Σωτήρης Γουνελάς, Εκμυστήρευση

Και το χαρτί λευκό κι εσύ κάτασπρος. Όχι λευκασμένος, ούτε πανιασμένος, αλλά σαν να πέρασε πάνω σου μια θύελλα, κάτι να σε πείραξε απρόσμενα και έμεινες αποσβολωμένος. Εδώ σ’ αυτή την απροσδιόριστη κάμαρη – σαλόνι – κρεβατοκάμαρη – τραπεζαρία – γραφείο – καθιστικό, νύχτα, μεταμεσονύχτιος ν’ ακούς αραιά και που τον ήχο του αέρα καθώς περνάει αυτοκίνητο από το μεγάλο δρόμο, ένας σιδερένιος όγκος που μετακινείται με ταχύτητα, ένας όγκος που χωρίς ρόδες δεν πάει πουθενά.

Μια χαραμάδα της μπαλκονόπορτας ανοιχτή και χάρη σ’ αυτή φτάνει σ’ εσένα η αίσθηση της μεγαλούπολης. Η πόλη αυτή είναι απέραντη κι αναρωτιέσαι πως ζουν όλοι αυτοί οι κάτοικοί της. Πως περπατούν, πως αναπνέουν, πως δουλεύουν, πως πηγαινοέρχονται συνέχεια υπογείως, με λεωφορεία, τραίνα, ιδιωτικά και άλλα τροχοφόρα, πως μπορούν τόσοι πολλοί να διασταυρώνονται, να συγχρωτίζονται, να μιλούν, να ακούγονται αναμεταξύ τους. Κι ωστόσο ούτε μιλούν, ούτε βλέπονται, ούτε ακούγονται. Τίποτε δεν γίνεται αναμεταξύ τους. Μονάχα ατομικές σχέσεις, κάπως ενδοοικογενειακές, επαγγελματικές. Κι αυτές πόσο είναι προσωπικές; Το γεγονός ότι συναντιέται το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, παντρεμένοι χρόνια, την ή τις ορισμένες στιγμές της ημέρας για να φάνε ή να πλαγιάσουν συνιστά προσωπική συνάντηση; Τι συμβαίνει με αυτό το ζήτημα; Ποιός συναντά ποιόν; Γιατί τον συναντά και τι γυρεύει από αυτόν, αν γυρεύει τίποτα.

Πολλοί άνθρωποι σταματημένα ρολόγια. Άλλοι ξεκούρδιστα. Άλλοι γυρνούν μόνοι τους τους δείχτες. Χειροκίνητα. Παρεμβαίνουν στη μηχανική κίνηση. Επιβάλλουν άλλο ρυθμό. Αντιστέκονται στο ρεύμα αυτό της απροσωπίας που τα νοθεύει, τα αλλοιώνει, τα αποξενώνει όλα. Όλοι τους εκτεθειμένοι σε βλέμματα, σε ακούσματα, πληροφορίες, θορύβους, διαφημίσεις, εκπομπές, ειδήσεις, όλοι τους αφημένοι σε καθετί που εκπέμπεται μέσα στη σύγχρονη πόλη από κάθε μεριά, ακόμη και μέσα στα σπίτια, και βέβαια από την μουσική.

Ελάχιστοι νιώθουν την ανάγκη να σχολάσουν. Να αλλάξουν το ρυθμό. Να πουν σταματώ, τραβώ πέρα, βγαίνω από το δρόμο και πάω κατά τα χωράφια, ένα παρκάκι, ένα ξέφωτο δεντροφυτεμένο, ένα ρυάκι, ένα πεζουλάκι όχι μονάχα για να ξαποστάσω αλλά για να βρω ποιος είμαι, πως πορεύομαι, τι με ενδιαφέρει, ποιοί με αγαπούν, τι τους δίνω, τι προσδοκώ στο διάβα του καιρού, πόσο υγιής είμαι, τι περιμένω από τα παιδιά μου, αν έχω, τι σκέφτομαι για τον κόσμο.

Ώρες-ώρες θαρρείς πως υπάρχει μια απέραντη κρούστα κάπως θολή που απλώνεται ολοένα, τα σκεπάζει όλα, τα αποκοιμίζει, τα κάνει να χαζεύουν, να επαναλαμβάνονται, να φθείρονται με μια ανελέητη εσωτερική φθορά που εγγράφεται στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κυβερνούν τα πράγματα, τα αντικείμενα, οι μηχανές, οι συσκευές. Για να γίνει οτιδήποτε παρεμβάλλεται ένα πράγμα ή μια μηχανή. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να εξυπηρετήσει έναν άλλο άμεσα: κάτι θα παρεμβληθεί. Μια καρέκλα, ένα κουμπί, ένας καθρέφτης, η πόρτα, η ταμειακή μηχανή, το σύστημα εξαερισμού, το τυποποιημένο προϊόν μέσα στο σελοφάν του, που θα πάρουμε από το σούπερ-μάρκετ και σπάνια από το μαγαζάκι της γειτονιάς. Ακόμη και τα ψωμιά που αγοράζουν οι περισσότεροι είναι κάπως μηχανικά προκατασκευασμένα. Οι νεώτερες γενιές έχουν αρχίσει και το βγάζουν από τη ζωή τους.

~ . ~

Τα χρυσάνθεμα κρεμασμένα ψηλά στο μπαλκόνι, βυσσινιά στρογγυλά κεφαλάκια και τα δέντρα απέναντι να σείονται πανύψηλα και να κοιτάζουν το φως που τυλίγει τα σύννεφα. Στέκει ακίνητο, μυστήριο, ποτίζει τα δέντρα, ποτίζει τις ψηλές οικοδομές, με τις γκρίζες, σκούρες σοφίτες, τα παράθυρά τους, φύλακες, αγναντεύουν πέρα, ποιος ξέρει ποιους άγνωστους κόσμους, ποιες θάλασσες ακύμαντες. Ήχοι μακρινοί, νυχτερινοί ψίθυροι ελάχιστοι.

Κοιμάται όντως αυτός ο κόσμος ή κάτι άλλο συμβαίνει; Κρύβονται οι άνθρωποι μες στον ύπνο ή γυρεύουν εκεί μέσα μια πιο αληθινή ζωή, κάπου ανάμεσα στα όνειρα; Κι αν όνειρα δεν έρχονται, αν δεν κυματίζουν εικόνες, είναι η εξάτμιση των οραμάτων που ενεργείται, είναι η ανελέητη σιγή των αβύσσων.

Παρίσι, στην συνοικία Tolbiac, 2005

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Τι είναι ένας «πλατωνικός» έρωτας;

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Ο έρωτας που συνήθως ονομάζουμε «πλατωνικό» είναι ένα ζήτημα για το οποίο συχνά γίνεται λόγος. Όταν μιλάμε για πλατωνικό έρωτα, συνήθως τείνουμε ν’ αναφερόμαστε σε έναν έρωτα ανεκπλήρωτο, αγνό και χωρίς τη σεξουαλική εμπειρία. Τι εννοούσε όμως ο Πλάτων όταν έκανε λόγο για τον έρωτα; Ο όρος που χρησιμοποιούμε παραπέμπει όντως στη σκέψη του μεγάλου αρχαίου φιλοσόφου ή μήπως είναι παραπλανητικός; Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε χωρίς περίπλοκες ακαδημαϊκές αναλύσεις. Αρχικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι επιδράσεις της πλατωνικής φιλοσοφίας είναι αναμφίβολα τεράστιες: εκτός από τη φιλοσοφική παράδοση που ανέπτυξαν οι σπουδαστές του Πλάτωνα στην Ακαδημία, μερικούς αιώνες αργότερα ιδρύθηκε η σχολή σκέψης του Νεοπλατωνισμού από τον Αμμώνιο Σακκά και εκπροσωπήθηκε από τον Πλωτίνο. Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και ο Φίλων ο Αλεξανδρέας, ο οποίος συνδυάζοντας την πλατωνική σκέψη με τις εβραϊκές παραδόσεις, διαμόρφωσε ένα σύστημα σκέψης που έλαβε την ονομασία Ιουδαιοπλατωνισμός. Μέσω του Νεοπλατωνισμού, η φιλοσοφία του Πλάτωνα επηρέασε και τον Άγιο Αυγουστίνο, από τον οποίο διαδόθηκε στη Δύση και δημιουργήθηκε ο περίφημος Χριστιανοπλατωνισμός. Τόσο στη Δύση όσο και στο Βυζάντιο, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης προκάλεσαν ανταγωνισμούς και διαμάχες σχετικά με το ποιος από τους δύο ήταν καταλληλότερος ως μέσον για να εκφραστούν τα χριστιανικά δόγματα. Αν και κατά τον Δυτικοευρωπαϊκό Μεσαίωνα δέσποζε η αυθεντία του Αριστοτέλη, η φυσιογνωμία του Πλάτωνα δεν έπαψε να επηρεάζει με τον δικό της τρόπο τη φιλοσοφική αναζήτηση. Ίσως κανένας άλλος διανοητής στην ιστορία της Φιλοσοφίας δε συναιρεί μέσα του τόσες διαμετρικά αντίθετες ιδιότητες όσο ο Πλάτων. Στους διαλόγους του, όπου κυριαρχεί η επιβλητική προσωπικότητα του Σωκράτη, ενώνονται η φιλοσοφία με τη θρησκεία, η τέχνη με την επιστήμη και η θεωρία με την πράξη.

(περισσότερα…)

Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Αυτοβιογραφικά στοιχεία στον «Εκτοπισμένο» του Γεράσιμου Βώκου

Στο τελευταίο τεύχος  του περιοδικού «Ο Καλλιτέχνης» (αρ. 31, Ιανουάριος 1914), ο Γεράσιμος Βώκος (Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927) δήλωσε ότι εγκαταλείπει τη λογοτεχνία και ότι στο εξής πρόκειται ν’ αφοσιωθεί στη ζωγραφική και τη μουσική. Επιπροσθέτως, δίνοντας στη δήλωσή του ψυχολογικό αντίκρισμα, εξομολογήθηκε ότι στην πραγματικότητα η λογοτεχνία δεν τον ενδιέφερε ποτέ και ότι μονάχα η ζωγραφική και η μουσική τον ένοιαζαν ανέκαθεν παρ’ όλο που μέχρι τώρα δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Για την απήχηση της δήλωσής του δεν υπάρχει καμιά πληροφορία, ωστόσο, όπως έγινε κατόπιν φανερό, ο ίδιος τη λησμόνησε ακυρώνοντάς τη. Έτσι, μολονότι η λογοτεχνική δραστηριότητά του μειώθηκε έκτοτε στο ελάχιστο, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την εφημερίδα «Πρόοδος», δημοσίευσε σε έξι συνέχειες (23-30 Μαρτίου 1917) το εν πολλοίς αυτοβιογραφικό διήγημα «Εκτοπισμένος», εκφράζοντας με αυτό την αγωνία του πνευματικού ανθρώπου για την τύχη της ανθρωπότητας μετά την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και προφητεύοντας ότι στην προσπάθεια να ικανοποιηθούν τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα θ’ ακολουθήσει πρόσκαιρη ειρήνη κι ύστερα πάλι πόλεμος.

(περισσότερα…)

Φώτης Δούσος, Το Big Bang της αφήγησης

Πώς ξεκινάει κανείς να γράφει; Ποιο είναι το σημείο εκκίνησης της μυθοπλασίας; Τι θα ορίζαμε ως το big bang της αφήγησης; Για κάποιον μπορεί να είναι μια εικόνα, μια είδηση, μια συζήτηση που άκουσε, κάτι που διάβασε, ένας χαρακτήρας που του ήρθε στο μυαλό, μια πρόταση, μια λέξη, μια ιδέα, ένα συναίσθημα κ.ο.κ. Η αφήγηση μπορεί να ξεκινήσει από οπουδήποτε και με οποιαδήποτε αφορμή. Τέτοιου τύπου ερεθίσματα έρχονται κατά σμήνη, σαν πολύχρωμες πεταλούδες, γύρω από το κεφάλι μας κάθε μέρα. Δεν έχουμε παρά να σηκώσουμε τη νοητή μας απόχη και να τσακώσουμε ένα.

(περισσότερα…)

Ερείπια, πυγολαμπίδες και η αναζήτηση πρακτικών επιβίωσης

Πιερ-Πἀολο Παζολίνι
Κουρσάρικα γραπτά
Μτφρ: Κεφακοπούλου, Β.
Αθήνα: Εξάντας, 1986

Georges Didi-Huberman
Επιβίωση των πυγολαμπίδων
Μτφρ: Πατεράκη-Γαρέφη, Μ.
Αθήνα: Vesta,  2015

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ 

Σε ένα εν εξελίξει πρωτόγνωρο καθεστώς επισφάλειας κατά συνέπεια της πανδημίας, όλα βρίσκονται σε διαπραγμάτευση, σ’ ένα είδος ρευστότητας, που τροποποιεί τον χώρο (ιδιωτικό και δημόσιο), τις υποκειμενικότητες και τις σχέσεις με τους άλλους.

(περισσότερα…)

Χάρολντ Πίντερ, Συνέντευξη Τύπου

 

Μετάφραση: ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΝΔΡΕΟΥ

~ . ~ . ~

Η Συνέντευξη Τύπου ανέβηκε για πρώτη φορά στις 8 και τις 11 Φεβρουαρίου 2002 στο Royal National Theatre τού Λονδίνου. Τον ΥΠΟΥΡΓΟ ερμήνευσε ο Harold Pinter. Τον ΤΥΠΟ ερμήνευσαν οι Linda Bassett, Danny Dyer, Douglas Hodge, Patrick Marber, Kika Markham, Catherine McCormack, Corin Redgrave, Samantha Robson, Gary Shelford, Andy de la Tour, Frances de la Tour, Penelope Wilton, Susan Wooldridge, Henry Woolf. Σκηνοθέτησε ο Gari Jones.

~ . ~ . ~

(περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Ποιήματα για τον τριχομούρη Φίοντορ Γεφτίτσεφ, άνθρωπο του τσίρκου, σε ελαφρώς λοξό και ελεγειακό τόνο

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΙΟΝΤΟΡ ΓΕΦΤΙΤΣΕΦ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΥΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ
(παιδικό τραγούδι)

Άρκτος μία γερασμένη, ραχιτική και διψασμένη
Απ’ το πηγάδι –ω! ω!– θέλησε να πιει νερό.

Αλλά άγαρμπα ο Λιόσα, κι ας τη βλέπει διψασμένη
Την αρκούδα εμποδίζει: «Όχι, δεν θα πιεις νερό!» – χθες μου κόψαν τον μισθό!»

«Παραγιέ αχ μην κακιώνεις, έλεος, είμαι διψασμένη
Αν σ’ αδίκησαν δεν ξέρω, άσε με να πιω νερό». (περισσότερα…)

Κώστας Ζωτόπουλος, Δύο ποιήματα

 

Κατάστημα κουμπιών

Είδε τη μητέρα του στην οδό Κολοκοτρώνη
να μπαίνει σε κατάστημα κουμπιών.
Πριν τη φτάσει, αυτή βγήκε και βαδίζοντας αργά
εισήλθε στο επόμενο κατάστημα.
Παρόλο που είχε επιταχύνει το βήμα,
δεν κατόρθωνε να την προσεγγίσει,
μαγικά η απόσταση έμενε ίδια,
κι αδυνατούσε να διαπιστώσει
αν όντως ήταν εκείνη. (περισσότερα…)

Ηρώ Νικοπούλου, Το Σβηστό Μανουάλι (Ένα έργο σε εξέλιξη)

 
KATA τὰ 1820 ἕνας βοσκὸς μὲ τὸ κοπάδι του καθισμένος στὸ πεζοῦλι κάποιου ρημοκλησιοῦ ἔπαιζε τὴ φλογέρα του. Ἐκεῖ ἕνας Ἄγγλος περιηγητής, περαστικός, ἀφοῦ χαιρέτησε, ρώτησε τὸ βοσκό:
— Τί πιστεύεις;
Ὁ τσοπάνος σήκωσε τὴν ἀγκλίτσα του καὶ χτύπησε τὸν τοῖχο τῆς ἐκκλησιᾶς:
— Ὅ,τι πιστεύει τούτη! εἶπε.
— Καὶ τί πιστεύει τούτη;
— Ὅ,τι πιστεύω γώ!
[Γιάννη Βλαχογιάννη, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία. Ἀνέκδοτα – Γνωμικά – Περίεργα Ἀστεῖα ἐκ τοῦ βίου διασήμων Ἑλλήνων 1820-1864, Ἀθήνα, 1927.]

ΔΙΑΚΟΣΙΑ ολόκληρα χρόνια αριθμεί η παραπάνω καταγραφή, σωσμένη στην περίφημη Ιστορική Ανθολογία του Γιάννη Βλαχογιάννη, που έγινε για τον εορτασμό της πρώτης εκατονταετίας της νεοελληνικής εθνικής παλιγγενεσίας. Εντυπωσιακή η ταύτιση που θησαυρίζεται εκεί, συγκινητική στην απλότητά της, ζηλευτή στο αυτοσυναίσθημά της, σπάνια πάντως, ίσως και ανύπαρκτη στις μέρες μας. Τι έκανε εκείνο τον βοσκό να είναι τόσο απόλυτος και να μοιάζει συγχρόνως τόσο ασφαλής; Μήπως η βεβαιότητά του ότι είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, ότι με όλη την δύναμη της ύπαρξής του και της πίστης του ανήκει σε κάτι που τον υπερβαίνει και ταυτόχρονα τον στερεώνει;

(περισσότερα…)

Νικολέτα Κούτη, Γεύμα στο πάρκο

800px-Edouard_Manet_-_Luncheon_on_the_Grass_-_Google_Art_Project

Γεύμα στο πάρκο

Ένας ποιητής, σκυφτός στην άκρη του εστιατορίου
Πίνοντας μια κόκκινη γουλιά
Αναλογίζεται
Πώς να ηχούν οι ήχοι από τα μαχαιροπίρουνα
Στ’ αυτιά εκείνου του αστέγου που ευτυχώς πρόλαβε τη θέση στο παγκάκι.
Τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα έχει τα τζιτζίκια παρέα το καλοκαίρι,
Και ίσως να πιάνουν και καμιά ψιλοκουβέντα.
Ξέρει πάντως πως όταν σηκωθεί από το μαγαζί,
Θα διασχίσει το πάρκο γυρνώντας το βλέμμα του γρήγορα,
Και θα ψάξει την χώνεψη από το φιλέ μινιόν
Σ’ ένα στέκι με ακριβό ουίσκι
Και άλλους διανοούμενους να συζητούν
Την αδικία της ζωής.
Έπειτα θα επιστρέψει σπίτι του,
Και θα γράψει
Ένα θριαμβευτικό ποίημα για την βαριά μελαγχολία του στην όψη εκείνου του ανθρώπου.
Βέβαια δεν θα αναφέρει ότι ούτε την μυρουδιά του δεν άντεξε
Ούτε τα άπλυτα μαλλιά του να κοιτάξει.
Σίγουρα όμως εκτελεί το χρέος του,
Και γι’ αυτό, θα ανάψει ένα πούρο σκεπτόμενος.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ


(Πίνακας: Edouard Manet, Le déjeuner sur l’herbe)