«Στη λογοτεχνία όλα μπορούν να συμβούν», φτάνει να το θελήσει ο συγγραφέας

Δημήτρη Καρακίτσου
Δον Υπαστυνόμος
Αθήνα, Αντίποδες, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα πεζά έργα του Καρακίτσου είναι, μεταξύ άλλων, παιγνιωδώς αλληγορικά, σουρεαλιστικά σατιρικά και βαθιά αυτοαναφορικά· φαινομενικά “περίεργα”. Εντούτοις, κατακτώντας την καθολικότητα (της ανθρώπινης περιέργειας, των συναισθηματικών εντάσεων, του χιούμορ, της παραδοχής, της ταύτισης, του καλλιτεχνικού συμβεβηκότος) τα ειδολογικά οριακά έργα του Καρακίτσου αφορούν κάθε αναγνώστη, ακόμα και αν αυτά πηγάζουν από τον ανδρικό ψυχισμό (του) και το βίωμα, κατ’ αντιστοιχία του όρου της γυναικείας γραφής ‒ όρου πολυσυζητημένου, πολυερμηνευμένου και πολυπαθούς και βεβαίως όχι ζητήματος που αφορά αυτό το σημείωμα. Αν όμως υπάρχει η γυναικεία γραφή, υπό την αποδεκτή έννοια της γραφής εκείνης που προκύπτει από τη γυναικεία (βιολογική και κοινωνική) εμπειρία και ψυχισμό, υπάρχει βεβαίως και η αντίστοιχης επιχειρηματολογίας ανδρική – θα μπορούσε κανείς εύκολα να σκεφτεί τα χαρακτηριστικά παραδείγματα του Πέτρου Τατσόπουλου και του Θανάση Χειμωνά μέχρι τα πιο πρόσφατα έργα του Άκη Παπαντώνη, του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και του Χρίστου Κυθρεώτη. Στην περίπτωση του Καρακίτσου όμως συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό· θα τολμούσαμε να πούμε ότι η πηγή είναι το στερεοτυπικά “αγορίστικο βίωμα”, που αντλείται εν προκειμένω από τη νοσταλγική εμπειρία των κόμικ, του Μπλεκ, της Περιπέτειας, των αστυνομικών νουάρ των ζεν πρεμιέ, του κυνηγητού, του κρυφτού, της αλάνας.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 4. Οι αποδόσεις του Γιάννη Δάλλα

 

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

(περισσότερα…)

Χρήστος Τουμανίδης, Σπουδή πάνω στο φόβο του εγκλεισμού

~ . ~

ΣΠΟΥΔΗ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

 

( Σ’ ένα δωμάτιο αρχίζει και
τελειώνει ο κόσμος λοιπόν; )

 

*****

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

«ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα, ἡ πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας,
ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα ἡ μπαλκονόπορτα,
ἕνα – δύο – τρία, ἕνα – δύο, ἕν – δυό, ἕν – δυό, ἕν-δυό…
βήματα πού πλησιάζουν ἀνεβαίνοντας τίς βαθμίδες τῆς σκάλας κι ὕστερα
χτυπήματα δυνατά στήν πόρτα.»

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Ἐγκλεισμός», Τά διηγήματα της δοκιμασίας, 2009

1

Η μοναξιά που κάποτε μας έτρεφε,
τώρα μας αρρωσταίνει, λες.
Τεμάχισε τον κόσμο μας στα δυο:
Πραγματικό και νοητό.
Σε φως και σε σκοτάδι.

Λεν τα κοτσύφια, στις κεραίες, το τραγούδι τους,
αλλά εμείς – ακούμε τις Ειδήσεις.
Δεν υπάρχει το ενδιάμεσο εκείνο της ψυχής.
Η φυγή προς το φως.

Μας έκλεισαν, μας κλείδωσαν, και πήραν τα κλειδιά.
Ποιοι; Και γιατί;
Ποιος ξέρει!
Αύριο, νέα μέτρα θα εξαγγελθούν,
με νέους φόβους θα κοιμάσαι. (περισσότερα…)

Το μέλημα στην ψάθα   

 

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

À mon avis, tout le processus à venir de l’humanité
ne sera qu’un rachat des illusions.

Με κάθε έξη χάνει κανείς ένα μέρος της ήδη περιορισμένης του ελευθερίας. Η μανία για τον λογοτεχνικό χρόνο, δηλαδή η μανία για το γράφειν μα όχι για το δημιουργείν, είναι κωλυτική, καθώς πρόκειται για επαναλαμβανόμενη επίδραση του εγώ∙ ο λογοτέχνης καθώς επιδρά εξίσου στον παράγοντα που επιδρά εντός του, την τέχνη του λόγου, δεν υποφέρει από έξη καθώς ο προσωπικός του χρόνος είναι λογοτεχνικός  και ο λογοτεχνικός του χρόνος είναι προσωπικός.

Ο λογοτεχνικός χρόνος διαστέλλεται μόνο εφόσον παύει εκείνη η αναζήτηση έκβασης στο πεδίο της προσωπικής εμπειρίας η οποία δεν είναι λογοτεχνική∙ είναι δηλαδή εμμενής ως προς την καταχρηστικότητα αυτοπαγίδευσης, όπου ο χρόνος ξεκινά διαρκώς στο σημείο μιας βέβαιης, πιθανώς απόλυτης, αυτο-καταβολής: θεμέλιο του προσωπικού χρόνου είναι η προσωπική μνήμη, ενώ ο λογοτεχνικός χρόνος θεμελιώνεται στη συνέπεια, στην επόμενη συνέπεια, δηλαδή στη διαρκή άρνηση για αποκατάσταση, ή ορθότερα, στην αδιαφορία προς  αυτή.

Ο λογοτεχνικός χρόνος δεν διέπεται από δομές και οδηγίες μα από έργο: το έργο εκείνο το οποίο προσδιορίζεται από ελευθερία μη-προσκόλλησης στο καταφερτό ή στο ακατάφερτο της μνήμης. Στη μνήμη κάθε στάση κορυφώνεται ως υποταγή στον προσωπικό χρόνο και στην παραλληλία του προς τον λογοτεχνικό, ο συμβιβασμός στη συνέπεια, όμως, κορυφώνεται ως έργο. Ο λογοτέχνης δημιουργεί επειδή υπόκειται, επειδή δεν καταπέφτει σε έξη, σε εμμένεια έκβασης, σε  κόψιμο του νήματος. Η δημιουργία επεκτείνει διαρκώς τα όρια της λογοτεχνικής κούρσας, τόσο προς την αφετηρία της όσο και προς τον τερματισμό της.

Το σημείο θεμελίωσης είναι ένα σημείο κατειλημμένο, η λογοτεχνία κρινόταν απ’ αυτό το σημείο μέχρις ότου ο λογοτεχνικός χρόνος ξεπεράστηκε οριστικά από τη λογοτεχνική δημιουργία της οποίας το σημείο θεμελίωσης παρέμεινε κενό ή κατέστη μεταβαλλόμενο. Αυτή η νέα διάρκεια (την ονομάζω προχείρως έτσι) άρχισε να καταγράφεται σταδιακά στη διάρκεια των δύο πρώτων δεκαετιών του μοντερνισμού. Η νέα αυτή διάρκεια εξακολουθεί, λειτουργεί, σε ένα ελάχιστο ποσοστό της παγκόσμιας λογοτεχνικής παραγωγής.

Όχι μόνο το βάθος μα και η εγκυρότητα της μνήμης προκύπτουν από τον συμβιβασμό ενός εγώ εντός προσωπικού χρόνου. Εντός λογοτεχνικού χρόνου οι πραγματικότητες τόσο του εγώ όσο και της μνήμης* είναι ανώδυνες, εννοώ πως είναι πάντοτε τόσο πρόσφορες, ευάρμοστες, καθώς προβάλλουν εκείνο που μπορεί να μοιραστεί κανείς εφόσον αρνείται να ομολογήσει πως το εγώ καραδοκεί πίσω ή κάτω από κάθε αράδα∙ ένα εγώ υποτίθεται «λογοτεχνικό» παρότι, πλέον, το βασικότερο από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας, και δη της ποίησης, είναι το φανέρωμα ενός ήδη ανασυρμένου εγώ και η καταστροφή του, ώστε να υπάρξει τέχνη  λόγου, ειδάλλως δεν πρόκειται για λογοτεχνία μα για αξιακό αγερμό.

Πρόκειται για κλονισμό, λοιπόν, όταν εκκινεί κανείς για το έργο, ή για «λογοτεχνική τοποθέτηση», εφόσον το εγώ έχει, τουλάχιστον, παραμεριστεί; Λέω πως το ζήτημα σε μια τέτοια εκκίνηση είναι ο κλονισμός. Δεν είναι τα όσα διακρίνει κανείς σε κάποιο είναι μα σε κάποιο γίγνεσθαι: ο άνθρωπος γίνεται δημιουργός μόνο σαν γνωρίζει το πώς και το γιατί δεν επιτρέπει στον εαυτό του να παραμείνει απλά άνθρωπος, να εξακολουθεί, δηλαδή, στην ειδωλική πολυτέλεια ενός ναι και ενός όχι για καθετί, να παραμένει δεσμευμένος στις εγκρίσεις ή στις απορρίψεις μιας ζωής της οποίας η ουσιαστικότητα εξαρτάται από την αναγκαιότητα της εναλλαγής του ναι και του όχι. Η εμφάνιση μιας τέτοιας εξακολούθησης καθιστά ένα κείμενο μη λογοτεχνικό, όσο και αν επιμένουν σχεδόν άπαντες, πλέον, πως συμβαίνει το αντίθετο.

Ο αγώνας του ανθρώπου γίνεται για τη ζωή, παρόλα αυτά δεν είναι τόσο άμεσος μήτε τόσο ειλικρινής κανείς με τη ζωή όσο είναι με τον θάνατο. Η δημιουργία, η λογοτεχνία στην προκειμένη περίπτωση, ταυτίζεται με μια κατηγορηματικότητα απο-τελείωσης.

Ο λογοτέχνης, λοιπόν, απορρίπτει τη μνήμη, δεν διέπεται από εθισμό, από την ανάγκη ενός θεμελιακού σημείου μνήμης, δηλαδή από κάποια αξίωση χρόνου. Στη λογοτεχνία τα πάντα έχουν καταποντιστεί, έχουν  καταργηθεί, το μόνο που διαρκώς απομένει είναι το όριο ενός έργου το οποίο υπόκειται στο ξεπέρασμά του.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Πρώτο χέρι, Μετς 2006
Δεύτερο χέρι, Παρίσι 2012

* Στη λογοτεχνία όταν μιλάμε για μνήμη εννοούμε ένα εύρος πνευματικής άλωσης της συνείδησης, μια διάφορη διανοητική κατάσταση, όχι απλώς προσωπικές ή κοινωνικές μνήμες, ροπές, αναμνήσεις.

 

 

 

 

Ελένη Χαΐμάνη, Ήλιος

~.~

Η απόφαση ν’ ανέβει κάποιος το βουνό δεν πρέπει να παίρνεται ελαφρά τη καρδία. Πρέπει να καταλαγιάζει μέσα μας η στιγμή, η σωστή ώρα που θ’ αντικρίσουμε το τραύμα.

Βλέπετε, η θάλασσα με τις μεγάλες εκτάσεις σπαρμένες τούφες θαλασσινού αφρού, με το νερό που την καλύπτει σαν αγκαλιά για τους ειδήμονες αφήνει έξω ανεξερεύνητα και αβαθή τα πιο σοβαρά σημεία· ας πούμε, το γεγονός πως όποιος χάνεται σ’ αυτήν στέκει λένε ευλογημένος γιατί η λήθη της φτάνει ίσαμε τον ουράνιο θόλο δίχως σύνορα για τους ανθρώπους, μια ευθεία γραμμή του ορίζοντα, το μόνο τίμημά της, αφού όποιος γνωρίζει από νερά εξαγνιστικά, γνωρίζει επίσης ότι σε στέλνουν απ’ ευθείας στα επάνω στρώματα χωρίς πολλά-πολλά γραφειοκρατικά. Αν θέλετε να πεθάνετε, κάντε το δίπλα σε νερό.

Γιατί τα υψώματα είναι ένα άλλο πράγμα, καθώς ανεβαίνει κανείς ψηλαφητά σε κάθε μια στροφή και βλέπει άλλη στροφή να διαδέχεται την προηγούμενη, αυτό προϋποθέτει κούραση αληθινή πρώτον και σιγουριά για την απόφασή σου να μη λιποψυχήσεις κατά την άνοδο και πόσο μάλλον κατά την πτώση…

Πάντοτε σκεφτόμουν πως να βρίσκεσαι ψηλά σημαίνει πως έχεις δεχτεί το μοιραίο που κρύβει η ύπαρξή σου. Αυτή την αδιόρατη στιγμή που θέλεις να επικοινωνήσεις με ό,τι υπάρχει πιο ψηλά από σένα. Άλλοι, πιο κοντόφθαλμοι και πέραν του δέοντος θεοσεβείς θα την ονόμαζαν ύβρη. Όμως ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα εδώ που φτάσαμε στην κορυφή και ας παρατηρήσουμε τον αέρα, είναι περισσότερο ελαφρύς απ’ το κανονικό, αβαρής και φαντάζομαι θυμίζει λίγο τον παράδεισο· κι ας αναλογιστούμε για λίγο μόνο πόσο λίγο χρόνο χρειάζεται ένα ύψωμα να βαφτιστεί με τ’ όνομά μας!

Πλησιάζοντας πιο πολύ τον ήλιο θα βρούμε τραγικό το πάλεμα μαζί του κι αν χρειαστεί να πέσουμε, θώρακας με θώρακα, θα πέσουμε! Αλλά θα πέσουμε και η τιμή θα είναι δική μας. Δικό μας και το ύψωμα.

Όταν ήμασταν μικροί πιστεύαμε πως οι ήρωες είναι αυτοί που κραδαίνουνε στα χέρια τους τα όπλα και πάνε σε άλλες πολιτείες μακρινές για να παλέψουν για ότι πιστεύουνε πως είναι η αξία που κρεμιέται στην μύτη από το ξίφος τους. Με τα χρόνια όμως, δεν ξέρω με τι άλλο μετράται η δύναμη των ηρώων αν όχι με τις αληθινές αποφάσεις· με το απροσδιόριστο δευτερόλεπτο που ξέρεις αν είσαι ο ήρωας ή δεν είσαι.

Το ύψωμα θα παραμείνει βουβό και μετά απ’ την κατάβασή μας. Οι μικρές πινακίδες στο χώμα με ένα ονοματεπώνυμο και μια αναφορά ηλικίας με τα χρόνια σίγουρα θα ξεχαστεί, γιατί είναι η μοίρα να ξεχνιούνται τα υψώματα όταν κατεβαίνουνε σε μάχη με τις ακρογιαλιές αλλά, αν θέλετε να φύγετε σαν ήρωες να πέσετε από ψηλά.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

~.~

Άνθρωπος κατά Αντιανθρώπου

~.~

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη γραμμένο το καλοκαίρι του 1968 επί δικτατορίας. Θησαυρίστηκε το 2019 στην πολύτομη συναγωγή των δημοσιολογικών του παρεμβάσεων Πολιτικά: Θεωρία και Πράξη απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Καθώς αποτυπώνει την εξ αρχής ενιαία και αδιαίρετη στάση του Θεοδωράκη απέναντι στην Ιστορία και την Τέχνη, προσφέρεται νομίζουμε για να κλείσει το επταήμερο αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου προς τον μεγάλο δημιουργό και αγωνιστή, ο οποίος τις ώρες ετούτες, Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021, κηδεύεται στο πάτριο χώμα της Κρήτης.

Το ΝΠ ευχαριστεί θερμά τους φίλους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και στοχαστές που συνέβαλαν στον πολύπτυχο αυτόν αποχαιρετισμό. Και ονομαστικά, τους Γιώργο Μπλάνα (δις), Γιώργο Ανδρέου, Νίκο Ξυδάκη, Φίλιππο Τσαλαχούρη, Ιωάννα Τσιβάκου, Παρασκευά Καρασούλο, Κώστα Χατζηαντωνίου, Γιάννη Βασιλόπουλο και Χρήστο Μποκόρο.

~.~

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η κρίσιμη μάχη θα δοθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον αντιάνθρωπο. Από την εποχή των σπηλαίων φτάσαμε επιτέλους μπροστά στη μεγάλη πύλη του ελευθερωμένου από την ανάγκη ανθρώπου. Δεν μας χωρίζει πια παρά μονάχα ένα σκαλοπάτι. Που μονομιάς έγινε άβυσσος. Έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ όσους πέρασε ώς σήμερα η ανθρωπότητα. Το όπλο της τίγρης είναι τα νύχια. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ είχε την πέτρα. Οι Έλληνες είχαν τα τόξα. Οι σταυροφόροι τις λόγχες. Ο Χίτλερ τα κρεματόρια. Τον αντιάνθρωπο στηρίζει η αδιαφορία των άλλων, και πρώτα απ’ όλα των δημιουργών· των πνευματικών οδηγών.

Όμως είναι άραγε αδιαφορία ή κάτι βαθύτερο; Αν και ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα μέσα ενημέρωσης και διαφωτισμού, ωστόσο από την επομένη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μεγάλοι δημιουργοί όλο και λιγοστεύουν, η πνευματική παραγωγή απασχολεί όλο και λιγότερο τις μεγάλες μάζες.

Εδώ και πολύ καιρό τα μεγάλα γεγονότα που απασχολούν τη διεθνή κοινή γνώμη είναι ο πόλεμος, οι κοινωνικές αναταραχές και οι πολιτικές εξελίξεις. Πολύ λίγο τα επιστημονικά επιτεύγματα. Και σχεδόν καθόλου η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργική δραστηριότητα· μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα βυθίζονται σταθερά στη λήθη.

Σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή ό,τι αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του ανθρώπου, ο δημιουργός του πολιτισμού, ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός οδηγός, είναι απών. Απέναντι στον αντιάνθρωπο που μας δολοφονεί, ο άνθρωπος, χωρίς την παρουσία του πνευματικού δημιουργού, παραμένει γυμνός και απροστάτευτος. Πού να οφείλεται άραγε αυτή η τραγική απουσία;

Τα τελευταία πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα γνώρισε μια σειρά βαθιές αλλαγές, που δημιούργησαν μια καινούρια εποχή. Λαοί σκλάβοι έγιναν ελεύθεροι. Τάξεις υπόδουλες έγιναν κυρίαρχες. Μάζες υπανάπτυκτες γνώρισαν την πρόοδο. Αγροτικοί πληθυσμοί πέρασαν στη βιομηχανία. Οι επαφές πολλαπλασιάστηκαν. Η διακίνηση των γνώσεων, των ιδεών, των ειδήσεων και των μαζών πήρε χαρακτήρα πρωτοφανή.

Μονομιάς η Γη μας μίκρυνε. Τα σύνορα ουσιαστικά κατέρρευσαν. Η τυπογραφία, οι τηλεπικοινωνίες, η μαγνητοφώνηση έφεραν στις πύλες της πνευματικής δημιουργίας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Φαίνεται όμως ότι οι πνευματικοί δημιουργοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά σ’ αυτό το γιγαντιαίο παλιρροϊκό κύμα των μαζών. Η καλλιτεχνική έκφραση, που απευθυνόταν ως τότε σ’ ένα επιλεγμένο κοινό, είχε προχωρήσει μέσα από τους δαιδάλους της τεχνικής προς νέες περίπλοκες μορφές, στρυφνές και αινιγματικές. Για να μπεις στα άδυτα του νέου έργου τέχνης πρέπει να διαθέτεις πολλά «ειδικά κλειδιά».

Έτσι, ενώ ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός αποδέσμευε όλο και μεγαλύτερες μάζες για να τις φέρει κοντά στο έργο τέχνης, το έργο τέχνης απευθυνόταν σε όλο και πιο εξειδικευμένο κοινό. Είχαμε δηλαδή μια αντίστροφη πορεία, που τελικά απομόνωσε τους σύγχρονους δημιουργούς και άφησε το μεγάλο κοινό, τη στιγμή που μπόρεσε επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα της τέχνης, δίχως σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που να το κατανοεί και να το συγκινεί. Με μια λέξη, που να το αφορά.

Όμως ο πνευματικός δημιουργός όχι μόνο βρέθηκε απροετοίμαστος μπροστά σ’ αυτή την αιφνίδια και ριζική αλλαγή. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική μάζα τον τρομάζει. Αισθάνεται έτσι την ανάγκη να αποσυρθεί. Ο διψασμένος για πνευματικό καλλιτεχνικό έργο λαός, όλες αυτές οι φρέσκες, γεμάτες υγεία και κίνηση δυνάμεις δεν θα βρουν νερό για να ξεδιψάσουν.

Παράλληλα, μια άνευ προηγουμένου μαζική πλύση εγκεφάλου αρχίζει, με επίκεντρο έναν νέο τύπο ζωής βασισμένο εξ ολοκλήρου σε υλικά αγαθά. Ολόκληρη η δημιουργική ζωτικότητα των μαζών αποξηραίνεται προοδευτικά από τους χυμούς της ανθρωπιστικής παιδείας, των ιδανικών και των οραμάτων, όπως μας τα προσφέρει το έργο τέχνης και γενικότερα η πνευματική δημιουργία. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται το «ιδεώδες» κοινωνικό περιβάλλον για να μπορέσει να σταθεί και να κυριαρχήσει ο αντιάνθρωπος.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

~.~

Κρατώ κρυμμένα τα όνειρά μου στα τραγούδια σου

 

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο ήλιος εβασίλεψε… κοίταξα πάνω κι είδα δυό φτερά μεγάλα να κινούνται αργά μα μέχρι να τα δω καλά και να τα ξεχωρίσω αλλάξαν σχήμα, μπλέξανε στα σύννεφα ψηλά μέσα σε φωτεινά σταχτιά γαλάζια γκρίζα ρόδινα, τα ‘χασα… συννεφιασμένη η μέρα απ’ το πρωί, θλιμμένη κι ο ουρανός βαρύς. Άσπρο πανάκι όρθιο σ’ ένα πλεούμενο σκαρί ακινητεί στο λιμανάκι. Ήσυχα όλα. Αλύτρωτος ο αγώνας σου και φεύγεις τον στερνό σου δρόμο απόψε.

Μένουν οι μουσικές σου θα μου πεις αλλά πώς να τραγουδηθούνε τα τραγούδια σου ορφανά χωρίς αγώνες κι όνειρα ελεύθερης περήφανης πατρίδας; Έγινε πλήθος ο λαός, στατιστικές και αριθμοί, επιθυμίες αχαλίνωτες κι εγωισμοί μας κατατρέχουνε περήφανοι για ότι νά ’ναι. Αχ πώς μας ξεγελάσαν τα τραγούδια σου! Πόσο γλυκά πιστέψαμε στην ακριβή τους λευτεριά και στην αδερφοσύνη!

Τώρα αγκαθάκια κι αγκυλώνουν. Ανάπηρη η ελευθερία που μας πουλάει η εποχή, αγορασμένα τα αγαθά, εισαγόμενα απ’ αλλού, ανάδελφη η πατρίδα, κοιτάει καθένας να σωθεί όπως μπορεί, λούσα κι αγοραθεραπεία η ζωή, κρυμμένη στα ρηχά η αγωνία. Φεύγεις κι εσύ, ναι, ξέρω, όλα φεύγουνε, κι εμείς, το σώμα είναι που φεύγει, η ψυχή, το πνεύμα είν’ αλλού, αλλά νά… κρατώ κρυμμένα τα όνειρά μου στα τραγούδια σου κι εσένα ζωντανόν στη μνήμη μου ακόμα αντρειωμένον μα είναι στα χέρια μου αναμμένα μαύρα κάρβουνα όλα αυτά, καμένα…

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ

 

 

 

Η εποχή και το όραμα του Μίκη Θεοδωράκη

 

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα
και θα αισθανθείς μέσα σου να πλημυρίζει
κάθε είδος μεγαλείου – και θα είσαι ευτυχισμένος.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Η μυθιστοριογραφία που ερωτοτροπεί –ενίοτε επιτυχώς– με την αλήθεια και την οποία ονομάζουμε ιστοριογραφία, αμηχανούσε πάντα, όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ιστορικής προσωπικότητας. Συνήθως τραύλιζε μια εκδοχή του «οργανωτή» της κοινωνικής ζωής τύπου Σπένγκλερ (πολύ πριν ο ίδιος ο Σπένγκλερ εκθέσει ενώπιον της υπέργηρης Ευρώπης τον ιστορικό «υπεράνθρωπό» του) – μέχρι ν’ αρχίσει να τρεκλίζει προς το νομιμόφρον υποκείμενο των στρουκτουραλιστών, το υποκείμενο κατασκευή της εποχής του.

Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, το αποτέλεσμα –τουλάχιστον για την «πλοκή»– ήταν το ίδιο: οργανωτής ή ενεργούμενο, κατασκευαστής ή κατασκεύασμα της εποχής της, η μεγάλη προσωπικότητα αντλούσε το μεγαλείο της από την σύμπτωση, την αντιστοιχία, την ομολογία με το ιστορικό περιβάλλον εντός του οποίου υπήρξε.

«Σύμβολο» μιας εποχής, «εικόνα» και «ψυχή» της, είναι μερικές από τις ρητορικές αποστροφές, που χρησιμοποιεί η ιστοριογραφία γι’ αυτά τα πρόσωπα. Πού και πού τους εκχωρεί το δικαίωμα να έχουν υπάρξει με κάποιον διαδραστικό –ούτως ειπείν– τρόπο: κάτι έδωσαν, κάτι πήραν, κάτι διαμόρφωσαν και από κάτι διαμορφώθηκαν.

Τα σκέπτομαι αυτά, καθώς το ίνδαλμα Μίκης Θεοδωράκης, ο δημιουργός με τον οποίο ταυτίστηκαν άγνωστο πόσοι Έλληνες (δημιουργοί και μη) αποδήμησε πλήρης ημερών – πλην βρέφος ακόμα των αιώνων που του του ανήκουν.

Και διερωτώμαι: Ποια ήταν η σχέση του με τον εποχή του;

Ήταν ο σπουδαίος εκφραστής, το σύμβολο, η εικόνα της, έρχεται η πρώτη, αυθόρμητη απάντηση, ενισχυμένη από τον θαυμασμό με τον οποίον τον περιέβαλε η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (ως επί το πλείστον της εποχής του). Τότε, γιατί πολλοί από τους θαυμαστές του διαμαρτύρονταν συχνά και όχι πάντα πολιτισμένα για τις επιλογές του; Γιατί ενώ κανείς –εκτός από τις κυβερνητικές μηχανές, εκείνα τα Κυβόργια που περιφέρονται ανάμεσά μας ως «επιτυχημένα» στελέχη επιχειρήσεων– δεν αμφέβαλε ποτέ για την μουσική μεγαλοφυΐα του, συχνά χαρακτηριζόταν αμφιλεγόμενη προσωπικότητα; Μήπως επειδή η εποχή του ήταν αμφιλεγόμενη; Καθόλου. Η εποχή του ήταν γεμάτη παράδοξα (όπως κάθε εποχή λίγο ως πολύ) αλλά όχι ασαφής. Η παραδοσιακή ολιγαρχία επιχειρούσε να αντιμετωπίσει, με σταλινικές μεθόδους, την κοινωνική, πολιτιστική και πολιτισμική αφύπνιση ενός πολιτικά αδέξιου λαού, του οποίου μόνο ένα περιορισμένο τμήμα πίστευε πως η σταλινική ΕΣΣΔ είναι κοινωνικό μοντέλο της προκοπής. Ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας εκπροσωπούσαν την βαρβαρότητα, η Εκκλησία τον σκοταδισμό και οι εργάτες και αγρότες την δίψα για ειρήνη και ευημερία. Επειδή αυτήν την σαφήνεια –βεβιασμένη, τεχνητή οπωσδήποτε– την είχε επιβάλλει η ολιγαρχία δια πυρός και σιδήρου, όλος ο βιωματικός πλούτος, που διέτρεχε τα αντίπαλα «στρατόπεδα» -εκφρασμένος από άτομα και ομάδες που δεν ταυτίζονταν με τις σκέψεις και τις ενέργειες των κατ’ επίφαση «ομοϊδεατών» τους- πνιγόταν σε ένα περιβάλλον ουσιαστικά δικτατορικό από το 1936 μέχρι το 1975 (παρά το μεταπολεμικό διάλειμμα μιας δημοκρατίας-φάρσας).

Αυτή ήταν η εποχή του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος –όπως όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι- στάθηκε απέναντί της. Από εδώ προκύπτει το μεγαλείο του– όχι από την πλήρη σύμπλευσή του με την αθλιότητα, την παραδοξότητα ενός έθνους που είχε αποφασίσει –παρά τις καλές του προθέσεις– να αλληλοσπαραχτεί για λογαριασμό στερεοτυπικών κοινωνικών μοντέλων, κατεργασμένων από μυστικές υπηρεσίες και διανοούμενους αργυρώνητους παλιάτσους. Στο βάθος αυτού του αδιέξοδου αλληλοσπαραγμού ασφυκτιούσαν αρχές, αξιώματα, δεδομένα, επιθυμίες, παραστάσεις συναισθήματα, θεμελιώδη για την ύπαρξη και την ευημερία ενός έθνους.

Ο Θεοδωράκης προσηλώθηκε σε αυτά, χωρίς να εγκαταλείψει την Αγορά, την πραγματικότητα της Πόλεως (και στο σημείο αυτό υπήρξε Έλληνας Άνθρωπος με την κλασική έννοια). Και στην πραγματικότητα, ο μόνος συνομιλητής του ήταν το όραμα μιας Ελλάδας ιδανικής μέσα στην καθημερινότητα, τον ερωτισμό, την χαρά για την ζωή και την φιλελευθερία της.

Στάθηκε μόνος! Αυτό λένε οι σκέψεις και οι πράξεις του.

Υπήρξε ιδιοφυής μουσουργός, με συμβολή στην πρωτοτυπία. Λάτρευε τον Bach και επέστρεφε συνεχώς σε αυτόν, αλλά η μουσική γραμματική του ανήκε στην ρωσική avant-garde: Προκόπιεφ, Στραβίνσι, Σοστακόβιτς. Συνέθεσε συμφωνίες, αλλά έγραψε και τραγούδια τα οποία χόρεψαν άνθρωποι που αν άκουγαν ποτέ μια Συμφωνία θα τους έπιανε πονοκέφαλος. Υπήρξε κομμουνιστής, αλλά δεν ανεχόταν τον δογματισμό. Υπήρξε βουλευτής του ΚΚΕ, αλλά άσκησε καταιγιστική κριτική στις οργανωτικές αρχές και τις πολιτικές προθέσεις του. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν βαθιά Αντιεξουσιαστής. Και ήταν – με την έννοια του μεγάλου δημιουργού, που τολμάει ν’ αντικρίσει το οντολογικό χάος, την απουσία νοήματος, το «τετριμμένο» του βίου και αναλαμβάνει να δημιουργήσει σημασίες, ανασύροντας από το χάος την γεμάτη νόημα καρδιά του. Αυτή η καρδιά ήταν για τον Θεοδωράκη η Ελλάδα: ένα κορίτσι έτοιμο να ζήσει με όλη την σημασία του ρήματος, ψιθυρίζοντας τον στίχο του Αρχίλοχου: Η ζωή με τραγούδια εξημερώνεται…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

 

 

Γράμμα στον Μίκη Θεοδωράκη

 

Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 2021

Αγαπητέ κύριε Μίκη Θεοδωράκη,

Αν ήμουν αρκετά γενναίος, αυτό το γράμμα θα το διαβάζατε ο ίδιος. Θα είχα φροντίσει να μελετήσω πιο προσεκτικά τα βήματά σας, την πορεία σας στη μουσική, στη ζωή, στην πολιτική – θα σας είχα ευχαριστήσει. Αν το είχα κάνει, ίσως να σας χάριζα κι ένα χαμόγελο. Αν το είχα κάνει, θα είχα τώρα κι ένα λόγο να κρατήσω. Όμως απέτυχα.

Τώρα φύγατε κι εγώ ξέρω πως δε στάθηκα γενναίος. Βρέθηκα ανέτοιμος στον αποχαιρετισμό μας. Και φταίω. Γιατί όταν δε φτάνουν οι λέξεις μας απέναντι στο σπουδαίο, δεν είναι που δεν υπάρχουν λέξεις. Είναι που δε φροντίσαμε να τις συλλέξουμε μία-μία προς τιμήν του. Θα σας κερνούσα μαστίχα, αλλά δεν προνόησα. Πέρασε η ώρα της συγκομιδής κι εκείνη έμεινε στο χώμα. Έτσι τέλειωσαν οι λέξεις.

Αυτό είναι το λάθος μου, κύριε Θεοδωράκη. Εσείς μου δώσατε το μέτρο να ξέρω πόσο απέχω απ’ τη ρώμη ενός αγωνιστή, πόσο απέχω απ’ τη λεπτότητα των αισθημάτων ενός τρυφερού ποιητή του λόγου και της μουσικής. Κι εγώ που δε σας έδωσα τίποτα πίσω, θα αναζητώ τώρα τις διαδρομές του έργου και της ιστορίας σας, μήπως πάρω δύναμη απ’ την ορμή σας, μήπως κλέψω φως απ’ τον ήλιο της όμορφης πόλης σας που διαρκώς ανατέλλει.

Κύριε Θεοδωράκη, σε εσάς, που η αγάπη σας υπήρξε τόσο μεγάλη, μια αγάπη που ο Σεφέρης θα έλεγε πως ήρθε αδελφωμένη με το χρέος ενός αγωνιστή, έστω και τώρα σας δίνω το λόγο μου – στα διλήμματα που ποτέ δεν παύουν να έρχονται, στις κρίσιμες επιλογές, στους στίχους και στη ζωή μου, να κάνω την αγάπη σας πυξίδα μου και, όσο καταφέρω, να πορευτώ γενναία κι εγώ, όπως ζήσατε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο Γ.Β. γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα. Το 2013, σε ηλικία 15 ετών διακρίθηκε ως στιχουργός στην Τέταρτη Ακρόαση Νέων Δημιουργών της Μικρής Άρκτου, από την οποία κυκλοφορούν το βιβλίο του Αδιανόητα διαφορετικοί (2013), ο παιδικός δίσκος Ποιος μου χάλασε το τραίνο που συνυπογράφει με τον στιχουργό Παρασκευά Καρασούλο (Μουσική Γιώργος Ανδρέου, 2015) και ο πρώτος του προσωπικός δίσκος Τρίτη έξοδος (μουσική Σπύρος Παρασκευάκος, ερμηνεία Δήμητρα Σελεμίδου, 2017). Είναι τελειόφοιτος στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

Το μουσικό σύμβολο του νέου ελληνισμού

 

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο τιτάνιος δημιουργός που πραγμάτωσε το μουσικό πεπρωμένο του νέου ελληνισμού (στην πιο υψηλή έννοια της μουσικής), ο άνθρωπος που υψώθηκε σε θέση ιστορικού συμβόλου, δεν είναι πια εν ζωή. Διακόσια χρόνια μετά την Παλιγγενεσία και εκατό χρόνια μετά την Καταστροφή, απέρχεται αλλά μας αφήνει μιαν ατίμητη κληρονομιά.

Γεννημένος σε γη θερισμένη και αλωνισμένη από τον θάνατο, υπό το βάρος της μικρασιατικής τραγωδίας και υπό τη διάψευση των έσχατων ελπίδων που γέννησε το έπος της εθνικής αντίστασης, ο Μίκης Θεοδωράκης αφουγκραζόταν όσο ελάχιστοι το βήμα των νεκρών αλλά και την απόγνωση των ζωντανών αυτού του Τόπου. Μεγάλος στη νεανική τραγική του εκλογή, ωραίος στην ορμή για πράξεις ανδρείες, θαυμαστός στον έρωτά του για τη δόξα –κάτι που ποτέ δεν έκρυψε–, κατέκτησε με το Έργο του το δικαίωμα να μας ζητά, με όποιο τρόπο ήθελε, να σταθούμε στο ύψος της ιστορικής μας αποστολής και αυτού που ονόμαζε «όραμα της εθνικής αναγέννησης».

Ακλόνητος στην πίστη του για ένα πολιτισμό δύναμης και ζωτικής ορμής, ξένος προς τις μελοδραματικές ψευτιές που διακινούν πολλοί για να καμαρώνουν μπροστά στον καθρέφτη φορώντας τενεκεδένια παράσημα ευαισθησίας, αυτός μόνον ένα καθρέφτη αναγνώριζε: τα μάτια των ανθρώπων του Λαού μας. Υπήκοος αυτής της απόφασης όχι απλώς υπερασπίστηκε την Παράδοση (που μετά τον Πόλεμο φαινόταν να οδεύει προς ιστορικό θάνατο), αλλά επιβεβαιώνοντας πως μυστικές πνευματικές δυνάμεις δρουν κάτω από αμφιλεγόμενες πολιτικές επιφάνειες, ανανέωσε τους εκφραστικούς πυρήνες του ελληνικού μέλους συγχωνεύοντας τον δωρικό και τον ιωνικό ρυθμό τόσο ιδανικά ώστε να καταστεί για τον νέο ελληνισμό αυτό που ήσαν (τηρουμένων των αναλογιών) ο Πίνδαρος στους αρχαίους, ο Ρωμανός ο Μελωδός στους μέσους χρόνους.

Η επέλαση των μουσικών του θεμάτων, οι εναλλαγές αισθηματικών ορμών, οι απότομες είσοδοι, οι ισχυρές ανελίξεις σε κορυφώματα δυναμικότητας που διατηρούν όλη τους την ένταση, η ισορροπία διονυσιακού και απολλώνιου στοιχείου, ο τρόπος που συντόνιζε με οργιαστική, μυσταγωγική και μαντική δύναμη, επικά, λυρικά και ελεγειακά μέρη, κατέδειξαν πως ήταν ο Πρώτος. Παιάνες, μοιρολόγια, συμφωνικά έργα, καντάτες, λαϊκά τραγούδια, ύμνοι, ορατόρια, διθύραμβοι ένωναν συγκρούσεις κι αγωνίες, υποσυνείδητες φωνές και ηθικές κατευθύνσεις. Ο αδιάπτωτος, αισχύλειος τρικυμισμός της μουσικής ψυχής του, που σκανδαλίζει σιδώνιους και ευριπίδειους χαρακτήρες, τρικυμισμός που γεννήθηκε από το δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή υμνογραφία, αλλά και μεγάλες επιτεύξεις της δυτικής μουσικής, ποτέ δεν έχασε τη κρητομυκηναϊκή αγνότητα, ποτέ δεν έκανε παραχωρήσεις προς λιγωτικά σιρόπια της ανατολής ή χαβανέζικες εκδοχές δύσης. Κορφολογώντας τα πιο όμορφα βλαστάρια της δημοτικής παράδοσης και του ζωντανού τραγουδιού, που πάντα ανθίζει στα χείλη του λαού, έστησε ένα λαμπρό Οικοδόμημα, με θεμέλια τα τρία μεγάλα οργανικά στοιχεία του ελληνικού τραγουδιού (τον Λόγο, τη Μουσική και τον Χορό), συναρμόζοντας κλασική και κοινοτική παράδοση, λόγια και λαϊκή ψυχή.

Και οι πολιτικές του ανακολουθίες; θα παρατηρήσουν οι ψυχροί ορθολογιστές με το σπασμένο θερμόμετρο στο χέρι και τον υδράργυρο στη γλώσσα. Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν να στοχαστούμε ιστορικά, να σκεφτούμε πως μετά από μερικές δεκαετίες, όταν οι πρόσκαιρες ιδέες και οι συμπτωματικές πράξεις σβήσουν, θα μείνει το Έργο που θα φωτίζει στους αιώνες τον νου και την καρδιά ενός Λαού;

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ