θέαμα

Το kayfabe ως νέος ρεαλισμος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 τὸ WWE (World Wrestling Entertainment), τότε ακόμα ὑπὸ τὴν ἐπωνυμία WWF (World Wrestling Federation), γνώριζε σημαντικὴ διάδοση στὶς ΗΠΑ, ἀλλὰ καὶ στὴν Εὐρώπη μέσω συνδρομητικῶν καναλιῶν. Ἔπρεπε νὰ περάσουν περίπου 10-15 χρόνια προκειμένου νὰ κατακτήσει τὸ παγκόσμιο στερέωμα, δημιουργῶντας μιὰν αὐτοκρατορία θεάματος μὲ κέντρο τοὺς ἐπαγγελματίες παλαιστὲς καὶ ὅλες τὶς προσωπικὲς ἱστορίες, τὶς ἀφηγήσεις καὶ τὰ γεγονότα ποὺ ἐνδύουν τὸ σόου αὐτὸ ποὺ στοὺς ἑλληνικοὺς δέκτες καθιερώθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 2000 ἀπὸ τὸ πειραιώτικο TV MAGIC. Παράλληλα, ἡ εἴσοδος τοῦ DVD στὴν καθημερινὴ ζωή μας, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ δυνατότητα ἀναπαραγωγῆς (καὶ πειρατικῆς ἀντιγραφῆς) του μέσω τῆς πρώτης εὔκολα προσβάσιμης στὰ μέσα νοικοκυριὰ κονσόλας/παιχνιδομηχανῆς, τοῦ Playstation 2, ἔβαλε γιὰ τὰ καλὰ τὰ δύο σύμπαντα τοῦ WWE (τὸ SmackDown καὶ τὸ Raw) μαζὶ μὲ ὅλες τὶς σημαντικὲς διοργανώσεις/στιγμὲς τῆς χρονιᾶς (Backlash, Royal Rumble, Wrestlemania, Summerslam κ.λπ.) στὰ σπίτια τῶν τότε ἐφήβων (κι’ ὄχι μόνο). Ἡ διαδικασία ἦταν ἁπλή: μία φωτοτυπία ταυτότητας ἐνηλίκου, κι’ ἕνας λογαριασμὸς ΔΕΚΟ ἦταν ἀρκετὸς γιὰ ἐγγραφὴ μέλους σὲ κάποιο τοπικὸ βίντεο κλάμπ· ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, ἐρχόταν ἡ ἀναζήτηση στὰ ράφια, καὶ ἡ ἡμερήσια, γιὰ τὸ σ/κ ἢ ἑβδομαδιαία ἐνοικίαση. Ὕστερα, ἀκολουθοῦσε συγκέντρωση σὲ σπίτια μὲ φίλους καὶ εὐλαβικὴ παρακολούθηση. (περισσότερα…)

Σπόροι και κόκκοι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Μοίρα των κινηματογραφικών ειδών είναι να μεταβάλλονται, και συνήθως να σοβαρεύουν. Η ψυχαγωγική τους υπόσταση να μην είναι αρκετή ούτε για τους δημιουργούς ούτε για τους θεατές. Αυτό το βλέπουμε στο μελόδραμα, στο γουέστερν, στην πολεμική ταινία· το βλέπουμε και στο μιούζικαλ, και ένα τυπικό παράδειγμα σχετικά είναι η ταινία του Μπομπ Φόσσι Η παράσταση αρχίζει. (Ο τίτλος θα αποτελούσε μιαν ακόμη κοινοτοπία ελληνικής κοπής, αν δεν ήταν μια φράση που επαναλαμβάνεται σαν επωδός –«Show time, folks!»– μέσα στην ταινία, ενώ, βέβαια, ο πρωτότυπος τίτλος προτείνει μια εμφανέστερη αιχμή στον κόσμο του θεάματος, και όχι απλώς μια στερεότυπη εναρκτήρια επιτελεστική φράση: Αll that jazz, όλες αυτές οι αηδίες.)

Με την ταινία αυτή το μιούζικαλ σοβαρεύει επικίνδυνα, ακολουθώντας μια πορεία «σοβαροποίησης» που είχε διαφανεί ήδη από χρόνια. Εδώ όμως δεν είναι πλέον η Τζούλυ Άντριους με τις φούρλες που κάνει στους λειμώνες του αλπικού τοπίου στη Μελωδία της ευτυχίας ούτε καν η ερωτική αντιπαλότητα και το φυλετικό μίσος που θα οδηγήσει στον θάνατο όπως στο Γουέστ Σάιντ Στόρυ· θέμα εδώ είναι ο ίδιος ο θάνατος ως απόρροια του μιούζικαλ, ως κατάληξη της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της ίδιας της τέχνης ως αυτοκαταστροφής. Κι αυτό δεν είναι λίγο: η παθολογία του ανθρώπινου σώματος υπό μία ιατρική οπτική γίνεται θέμα της ταινίας: Στο τελευταίο χορευτικό νούμερο διαρκείας, και η διάρκεια αποτελεί έναν σοβαρό συντελεστή αλλαγής στο είδος, οι χορευτές φορούν εφαρμοστές χορευτικές φόρμες που έχουν πάνω τους ζωγραφισμένες τις αρτηρίες του κυκλοφοριακού συστήματος, ενώ ο εμπνευστής της χορογραφίας είναι έτοιμος να αποδημήσει στον άλλο κόσμο. Η εσωτερική παθολογία του σώματος γίνεται θέαμα, γίνεται δραματουργικό μοτίβο‒ για καλό ή για κακό. (περισσότερα…)