*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 3 / 4 ]
Πρώτο και Δεύτερο Μέρος
~.~
Η μετάφραση του Σίμου Μενάρδου
Η πιο γνωστή και ευχερώς κυκλοφορούσα (και διαδικτυακώς πλέον) μετάφραση του επύλλιου του Μουσαίου, δικαίως και παναξίως παραμένει αυτή του Σίμου Μενάρδου. Ο κυπριακής καταγωγής Σίμος Μενάρδος (1872-1933), καθηγητής στην Οξφόρδη και το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, ου μην και στο King’s College και το Cambridge, όπου δίδαξε για ένα έτος νεοελληνική ποίηση, και ακαδημαϊκός, πέραν της εμβριθούς φιλολογικής και λογοτεχνικής του κατάρτισης («από του Ομήρου μέχρι του Παλαμά») επέδειξε κι ένα ιδιαίτερο τάλαντο ξεχωριστής ποιητικής ευαισθησίας και δημιουργικότητας. Πέραν των όσων προσωπικών ποιητικών έργων κατέλιπε, μας άφησε τον Στέφανο (Ι. Σιδέρης, 1924), τις μεταφράσεις αρχαίας και ύστερης ―λυρικής επί το πλείστον― ελληνικής ποίησης, και μάλιστα δυσμετάφραστων τμημάτων, που σώζονται κυρίως αποσπασματικά, όπως είχε επισημάνει ο Συκουτρής. Για το έργο του αυτό επαινέθηκε όχι μόνο από τον Συκουτρή, αλλά και από τους ποιητές και συγγραφείς της εποχής του. Το έργο παρουσίασαν εγκωμιαστικά ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Σκίπης, ο Γρυπάρης, ο Παλαμάς μεταξύ άλλων. Ευκαιρίας δοθείσης, θα ήθελα να εκφράσω εδώ τη βαθύτατη λύπη μου που δεν ευοδώθηκε ο αρχικός σχεδιασμός του να κυκλοφορήσει και δεύτερο τόμο των μεταφράσεών του που όπως είχε προαναγγελθεί περιλάμβανε εκλογές «εκατόν ποιητών και ποιημάτων από τη χιλιετή ελληνοχριστιανικήν αυτοκρατορίαν». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τουλάχιστον η γνώση και η επαφή ενός ευρέος κοινού (ου μην και ποιητών φευ, μα και διανοουμένων) θα είχε ζωογόνα εμπλουτιστεί με μία ακόμη σχεδόν άγνωστη κι απροσπέλαστη χιλιόχρονη ελληνική ποιητική παράδοση.
Την μετάφραση του Μουσαίου πρωτοδημοσίευσε σε δύο μερικά αποσπάσματα, το πρώτο στα Παναθήναια, έτος Δ΄. τχ. 78 (31 Δεκ. 1903), σ. 166-169, και το δεύτερο στο περιοδικό Ακρίτας, έτος Β΄, τ. Γ΄, τχ. 22-23 (Ιούν.-Ιούλ. 1905), σ. 140-143. Η πρώτη σύνολη και αυτοτελής έκδοση της μετάφρασης του έργου του Μουσαίου έγινε το 1911 (εκδ. Φέξης). Είναι ενδεικτικό για τον τρόπο και τον χαρακτήρα της εργασίας του τα όσα διαλαμβάνονται στο εισαγωγικό σημείωμά του:
«Το ύφος ενθυμίζει κάπου τα κρητικά και κυπριώτικα τραγούδια· αλλά ο σημερινός στιχουργός νομίζει ότι έπρεπε κάπως να μιμηθή τα παλαιά δημοτικά μας έπη, αφ’ ου και ο ποιητής εμιμήθη τόσον πολύ τα ομηρικά. Εχρειάζετο κάποιος τρόπος ανάλογος, δια ν’ αποδοθή οπωσδήποτε η τέχνη του Μουσαίου».
Εκδόθηκε ξανά μαζί με το σύνολο των μεταφράσεών του της αρχαίας και ύστερης ελληνικής ποίησης το 1924 (εκδ. Ι. Σιδέρης) και πάλι το 1971 (εκδ. Δίφρος). Η αξιοθαύμαστη και ποιητικότατη γλωσσική μετάπλαση της αρχαίας ελληνικής ποίησης στη νεώτερη δημιοτκή γλώσσα αξιώθηκε και την ποιητική της εξύμνιση από τον Κωστή Παλαμά, που θαυμαστικά τον αναφέρει ως μεταφραστή και του Ομήρου και του Μουσαίου:
Στὸ Σίμο Μενάρδο
Καὶ τοῦ Ὁμήρου φωνὴ καὶ τοῦ Μουσαίου!
Ποίημα καινούριο ὁ στίχος σου τὴν κάνει,
καὶ τοῦ παρνασσικοῦ χοροῦ τοῦ ἀρχαίου
τοῦ φορεῖς δροσοστάλαχτο στεφάνι.
Τῆς τιμῆς τὸ χαιρέτισμα τὸ φέρνεις
καὶ στοῦ καιροῦ τοῦ νέου μας τὸ λυράρη,
καὶ τὴν καρδιά σου ἀδίσταχτα τὴ γέρνεις
φῶς ἱλαρὸ στοῦ ταπεινοῦ τὴ χάρη.
Στοὺς ποὺ ζοῦμε καιροὺς τί τάχα μένει
ποὺ νὰ στέκεται πιὸ ἄξιο στὴ ζωή;
Ποιός ξέρει! Μπορεῖ ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εὐφραίνει
τ’ ὄνειρο τῆς Πολύμνιας ἡ πνοή.
~•~
Όπως σημειώνει κι ο γιος του Μενάρδου Γεώργιος, που επιμελήθηκε την τελευταία μεταθάνατια έκδοση του Στεφάνου, ο Σίμος Μενάρδος «εδιόρθωνε αδιακόπως τα κείμενά του». Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μετάφραση του Μουσαίου, καθώς μια αντιβολή ήδη των πρώτων αποσπασματικών μεταφρασμάτων με την πρώτη αυτοτελή έκδοση και με την πρώτη έκδοση του Στεφάνου φανερώνει τις απανωτές διορθωτικές παρεμβάσεις του πατρός Μενάρδου. Οπότε, δικαίως θαρρώ πως υποχρεούμαστε εδώ να ακολουθήσουμε το κείμενο όπως μας παραδίδεται στην τελευταία, μεταθανάτια έκδοση του 1971, επειδή ακριβώς ενσωματώνει τις τελικές ―και σίγουρα τις πλέον κατασταλαγμένες― διορθώσεις και αλλαγές του μεταφραστή, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στην μακρά εκδοτική πορεία τριών προηγούμενων δημοσιεύσεων.
Εν προκειμένω, η αλήθεια είναι πως, πέραν ορισμένων περιορισμένων παρεμβάσεων, που αφορούν σε αλλαγή σειράς των λέξεων ή αντικατάστασή τους με άλλες λέξεις χάριν αρμονικότερης ή/και ρυθμικότερης στιχοποιΐας ή λόγω προσωπικού αισθητηρίου (με άλλοτε ευτυχή αποτελέσματα κι άλλοτε όχι), η σημαντικότερη τροποποίηση που παρατηρείται στην τελευταία αυτή έκδοση είναι η αντικατάσταση της αξιοπρόσεκτης λέξης ‘καλογριά’ με την λέξη ‘ιέρεια’. Από την άλλη πλευρά το ερώτημα γιατί επιμένει στην ―πιθανή― κατάδειξη της προέλευσης των συνιζήσεων σε ορισμένες λέξεις (π.χ. νεός, βασιλεάς, γονεός, γεορτή αντί για νιος, βασιλιάς, γονιός, γιορτή), κατά τρόπο, τόσο φωνητικά όσο και ορθογραφικά, απροσδιόνυσο και αμάρτυρο, εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο. Πολύ περισσότερο δε που μέχρι και την αυτοτελή έκδοση του Μουσαίου το 1911 ακολουθούσε την γραφή των παραπάνω λέξεων όπως απατώνται στην ομιλούμενη δημώδη γλώσσα.
Λόγω της μεταφραστικής, κι επιπλέον ιστορικής πια, αξίας της, παραθέτουμε ολόκληρη τη μετάφραση του θρυλικού επύλλιου του Μουσαίου (απλοποιημένη από ορισμένες ορθογραφικές τυποεκδοτικές ιδιοτυπἰες της εποχής).*
///
Πές μου τὸν λύχνο, δέσποινα, ποὺ εἶδε κρυφὲς ἀγάπες,
τῆς νύκτας τὸν κολυμπητή, ποὺ γιὰ γαμπρὸς πρυμίζει,
τὸν γάμο πὲς τὸν σκοτεινό, ποὺ δὲν εἶδ᾽ ἡ Αὐγούλα,
καὶ τὴν Σηστό, ποὺ τῆς Ἠρῶς ἐνυκτογίνη ὁ γάμος.
Νὰ κολυμπάῃ τὸν Λέανδρον γροικῶ τον καὶ μαζί του
τὸν λύχνο τὰ μηνύματα νὰ λέῃ τῆς Ἀφροδίτης,
τὸν καλεστὴ καὶ στολιστὴ τῆς νυκτοπαντρεμένης
τὸν λύχνο, τ’ ἀναγάλιασμα τῶν δυῶν ἀγαπημένων.
Γιὰ τὰ νυκτέρια του ἔπρεπε μέσ᾽ τ’ ἄστρα νὰ τὸν πάρῃ
ὁ ἅγιος θεὸς καὶ νὰ τὸν πῇ «τ᾽ ἀστέρι τῶν ἐρώτων»·
τί στῆς ἀγάπης τοὺς καημοὺς κι αὐτὸς μερίτης ἦτον
καὶ φύλαξε τὸ μυστικὸ τοῦ γάμου τοῦ ἀκοιμήτου
προτοῦ φυσήξει ὁ ἄνεμος τὴν ἄπονη πνοή του.
Ἔλα, θεά, τραγούδα μου, νὰ ποῦμε τό ᾽να τέλος
τοῦ λυχναριοῦ ποὺ ἀπόσβησε καὶ τοῦ παιδιοῦ ποὺ ἐχάθη.
Ἀντικρυνὲς γειτόνισσες Σηστὸς καὶ Ἄβυδος ἦταν
κατάγιαλα. Μὰ τάνυσεν ὁ Ἔρως τὸ τοξάρι
καὶ μέσ᾽ τὲς χῶρες καὶ τὲς δυὸ μιὰν τόξεψε σαγίτταν
καὶ κορασιὰν μιὰν ἔκαψε καὶ νεὸ ἕνα παλληκάρι.
Λέανδρο τὸν ὀμορφονεὸ κ᾽ Ἡρὼ τὴν κόρη ἐλέγαν.
Ἡ Ἡρὼ στὴν Σηστὸν ἔμενε, στὴν Ἄβυδο ὁ νεὸς ἦτον·
ἄστρα κ᾽ οἱ δυὸ γλυκόφωτα μέσα στὲς δυὸ τὲς χῶρες·
ἄστρα πανόμοια. Μόν᾽ ἐσὺ ἂν τύχῃ καὶ περάσῃς,
παλιὸ ἕναν πύργο ζήτα μου, ποὺ ἕναν καιρὸ μὲ λύχνο
στεκόταν καὶ τὸν Λέανδρον ἡ Ἡρὼ ξεπροβοδοῦσε·
ζήτα τ’ ὁλόβογκο στενὸ τῆς προτινῆς Ἀβύδου,
μπορεῖ ἀκόμα τὴν θανὴ νὰ κλαίῃ τοῦ Λεάνδρου!
Μὰ τώρα πῶς ὁ Λέανδρος στὴν Ἄβυδό του ὡς ἦτον
στὸν πόθον ἦρθε τῆς Ἠρῶς κι αὐτὴ στὸν πόθο ἐδέθη;
Ἦτον πεντάμορφη ἡ Ἡρὼ κ᾽ ἦτο βασιλοπούλα,
καὶ κορασιὰ λειτούργισσα τῆς Ἀφροδίτης ἦτον·
καὶ σ᾽ ἕναν πύργον ἔμενε μακριὰ τῶν γονικῶν της,
γειτόνισσα τῆς θάλασσας, ἄλλη θεὰ Ἀφροδίτη.
Ἀπὸ ντροπὴ δὲν ἔσμιγε ποτὲ μ᾽ ἄλλες γυναῖκες,
οὔτ᾽ ἔστησε χορὸ ὄμορφο μὲ τὲς συνήλικές της,
νὰ λείπῃ ἀπὸ τὴν θηλυκὴ γλωσσοφαγιὰ καὶ ζήλεια·
τὶ εἶναι γιὰ κάλλη κι ὀμορφιὲς ζηλιάρες οἱ γυναῖκες.
Συχνὰ τὴν μεγαλόχαριν ἐδόξαζε Ἀφροδίτη
κ᾽ ἔταζε καὶ στὸν Ἔρωτα καὶ τὸν καλοκρατοῦσε
τὶ μὲ τὴν μάνα του ἔτρεμε τὸ φλογερό του τόξο.
Μὰ πάλι δὲν ἐξέφυγε τὰ πυροκάλαμά του.
Τῆς Ἀφροδίτης μιὰ φορὰν ἦρθε γεορτὴ μεγάλη·
καὶ στὴν Σηστὸ στὴν χάρι της ἐκάμναν πανηγύρι
κι ἀπὸ παντοῦ πιὸν ἔτρεχαν στὴν ἅγια μέρα νά ᾽ρθουν
ὅσοι τ᾽ ἀφροστεφάνωτα νησάκια ἐκατοικοῦσαν·
κι ἀπὸ τὴν Ἤπειρον αὐτοὶ κι ἀπὸ τὴν Κύπρο ἐκεῖνοι·
γυναῖκα μιὰ δὲν ἔμεινε στὸν βράχο τῶν Κυθήρων
καὶ στοῦ Λιβάνου οὔτε ψυχὴ τὰ κορφοβούνια ἐπάνω·
κι ἀπὸ γειτόνους στὴν γεορτὴ δὲν ἔλειψε κανένας
ἀπὸ τὴν Ἄβυδο κοντά, μήδ᾽ ἀπὸ τὴν Φρυγία,
μηδὲ καὶ γυναικάρεσκο κανένα παλληκάρι.
Θωρεῖς ἐκεῖνοι, ὅπου ἀκουστεῖ γεορτή, εἶναι πάντα πρῶτοι
μόν᾽ ὄχι τόσο προσφορὲς νὰ πᾶν εἰς τοὺς ἁγίους,
ὅσο γιὰ τῶν ὀμορφονεῶν τὰ μαζωμένα κάλλη.
Καὶ νά σου καὶ στὴν ἐκκλησιὰν ἡ κόρη Ἡρὼ προβάλλει
κι ἄστραψε φῶς ἡ ὄψι της ἡ τρισχαριτωμένη,
καθὼς τὴν λευκοπρόσωπη Σελήνη ποὺ προβαίνει·
καὶ τὰ χιονάτα μάγουλα ἐροδοκοκκινίζαν
σὰ ρόδο, σὰν τριαντάφυλλον, ἀκράνοικτο καὶ δίχρο·
καὶ θά ᾽λεγες πὼς ροδωνιὰ στὰ μέλη της ἐφάνη
τί ρόδιζε τὸ χρῶμα της καὶ στὸ περπάτημά της
οἱ φτέρνες ρόδ᾽ ἀνέφαιναν τῆς ἀσπροφόρας κόρης·
καὶ μύριες χάρες ἔτρεχαν ἀπ᾽ ὅλα της τὰ μέλη·
τί ψέματα εἶπαν οἱ παλαιοὶ πὼς τρεῖς οἱ Χάρες εἶναι·
κάθε της μάτι γελαστὸ κι ἑκατὸ χάρες μέσα!
Ἡ Ἀφροδίτη ταιριαστὴ λειτούργισσά της ηὗρε.
Ἔτσι ὁ ἀνθὸς τῆς ὀμορφιᾶς, τὸ παίνεμα τῆς νεότης,
στὴν Ἀφροδίτη ἱέρεια, ἄλλη Ἀφροδίτη ἐφάνη·
κ᾽ ἐχώθη στῶν παλληκαριῶν τὲς ἄπραγες καρδιές τους·
καὶ ποιὸς δὲν μυριορέγετο γυναῖκα νὰ τὴν ἔχῃ;
Ὅπου κινάει στὴν ἐκκλησιὰ τὴν καλοθεμελιοῦσαν,
καρδιὲς καὶ μάτια τῶν ἀνδρῶν καὶ νοῦς ἀκολουθοῦσαν.
Κ᾽ ἕνας μικρὸς κ᾽ ἐλεύθερος ἐθαύμαζε κι ἐλάλει·
«Καὶ μὲς τὴν Σπάρτην ἔκαμα τρεῖς χρόνους καὶ τρεῖς μῆνες
ποὺ πανηγύρι ἀκούομε τῶν ὀμορφιῶν πὼς εἶναι,
μὰ τέτοια νεὰ δὲν ἔχω δεῖ, δὲ γνώρισα ποτέ μου.
Καμιὰν ἀπὸ τὲς Χάριτες ἡ Ἀφροδίτη θά ᾽χει·
νὰ καμαρώνω ἀπόστασα, μὰ χορτασιὰ δὲν ηὗρα·
Καλέ, ἂς πεθάνω σύναμα καθὼς τὴν ἀγκαλιάσω.
Μὴ σώσω ἂν βουληθῶ Θεὸς στὸν Ὄλυμπο να γίνω
γυναῖκα μου ἅμα τὴν Ἡρὼ τὴν ἔχω στὴν αὐλή μου.
Μ᾽ ἀφοῦ δὲν εἶναι μπορετὸ ἱέρεια σου νὰ ᾽γγίσω,
Παφίτισσά μου, τέτοιαν νεὰ σύντροφο χάρισέ μου».
Αὐτὰ ἕνας μικρός τά ᾽λεγε· κι ἄλλοθεν ἄλλος πάλι
καρδιοσφαζόταν ἄλαλος ἀπὸ τὲς ὀμορφιές της.
Σὺ μόνο, ἄμοιρε Λέανδρε, τὴν ζηλεμένη ὡς εἶδες,
δὲν ἤθελες κρυφάγκαθο νὰ σοῦ κεντᾷ τὴν φρένα·
καὶ μιὰ ποὺ πῆρες ἔξαφνα φωτιὰ στὰ φυλλοκάρδια,
χωρὶς τὴν παιγνιδόματη δὲν ἤθελες νὰ ζήσῃς.
Μὲ τὲς ματιὲς ἐθέριεψε κ᾽ ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης,
κι ἀπὸ μιὰ λαύρ᾽ ἀνίκητην φλεγόταν ἡ καρδιά του·
τί κάλλη κοσμολόγητα κωπέλλας παινεμένης
βαθύτερ᾽ ἀπὸ τ᾽ ἅρματα πληγώνουν τοὺς ἀνθρώπους·
τὸ μάτι δρόμος γίνεται κι ἀπὸ τ᾽ ἀνάβλεμμά της
ἡ σπίθα φεύγει καὶ γλιστρᾶ μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Θάμπος ἐκεῖ τὸν ἔπιασε, ντροπή, ἀντροπιά, λαχτάρα,
ἔτρεμε μέσα του ἡ καρδιὰ καὶ νὰ πιαστῇ ντροπὴ εἶχε
κ᾽ ἐθάμπωνέ τον ἡ ὀμορφιά, μὰ συνεπῆρ᾽ ὁ Ἔρως
τὴν συστολὴ κι ὁλόθαρρος μεμιᾶς ἀποδιαντράπη.
Ἀχνάρι ἀχνάρι περπατεῖ, κατάμματά της στέκει,
λοξὰ θωρεῖ καὶ δολερὰ τὲς κόρες του τὲς παίζει
μὲ τ᾽ ἄφωνα γνεψίματα νὰ τὴν ποθολογιάσῃ.
Ἡ νεὰ πάλι σὰν ἔνιωσε τὸν πονηρό του πόθο,
πρῶτα τὸ πῆρε ἀπάνω της κ᾽ ὕστερ᾽ ἀγάλια ἀγάλια
κι αὐτὴ τοῦ συχνοκάμμυσε τὸ μάτι παιγνιδᾶτα,
μὲ τὰ κρυφὰ γνεψίματα νὰ τοῦ τὸ μολογήσῃ
καὶ τοῦ ἀκρογέλασε ξανά· κι αὐτὸς ἀναγαλλιάζει
πὼς ἔνιωσε τὸν πόθο του καὶ δὲν τῆς κακοφάνη.
Ὡστόσον ὅσ᾽ ὁ Λέανδρος ζητοῦσε ὥρα κλεφτάτη,
τὸ φέγγος του χαμήλωσε καὶ βούτησεν ὁ Ἥλιος,
καὶ στὰ οὐράνια ἀνέφανε λαμπρὸς ἀποσπερίτης.
Τότε κοντοσωρεύεται μὲ θάρρος στὴν κωπέλλα
σὰν εἶδε πὼς ἀρχίνησε τὸ φῶς νὰ μολιβιάζῃ
κι᾽ ἁπαλοπιάνοντας γλυκὰ τὰ δάκτυλα τῆς κόρης
βαθιὰ βαθιὰ ἀναστέναζε· χωρὶς μιλιὰ κ᾽ ἐκείνη
σὰν κακιωμένη ἀπόσπασε τὸ ροδαλό της χέρι.
Ὁ νεός, ὅτι κατάλαβε τὴν ντροπαλή της κλίσι,
θαρρετὰ δράχνει καὶ τραβᾶ τ᾽ ὁλόπλουμό της ροῦχο
καὶ στὸ ἱερὸ τῆς ἐκκλησιᾶς παράμερα τὴν πάγει.
Θέλοντας κι᾽ ἄθελα ἡ Ἡρὼ κοντοβαρεῖ ξοπίσω,
σὰν τάχα νὰ μὴν ἔστεργε, καὶ κρένει τοῦ Λεάνδρου,
μὲ λόγια κορασήσιμα γιὰ νὰ τὸν ἀποπάρῃ·
«Ξένε, γιατί μωρεύεσαι; γιατί μιὰ κόρη σέρνεις·
σύρ᾽ ἄλλο δρόμο κι ἄφησ᾽ μου, κακόμοιρε, τὸ ροῦχο·
πρόσεχε μήπως θυμωθοῦν οἱ πρόκριτοι οἱ γονεοί μου.
Ἱέρεια τῆς Παφίτισσας δὲν σοῦ περνᾶ νὰ ᾽γγίσῃς·
γιὰ νὰ πειράξῃς κορασιάν, εἶσαι μικρὸς καὶ λίγος».
Μὲ τοῦτα τὸν ἐμάλωσε τῶν κορασιῶν τὰ λόγια·
μὰ σὰν ἄκουσ᾽ ὁ Λέανδρος τὰ τόσα πείσματά της,
᾽πεικάζει τὰ καμώματα τῶν κορασιῶν ποὺ θέλουν·
γιατὶ ὅταν ὀμορφόπαιδα μαλώνουν οἱ γυναῖκες
φιλιὰ εἶναι τὰ μαλώματα καὶ χάδια εἶν᾽ οἱ φοβέρες.
Καὶ τὸν λαιμό της φίλησε, τὸν μοσχομυρισμένο
καὶ τέτοιο λόγον εἶπε της ἐρωτοπληγωμένος·
«Ἄλλη Ἀφροδίτη στὴν θωριά, ἄλλη Ἀθηνᾶ στὴν γνώσι,
γιατ᾽ ἴσα μὲ τοῦ κόσμου ἐσὲ γυναῖκες δὲν σὲ βάζω·
μὲ θυγατέρες τοῦ Διὸς μόνο συγκρίνω ἐσένα·
χαρὰ στὸν ὅπου σ᾽ ἔκαμε, χαρὰ στὴν ποὺ σ᾽ ἐγέννα·
κι ὅποια σ᾽ ἐκοιλιοπόνησε, καλή της ὥρα, κόρη.
Μόν᾽ ἄκουσε τὸν λόγο μου, τὸν πόνο μου στοχάσου.
Στὴν Ἀφροδίτη ἱέρεια σὰν Ἀφροδίτη κάμε.
Εὐλόγα πιὰ τὸν γάμο σου, σὰν θέλει ἡ δέσποινά σου·
κοράσι νὰ τὴν λειτουργᾷ τὴν θεὰ Ἀφρὼ δὲν πρέπει·
δὲν καλοβλέπει κορασιὲς ἡ χάρι της· ἂν θέλῃς
νὰ ξέρῃς ποιὸ εἰναι τῆς θεᾶς τὸ θέλημα, εἶν᾽ ὁ γάμος·
κ᾽ ἐσὺ τὼρ᾽ ἂν τὴν προσκυνᾶς τὴν Ἀφροδίτη ἀλήθεια,
καὶ τὴν ἀγάπη ἀγάπησε, πού ᾽ναι γλυκιὰ σὰν μέλι·
κ᾽ ἐλέησέ με τὸν φτωχὸ καὶ πᾶρε με ἄνδρ᾽ ἂν θέλῃς
ὁποὺ σοῦ τὸν ἐτόξεψε μὲ τ᾽ ἅρματά του ὁ Ἔρως,
σὰν ὁ γοργὸς ἐπῆγ᾽ ὁ Ἑρμῆς μὲ τὸ χρυσὸ ραβδί του
τὸν ἀνδρειωμένον Ἡρακλῆ γιὰ σκλάβο της Ὀμφάλης.
Ἐδῶ δὲν μ᾽ ἔφερε ὁ Ἑρμῆς, μὲ πέμπει ἡ Ἀφροδίτη·
καὶ θά ᾽χεις κάποτε ἀκουστὴ τὴν νεὰ τὴν Ἀταλάντη,
ποὺ ξέφυγε τὸν Μελανό, τὸν ἀγαπητικό της,
κόρη νὰ μείνῃ· μὰ καθὼς πεισμώθη ἡ Ἀφροδίτη,
κεῖνον ποὺ δὲν ποθοῦσε πρίν, ἀπὸ καρδιᾶς τὸν πῆρε.
Ἄκουε, ἀγάπη μου, καὶ σύ, μὴν τὴν θεὰ θυμώσῃς».
Μὲ τοῦτα πλάνησε τὸν νοῦ τῆς κόρης ἄθελά της·
τὰ λόγια ἀγάπη γέννησαν καὶ πῆρε τὴν καρδιά της.
Ἀμίλητη, τὰ μάτια της ἔγειρε ἡ κόρη κάτω,
τὰ μάγουλα, ποὺ ντροπαλὰ κοκκίνιζαν, νὰ κρύψῃ·
κ᾽ἔξυνε μὲ τ᾽ ἀκρόχναρο τὴν γῆ καὶ ντροπιασμένη,
ὅλο καὶ τὸ χιτώνι της ἐμάζευε στοὺς ὤμους.
Τοῦτα θὰ ποῦν πὼς ἄρχισε μιὰ κόρη νὰ συγκλίνῃ·
μόν᾽ ἀγκαλιὰ καὶ φίλημα σοῦ τάζει ἡ σιωπὴ κείνη.
Τώρα καὶ τὸ γλυκόπικρο κεντρὶ τοῦ Πόθου ἐδέχθη
κι ἄναψ᾽ ἡ κόρη ἀπὸ γλυκειὰ φωτιὰ μὲς στὴν καρδιά της,
καὶ τοῦ Λεάνδρου οἱ ὀμορφιὲς τὴν ἐψυχομαράναν.
Κεῖνος, ὅσο τὴν ὄψι της σκυφτὴ κατὰ γῆς εἶχε,
τόσο καὶ δὲν ἐχόρταινε μὲ λιγωμένα μάτια
τῆς κόρης τὸν χιονόλαιμο ν᾽ ἀκριβοκαμαρώνῃ,
ὥσπου ἄνοιξε τὸ στόμα της κ᾽ ἐγλυκαπολογήθη·
καὶ κοκκινάδι ἀπόσταζε ντροπῆς τὸ πρόσωπό της.
«Ξένε, ἐσὺ μὲ τὰ λόγια σου θ᾽ ἀνάγερνες καὶ πέτρα.
Ποιὸς σ᾽ ἔμαθε νὰ λὲς αὐτὰ τὰ πλανερὰ λογάκια;
Ποιὸς (συμφορά μου) σ᾽ ἔφερε μέσ᾽ τὸν δικό μου τόπο;
Μόν᾽ ὅλα τά ᾽πες ἄδικα· τί πῶς, καλέ, περάτης,
ἄνθρωπος ξένος κι ἄπρακτος μαζὶ μ᾽ ἐμὲ θὰ σμίξῃς;
Νὰ παντρευτοῦμε φανερὰ μὲ γάμο τιμημένο
δὲν ἠμποροῦμε· νὰ σ᾽ τὸ πῶ: δὲν θέλουν οἱ γονεοί μου.
Ἂν πάλι θέλεις στὴν Σηστὸ νὰ πολυμπαινοβγαίνῃς,
δὲν δύνασαι παραχωστὰ νὰ κρύβῃς τὴν ἀγάπη·
τοῦ κόσμου ἡ γλῶσσα τὸ κακὸ πὰντ᾽ ἀγαπάει νὰ λέῃ
κι ὅ,τι κρυφὰ κάμει κανεὶς μὲς στὰ στενὰ τ᾽ ἀκούει.
Μὰ χάρισέ μου τ᾽ ὄνομα καὶ τὸν καλό σου τόπο·
μὴ μοῦ τὸ κρύψιης· πὼς Ἡρὼ ἐμένα λὲν τὸ ξεύρεις.
Μονή μου οὐρανοκόλλητος καὶ βοερὸς πύργος εἶναι
καὶ μέσα ἐκεῖ μονόψυχη μὲ μιὰν κάθομαι βάγια
περίγιαλα καὶ ξέχωρα· κ᾽ ἔχω γειτόνισσά μου
τὴν θάλασσα ὅπως ἤθελαν οἱ ἄσπλαχνοι οἱ γονεοί μου.
Δὲν μοῦ εἶν᾽ ἐκεῖ συνήλικες, οὐδὲ χοροὶ δὲν εἶναι,
κι ὁλήμερα κι ὁλόνυκτα πάντα δονᾶ στ᾽ αὐτιά μου
τῆς θάλασσας ἡ σαλαγή, τῆς ἀνεμοδαρμένης».
Ὅσο καὶ τά ᾽πεν, ἔκρυψε τὴν ὄψι στὴν ποδιά της
τὶ ξαναντράπη μόνη της καὶ καταγνώννει ὅ,τι εἶπε.
Ὁ Λέανδρος βαρύκαρδος, τοῦ πόθου κεντρωμένος,
συλλογισμένος ἔστεκε πῶς νὰ τὴν καταφέρῃ.
Μόν᾽ Ἔρωτας ὁ πίβουλος τὸν ἄνθρωπο πληγώνει
καὶ πάλι ὁ ἴδιος τὴν πληγὴ τοῦ ἀνθρώπου τὴν γιατρεύει·
νικάει αὐτὸς κάθε θνητό, μὰ καὶ τὸν ὁρμηνεύει·
αὐτὸς τοῦ παραστάθηκε καὶ τότε του Λεάνδρου
καὶ τέλος ἀναστέναξε κ᾽ ἔξυπνο λόγον εἶπε.
«Κόρη, γιὰ τὴν ἀγάπη σου καὶ τ᾽ ἄγριο σκίζω κῦμα,
κι ἂν κοχλακίζῃ ἀπὸ φωτιὰ κι ἂν ἀταξίδευτό ᾽ναι·
φθάνει κοντά σου νά ᾽ρχωμαι, νὰ σὲ σφιχταγκαλιάζω,
κι οὔτε φουρτούνα οὔτε βοὴν τῆς θάλασσας τρομάζω.
Κάθε βραδιὰ θὰ σοῦ ᾽ρχωμαι τὸ ταίρι σου βρεγμένο,
τὸ γάργαρο ἅμα κολυμπῶ τοῦ Ἑλλήσποντου τὸ ρέμα,
γιατὶ μακριὰ δὲν κάθομαι, στὴν Ἄβυδο ἀντικρύ σου.
Μόν᾽ ἕνα λύχνο δεῖχνε μου στὸ κάστρο τὸ ψηλό σου
ἀπ᾽ τὸ σκοτάδι ἀντίπερα, νὰ τὸν θωρῶ καὶ νά ᾽μαι
ἐρωτοκάραβον ἐγὼ καὶ τὸ λυχνάρι σου ἄστρο.
Καὶ τοῦτο τ᾽ ἄστρο ἅμα τηρῶ, τ᾽ ἂλλ᾽ ἄστρα τί τὰ θέλω;
Οὔτε τὴν Πούλια θὰ θωρῶ, οὔτ᾽ Ἅμαξα θὰ βλέπω,
ὅσο νὰ φθάσω στὸν γλυκὸ τῆς Ἀφροδίτης ὅρμο·
μόνο φυλάξου, ἀγάπη μου, τ᾽ἀψὰ τ᾽ ἀγριοβόρια
μὴν τονε σβήσουν καὶ μεμιᾶς χάσω κ᾽ ἐγὼ τὴν νεότη,
τὸν λύχνο σου, τῆς δόλιας μοῦ ζωῆς τὸν φωτοδότη.
Τώρ᾽ ἂν ἀλήθεια θὲς καὶ σὺ νὰ μάθῃς τ᾽ ὄνομά μου,
Λέανδρος εἶναι τ᾽ ὄνομα Ἠρῶς τῆς καλῆς ἄνδρας».
Ἔτσι συμφώνησαν οἱ δυὸ νὰ κρυφοπαντρευτοῦσι
καὶ στὴν κρυφή των τὴν χαρὰ καὶ στὸ κρυφὸ τοῦ γάμου
τὸν λύχνο ἐβάλαν μαρτυριά, σὰ βάζει ὁ κόσμος ἄστρο·
αὐτὴ νὰ τοῦ προβάλλῃ φῶς κι αὐτὸς νὰ κολυμπήσῃ.
Καὶ σὰν ἀποσυφώνησαν τοὺς ἀκοιμήτους γάμους,
ἀθέλητα ξεχώρισαν ἀπ᾽ τὸν καθένα ὁ ἄλλος
κείνη κατὰ τὸν πύργο της καὶ τοῦτος ἅμα πῆρε,
μὴν πλανηθῇ μεσάνυκτα, τοῦ πύργου τὰ σημάδια,
στὴν Ἄβυδον ἐπέρασε τὴν βαθυτειχισμένη.
Μὰ τὲς ὁλόνυκτες χαρὲς καὶ τὰ κρυφὰ ἐποθοῦσαν
καὶ νά ᾽ρθῃ ἡ ὥρα ἡ νυφικὴ συχνοπαρακαλοῦσαν.
Κι᾽ ὅταν ξαπλώθη τῆς νυκτὸς τὸ σύμπυκνο σκοτάδι
κι ὕπνο στὸν κόσμον ἔφερε, μόν᾽ ὄχι τοῦ Λεάνδρου.
Αὐτὸς μπροστὰ στὴν θάλασσα τὴν πολυκυματοῦσα
ἐπρόσμενε τὸ μήνυμα τοῦ γάμου του νὰ φέξῃ,
τοῦ λύχνου, τοῦ κακόλυχνου τὴν μαρτυριὰ ἐκαρτέρα
καὶ τῆς κρυφῆς του παντρειᾶς τὸν καλεστὴ ἀπὸ πέρα!
Ὅτ᾽ εἶδε τὸ λιγόφεγγο τὸ μούχρωμα τῆς νύκτας,
τὸν λύχνον ἄναψε ἡ Ἡρὼ καὶ στ᾽ ἄναμμα τοῦ λύχνου
ἔφλεξ᾽ ὁ Ἔρως τὴν καρδιὰ τοῦ ἀκράτητου Λεάνδρου.
Ἔκαιγε ὁ λύχνος καὶ μαζὶ κι ὁ Λέανδρος σωκαῖτον.
Στὸ παραγιάλι ἅμ᾽ ἄκουσε τὴν λύσσα τῶν κυμάτων
ἔτρεμε πρῶτα, ἐρίγησε, μά ᾽πειτα θάρρος πῆρε
κ᾽ εἶπε στὴ δόλια του καρδιὰ νὰ τὴν παραμυθήσῃ.
«Εἶναι κ᾽ ἡ ἀγάπη φοβερὴ κ᾽ ἡ θάλασσα τρομάρα·
μόν᾽ εἶν᾽ ἡ θάλασσα νερὸ κ᾽ εἶναι φωτιὰ ἡ ἀγάπη!
Πᾶρε, καρδιά μου, τὴν φωτιὰ καὶ τὸ νερὸ μὴν τρέμῃς·
ἔλα νὰ πᾶμε στὴν Ἡρώ· τί κύματα ξανοίγεις;
Δὲν ξέρεις πὼς ἡ θεὰ Ἀφρὼ θαλασσογέννητη εἶναι
καὶ κυβερνάει τὰ κύματα καὶ τοὺς δικούς μας πόνους;»
Εἶπε κ᾽ ἐγδύθη τὰ λινὰ ἀπὸ τ᾽ ἀκριβὰ του μέλη·
κι ἀφοῦ μὲ τὰ δυὸ χέρια του τὰ σφίγγει στὸ κεφάλι,
πήδησε καὶ στὴν θάλασσα πόντισε τὸ κορμί του·
κ᾽ ἐκεῖ ποὺ ὁ λύχνος ἔλαμπεν, ὁλόϊσ᾽ αὐτὸς τραβοῦσεν
αὐτὸς κουπί, αὐτὸς πανί, αὐτὸς ταχὺ καράβι!
Ἡ Ἡρὼ στὸν πύργον ἔστεκε ψηλὰ φωτοβαστοῦσα,
καὶ ὀπόθε ἀγέρας ἔπαιρνε κι ἀγέρας ἐφυσοῦσε,
μὲ τὴν ποδιὰ συχνόσκεπε τὸν λύχνο, ὥσπου στὸν μῶλο
μὲ τὰ πολλὰ τὰ βάσανα ὁ Λέανδρος ἐβγῆκε.
Στὸν πύργο τὸν ἀνέβασε κι εὐθὺς ἀπὸ τὴν πόρτα
τὸν ἄνδρα της ἀγκάλιασε χωρὶς νὰ τοῦ μιλήσῃ.
Καὶ σὰν ἀκόμ᾽ ἀφρόσταζε καὶ σὰν ἀγκομαχοῦσε,
τὸν πῆγε μέσ᾽ τὸν νυφικὸ παρθενοθάλαμό της·
καὶ τὸ κορμί του τό ᾽λουσε καὶ μοσχομύρισέ τον
μὲ λάδι, μὲ ροδόλαδο καὶ τοῦ ᾽σβησε τὴν ἅρμη.
Ἀκόμ᾽ ἀνάσαινε, κι αὐτὴ μὲς στὰ βαθεὰ στρωσίδια
στὸ ταίρι της ἐχύθηκε καὶ τοῦ περιλαλοῦσε·
«Ἀνδρούλη μου, εἶδες κι ἔπαθες ὅσα δὲν ἔπαθ᾽ ἄλλος.
Ἀνδρούλη μου, εἶδες κ᾽ ἔπαθες· σὲ φθάνει πιὰ ἡ ἁρμύρα,
σὲ φτάνει ἡ ψαρομυρωδιὰ τῆς θάλασσας τῆς μαύρης.
Μόν᾽ ἔλα πιὰ τὸν ἵδρο σου στοὺς κόρφους μου ν᾽ αφήσῃς».
Εἶπε, κ᾽ ἐκεῖνος ἄνοιξε τῆς κορασιᾶς τὰ στήθη
καὶ τῆς χρυσῆς Παφίτισσας τὸ θέλημα ἐγενήθη.
Καὶ γάμος, μὸν᾽ ἀχόρευτος, χαρά, μ᾽ ἀνεύλογη, ἦτον!
Τὴν Ἥρα δὲν ἐδόξασε τραγουδιστὴς ἢ ψάλτης,
δὲν ἄστραψε λαμπάδας φῶς στὸ νυφικὸ κρεβάτι
κι οὐδὲ κανεὶς δὲν ἔσυρε χορὸ λυγεροπάτη·
τὸν γάμο δὲν τραγούδησεν ὁ κύρης οὐδ᾽ ἡ μάνα·
μόν᾽ ἔστρωσε τὸ στρῶμα της τὴν ὥρα τῆς χαρᾶς της
ἡ Σιωπή, κ᾽ ἡ Σκοτεινιὰ τὴν ἐνυφοστολοῦσε·
καὶ γάμος ἦτον, μὰ χωρὶς τοῦ γάμου τὰ τραγούδια.
Ἡ Νύκτα ἦτον παράνυφη καὶ δὲν εἶδ᾽ ἡ Αὐγούλα
γαμπρὸ ποτὲ τὸν Λέανδρο στὴν γνώριμή του κλίνη·
γιατὶ κατὰ τὴν Ἄβυδον ἐξανακολυμποῦσε,
μυρίζοντας ὁ ἄπληστος νυκταγκαλιὲς ἀκόμα!
Πάλι ἡ πεντάμορφη ἡ Ἡρὼ κρυφὰ ἀπὸ τοὺς γονεούς της
κοράσι ἦτον ὁλημερὶς κι ὁλονυκτὶς γυναῖκα.
Πόσες φορὲς κι οἱ δυό ᾽λεγαν νὰ βασιλέψει ὁ Ἥλιος.
Μὲ τοῦτα ἐκρύβαν τὴν πολλὴν ἀνάγκη τῆς ἀγάπης
κ᾽ ἐνυκτοξημερώνονταν μὲ τὰ κρυφὰ παιγνίδια.
Μόνο λιγόμερά ᾽ζησαν τὰ δυὸ τ᾽ ἀγαπημένα,
δὲν χάρηκαν τὸν γάμο τους, τὸν πολυπαθιασμένο.
Σὰν ἦρθε ἡ βαρυχειμωνιά, σὰν ἦρθε ἡ μαύρη ἡ ὥρα,
ποὺ φέρνει τ᾽ ἀγριόκαιρα καὶ τὲς ἀνεμοζάλες,
ποὺ τὰ βαθεὰ καὶ τ᾽ ἀχαμνὰ τῆς θάλασσας θεμέλια
κτυποῦν τα καὶ φυσομανοῦν χειμωνικοὶ ἀνέμοι,
κι ὅλο τὸν πόντο δέρνουν τον καὶ τὸν ἐξαναδέρνουν
ποὺ τὸ μαυροκαράβι του στὴν ἀμμουδιὰ ξωσέρνει,
μέσ᾽ ἀπὸ τ᾽ ἄπιστα νερὰ γιὰ νὰ γλιτώσῃ ὁ ναύτης,
καὶ τότε δὲν σὲ κράτησε τῆς θάλασσας ὁ φόβος,
ἀπότολμ᾽ ἐσέ, Λέανδρε! Παραγγελιὰ τοῦ πύργου,
ποὺ σοῦ θυμίζει λαμπερὴ τὸν τακτικό σου γάμο,
τὸ μανιωμένο πέλαγος μὴν τὸ ψηφᾷς, προστάζει.
Ἔπρεπε ἡ ἄμοιρη ἡ Ἡρώ, ἔπρεπε ἡ δόλια κόρη
μέσ᾽ τὸν χειμῶν᾽ ἀπόμακρα νὰ μείνει τοῦ Λεάνδρου
καὶ τ᾽ ἄστρο τὸ λιγόφωτο νὰ μὴν τὸ ξανανάψῃ.
Μόν᾽ ἔσπρωξε τὸ χέρι της ἡ μοῖρα κ᾽ ἡ ἀγάπη
κι᾽ ὄχι τοῦ γάμου ἀνέφανε λαμπάδα, μὰ θανάτου!
Νύκτα ἠτον, ποὺ οἱ ἀέριδες χειρότερα μανίζουν
καὶ πιὸ φυσοῦν καὶ πιὸ κτυποῦν καὶ πιότερο δριμύζουν
κι ἀπάνω στ᾽ ἀκροθάλασσα σύγκρατοι ὁμάδι πέφτουν.
Τότε κι ὁ Λέανδρος νὰ βρῇ τὴν ἀκριβή του νύφη,
μὲ τὸν γιαλὸ τὸν ἄπονο φρικτὰ χαροπαλεύει.
Τότε πηδοῦσε τὸ νερό, κῦμα στὸ κῦμα ἐκύλα
κι ὁ οὐρανὸς κι ἡ θάλασσα τότε γινῆκαν ἕνα·
κι ἀπὸ παντοῦ σηκώθη ἀχὸς ποὺ μάχονται οἱ ἀνέμοι,
ὁ Εὖρος μὲ τὸν Ζέφυρο, μὲ τὸν Βορρᾶν ὁ Νότος·
καὶ δός του κτύπος ἄπαυτος τῆς βροντοκυματούσας.
Ὁ Λέανδρος βαρύπαθος ἀνάμεσα στὸ ρέμα
πολλὲς φορὲς παρακαλεῖ τὴν θαλασσαφροδίτη,
πολλὲς φορὲς τὸν βασιλεά, ποὺ ὁρίζει τὰ πελάγη·
δὲν ξέχασε καὶ τὸν Βορρᾶ, τὸν νεὸ τὸν διωγματάρη.
Μὰ δὲν ἐβόηθησε κανεὶς καὶ δὲν ἔφθασε ὁ Ἔρως
νὰ τόνε σώσῃ· ἀπὸ παντοῦ τὸ φουσκωμένο κῦμα
τὸν ἔδερνε, τὸν ἔπαιρνε, τοῦ σύντριβε τὰ πόδια·
καὶ τῶν χεριῶν του ἡ δύναμι ἀσάλευτη πιὸν ἦτον.
Ἔξαφνα ἐχύθη καὶ νερὸ καμπόσο στὸν λαιμό του,
κι ἤπιε ποτὸν ἀνώφελο, ποτὸ γεμᾶτον ἅρμη,
κι ἄνεμος ἔσβησεν ἀψὺς τὸν ἄπιστο τὸν λύχνο
καὶ τὴν ψυχὴ καὶ ἀγάπη του τοῦ θλιβεροῦ Λεάνδρου.
Ἐκείνη ὅσό ᾽βλεπε ν᾽ ἀργῇ μ᾽ ὁλάγρυπνα τὰ μάτια
ἔστεκε, κι ἀπ᾽ τὲς ἔννοιες της σὰν κῦμα ἔδερνε ὁ νοῦς της.
Ἢρθ᾽ ἡ Αὐγούλα, μόν᾽ ἡ Ἡρὼ δὲν εἶδε τὸν καλό της!
καὶ πάντοθ᾽ ἔριχνε ματιὲς στῆς θάλασσας τὰ πλάτια
μήπως καὶ δῇ τὸν ἄνδρα της νὰ παραδέρνῃ κάπου,
ἀφότου ὁ λύχνος ἔσβησε. Μόν᾽ ἅμα ὀμπρὸς στὸν μῶλο
τοῦ πύργου τὸν εἶδε νεκρὸ στὰ βράχη νὰ κτυπιέται,
ἐξέσκισε τὸ κεντητὸ χιτώνι της στὰ στήθη
κ᾽ ἐρίχθη κατακεφαλῆς ἀπὸ τὸν ὄρθιο πύργο
κι ἀπάνω ἀπέθαν᾽ ἡ Ἡρὼ στὸν ἄψυχό της ἄνδρα,
κι᾽ ἀγκαλιασμένα ἀπόμειναν καὶ τὰ δυὸ λείψανά τους.
///
*Εδώ βρίσκει κανείς το πρωτότυπο και την ―απλοποιημένη κατά μέρος― μετάφραση του Σίμου Μενάρδου, όπως παρουσιάζεται στην α΄ έκδοση του Στεφάνου (Ι. Σιδέρης, 1924), και μπορεί ταυτόχρονα να προβεί και σε αντιπαραβολή με την τελευταία, όπως παρατίθεται εδώ.
*
**
