετά γιατί πρέπει σφιχτά να κρατάω
το πανί που εκεί έχω αντί για βρακί πέρα ως πέρα
Τι θα πουν οι πιστοί -αν ότι έχω χεστεί– δουν πατέρα;

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

cf83cf84ceb9cf87ceaccebaceb9ceb1cf82-ceb3ceb9ceaccebdcebdceb7cf82-cebccf80ceb5cebbceb5cf83ceb9cf8ecf84ceb7cf821

Ένας σκύλος δεμένος στην αυλή του αφέντη του και άλλες παπαδιαμαντικές παραβολές

Giacomo_Balla,_1912,_Dynamism_of_a_Dog_on_a_Leash,_oil_on_canvas,_89.8_x_109.8_cm,_Albright-Knox_Art_Gallery.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στην αρχή του παπαδιαμαντικού διηγήματος «Όνειρο στο κύμα», ο αφηγητής παρομοιάζει την κατάστασή του μ’ ένα σκυλί δεμένο στην αυλή του αφεντικού του:

Καθὼς ὁ σκύλος, ὁ δεμένος μὲ πολὺ κοντὸν σχοινίον εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ αὐθέντου του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γαυγίζῃ οὔτε νὰ δαγκάσῃ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀκτῖνα καὶ τὸ τόξον τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ κοντὸν σχοινίον, παρομοίως κ᾽ ἐγὼ δὲν δύναμαι οὔτε νὰ εἴπω, οὔτε νὰ πράξω τίποτε περισσότερον παρ᾽ ὅσον μοῦ ἐπιτρέπει ἡ στενὴ δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προϊσταμένου μου.[1]

Ο ήρωας του διηγήματος, φτωχός υπάλληλος στο γραφείο μεγαλοδικηγόρου και πολιτευτή της Αθήνας, αισθάνεται δέσμιος του εργοδότη του. Δεν μπορεί να πει ή να πράξει κάτι περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπει η υπαλληλική του ιδιότητα. Στο τέλος του διηγήματος, αφού αναπολήσει την ευτυχία και την ελευθερία της νεότητάς του στα βουνά της πατρίδας του και τον έρωτά του για τη Μοσχούλα, επιστρέφει στη σκληρή τωρινή πραγματικότητα:

Καὶ τώρα, ὅταν ἐνθυμοῦμαι τὸ κοντὸν ἐκεῖνο σχοινίον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχοινιάσθη κ᾽ ἐπνίγη ἡ Μοσχούλα, ἡ κατσίκα μου, καὶ ἀναλογίζωμαι τὸ ἄλλο σχοινίον τῆς παραβολῆς, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεμένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη του, διαπορῶ μέσα μου ἂν τὰ δύο δὲν εἶχαν μεγάλην συγγένειαν, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ὡς «σχοίνισμα κληρονομίας» δι᾽ ἐμέ, ὅπως ἡ Γραφὴ λέγει.[2]

Το συγκεκριμένο χωρίο και ιδιαίτερα η λέξη παραβολή έχουν προκαλέσει αρκετό πονοκέφαλο στους μελετητές του Παπαδιαμάντη. Ποια είναι η παραβολή στην οποία αναφέρεται ο Παπαδιαμάντης; Και γιατί την αναφέρει εδώ;

~.~

Ήδη στην κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, στο υπόμνημα παραλλήλων, προτείνεται ως πιθανή πηγή το χωρίο Παροιμιών 7,22. Εκεί διαβάζουμε:

ὁ δὲ ἐπηκολούθησεν αὐτῇ κεπφωθείς,
ὥσπερ δὲ βοῦς ἐπὶ σφαγὴν ἄγεται
καὶ ὥσπερ κύων ἐπὶ δεσμοὺς

κι εκείνος έπεσε στην παγίδα και την ακολούθησε,
όπως ακριβώς ένα βόδι που οδηγείται στη σφαγή
και σαν σκυλί δεμένο

Ο βιβλικός συγγραφέας αφηγείται μια σκηνή αποπλάνησης. Ο «κεπφωθείς» άντρας ακολουθεί την πλανεύτρα σαν ζώο που το πάνε για σφάξιμο και σαν σκυλί δεμένο. Ούτε το περιεχόμενο του χωρίου ούτε και η έκφραση φαίνεται να ταιριάζουν με το παπαδιαμαντικό κείμενο. Ο Παπαδιαμάντης δε μιλά για τη θανάσιμη γοητεία κάποιας γυναίκας· εκτός αν θεωρήσουμε ότι εννοεί τη Μοσχούλα, πως τάχα εκείνη τον κρατούσε δεμένο σαν σκυλί. Κάτι τέτοιο όμως δε συμφωνεί με το γενικό νόημα του διηγήματος. Επιπλέον, ο συγγραφέας των Παροιμιών κάνει λόγο απλώς για «δεμένο σκυλί», χωρίς να αναφέρεται κανένας αφέντης που το έχει δέσει στην αυλή του.

Με την ερμηνεία του παπαδιαμαντικού χωρίου ασχολείται επίσης η Αγγέλα Καστρινάκη στην πρόσφατη μελέτη της «Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη».[3] Σύμφωνα με την Καστρινάκη, το «αίνιγμα του σχοινιού» είναι ο

πιο δύσκολο[ς] γρίφο[ς] που μας ζητά να λύσουμε ο συγγραφέας. Στο κείμενο γίνεται λόγος για κάποια παραβολή, κάτι τέτοιο ωστόσο δεν απαντά στην Καινή Διαθήκη (στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε ένα χωρίο με άνθρωπο που άγεται στη μοιχεία σαν σκύλος, αλλά δεν αντιστοιχεί στα δικά μας δεδομένα με το κοντό σχοινί). Ίσως λοιπόν να πρόκειται για έναν μύθο του Αισώπου, όπου πράγματι ένας σκύλος είναι δεμένος με κοντό σχοινί. Συγκεκριμένα: ισχνός λύκος συναντά καλοθρεμμένο σκύλο στο υποστατικό του αφέντη του, ο δεύτερος όμως του δείχνει το λουρί του και του εξηγεί με θλίψη πού οφείλεται η καλοταϊσμένη όψη του.[4]

Η Καστρινάκη, όπως κι εμείς παραπάνω, απορρίπτει τη συγγένεια του παπαδιαμαντικού χωρίου με το παλαιοδιαθηκικό. Αντιπροτείνει έναν μύθο του Αισώπου, αν και διατηρεί τις αμφιβολίες της: «Ο αφηγητής μας δεν λέει βέβαια ακριβώς αυτό».[5]

Κατά την άποψή μας, το ερμηνευτικό αδιέξοδο οφείλεται στη λανθασμένη εξήγηση της λέξης παραβολή. Η Καστρινάκη, όπως πιθανόν προηγουμένως και ο Τριανταφυλλόπουλος, αποδίδουν στην παραβολή την έννοια του μύθου, της αλληγορικής διήγησης, την έννοια δηλαδή που έχει η παραβολή στο Ευαγγέλιο. Η παραβολή όμως δεν έχει μόνο αυτή τη σημασία. Παραβολή σημαίνει και σύγκριση, αντιπαραβολή, παραλληλισμός και, συνεπώς, παρομοίωση. Στο σχετικό λήμμα του Λεξικού Δημητράκου διαβάζουμε:

παραβολή (ἡ) κ. μσν., νεώτ. κ. δημ., παράθεσις πρὸς σύγκρισιν, ἀντιβολή, ἀντιπαραβολή […] 2) σύγκρισις, παραλληλισμός, ἀναλογία […] 3) π. ρήτορσι, παρομοίωσις, ὁμιλία περιέχουσα παραστάσεις γνωστῶν καὶ συμβαινόντων πραγμάτων […] 4) κ. μσν., νεώτ. κ. δημ., ἀλληγορική ἁπλῆ διήγησις ἐκ τοῦ καθόλου βίου πρὸς εἰκονικὴν παράστασιν ἠθικῆς τινος διδασκαλίας, γεν. λόγος τροπικῶς καὶ εἰκονικῶς ἐκφερόμενος δι’ ἀλληγοριῶν καὶ παροιμιῶν […]

Η πρώτη και κύρια σημασία της παραβολής είναι η σύγκριση και η παρομοίωση, και μόλις η τέταρτη σημασία είναι η αλληγορική διήγηση. Με αυτή τη σημασία, της παρομοίωσης, χρησιμοποιεί, κατά τη γνώμη μας, τη λέξη ο Παπαδιαμάντης. Προς επίρρωσιν του συλλογισμού μας θα ανατρέξουμε, στη συνέχεια, σε άλλα σημεία του παπαδιαμαντικού corpus όπου συναντούμε τη λέξη παραβολή.

Το πρώτο τέτοιο σημείο βρίσκεται στη Γυφτοπούλα, όπου διαβάζουμε:

Τρίτον ἡ Ἀϊμὰ παραβάλλεται μὲ Νεράϊδα, «μίαν τῶν ὡραίων, πονηρῶν καὶ τρομερῶν ἐκείνων νυμφῶν, δι᾽ ὧν ἡ φαντασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ οἰκίζει μέχρι τῆς σήμερον πάντα τὰ σπήλαια καὶ τοὺς δρυμῶνας». Ὅσον λαμπρὰ καὶ ἂν φαίνεται ἡ παραβολὴ αὕτη, κατ᾽ ἐμέ, εἶναι ἄκαιρος καὶ ἀπροσφυής.[6]

Ο συγγραφέας καταγγέλλει την παρανάγνωση ενός επίδοξου μεταφραστή της Γυφτοπούλας, ο οποίος παρομοιάζει την πρωταγωνίστρια Αϊμά με νεράιδα και νύμφη. Η παρομοίωση (παραβολή) αυτή, μας λέει, μπορεί να φαίνεται λαμπρή, αλλά είναι άκαιρη και ακατάλληλη. Όπως είναι φανερό, η παραβολή δε θα μπορούσε εδώ να έχει την έννοια της αλληγορικής διήγησης.

Το δεύτερο χωρίο που μας ενδιαφέρει είναι από τη «Μαυρομαντηλού». Εκεί ο ξάδερφος του αφηγητή Γιαννιός έχει το ωραιότερο περιβόλι στο χωριό:

Ὁποῖον λαμπρόν, ἀχανές, μεγαλοπρεπὲς περιβόλι! Καὶ πόσον δίκαιον εἶχεν ὁ θεῖος Ὅμηρος νὰ θέσῃ ἐκ παραλλήλου τὰς δύο παραβολὰς τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ἀγροῦ μὲ τοὺς κομῶντας ἀστάχυς!

Κινήθη δ᾽ ἀγορὴ φὴ κύματα μακρὰ θαλάσσης
πόντου Ἰκαρίοιο, τὰ μὲν τ᾽ Εὖρός τε Νότος τε
ὤρορ᾽ ἐπαΐξας πατρὸς Διὸς ἐκ νεφελάων·
ὡς δ᾽ ὅτε κινήσῃ Ζέφυρος βαθὺ λήϊον ἐλθών,
λάβρος ἐπαιγίζων, ἐπὶ τ᾽ ἠμύει ἀσταχύεσσιν,
ὣς τῶν πᾶσ᾽ ἀγορὴ κινήθη…
[7]

Σύμφωνα με τον Παπαδιαμάντη, ο Όμηρος παραθέτει δίπλα δίπλα δύο παραβολές στο συγκεκριμένο απόσπασμα από την Ιλιάδα, μία παραβολή «τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης» και μία παραβολή «τοῦ ἀγροῦ μὲ τοὺς κομῶντας ἀστάχυς». Το απόσπασμα προέρχεται απ’ τη ραψωδία Β, στ. 144-149. Ο Πολυλάς το μεταφράζει ως εξής:

κι ὅλη ἐκινήθ’ ἡ σύνοδος σὰν τοῦ ᾽Ικαρίου πόντου
τ’ ἀγριωμένα κύματα ποὺ ὁ Νότος μὲ τὸν Εὖρον
ἀπὸ τὰ νέφη τοῦ Διὸς ὁρμώντας τὰ σηκώνουν·
ἢ ὅπως τὸ βαθὺ σπαρτὸ μ’ ὅλα τὰ στάχυα κλίνει,
ἂν ἔλθη ξάφνου Ζέφυρος σφοδρὸς νὰ τὸ κινήση,
ὅμοια κινήθ’ ἡ σύνοδος […]

Ο Όμηρος παρομοιάζει τη σύναξη των Αχαιών, που ορμά ασύντακτα και ασυγκράτητα προς τα πλοία, πρώτα με αγριεμένα κύματα που ξεσηκώνονται απ’ τους ανέμους Νότο και Εύρο, και στη συνέχεια με στάχυα που γέρνουν όταν τα φυσά ο Ζέφυρος. Ο Παπαδιαμάντης, επομένως, ονομάζει εδώ παραβολές τις ομηρικές παρομοιώσεις, και όχι βέβαια κάποιες ανύπαρκτες αλληγορικές διηγήσεις.

Ας αναφέρουμε, τέλος, το πιο εύγλωττο, κατά τη γνώμη μας, χωρίο, που αποσαφηνίζει πλήρως την έννοια της παραβολής στον Παπαδιαμάντη:

Δὲν ἦτο ἀνάγκη, φίλε, νὰ ζητήσῃς τόσον πλάτος καὶ βάθος εἰς τὴν ἄκακον ἐκείνην παρομοίωσιν τῆς Νέας. […] Καὶ ὁ μὲν διευθυντὴς τῆς Νέας μὲ παρέβαλε τοὐλάχιστον μὲ διηγηματογράφους, σὺ δέ, θέλων ὁπωσδήποτε ν᾿ ἀντικαταστήσῃς παραβολὴν διὰ παραβολῆς καὶ μὴ εὑρίσκων κανένα διηγηματογράφον οὔτε δευτέρας οὔτε τρίτης οὔτε ἐσχάτης τάξεως, πρὸς ὃν νὰ μὲ κρίνῃς ἄξιον προσεγγίσεως, τελευτῶν μὲ παρέβαλες, πλαγίως καὶ ὑπόπτως καὶ ἑλικοειδῶς, μὲ ἕνα… ᾀσματογράφον! Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ὁμοιάζω μὲ κάποιον;[8]

papadiamantis-kontogloyΟ διευθυντής της Νέας Εφημερίδος διαφήμισε σε κάποιο φύλλο τον συνεργάτη του Παπαδιαμάντη παρομοιάζοντάς τον με τον Πόε και τον Ντίκενς. Κάποιος αναγνώστης, που υπέγραφε ως Ζ., διαμαρτυρήθηκε για την υπερβολή της παρομοίωσης, και ο Παπαδιαμάντης του απαντά με τα παραπάνω λόγια. Εδώ η ταυτοσημία και η εναλλαξιμότητα παρομοίωσης και παραβολής είναι ολοφάνερη. Στην αρχή χαρακτηρίζει το σχήμα του διευθυντή «παρομοίωσιν» και λίγο παρακάτω «παραβολήν». Κατηγορεί τον επιστολογράφο ότι αντικαθιστά «παραβολὴν διὰ παραβολῆς», δηλαδή παρομοίωση με παρομοίωση, και ότι τον «παρέβαλε», δηλαδή τον παρομοίασε, με ασματογράφο. Και για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία, αρνείται τελικά ότι «ὁμοιάζει» με κάποιον άλλο συγγραφέα. Δηλαδή, ζητά να μην παρομοιάζεται με κανέναν.

Ας επιστρέψουμε τώρα στο «Όνειρο στο κύμα». Στο τέλος του διηγήματος, ο αφηγητής θυμάται το σχοινί απ’ το οποίο «ἐσχοινιάσθη κ᾽ ἐπνίγη» η αγαπημένη του κατσικούλα και το «σχοινίον τῆς παραβολῆς, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεμένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη του», δηλαδή το «σχοινί της παρομοίωσης», της παρομοίωσης που έκανε ο ίδιος στην αρχή του διηγήματος. Και το ένα σχοινί και το άλλο είναι σημάδια της προσωπικής του δυστυχίας. Το ένα σχοινί σηματοδοτεί το τέλος της ευτυχίας του: με την απώλεια της Μοσχούλας, της αγαπημένης του κατσικούλας, συνδέεται η απώλεια της ομώνυμης κοπέλας, με την οποία ήταν απόλυτα ερωτευμένος, και η έξοδος από τον Παράδεισο. Το δεύτερο σχοινί είναι σημείο της τωρινής του δυστυχίας, της αιχμαλωσίας του στον σύγχρονο, αστικό τρόπο ζωής και στον υπαλληλικό καταναγκασμό. Δεν μπορεί να πάει πουθενά, δεν μπορεί να μιλήσει ή να πράξει αυτοβούλως.

Έτσι, τα δύο σχοινιά τού φέρνουν στον νου το «σχοίνισμα κληρονομίας» που αναφέρει η Βίβλος. Σχοίνισμα κληρονομίας είναι ο κλήρος, το μέρος γης που κληρονομεί κάποιος. Ο Παπαδιαμάντης παίζει με τις λέξεις σχοινί και σχοίνισμα αξιοποιώντας την ετυμολογική συγγένειά τους. Ταυτόχρονα, υπαινίσσεται την πικρή κληρονομιά του, που εικονίζουν αυτά τα δύο σχοινιά. Η ζωή του κύλησε απ’ την ευτυχία του Παραδείσου –στον οποίο ζούσε κατά τη νεότητά του– στην τωρινή δυστυχία και Κόλαση, απ’ την ελευθερία στη δέσμευση και στην αιχμαλωσία. Ο πνιγμός της Μοσχούλας και το δέσιμο του σκυλιού είναι παρομοιώσεις της δυστυχίας στην οποία ζει τώρα ο ίδιος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

*Ο υπογραφόμενος οφείλει θερμές ευχαριστίες στον Μιχάλη Καρδαμίτση για τις υποδείξεις του και τη βοήθειά του.

[1] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, κριτ. έκδ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, τόμ. Γ΄, Δόμος, Αθήνα 1984, σελ. 262.

[2] Ό.π., σελ. 273.

[3] Η μελέτη περιλαμβάνεται ως επίμετρο στην ανθολογία: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον… Διηγήματα ερωτικά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σελ. 173-439.

[4] Ό.π., σελ. 267-268.

[5] Ό.π.

[6] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, ό.π., τόμ. Α΄, σελ. 633.

[7] Ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 154.

[8] «Απάντησις εις τον Ζ. της “Εφημερίδος”», Άπαντα, ό.π., τόμ. Ε΄, σελ. 315-316.

(Πίνακας: G. Balla, Dinamismo di un cane al guinzaglio, 1912)