Aussprechen was ist, όπως θα έλεγε ο Μακιαβέλλι

*

του ΙΠΠΟΥ ΥΨΑΥΧΗ

«Ο κυνισμός, στην πραγματικότητα, δεν βρίσκεται στα λόγια του Μακιαβέλλι αλλά σ’ εκείνο που τα λόγια αυτά περιγράφουν» έγραφε το Νοέμβρη του 1934 ο Λεβ Κάμενεφ, ως διευθυντής του σοβιετικού οίκου Academia, στον Πρόλογο για την έκδοση των έργων του μεγάλου Φλωρεντινού. Τι σύμπτωση, αυτό το εκδοτικό γεγονός να αποφασίζεται σε μια μοιραία στιγμή για την ΕΣΣΔ, να εμφανίζεται σαν το «Μαύρο Καράβι» που έτρεμαν πάντα οι θαλασσόλυκοι στις καμπές του διαφεντέματος των θαλασσών.

Ένα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου 1934 ο Σεργκέι Μιρόνοβιτς Κίροφ, μέλος του Π.Γ. του ΚΚΣΕ, γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Λένινγκραντ έπεφτε νεκρός, δολοφονημένος από το νεαρό Λεονίντ Νικολάγιεφ. Δυο βδομάδες μετά ο Κάμενεφ συλλαμβανόταν. Το Γενάρη του 1935 «ομολογούσε» ότι ήταν συνυπέυθυνος ηθικά και πολιτικά για τη δολοφονία του Κίροφ. Τον Αύγουστο του 1936 ο Κάμενεφ στηνόταν στο απόσπασμα. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

15. Ὁ Δεκάλογος τοῦ Μωυσῆ

Κάποτε χάραξε ὁ Θεὸς τὶς δέκα προσταγές του
σὲ πλάκες πέτρινες μὰ σὺ γράψε τες στὴν καρδιά σου:
Δὲ θὰ γνωρίσεις ἄλλο Θεό, λάτρεψε ἕνα μονάχα.
Κούφιο μὴ στήσεις εἴδωλο καὶ δίχως πνοὴν εἰκόνα.
Μὴν ἀναφέρεις μάταια ποτὲ τὸ Θεὸ τὸ μέγα·
κάθε γιορτὴ σὺ φύλαγε λαμπρὴ ἢ συνηθισμένη·
εὐτυχισμένος, τοὺς γονιοὺς ἂν ἐκτιμᾶς ὡς πρέπει·
μακριὰ ἀπὸ φονικοῦ χεριοῦ τὴν ἁμαρτία, τὸ ξένο
κλινάρι κι ἀπὸ δολερὴ κλεψιὰ καὶ μαρτυρία
ψεύτικη· πάψε νὰ ποθεῖς τὸ ξένο καὶ σκοτώνει. (περισσότερα…)

Alfred Döblin, Ἀνάθεμα στὴν ποίηση!

*

Ἀναθεματίζω τὰ ποιήματα. Δὲν θέλω οὔτε νὰ τὰ βλέπω οὔτε νὰ τὰ ἀκούω. Ποτὲ δὲν μοῦ ἄρεσαν. Κι ἂν γιὰ ἕνα διάστημα εἶχα ξεπεράσει τὴν ἀποστροφή μου γιὰ δαῦτα, τώρα τὰ ἀπεχθάνομαι περισσότερο ἀπὸ ποτέ. Ὁ διάολος νὰ τὰ πάρει κι ἐκεῖνα κι αὐτοὺς ποὺ τὰ κατασκευάζουν. Ὅλοι ἐτοῦτοι οἱ κύριοι καπηλεύονται τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι καὶ τ’ ἄστρα, τὴν ἡμέρα καὶ τὴ νύχτα, κάνοντάς μας νὰ νιώθουμε ἀηδία γι’ αὐτά· κι ἐπειδὴ στὸ σχολεῖο κι ἀργότερα μᾶς ἐπιβάλλουν τὰ παρασκευάσματά τους μὲ τὸ ζόρι, νοθεύουν τὸ γνήσιο αἴσθημα καὶ τὴν ἁπλὴ φυσικὴ σχέση μας μὲ τὰ φαινόμενα καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου.

Τὰ ποιήματα μοιάζουν κάπως μὲ βάκιλλο, εἶναι μεταδοτικά. Πόσο μεγάλο κακὸ μᾶς ἔχουν κάνει, νομίζετε, μὲ τὰ ἕωλα καὶ ἀξιοθρήνητα συναισθήματα ποὺ κουβαλᾶνε, καὶ ποὺ εἶναι ἐπιπλέον σὲ μεγάλο, στὸν μέγιστο βαθμό, ψευτιὲς καὶ ἀναλήθειες καὶ ρύποι! (περισσότερα…)

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν ἔσκυψε καί τῆς χτύπησε διακριτικά τό τζάμι, ὅτι ἔπιανε νά σουρουπώνει καί θόλωνε ἔξω ἡ πάροδος…

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν!

Ἔτσι πού καθόταν λίγο παραμέσα ἀπ’ τό παράθυρο, τό κρέμ κουρτινάκι τραβηγμένο καί σμιχτά σμιχτά στή σειρά τά χαλκαδάκια του, πίσω της τό ἄσπρο της κεφάλι ἀντιφέγγιζε στόν μεγάλο καθρέφτη τῆς παλιᾶς ξύλινης ντουλάπας καί δέν καλόβλεπε – ἄλλωστε τί νά καλοδεῖ; Πενήντα χρόνια ριζωμένη ὅλα τά ἀπογεύματα τοῦ Κυρίου στήν ἴδια θέση, ποιός περαστικός ἦταν πού νά μήν τόν ξέρει, ποιά κίνηση στή γειτονιά πού νά μήν τήν περιμένει στήν ὥρα της, ποιοί ὄγκοι, ποιές σκιές πού νά μήν τίς μέτρησε καί τίς ξαναμέτρησε ἄπειρες φορές, ποιός ἦχος πού νά μήν  εἶναι γνώριμος, σφυγμός της πές, ποιά βήματα πού νά μήν ἀναγνωρίζει ὅλα τους τά πατήματα: ἐδῶ λίγο ἀργά, ἐκεῖ θά σκοντάψει, τώρα θ’ ἀποφύγει σάν χορευτά την ἀκακία… Κι ἔπειτα οἱ ἀλλαγές πού ἦρθαν μέσα σέ πενήντα χρόνια, οὔτε μοιάζαν πιά μέ ἀλλαγές. Τά καινούργια σπίτια ἀπέναντι πῆραν γρήγορα τό ρυθμό τους στίς εἰσόδους, στίς ἐξόδους, οἱ γείτονες πού φύγανε ἀντικατασταθήκανε ἀπ’ ἄλλους μέ πολύ λίγο διαφορετικές συνήθειες κι ὡράρια…Πενήντα χρόνια…πέντε ὧρες πές! Πέντε ἀπογευματινές ὧρες. Ἀπό τίς τέσσερις πού τραβοῦσε τό κουρτινάκι τό χειμώνα ὥς τίς ὀκτώ πού ᾿κλεινε τίς γρίλλιες μέ θόρυβο – ἤ λίγο πιό ἀργά τά καλοκαίρια, ὅταν τσιτσίριζε ὁ ἥλιος στά κανάτια της, κι ἔπειτα ὥς ἀργά εἶχε σβηστό τό φῶς γιά τά κουνούπια, ὅπως κι ὅλοι ἄλλωστε στή γειτονιά. Πέντε ὧρες! Πέντε μακριές, χειμωνιάτικες τό πιό πολύ, ὧρες, μ’ἕναν γλυκό ἥλιο κατά τίς τέσσερις, μέ τίς δεητικές ἑσπερινές καμπάνες, μέ τίς φωνές τῶν παιδιῶν στίς ἑξήμισυ πού σχολοῦσαν – κι ὕστερα ἡσυχία… Μόνον ἁρμαθιές φῶτα ἀπ’ τόν κεντρικό νά χτυπᾶνε στό τζάμι της – κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο, καί ξανά κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο!.. «Καί νά, τούς μιλάω!» μοῦ ᾿λεγε κάποτε, «τούς μιλάω… Ὁ ἕνας σκύβει ἀπ’ τό πολύφωτο, ὁ ἄλλος διαλέγει τό μπουφεδάκι καί διπλώνεται ἀνάμεσα στό μεγάλο ρολόι, τή φαρφουρένια φοντανιέρα καί τή φωτογραφία του, τό παιδί μου ἔρχεται πάντα ἀθόρυβα, σά σταγόνα ἀπ’ τά κλαδιά τῆς ἀγριοπιπεριᾶς, καί κρεμιέται ἀπ’ τό μεγάλο κάντρο ἀπέναντί μου, ὠχρό κι ἀνάλαφρο…- μά δε μοῦ ἀπαντᾶνε ποτέ! Τούς χάνω ὅταν πέφτουν οἱ προβολεῖς. Μετά, στό σκοτάδι, τούς ξαναβρίσκω. Ἐκεῖνος ἔχει ὅλες τίς λίρες ἀκόμα πάνω του. Τό βλέπω καλά πού φουσκώνει τό πορτοφόλι του στό στῆθος. «Σοῦ χρησιμέψανε τουλάχιστο;» τόν ρωτάω. «Ἄχ, ἄν δέν τά ’παιρνες ὅλα μαζί σου ἐκεῖνο τό πρωί! Νά, γιά τό παιδί…» Ὁ ἄλλος προτιμάει τίς πιό σκοτεινές γωνιές, πίσω ἀπ’ τό κρεββάτι μου νά ποῦμε, στό παλιό μπαουλάκι ἐπάνω – κι ὅλο λέω ν’ ἀλλάξω τό γκρίζο κουβερτάκι πού γρατζουνάει, κι ὅλο τό ξεχνῶ… «Πολύκαρπε» τοῦ λέω, «Πολύκαρπε, σέ βασανίσανε; Περπάτησες ἔτσι μίλια με τά πόδια, γιά Κάρς, Μπουργκάρ Μήχ, γιά μαντέμι, χαλκό, ἄργυρο… ἄχ, μέ τά πόδια σου, μίλια Πολύκαρπε! Κι ὁ Βύρωνας; Τί ἀπόγινε ὁ Βύρωνας;… Φαντάσου, τό μωρό μου- πού πῶς τό ᾽χα! Τί κολώνιες καί τί παστρικά ὅλα, καί νά τ’ ἀνοίξω τήν κουβέρτα του μόλις πατήσαμε Πειραιᾶ, καί νά! – μιά τέτοια ψείρα στό κεφαλάκι του!  ἔτσι πού μᾶς στοιβιάξανε στό πλοῖο… Κι ὕστερα οἱ σφῆκες, τά κεντριά! Ἄ, δέν ξέρεις ἐσύ, δέν ξέρεις τί φαρμάκι ὥς τό μεδούλι!..» (περισσότερα…)

Κυκλοφόρησαν!

*

Μετὰ τὸν Ἀχιλλέα Παράσχο τοῦ Θεοδόση Βολκώφ, τὸν Ἰωάννη Βηλαρᾶ τοῦ Ἠλία Κεφάλα, τὸν Τέλλο Ἄγρα τῆς Εἰρήνης Γιαννάκη καὶ τὴν ἐπανέκδοση τοῦ Τάκη Σινόπουλου ἀπὸ τὸν Ξάνθο Μαϊντᾶ, κυκλοφόρησαν τὰ τρία τελευταῖα μέχρι τώρα βιβλία τῆς σειρᾶς «Δύο αἰῶνες ἑλληνικῆς ποίησης», ὅπου ποιητὲς ἀνθολογοῦν ποιητὲς τοῦ παρελθόντος μὲ ἐκτενῆ εἰσαγωγικὰ καὶ βιβλιογραφικὰ σημειώματα.

Νο 21. Γιῶργος Σαραντάρης ἀπὸ τὸν Ἄγγελο Καλογερόπουλο

Νο 22. Βύρων Λεοντάρης ἀπὸ τὸν Θωμᾶ Ἰωάννου

Νο 8. Νίκος Καροῦζος ἀπὸ τὸν Γιάννη Πατίλη (ἐπανέκδοση)

Ἑτοιμάζονται γιὰ τὸ ἄμεσο μέλλον Ἰ. Ν. Γρυπάρης ἀπὸ Θεοδόση Βολκώφ, Τάσος Γαλάτης καὶ Βασίλης Στεριάδης ἀπὸ Ξάνθο Μαϊντᾶ, Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης ἀπὸ Κώστα Κουτσουρέλη, Μαρία Πολυδούρη ἀπὸ Ἀριστέα Παπαλεξάνδρου καὶ Κ. Π. Καβάφης ἀπὸ Ἀ. Κ. Χριστοδούλου.

Διάθεση ἀπὸ τὸ Ἵδρυμα Σινόπουλου καὶ ὅλα τὰ ἐνημερωμένα βιβλιοπωλεῖα (Κεντρικὴ διάθεση: Ἐκδόσεις Νίκας).

*

*

 

Γλωσσικές νότες ν

*

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

H Εταιρεία για τη Γερμανική Γλώσσα το 2016 ανέδειξε λέξη της χρονιάς το postfaktisch, το post-factual όπως το λένε οι αγγλόφωνοι. Είχε προηγηθεί το Λεξικό της Οξφόρδης που επέλεξε το (συνώνυμό τους) post-truth. Post-truth αποκαλούν στις αγγλόφωνες χώρες την πολιτική (ή τη δημοσιογραφία) που ασκείται, υποτίθεται, ερήμην και κατά των πραγματικών δεδομένων, εναντίον της αλήθειας της ίδιας. Ο όρος παραπέμπει φυσικά στα μείζονα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων ετών, όπως λ.χ. τους εκλογικούς θριάμβους του Τραμπ και του Brexit. Είναι συνεπώς ιδεολογικά χρωματισμένος και, διά της κακοσημίας, εκ προθέσεως στιγματιστικός.

Στην Ελλάδα, φυσικά, τέτοια συζήτηση δεν έγινε, άρα δεν φτιάχτηκαν και όροι ειδικοί για να τη διευκολύνουν. Αλλά και να αισθανόμασταν την ανάγκη τους, πώς θα μπορούσαμε να τους δημιουργήσουμε; Πάνω σε ποια παραγωγική βάση; Λέξεις όπως αναληθής, π.χ., παναληθής, ομοιαληθής, φιλαλήθης, που θα μπορούσαν να μας χρησιμεύσουν ως πρότυπα, είδαν τον βρικολακιασμένο μαλιαρισμό και τη θεσμοποιημένη αγραμματοσύνη της Μεταπολίτευσης να τους τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια. Τριτόκλιτα επίθετα τώρα, τρέχα γύρευε… (περισσότερα…)

Μπόρις Γκρόυς, Για τον καλλιτεχνικό ακτιβισμό

*

Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Το ζήτημα του ακτιβισμού της τέχνης δηλαδή της δυνατότητάς της να λειτουργεί ως αρένα και μέσο για πολιτική διαμαρτυρία και κοινωνικό ακτιβισμό είναι από τα θέματα που συζητιούνται προσφάτως. Το ρεύμα του καλλιτεχνικού ακτιβισμού είναι κεντρικό στην εποχή μας γιατί είναι ένα νέο φαινόμενο αρκετά διαφορετικό από το ρεύμα της κριτικής τέχνης που μας έγινε οικείο τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι ακτιβιστές της τέχνης δεν θέλουν απλώς να ασκούν κριτική στη συστημική τέχνη ή στις γενικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί αυτή. Μάλλον, ζητούν να αλλάξουν αυτές τις συνθήκες μέσω της τέχνης – όχι τόσο μέσα στο πλαίσιο της τέχνης αλλά και έξω από αυτό, να αλλάξουν την ίδια την πραγματικότητα. Υπάρχουν ακτιβιστές τέχνης που προσπαθούν να αλλάξουν τις συνθήκες διαβίωσης σε οικονομικά υπανάπτυκτες περιοχές, που εγείρουν οικολογικές ανησυχίες, που προσφέρουν πρόσβαση στον πολιτισμό και την εκπαίδευση στους πληθυσμούς των φτωχών χωρών και περιοχών, που προσελκύουν την προσοχή για τα δεινά των λαθρομεταναστών, τη βελτίωση των συνθηκών των ανθρώπων που εργάζονται σε καλλιτεχνικούς χώρους και ούτω καθεξής. Οι ακτιβιστές της τέχνης αντιδρούν στην αυξανόμενη κατάρρευση του σύγχρονου κοινωνικού κράτους και στην προσπάθεια αντικατάστασης του κοινωνικού κράτους με τις ΜΚΟ που για διαφορετικούς λόγους δεν μπορούν ή δεν πρόκειται να εκπληρώσουν το ρόλο τους. Οι ακτιβιστές της τέχνης θέλουν πράγματι να είναι χρήσιμοι, να αλλάξουν τον κόσμο, να κάνουν τον κόσμο καλύτερο αλλά ταυτόχρονα, δεν θέλουν να πάψουν να είναι καλλιτέχνες. (περισσότερα…)

Μερικές σκέψεις για τις πολιτισμικές ρίζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

*

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ

Το θέμα των πολιτισμικών ριζών είναι και μεγάλο και εξ αρχής πολιτικά φορτισμένο. Κυρίως γιατί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση στο επίπεδο κύρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συμπεριφέρεται με τρόπο που δείχνει ότι δε θέλει να έχει κάποια επαφή με αυτές τις ρίζες, και άρα δεν ενδιαφέρεται καν να τις βρει, πόσο δε μάλλον να τις αναπτύξει και να τις καλλιεργήσει. Συνηθέστερα ακόμα, η ίδια η συζήτηση μονοπωλείται από τα δεξιά του πολιτικού φάσματος, προϋποθέτει ως βάση τον χριστιανισμό και τελικά καταλήγει να είναι ιδεολογική. Έχουμε δύο ιδεολογικές θέσεις λοιπόν, δύο θέσεις με αντίθετο πρόσημο, αλλά που παρά αυτό το γεγονός καταδεικνύουν μία ανάγκη, αυτή της κοινής ταυτότητας.

Για αυτό η ΕΕ πρόσφατα ανακοίνωσε μια μεγάλη πρωτοβουλία που αφορά στο πέρασμα στην πράσινη οικονομία και επισήμανε την ανάγκη για μια κοινή πολιτισμική κληρονομιά, μια κοινή, ευρωπαϊκή αισθητική. Δεν είναι θεωρώ ιδεολογικά τυχαίο ότι αυτή την κληρονομιά την αναζητά η ενωμένη Ευρώπη στο Bauhaus και στη μεσοπολεμική Δημοκρατία της Βαϊμάρης[1]. Το νέο ευρωπαϊκό Bauhaus είναι εντυπωσιακό και φιλόδοξο. Για να εκτιμηθεί το πόσο ακριβώς φιλόδοξο είναι, μια από τις συμμετέχουσες στο φεστιβάλ για το νέο Bauhaus που έγινε στις Βρυξέλλες τον Ιούνιο του 2022 (με τη συμμετοχή της προέδρου της Επιτροπής) η Φραντσέσκα Μπρία, Ιταλίδα οικονομολόγος και πρόεδρος του εθνικού ταμείου καινοτομίας της Ιταλίας, δήλωσε μιλώντας για το ευρωπαϊκό σχέδιο για τα μικροτσίπ πως η ΕΕ βρίσκεται στη μέση μεταξύ των ΗΠΑ, που κυριαρχούνται από τις big tech εταιρείες και την Κίνα, που κυριαρχείται από το μεγάλο κράτος. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο η ΕΕ πρέπει να προωθήσει τη μεγάλη Δημοκρατία που κατά την οικονομολόγο σημαίνει περισσότερη δημοκρατία και επανασχεδιασμό της παγκοσμιοποίησης και του καπιταλισμού. Πίσω όμως από αυτές τις γενικές τοποθετήσεις, κρύβεται ακριβώς η φιλοδοξία για μια νέα ευρωπαϊκή, κοινή ταυτότητα και, αν τουλάχιστον ακολουθήσουμε χαριεντιζόμενοι το σπινοζικό ρητό “omnis determinatio est negatio”, βρίσκεται η πρόθεση της ΕΕ να αρθεί ως τρίτος παίχτης στο παγκόσμιο σκηνικό[2]. (περισσότερα…)

Jaime Sabines, Ποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΒΑΣΩ ΧΡΗΣΤΑΚΟΥ            

Ο Χάιμε Σαμπίνες γεννήθηκε το 1926 στο Τούξτλα Γκουτιέρες της πολιτείας Τσιάπας του Μεξικού. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Πόλη του Μεξικού, όπου ο μελλοντικός ποιητής τελείωσε το δημοτικό. Μετά από μια σύντομη διαμονή της οικογένειάς του στη Ταπατσούλα του Τσιάπας, επέστρεψε με τους δικούς του στη γενέτειρά του όπου συνέχισε τις σπουδές του στη μέση εκπαίδευση. Στη συνέχεια και λόγω της κλίσης του προς την Ιατρική, μετακόμισε στην Πόλη του Μεξικού για σπουδές, καριέρα που εγκατέλειψε στο τρίτο έτος, όταν ανακάλυψε την πραγματική του κλίση προς τα γράμματα. Αποφοίτησε το 1949 από τη σχολή της Ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού.

Αν και φυσιογνωμία σύγχρονη των Οκτάβιο Πας, Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο και άλλων διακεκριμένων μορφών της χειμαρρώδους ποίησης του Μεξικού, η ποίησή του διαχωρίστηκε από την ισχύουσα τότε «κατάσταση πραγμάτων» και ο ίδιος κρατήθηκε στο περιθώριο των λογοτεχνικών τάσεων και δραστηριοτήτων· ίσως γιατί οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις με το εμπόριο τον κράτησαν μακριά από το λογοτεχνικό κόσμο. Στο έργο του πρωταγωνιστούν θέματα βαθιά, όπως η αγάπη, η μοναξιά και ο θάνατος, που, εμποτισμένα με τα δικά του συναισθήματα, εξεγείρονται ενάντια στην πραγματικότητα μιας κοινωνίας υπό αλλαγή και παρακμή. Το μήνυμα του είναι βαθύ, παθιασμένο και ρεαλιστικό, αποκρυσταλλώνοντας ωμά και με απλή γλώσσα τις αντιθέσεις της καθημερινής ζωής. (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Silva

*

Τά Δάση καί οἱ Πήλινοι Ἄνθρωποι

Στήν Μαρία Φιλύρα γιά τήν ἀγάπη της στά δάση                                        
Ποιός λήστεψε τά δάση,
Τά δάση τά ἔμπιστα;
Τ’ ἀνύποπτα δέντρα
Ἔβγαλαν τίς κολλιτσίδες, τά βρύα τους
Τήν φαντασία του νά τέρψουν.
Περιεργάστηκε τά στολίδια τους,
Τά ἅρπαξε, τά πῆρε μακριά.
Τό ἱερόπρεπο κώνειο τί
Τό κωνοφόρο ἔλατο τί θά πεῖ;
EMILY DICKINSON

Ἄκουγα τά δάκρυά τους. Ἄκουγα τήν ἥσυχη ἀναπνοή τους. Μοῦ χάϊδευε τό πρόσωπο ἡ σιωπή τους. Καί κάπου κάπου μιά μικρή ἀνατριχίλα-μυρμηγκάκι περπατοῦσε στά μπράτσα μου.

Κλαδιά ἔγερναν καί φύλλα σέρνονταν στό κεφάλι μου, οἱ σκιές τους εἰσχωροῦσαν καί οἱ φωτισμένες πλευρές τους ἔτρεχαν μέσα στόν χάρτη πίσω ἀπό τό μετωπό μου. Φιδωτά ποτάμια κυλοῦσαν ἐκεῖ κι ἅπλωναν ἕνα ἀλλοῦ ἀραιόπλεχτο κι ἀλλοῦ πυκνό δικτύωμα μοναξιᾶς.

Καθόμουν σ’ αὐτές τίς αἰῶρες σάν μιά θηλειά τῆς πλέξης. Ἡσυχία. Ἀόρατοι φίλοι μέ συντρόφευαν χωρίς νά μέ σφίγγουν καί χωρίς νά μ’ ἐγκαταλείπουν. Κλαίγαμε μετά ἄφωνα καί τό εὐωδιαστό πνεῦμα τοῦ δέντρου ἀνέβαινε ἀπό τίς ρίζες ἤ κατερχόταν ἀπό τίς κορφές τοῦ οὐρανοῦ καί τότε ὅλα συγκεντρώνονταν σέ μιάν ἀνάλαφρη φωλιά.

Πάνω της ἔσκυβε αὐτό πού εἶναι λευκό καί πουπουλένιο φυσώντας ρυθμικές ἀναπνοές.

15 Αὐγούστου

(περισσότερα…)