*
ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος
~.~
«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»
Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.
Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.
Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.
«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»
Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis).
Κατά τον Φερνάντο Πεσσόα ο Ρικάρντο Ρέις γεννήθηκε το 1887 («δεν θυμάμαι τη μέρα και το μήνα αλλά κάπου τα έχω σημειωμένα») στο Οπόρτο ήταν γιατρός και ζούσε τα τελευταία χρόνια στην Βραζιλία. Στην Επιστολή στον Αντόλφο Καζάις Μοντέιρο της 13ης Ιανουαρίου του 1935 ο Πεσσόα αναφέρεται στην γέννηση των ετερωνύμων, σε αυτήν την ψυχολογική πρόθεση, η οποία οφείλεται κατά τον ίδιο «σε ένα σοβαρό κομμάτι υστερίας που υπάρχει μέσα μου.» «Δεν ξέρω», συνεχίζει, «αν είμαι απλώς υστερικός ή αν είμαι, πιο συγκεκριμένα, ένας υστερικό-νευρασθενικός.» Πρόκειται για μια τάση των φαινομένων που εντοπίζονται εντός της αόρατης ψυχολογικής ζωής του Πεσσόα να βρίσκουν μια δίοδο εξωτερίκευσης μέσω πλαστών χαρακτήρων. Οι προσωπικότητες αυτές εκδηλώνουν την εσωτερική ένταση του υποκειμένου Πεσσόα. Αυτές οι, εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους προθέσεις, λαμβάνουν χώρα μέσα στους δρόμους της Λισσαβώνας. Πρόκειται για τον φοβισμένο υπάλληλο του εικοστού αιώνα, ενός ατόμου που αποξενώνεται τόσο από τον εαυτό του όσο και από τους συγκαιρινούς του εντός της μεγαλούπολης. Κατά τον Αντόνιο Ταμπούκι ο ρόλος της ζωής του Πεσσόα βιώνεται από τον ίδιο ως απτή πραγματικότητα· είναι ένας πραγματικός χαρακτήρας, που μια ημέρα θα μπορούσε να ξυπνήσει μεταμορφωμένος σε κατσαρίδα όπως ο Γκρέγκορ Σάμσα. Από αυτήν την διαπίστωση και έπειτα, η Λισσαβώνα μετατρέπεται σε ένα πεδίο μαχών των διαφόρων νεωτεριστικών ιδεών, σε ένα λαβύρινθο σκέψεων και συναισθημάτων -όπου η κάθε γωνία, το κάθε τραπέζι εστιατορίου, το κάθε σιντριβάνι- που πυροδοτεί την μορφοποίηση της πολλαπλότητας των ετερωνύμων και συντελεί, κατά συνέπεια, στην διαμόρφωση μιας μυθολογικοποίησης της πόλης, ή συνδράμει στην εμφάνιση μιας πόλης που υπάρχει μόνο για τον συγγραφέα· μιας πόλης όπου ζει και κινείται η «νευρασθενική» φιγούρα, ο Φερνάντο Πεσσόα.
Η Λισσαβώνα είναι ο αντίποδας του Πειραιά εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η σχεσιακή γεωγραφία περιπλέκεται όταν ελληνικά στοιχεία εμφανίζονται εκεί και γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη όταν τα στοιχεία εκείνα αφορούν μυθολογικές ιστορίες και ποιητικές αφηγήσεις, κοινώς όταν η μυθολογία (ποια από όλες;) ξεκινά να επιδρά πάνω στην ιστορία (και πάλι η ίδια ερώτηση: ποια από όλες τις ιστορίες ή ποια εκδοχή της Ιστορίας;). Επανέρχομαι στις αρχικές σκηνές της προσάραξης του καραβιού και της αρχής της αφήγησης από τη Χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις:
«Πίσω από τα νοτισμένα απ’ το αλάτι τζάμια τα παιδιά κρυφοκοιτάζουν την γκρίζα πόλη, άστυ επίπεδο πάνω σε λόφους, σαν να ’ταν χτισμένη μόνο με ισόγεια σπίτια, πού και πού ένας ψηλός τρούλος, κάποια βεβιασμένη μετόπη, κάποιος όγκος πού μοιάζει με χαλάσματα κάστρου, εκτός αν όλα αυτά είναι ψευδαίσθηση, χίμαιρα, αντικατοπτρισμός πού δημιούργησε το κινητό παραπέτασμα νερών που πέφτουν από τον κλειστό ουρανό. Τα ξένα παιδιά, που η φύση προίκισε αδρότερα με το χάρισμα της περιέργειας, θέλουν να μάθουν το όνομα του τόπου, κι οι γονείς τους τα πληροφορούν, ή τα παραπέμπουν στις παραμάνες, στις nurses, στις bonnes, στις Fräulein, ή σε κάποιον ναυτικό που περνούσε για να πάει στα ξάρτια, Λισσαβώνα, Λίσμπον, Λίσαμπον, τέσσερις διαφορετικοί τρόποι άρθρωσης, πέρα από τους ενδιάμεσους και τους απροσδιόριστους[…].»
Λισσαβώνα: χίμαιρα της ιστορίας και ψευδαίσθηση του τοπίου. Για την ακρίβεια των πραγμάτων και των τόπων θέλω να προσδιορίσω τα ονόματα της ομιχλώδους Λισσαβώνας. Ήδη οι δύο προηγούμενες προτάσεις βρίσκονται σε αντίφαση η μία με την άλλην. Από εδώ προκύπτει και η θνησιμότητα της γραφής αλλά και η ματαιότητα της ύπαρξης του ιστορικού υποκειμένου που είναι ο γράφων. Η ιστορική καταγραφή δεν μένει στην ενδιάμεση γλώσσα της καθημερινότητας αλλά υφίσταται ως ολότητα, καθολική και οριστική. H καταγραφή της ιστορίας ενός τόπου έρχεται σε αντίθεση με την συγγραφή του τοπίο.). Οι ναύτες της Τύρου, την πρώτη χιλιετία π.Χ. ονομάζουν τον τόπο Alis Ubbo, που στα ελληνικά σημαίνει «ήσυχος λιμήν». Από τους ελληνολάτρες Ρωμαίους μένει το όνομα Olisipo. Για τον Γάιο Ιούλιο Σολίνο (Solinus) η πόλη εκφράζει το τέλος του γνωστού κόσμου λίγο μετά τις Ηράκλειες Στήλες · αποτελεί το όριο που χωρίζει εντός του κόσμου τον ουρανό, την γη και τις θάλασσες. Η εποποιία της Οδύσσειας έφερε τον ήρωά της σε αυτά τα νερά και σύμφωνα με τον θρύλο που αναβίωσε o Camões, o Οδυσσέας ίδρυσε την πόλη εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες Ανδαλουσιανές πόλεις που ιδρύθηκαν από τον Ηρακλή. Η σημερινή Lisboa (Λισμπόα) φέρει το παρεφθαρμένο ρωμαϊκό της όνομα καθώς και την κληρονομιά του Οδυσσέα, με την αποκοπή του Ο και με μια μεταγραφή που ταιριάζει καλλίτερα στην ακουστική της πορτογαλικής γλώσσας.
Την εποχή της κατάκτησης της Ιβηρικής Χερσονήσου από τους Ομεϋάδες ή Ουμμαγιάδες της Δαμασκού –και αργότερα από τους Βέρβερους και τους Άραβες της Βορείου Αφρικής–, όλες οι περιοχές νότια του ποταμού Τάγου υπάγονταν στην Αλ-Ανταλούς και αποτελούσαν μέρος της Gharbal Al Andalus (η οποία δίνει σήμερα το όνομά της στην περιοχή Algarve), τουτέστιν της Δυτικής Ανδαλουσίας. Το πριγκιπάτο της Αλ-Ουσμπούνα ( Ṭāʾifat al-Ushbūna, طائفة الأشبونة ) λειτούργησε αυτόνομα αλλά λόγω των συνεχομένων πολέμων απελευθέρωσης καθώς και των αλλεπάλληλων διενέξεων με τους ιβηρικούς πληθυσμούς (Βησιγότθοι και Κέλτες, καθώς και γηγενείς Λουσιτανοί) δεν κατάφερε να φτάσει την φιλοσοφική και ποιητική διαύγεια καθώς και το τοπογραφικό και υλικό μεγαλείο πόλεων όπως εκείνα της Σεβίλλης, της Κόρδοβας ούτε και της αριστουργηματικής Γρανάδας. Πέρασε στα χέρια των Πορτογάλων το 1147 μ.Χ. δίχως να έχει να επιδείξει κάποιο εξαίσιο πολιτισμικό κατόρθωμα μέχρι την πρώιμη Αναγέννηση. Μόλις η πόλη καταλήφθηκε από τους Πορτογάλους, ο Αfonso Henriques διέταξε το γκρέμισμα του Μεγάλου Τζαμιού (Al-Jama) και την άμεση ανέγερση στην θέση του, του Καθεδρικού Ναού Sé αφιερωμένου στην Παρθένο. Όμως ούτε τα τοπωνύμια άλλαξαν όνομα (ή τόπο!) ούτε και οι τρεις χιλιάδες αραβικές λέξεις που εμπλούτισαν την πορτογαλική καθώς και την ισπανική γλώσσα διεγράφησαν από το λεξικό.
Τον καιρό που η Λισσαβώνα αποτελούσε μια από τις θύρες για την ανακάλυψη του κόσμου, αναγεννήθηκε εδώ και ο ελληνικός μύθος των Νήσων των Μακάρων. Η αναζήτηση του επίγειου παραδείσου συνδέθηκε με την μεσαιωνικές αφηγήσεις για την νήσο που ανακάλυψε ο Άγιος Μπρένταν. Πρόκειται για την διαμόρφωση μιας μυθολογίας γύρω από την Κεκρυμμένη Νήσο (Ilha Encoberta) που συνδέθηκε στο πνεύμα των χιλιαστών του τέλους του Μεσαίωνα με τον ερχομό του κρυμμένου βασιλιά τον Σεβαστιανό Α΄. Οι Σεβαστιανοί πριν οδηγηθούν στην πυρά από την Ιερά Εξέταση, δημιούργησαν μια μεσσιανική λυτρωτική μυθολογία, που διοχετεύτηκε και στους Ιησουίτες, ενάντια στον ολοκληρωτισμό της Καθολικής Εκκλησίας καθώς και στις συνεχόμενες παρεμβάσεις της Ισπανίας στον λουσιτανικό χώρο. Ο κρυμμένος βασιλιάς κατοικούσε στην Κεκρυμμένη Νήσο και θα ερχόταν να λυτρώσει την ανθρωπότητα από τα δεινά της. Κάθε νύχτα η Μαρία ντε Μασέντο επιβεβαίωνε στον λαό της Λισσαβώνας ότι συνομιλούσε με τον βασιλιά στην μυστική του νήσο. Τον πλαισίωναν ανάμεσα σε άλλους ο βασιλιάς Αρθούρος, ο Ενώχ, ο Ηλίας και ο Άγιος Ιωάννης. Το 1666 οδηγήθηκε στην πυρά, αφήνοντας τον λαό της Λισσαβώνας δίχως μαντατοφόρο. Όπως και να έχει, πάντως, σύμφωνα με τους πτολεμαϊκούς υπολογισμούς τα νησιά των Μακάρων ευρέθησαν και μετατράπηκαν σε αποικίες των Πορτογάλων και των Ισπανών: Κανάριοι Νήσοι, Μαδέιρα, Αζόρες. Το Πράσινο Ακρωτήρι (Cabo Verde) αποτελεί μια ιστορία από μόνο του καθότι ήταν τελείως ακατοίκητο και ο πληθυσμός του σήμερα αποτελείται από ένα νέο έθνος που προκύπτει από μια επιμιξία ανάμεσα σε Ευρωπαίους και πρώην σκλάβους από τις ακτές της Δυτικής Αφρικής. Ας επανέλθω, όμως, στην άβυσσο της πόλης.
Την πρώτη μέρα παραμονής μου εδώ είδα από το παράθυρό μου ένα τεράστιο άγαλμα του Χριστού, παρεμφερές με εκείνο του Ρίο ντε Τζανέιρο, να στέκει απέναντί μου. Πήρα τον δρόμο για τον Χριστό. Ενώ κάποιες ακτίνες του ήλιου διέσχιζαν τον ουρανό και έφταναν προς το πεζοδρόμιο, η απέναντι πλευρά της γέφυρας αποδείχτηκε μοιραία για την όρασή του. Μόλις έφτασα στην Almada, μεγάλα και πυκνά σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό και η ομίχλη ξεκίνησε να απλώνεται στους δρόμους και τις λεωφόρους. Ενώ η ανάβασή μου προς τον Χριστό κράτησε μιάμιση ώρα, το τέλος της πεζοπορίας κορυφώθηκε από την εξάλειψη του τοπίου. «Να λέω», στον εαυτό μου, «μια πόλη που δεν υπόσχεται τίποτα και που λειτουργεί από μόνη της, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τον άνθρωπο.»
Ξαναδιασχίζω την γέφυρα της 25ης Απριλίου με κατεύθυνση την Alcântara (γέφυρα στα αραβικά). Ακολουθώ όλη την παραλιακή λεωφόρο της 24ης Ιουλίου και φτάνω στον σταθμό Cais do Sodré. Από εκεί περνάω απέναντι και στρίβω δεξιά επάνω με κατεύθυνση την Alfama την οποία γνωρίζω μόνο από την ταινία του Wim Wenders, από κομμάτια των Madredeus και από μερικά fados. Ενώ η πόλη ήταν λευκή, το μεσημέρι ξεκινάει να αποκτά χρώματα. Όσο περνάει η ώρα τόσο διαλύεται η ομίχλη και σταματάει η βροχή. Στην Alfama (εκ του Al-hamma, ζεστή πηγή εξ ου και hammam) βλέπω πλέον καλλίτερα τις προσόψεις των σπιτιών που κυμαίνονται από γαλάζιο μέχρι το φιστικί, το ροζ και την ξεφτισμένη ώχρα. Φτάνω στην παλιά κάσμπα, στο κάστρο του Αγίου Γεωργίου πάνω στον λόφο. Κοιτάζω τώρα τον Χριστό απέναντι και ανάβω ένα τσιγάρο.
Ανάβω ένα τσιγάρο καθώς σκέφτομαι να τους γράψω
και γεύομαι στο τσιγάρο την απελευθέρωση απ’ όλες τις σκέψεις.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν δρόμος,
και απολαμβάνω, σε μια στιγμή πληρότητας των αισθήσεων
την απελευθέρωση απ’ όλους τους συλλογισμούς
και τη συνείδηση ότι η μεταφυσική είναι συνέπεια μιας
αδιαθεσίας.
(Άλβαρο ντε Κάμπος).
*
Στους πρόποδες του αγάλματος Christo Rei στην περιοχή Almada.
Το να ξυπνήσεις με την αίσθηση των νεκρών πιθανώς να οφείλεται σε μία σχέση ανάμεσα στα όνειρα και τον θάνατο ή και τον αλλόκοτο κόσμο του ύπνου που από παλιά θεωρείται μικρός θάνατος. Μάλλον αυτό είναι ο θάνατος: η απαλλαγή από την σκέψη. Θάνατος και Ύπνος, αδέλφια σε άλλες δοξασίες. Οι δύο συμπληρώνονται από τον θεό Όνειρο. «Οι παλαιοί είχαν θεούς και έναν από αυτούς τον αποκαλούσαν Όνειρο», γράφει ένας κατά κόσμον ρομαντικός τρελός, «θα πρέπει να αισθάνονταν περίεργα όταν ερχόταν να θεωρήσει τον εαυτό του πραγματικό, παραμένοντας όμως πάντοτε Όνειρο». Από την άλλην, πέρα από τις εικασίες του Μποναβεντούρα, μπορεί και οι νεκροί να σε καλούν με τον τρόπο τους να τους επισκεφθείς. Οι νεκροί αποτελούν πλέον όνειρα άλλων ζωών. Τα νεκροταφεία είναι ο καλλίτερος τρόπος να διαπιστώσουμε την σχέση των ζωντανών και των νεκρών, την μνήμη που αφιερώνεται στους εκλιπόντες. Ο τόπος στέγασης των νεκρών είναι από μόνος του μια συνοικία που κατοικείται από ονόματα. Όνειρα και ονόματα· και τα δύο εμφανίζονται στην πραγματικότητα αχαρτογράφητα και αόρατα. Πιθανώς και οι νεκροί να είναι, πλέον, ένα όνειρο της ανθρωπότητας.
Όλη η οδός Saraiva de Carvalho ενώνει νεκροταφεία. Από το Βρετανικό Νεκροταφείο πάνω στον λόφο, η ακολουθία των βημάτων φθάνει μέχρι το κοιμητήριο Prazeres. Με μία ελαφρά μεταβολή προς τα δεξιά στην οδό Coelho da Rocha οδηγούμαστε στο τελευταίο σπίτι του Πεσσόα, απέναντι από ένα κατάστημα με πλυντήρια για αυτούς που δεν διαθέτουν ένα από αυτά στο σπίτι τους. Η Λισσαβώνα, επτάλοφη όπως η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη, οδηγεί από νεκρό σε νεκρό, από το πιο παλιό στο νεότερο. Είναι και οι δύο πόλεις πτώσης όπως και ανάβασης. Το ένα δεν μπορεί να υφίσταται χωρίς το άλλο. Και πρόκειται για πτώσεις ιστορικές και προσωπικές αλλά και αναβάσεις προς την Ουράνια Θάλασσα που μοιάζει με τις δύο θάλασσες αυτών των πόλεων. Στο μέσο των δύο ακραίων κατευθύνσεων βρίσκεται πιθανώς το μέσον. Κι εδώ έκανα μία στάση σε ένα καφέ για να πιώ μια Marcieira. Η διαφορά στην πόση αλκοόλ σε αυτήν την πολιτεία, εν αντιθέσει με άλλες, έγκειται στο ό,τι ο αλκοόλ δεν σε καθηλώνει σε μία καρέκλα, αλλά χρησιμεύει ως ένα είδος καύσιμου του σώματος για την οδοιπορία.
*
Κοιμητήριο Πραζέρες. Ομαδικός τάφος με το όνομα του Αντόνιο Ταμπούκι να προβάλλει τρίτο κατά σειράν από επάνω.
Από την πόση προέρχεται εδώ και το αίσθημα της ψευδαίσθησης που συνορεύει με την ομίχλη του πραγματικού. Κι αυτό το αίσθημα ψευδαίσθησης συνοδοιπορεί με την ανάβαση, πραγματικής ή πνευματικής, που ο διαβάτης ακολουθεί. «Μην κοιτάζεις τον Δρόμο. Ακολούθησε τον μέχρι τέλους.» (Πεσσόα, Ο Οδοιπόρος) .
Μέχρι που; Ο δρόμος εδώ μετατρέπεται σε ενός είδους πεπρωμένο που δεν οδηγεί πουθενά. Το να ανεβοκατεβαίνει ο οδοιπόρος τους δρόμους μιας πόλης φαίνεται παράλογο όσο και παράδοξο. Πρόκειται για αδιέξοδο, ακόμη και εάν υπάρχει ένας μικρο-προορισμός. Πιθανώς αυτό το πάρε δώσε με τον δρόμο, να δημιουργεί μια αίσθηση φυγής από τις μηχανιστικές κινήσεις της καθημερινότητας, πιθανώς και να πρόκειται για μια διέξοδο στον μηχανικό τρόπο αντίληψης της ύπαρξης ή και σε μια πλήρη έξοδο από αυτήν. Προς το Τίποτα ή και προς τα πάντα. Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη. Αυτή η φράση επαναπροσδιορίζεται στο σημερινό σταυροδρόμι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, ανάμεσα στην ανάγκη και το περίσσευμα. Εδώ η Ιστορία μετατρέπεται σε κάτοπτρο που αντανακλά τον εαυτό της· αλλά δεν πρόκειται μόνο για τις ψευδαισθήσεις της Ιστορίας. Η έννοια της γνώσης έχει απολεσθεί από καιρό. Δεν υπάρχει καμμία εμπιστοσύνη στο πρόσωπο ούτε και κάποια βάσιμη βεβαιότητα του τρόπου της ύπαρξης. Όλα κυλούν όπως δεν θα έπρεπε να κυλούν. Η γραφή αυτό-προσφέρεται ως μια διέξοδος από το πραγματικό, αναπλάθοντάς το εσωτερικό από τις συνεχείς μεταμορφώσεις. Πρόκειται για μια διπλή κίνηση, από το σημείο μηδέν του πραγματικού στο ανοιχτό της φαντασίας και πάλι πίσω. Ο όλεθρος της πραγματικότητας αντιμετωπίζεται με μια δονκιχωτική εκστρατεία του ονείρου.
Φθάνοντας στην κοιλάδα του νεκροταφείου, αφού ολοκλήρωσα την κάθοδο, πέφτω πάνω σε έναν ομαδικό τάφο και στον Αντόνιο Ταμπούκι. Δεν πρόκειται για κάποιου είδους προσκύνημα αλλά για μια τάση της πραγματικότητας να με φέρνει όλο και πιο κοντά στο όνειρο, μέσω της τύχης. Η ακύρωση του πραγματικού γίνεται βίαια και έξαφνα, σε μια στιγμή που το πνεύμα δεν το περιμένει. Από εδώ προκύπτει η έκπληξη των τόπων. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στον Εκκλησιαστή που συνοδεύει την σκέψη στο νεκροταφείο αλλά και σε στιγμές εντατικής μέθης για να δικαιολογηθεί η αυτεξουσιότητα της παρούσας στιγμής. Έκπληξη είναι και η ταύτιση των σκέψεων, ενίοτε με τους νεκρούς όπως αυτή του Ταμπούκι:
«Ο άνθρωπος που μας παρουσιάζει η λογοτεχνία της εποχής μας είναι ένα άτομο μοναχικό, διχασμένο, ένας άνθρωπος που έχει γίνει αγνώριστος (…) Πρέπει να διεκδικήσουμε ξανά το δικαίωμα στο όνειρο. Ίσως, με μια πρώτη ματιά, να φαίνεται κάπως ασήμαντο αυτό το δικαίωμα. Μα αν το καλοσκεφθείς αποδεικνύεται μεγάλο προνόμιο. Όσο ο άνθρωπος εξακολουθεί να είναι ικανός να τρέφει ψευδαισθήσεις, αυτός ο άνθρωπος εξακολουθεί να είναι ελεύθερος.»
Ο λόγος περί ψευδαισθήσεως του Ταμπούκι στοιχειώνει την σκέψη μου αφού με κάνει, μαζί με τα βήματά μου, να προωθούμαι προς το παρελθόν, να το ανασκευάζω, να ανακαλύπτω το παρόν και να πορεύομαι ανάμεσα στην φαντασία και το πραγματικό, στο διάστιχο ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Οι συνέπειες των ψευδαισθήσεων αφορούν και στα γεγονότα των οποίων είμαστε οι ηθοποιοί ·γεγονότα που συμβαίνουν και θα συμβούν. Αυτές οι ψευδαισθήσεις διαμορφώνουν και το φαντασιακό των πιθανοτήτων, οδηγούν σε αυτό που μπορεί να συμβεί, με άλλα λόγια σε τραβάνε προς τον λαβύρινθο των ονείρων· στο να ονειρευόμαστε.
Αφού έδωσα ακόμη μια φορά χώρο στις ψευδαισθήσεις μου, ξεκίνησα να ανεβαίνω πάλι προς τα επάνω.
Ο καλλίτερος τρόπος να καταλάβεις μια πόλη είναι να ζήσεις σαν τον ιθαγενή αλλά και σαν τον μετανάστη. Χρειάζεται να μπεις και στους δύο ρόλους. Όταν μετατρέπεσαι αρκετά σε ιθαγενή, θα πρέπει να περάσεις στην απέναντι όχθη. Ο ιθαγενής είναι ο άνθρωπος των ισχυρών πεποιθήσεων, της διαμορφωμένης γνώμης για τον τόπο του και τον τρόπο ζωής του ενώ ο μετανάστης βρίσκεται σε μια πιο ρευστή κατάσταση πνεύματος (όπως και ύλης ενίοτε.) Ο μέτοικος ή μετανάστης βρίσκεται στο κατώφλι ανάμεσα στον πατρογονικό του τόπο και τον καινούργιο. Δεν έχει ακόμη διαλέξει αν θα απεμπολήσει το παρελθόν του ή αν θα συνεχίσει να διαιωνίζει τα ήθη και τα έθιμά του στον καινούργιο του τόπο. Παλιότερα, ο μετανάστης στην Ευρώπη προσπαθούσε όλο και περισσότερο να ενσωματωθεί στην καινούργια του κατοικία. Στην σημερινή κατάσταση πραγμάτων πιστεύω ό,τι αδιαφορεί παντελώς για κάτι τέτοιο. Και σήμερα ο μόνος λόγος ύπαρξης της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων όσο και των μεταναστών σε τούτην την ήπειρο είναι το χρήμα. Όσους Πακιστανούς γνώρισα στην πόλη, αφού με ρωτούν από που κατάγομαι αμέσως χαμογελούν και με προσφωνούν «φίλο», καθότι οι περισσότεροι έχουν εκτίσει θητεία στην Ομόνοια και τα πέριξ αυτής, μιας που αυτή η περιοχή της Αθήνας αποτελεί τον τόπο αναμονής των μεταναστών για τον Δυτικό κόσμο. «Δεν έχει λεφτά, δεν έχει λεφτά, Ελλάδα». Συγκατανεύω με την σιωπή μου αφού βλέπω τον φίλο Πακιστανό χαρούμενο στον νέο του τόπο. Παρ ’όλο που διανύουμε το ραμαζάνι μου προσφέρει την πολυπόθητη ιβηρική νερόμπυρα του ενός ευρώ για να ξεδιψάσω από την οδοιπορία μου. Ένας Έλληνας μου λέει: «Δεν έχεις κάνει θητεία στην Λισσαβώνα, αν δεν έχεις μαζέψει γόπα από κάτω.» Παράξενη παραμονή εδώ ακούγοντας αυτά τα λόγια. Η υλική πενία είναι εμφανέστατη σε αυτήν την πρώην αυτοκρατορική πόλη. Πράγματι, ένα από τα αξεσουάρ της ζωής του εικοστού αιώνα, καθώς και του εικοστού πρώτου, ο καπνός απαιτεί ενίοτε οικονομικές θυσίες για να αποκτηθεί. Όμως, η έλλειψη των μέσων και η έξη στην νικοτίνη βρίσκουν την ρίζα τους εδώ. Ήταν η Αικατερίνη των Μεδίκων που έστειλε πρέσβη στην πρωτεύουσα της Λουσιτανίας, τον Jean Nicot. Tην περίοδο της θητείας του (1559-1661) επισκέφθηκε τον Βοτανικό κήπο της Λισσαβώνας. Εκεί, ανάμεσα σε άλλα μυστηριώδη φυτά του Νέου Κόσμου, αντίκρυσε το πιο ομιχλώδες από όλα. Κατά τον αρχικηπουρό, οι ιθαγενείς τύλιγαν τα φύλλα του δίνοντάς του ένα ομοιογενές κωνικό σχήμα και βάζοντάς του φωτιά το εισέπνεαν. Ο Nicot δοκίμασε να μιμηθεί την τεχνική των Ινδιάνων και, ιδού, ανακάλυψε το τσιγάρο…Έτσι το φυτό ονομάστηκε Nicotiana tabacum και το όνομα του πρέσβη ταυτίστηκε αιωνίως με την έξη στην νικοτίνη.
Μπαίνω σε έναν δρόμο από την κεντρική αρτηρία Amirante Reis. Το σκοτάδι του δρόμου εξάπτει την φαντασία μου και συνεχίζω προς εξερεύνηση του τοπίου. Σταδιακά αντιλαμβάνομαι ότι εισέρχομαι σε άλλη ήπειρο και ξεκινώ να λαμβάνω τα ταξιδιωτικά μέτρα μου: παρατήρηση, προσοχή και σεβασμός στους ιθαγενείς. Ενώ έκανα τον γύρο της Αφρικής μέσω της ονοματοδοσίας των οδών γύρω από την περιοχή Anjos, δηλαδή αφού πέρασα πρώτα από την οδό Αγκόλα, έπλευσα για λίγο, όπως οι εξερευνητές, στον ποταμό Ζαΐρ και περνώντας από την οδό Μοζαμβίκης και από της νήσους του Πράσινου Ακρωτηρίου εκτοπίστηκα για λίγο χρονικό διάστημα προς το Μακάο της Κίνας. Για να πω την αλήθεια, αυτές οι οδοί δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα αυθεντικά μέρη, αφού η πλειοψηφία των κατοίκων καθώς και των μαγαζιών που βρίσκονται εκεί προέρχεται από αυτές τις πρώην αποικίες, της άλλοτε κοσμοκρατόρισσας Λουσιτανίας. Μπορείς να γευθείς τα πιο καυτερά πιάτα του κόσμου ενώ ταυτόχρονα ακούς Σεζάρια Εβόρα και όλη την παραγωγή morna του Cabo Verde.
Μετά από αυτό το ταξίδι σε χώρες μακρινές ξαναβγήκα στην λεωφόρο Amirante Reis. Και ενώ προχωρώ απερίσκεπτος βλέπω σε μία γωνία πάνω από το τούρκικο κεμπαμπτζίδικο Ali Baba, τον πιο ωραίο φοίνικα που έχω δει ποτέ. Και εννοείται ότι δεν πρόκειται για πραγματικό φυτό, αλλά για έναν σκαλιστό φοίνικα στην πρόσοψη ενός ετοιμόρροπου κτηρίου. Να πώς η πραγματικότητα ξεπερνά την φαντασία · να πώς οι ανώνυμοι τεχνίτες φέρουν την ζωή στην τέχνη.
*
*
Σκαλιστός φοίνικας στην λεωφόρο Amirante Reis. (Το κτήριο, όπως και ο φοίνικας, εξ αιτίας του «εξευγενισμού» της πόλης δεν υπάρχει πια.)
Το θέαμα αποτελεί μυθολογική σκηνή από μόνο του. Για ακόμη μια φορά η φαντασία ξεπερνά την πραγματικότητα στον δρόμο. Η ζωή βρίσκεται στον δρόμο, αλλά και η τέχνη φροντίζει να γίνει ζωή και να απλωθεί παντού όπως και τα κλαδιά αυτού του φοίνικα.
Το βλέμμα πάνω στον φοίνικα, σε αυτό το ομοίωμα της πραγματικότητας –που γίνεται μια πραγματικότητα από μόνη της–, βρίσκει αντανάκλαση στο βλέμμα, που δεν είναι παρά ένα ερώτημα πάνω στον εαυτό: σε αυτό που ο εαυτός ήταν και που βρισκόμενος υπό ενδελεχή πορεία θα γίνει. Η μετατροπή του παρελθόντος σε ένα παρόν και σε ένα πιθανό μέλλον υπόκειται στην κοσμοσυντέλεια των πιθανοτήτων. Απαντώντας στην ερώτηση του ποια μπορεί να είναι αυτή, ο ερωτώμενος ποια απάντηση μπορεί να δώσει πέρα από την ίδια του την ύπαρξη; Πώς συντελείται και εν συνεχεία πώς διαμορφώνεται ένας εαυτός από την πορεία μέσα στον χρόνο και μέσω του χώρου; Η λογοτεχνία δύναται να απαντήσει με κατασκευάσματα, με την διαστρωμάτωση ενός ατελούς λαβυρίνθου, αλλά όταν η στιγμή εμφανίζεται στο παρόν το άτομο παραμένει μετέωρο. Το να βρεθείς στην μέση του δρόμου και να αναμοχλεύεις τον εαυτό σου, βρίσκεται στο όριο μεταξύ λογικής και τρέλας, σε ένα σημείο που η λογοτεχνία μπορεί να θέσει τα ερωτήματα, άλυτα, αλλά η απάντηση δύναται να προέλθει από την κίνηση.
«Κι εσύ;», του είπε ο Σπίνο, «εσύ ποιος είσαι για τον εαυτό σου; Το ξέρεις πως αν μια μέρα αποφάσιζες να μάθεις, θα αναγκαζόσουν να ψάξεις τον εαυτό σου παντού, να ψάξεις σε παλιά συρτάρια, να ζητήσεις τις μαρτυρίες άλλων χαμένα ίχνη που άφησες εδώ κι εκεί; Όλα είναι σκοτεινά, πρέπει να προχωρήσεις στα τυφλά.»
Τα ερωτήματα προκύπτουν από έναν φοίνικα που δεν υπάρχει πια. Ανήκει σε μια φωτογραφική ανάμνηση. Πιθανώς η Γραμμή του Ορίζοντα να απαντά σε κάποια από τα ερωτήματα. Ίσως, όμως και αυτή η καμπύλη να είναι ένα ερώτημα από μόνη της.
Πριν εκατόν είκοσι χρόνια περίπου ο Έσα ντε Κεϊρός ανέφερε ότι «αυτή η πόλη είναι αργή.» Γι’ αυτόν είναι τόσο αργή όσο οι χτύποι μιας αδύναμης καρδιάς. «Δεν διακατέχεται από εκρηκτικές φιλοδοξίες». Οι κάτοικοι διακατέχονται από την μέριμνα της καθημερινής ζωής. Πρακτική ζωή. Μακριά από ερωτικά μελοδράματα και εκρηκτικές αψιμαχίες. Η βιομηχανική επανάσταση δεν είναι τόσο εμφανής εδώ. Ζούνε με τις προσφορές της θάλασσας. Οι ήρωες της σύγχρονης ζωής είναι κρυμμένοι και ανώνυμοι. Τους έχει καταπιεί η πόλη. «Ω Λισσαβώνα, δεν έχεις χαρακτήρες, έχεις τις γωνιές των δρόμων!» Η πόλη είναι τόσο αργή που καταλύει τον χρόνο.
Δεν υπάρχει πια χρόνος εδώ. Προσπερνώ τον χώρο μόνο και την κάθε γωνία που οδηγεί σε μίαν άλλη, μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο. Ο χώρος αποτελεί την μόνη μονάδα μέτρησης. Και οι κατηφόρες οδηγούν σε ελεύθερη πτώση.
«Στην ελαφριά ομίχλη αυτού του πρωινού της πρώιμης άνοιξης, η Μπάισα ξυπνά ναρκωμένη και ο ήλιος αργός. Υπάρχει μια ήσυχη ευθυμία στην ατμόσφαιρα με λίγο κρύο, και η ζωή, στην ελαφριά πνοή της αύρας που δεν υπάρχει, τουρτουρίζει ακαθόριστα από το κρύο που ήδη πέρασε, από την ανάμνηση του κρύου παρά από το ίδιο το κρύο, από τη σύγκριση με το καλοκαίρι που θα έρθει, παρά από τον καιρό που κάνει.»
Παραμένουν υπολείμματα ομίχλης εδώ κι εκεί, διάσπαρτα σαν μικρές νησίδες που αναδεικνύονται από τις ηλιαχτίδες. Οι ζώντες ελπίζουν στην υπόσχεση του καλοκαιριού. Δεν έχει σημασία αν είναι άνοιξη ή χειμώνας. Οι εποχές καταλύονται πολύ εύκολα, όπως η λογική. Οι τουρίστες κάνουν ουρά για να φωτογραφηθούν με το άγαλμα του Πεσσόα, που στέκει δίπλα από το καφέ που σύχναζε, την A Brasileira. Γελώ και προσπερνώ. (Οσάκις κοιτάζω το άγαλμα μου θυμίζει έναν νωχελικό Καβάφη παρά μια μινιατούρα του Πεσσόα.) Κατεβαίνω την οδό Garrett για να στρίψω δεξιά στην οδό da Conceição για να συνεχίσω στην Largo de Santo António da Sé που ενώνεται με την οδό Augusto Rosa, που δίνει την θέση της στην Largo do Limoeiro και έπειτα στην Largo de Santa Luzia. Πέρασα από πολλούς αγίους για να βρεθώ εκεί που ήθελα: στο Miradouro das Portas del Sol. Στον εξώστη των πυλών του ήλιου. Από εδώ εισχωρεί άπλετος ο ήλιος παντού · εξαφανίζει σχεδόν την πόλη. Παρατηρητήριο της πλεύσης του ποταμού, από αυτό το σημείο οι ηλιακές πόρτες ανοίχτηκαν στους Φοίνικες, τους Έλληνες και τους Άραβες. Πόρτα της Ανατολής. Πόρτα Αραβική καθότι εδώ βρισκόταν η Bab Al Maqbara, η θύρα ενός ακόμη νεκροταφείου που κείτονταν κοντά στα τείχη της πόλης. Οι νεκροί συνορεύουν με τον ήλιο σε αυτό το πανοραμικό σημείο. Και στο βάθος επιζεί μια ψευδαίσθηση ορίζοντα.
*
Πανοραμική θέα από το Miradouro das Portas del Sol.
Ο Τάγος διατέμνει την πόλη στα δύο. Απέναντι η πόλη συνεχίζει να ανανεώνεται και να προχωρεί προς την θάλασσα. Οι κατηφόρες οδηγούν σε κατακόρυφη πτώση των επιδιώξεων. Το πνεύμα σκέφτεται το απεριόριστο, γιατί είναι απεριόριστο το ίδιο. Η τραγωδία του ξεκινά με την αιχμαλωσία του στον χώρο, περιορισμένου εξ αρχής. Το πνεύμα που ψάχνει τον ορίζοντα παραμένει θύμα του σώματος. Το μόνο που μπορεί να το βγάλει από το κορμί είναι το βλέμμα. Όταν θολώνουν τα όρια ανάμεσα στην γη και το νερό και έπειτα ανάμεσα στην υδάτινη επιφάνεια και τον ουρανό, τότε εμφανίζεται ο ορίζοντας. Η καμπύλη γραμμή του ορίζοντα που βλέπω από εδώ, αλλά και που μεταφέρθηκα στις όχθες του Ωκεανού, για να δω πιο καθαρά μετατρέπεται σε σημείο της φαντασίας. Η θέαση της γραμμής του ορίζοντα είναι το αόρατο βασίλειο από όπου ξεπηδούν όλες οι πιθανότητες. Καμπύλη γραμμή που φαίνεται ως ευθεία. Ακόμη μια πλαστογράφηση του πραγματικού. Από ένα σημείο και μετά, δεν χρειάζεται κάποιος να εμπιστεύεται την όρασή του. Αυτή η γραμμή είναι η στιγμή που αναστέλλει την πραγματικότητα αλλά και που εκφαίνεται ως το όριο ανάμεσα στην γη και τον ουρανό. Έτσι ισχυρίζομαι, όπως ισχυρίζονταν και ο Περέιρα άλλοτε. Η γραμμή του ορίζοντα παραμένει μια πνευματική κατάσταση. Ξεκινά από μια εστίαση του βλέμματος σε ένα βάθος προοπτικής και μετά ανοίγεται την πύλη της φαντασίας.
Ετούτη η γραμμή διαγράφει μαζί με τα αστέρια τις αιώνιες πορείες των θαλασσοπόρων. Η πλεύση είναι πιο αναγκαία από την ίδια την ζωή, γιατί την πάει πιο μακριά από εκεί που μπορεί να φθάσει η ίδια. Η πλεύση είναι η Ανάγκη. Έννοια που διαποτίζει το αίμα από τους Αργοναύτες μέχρι τον Ρεμπώ και παραπέρα. Πιστεύω ότι το ίδιον ορίζοντα έβλεπαν όλοι όσοι ξεκίνησαν κάθε εκστρατεία, είτε ομαδική είτε ατομική. Ο Μάριο Σεζαρίνυ ντε Βασκονσέλος, που εκτοπίστηκε στο περιθώριο κατά την διάρκεια της σαλαζαρικής δικτατορίας, εξ αιτίας της ομοφυλοφιλίας του αλλά και των σουρεαλιστικών του τάσεων, έβλεπε τον ίδιο ορίζοντα με τον Ρεμπώ· πέρασε νοητικά από τις πόλεις που ο Ρεμπώ διέγραψε φυσικά καταγράφοντάς τες νοητικά. Ο ορίζοντας προέρχεται από το όριον αλλά η θέασή του αλλά ακόμη περισσότερο η σκέψη του καταλύουν κάθε γεωγραφικό όριο. Η θέαση του ορίζοντα αποτελεί το πέρασμα και κάθε πέρασμα αφήνει τα ίχνη του. Ιδού πώς κατέγραψε ο Σεζαρίνυ το Πέρασμα του Ρεμπώ2:
Μαζάν Σάρλεβιλ Βρυξέλλες Σάρλεβιλ Παρίσι Σάρλεβιλ
Παρίσι Σάρλεβιλ Βρυξέλλες Λονδίνο Σάρλεβιλ
Λονδίνο Ρος Μπουγιόν Λονδίνο Βρυξέλλες,
Ρος Σάρλεβιλ Παρίσι Λονδίνο Γερμανία Ελβετία Ιταλία
Μασσαλία Σάρλεβιλ Ολλανδία Μπατάβια Μπορντώ
Σάρλεβιλ Βιέννη Σάρλεβιλ,
Ολλανδία Αμβούργο Σουηδία Δανία Μασσαλία Αλεξάνδρεια
Ρώμη Σάρλεβιλ Αμβούργο Σάρλεβιλ Ελβετία
Γκόνταρντ Λουγκάνο Γένοβα Αλεξάνδρεια Κύπρος
Σάρλεβιλ Αίγυπτος Άντεν,
Τζέντα Σουακίν Χοντέϊντα Μασσάουα Άντεν Ζέυλα Χαράρ
Μουμπάσσα Χαράρ Άντεν Ζέυλα Χαράρ Χούμπε Χαράρ
Άντεν Ταντζούρα Ανκομπέρ Αντότο Χαράρ Άντεν
Κάιρο Άντεν Χαράρ Άντεν Χαράρ Ζέυλα Άντεν
Μασσαλία Ρος Παρίσι Λυών Μασσαλία.
Σ’ αυτό το ποίημα-εποποιία, οι πόλεις μετατρέπονται σε λέξεις και οι λέξεις σε στίχους: μουσική του ταξιδιού στην ασυμφωνία του κόσμου.
*
Δύο πίνακες του Σεζαρίνυ με την Γραμμή του Ορίζοντα να διαγράφεται ανάμεσα στην θάλασσα και τον ουρανό.
Ακολουθώ όλη την οδό του Αγίου Θωμά (São Tomé), τοπωνύμιο νησιού του Ατλαντικού, για να βρεθώ στην οδό του Αγίου Ανδρέα (Santo André) και αριστερά στο μέρος που φέρει το όνομα των Μαυριτανών μετά την κατάκτηση της πόλης, την Mouraria. Σ’ένα στενό δρομάκι, έξω από ένα ετοιμόρροπο χαμόσπιτο, μια Μαύρη σκούπιζε τα απόνερα της σημερινής βροχής. Μου χαμογέλασε με το πλατύτερο χαμόγελο που έχω δει ποτέ. «Το χαμόγελο των φτωχών θα σώσει τον κόσμο από την καταστροφή», σκέφτηκα. Κι είναι αλήθεια ότι σε ορισμένες πόλεις τα χαμόγελα εμφανίζονται μόνο το βράδυ, την ώρα της χαλάρωσης. Το πρωί είναι η ώρα της σοβαροφάνειας και του τρεξίματος για την επιβίωση. Το πρωί οι ράτσες και όλα τα έθνη διαχωρίζονται, ο καθένας παίρνει την θέση του στο θέατρο του δρόμου. Μόνο την νύχτα τα σύνορα ανάμεσα στις διάφορες κουλτούρες διαλύονται, οι πολιτισμοί μπλέκονται μεταξύ τους για να γιορτάσουν την νύχτα που εμφανίζεται μέσα από το νερό. «Η αποβάθρα, το απόβραδο, η μυρωδιά του νερού συμμετέχουν όλα, μαζί, στη σύνθεση της αγωνίας μου.» ( Μπερνάντο Σοάρες.)
Ένας τεχνίτης μου είχε πει μια φορά: «Το νερό καταστρέφει τα πάντα.» Πιθανώς αυτό να είναι αλήθεια, εάν σκεφθώ το επεισόδιο του Κατακλυσμού. Αλλά στην πόλη αυτή που περιβάλλεται από νερό, το νερό εισέρχεται από παντού: τον Τάγο, τον Ατλαντικό, τις πηγές και τα σιντριβάνια και από τον ουρανό. Η πόλη είναι μια αντιστροφή της μυθικής Ατλαντίδας. Δεν βυθίστηκε από το νερό αλλά αναδύθηκε από τα νερά. Γι’ αυτό τον λόγο οι Λουσιτανοί τελειοποιήσαν την τεχνική των πλακιδίων που κληρονόμησαν από τους Άραβες (που με την σειρά τους το είχαν κληρονομήσει από τους Πέρσες). To azulejo (αζουλέζο, εκ της αραβικής al–zulaich) αποτελεί την κύρια προστασία των κτηρίων της πόλης ενάντια στο νερό και την ίδια στιγμή μεταφέρει την ομορφιά της τέχνης στην καθημερινότητα.
Η άμεση συνύπαρξη με το νερό καθιστά εδώ δυνατή την δημιουργία ένα είδους υδατογραφίας, μιας υδρολογικής μυθολογίας, που εμφανίζει το ταξίδι ως την μοναδική δυνατή λύση σε αυτόν τον κόσμο. Ταξίδι από την μία συνοικία στην άλλην, από την μία γωνία στην άλλην έως ότου η κάθε γωνία να μεταμορφωθεί σε ήπειρο. Το νερό αποτελεί σε μεγάλο βαθμό την σύσταση του ανθρώπινου οργανισμού. Τα ύδωρ υπάρχει μέσα μας, μας διαπλάθει, αλλά υφίσταται και ως πράγμα του κόσμου για να εισερχόμαστε μέσα σε αυτό· προσφέρει την μοναδική, ίσως ψευδαισθησιακή λύση, της λύτρωσης στον επίγειο λαβύρινθο. Η ανακάλυψη άλλων τόπων εμφανίζεται έτσι ως ανακάλυψη του εαυτού. Αφ’ ης στιγμής καταλύθηκε τόσο η μυθολογία των μυθικών κόσμων και η πίστη στο επέκεινα, το νερό θα παραμείνει μια υπόσχεση ενός άλλου, ενός εκείθεν.
Από μακριά βλέπω να περνάει στο ποτάμι ένα πλοίο…
Κατεβαίνει τον Τάγο αδιάφορα.
Αλλά δεν είναι αδιάφορα γιατί δεν το νοιάζει για
μένα
κι εγώ δεν εκφράζω τη λύπη μου γι’ αυτό…
Είναι αδιάφορα γιατί δεν έχει κανένα νόημα
εκτός από το μεμονωμένο γεγονός πλοίο
ότι κατεβαίνει τον Τάγο χωρίς άδεια μεταφυσικής
κατεβαίνει το ποτάμι ως την πραγματικότητα της
θάλασσας.
(Αλμπέρτο Καέιρο)
Το πλοίο κατεβαίνει τον Τάγο «χωρίς άδεια μεταφυσικής».
Έτσι ενώ έχει βγει ο ήλιος και ξεκουράζομαι σε μια από τις πλατεΐτσες που ο Πεσσόα έβλεπε στα δένδρα τους τον ερχομό της άνοιξης, σκέπτομαι ότι ήρθε η ώρα να φύγω από αυτήν την αφήγηση. Τα διαβατικά της Λισσαβώνας επιτέλεσαν τον σκοπό τους: Κάθε γωνιά του κόσμου ετούτου ανακαλύπτεται συνεχώς, κάθε σημείο αποτελεί αντικείμενο εξερεύνησης. Ο κόσμος δεν είναι στατικός αλλά αναδημιουργείται συνεχώς· ο δρόμος δεν ανήκει σε κανέναν. Αποτελούν και τα δύο περάσματα ενός εαυτού που δεν ανήκει πουθενά αφού περνάει από παντού συνεχώς · παραμένει όμηρος της κίνησης μέσα στην γεωγραφία αυτού του κόσμου. «Αιώνιοι διαβάτες του εαυτού μας, δεν υπάρχουν τοπία πέρα από αυτό που είμαστε» (Το Βιβλίο της Ανησυχίας). Ίσως η γραμμή του ορίζοντα να αποτελεί ένα πέρασμα στην Λευκή Πόλη. Δεν υπάρχει πια έξοδος διά θαλάσσης. Θα πάρω το λεωφορείο.
///
1. Μία από τις λειτουργίες της σύγχρονης γραφής είναι εκείνη της αναζήτησης της χαμένης αύρας, ενός φωτοστέφανου που εγγράφεται πάνω στα πράγματα και τα αντικείμενα της ύλης, τις κινήσεις των σωμάτων και τις συμπεριφορές που αλλάζουν ημέρα και νύχτα, αναπλάθοντας στο ελάχιστο αλλά με μεγαλείο την χαμένη μαγεία των επιστητών· η γραφή αναπροσδίδει μια ιερότητα στον τρόπο της ύπαρξης. Η απομάγευση του κόσμου και, εν συνεχεία, η καταστροφή της κοινής αφήγησης αφορά στην εξαφάνιση ενός συνόλου ιδεών, σχέσεων, τόπων και τοπίων, λατρειών, δοξασιών, που ο εκάστοτε σύγχρονος δημιουργός βρίσκεται στην βίαιη και χιμαιρική θέση να αναδημιουργήσει και να αναδιαμορφώσει εκ του μηδενός. Γι’ αυτό το ζήτημα παραπέμπω στην ιστορία για την έννοια της απώλειας και της ιερότητας της αφήγησης που παραθέτει ο Γκέρσομ Σόλεμ στο Major Trends in Jewish Mysticism :
«Όταν ο Ben Shem ερχόταν αντιμέτωπος με ένα δύσκολο έργο, πήγαινε σε ένα συγκεκριμένο μέρος στο δάσος, άναβε φωτιά και προσευχόταν-κι εκείνο που είχε σκεφθεί ότι έπρεπε να συμβεί, συνέβαινε. Όταν, μια γενεά αργότερα ο “Maggid” ή Meseritz ήταν αντιμέτωπος με την ίδια αποστολή πήγαινε στο ίδιο μέρος στο δάσος και έλεγε: Δεν μπορούμε πλέον να ανάψουμε την φωτιά αλλά είμαστε σε θέση να πούμε ακόμη τις προσευχές- κι εκείνο που επιθυμούσε γινόταν πραγματικότητα. Και μία γενεά μετά, ο Ραβίνος Moshe Leib του Sassov έπρεπε να φέρει εις πέρας την ίδια αποστολή. Κι αυτός επίσης, πήγε στα δάση και είπε: Δεν μπορούμε πλέον να ανάψουμε την φωτιά, ούτε γνωρίζουμε τους μυστικούς στοχασμούς που ανήκουν στην προσευχή- κι αυτό πρέπει να είναι αρκετό· κι ήταν αρκετό. Αλλά μετά από μία γενεά, όταν ο ραβίνος Israel του Rishin έλαβε το κάλεσμα να φέρει εις πέρας την ίδια εργασία, εκείνος έκατσε πάνω στην χρυσή του πολυθρόνα στο κάστρο του και αναφώνησε: Δεν μπορούμε να ανάψουμε την φωτιά, δεν μπορούμε να πούμε τις προσευχές αλλά μπορούμε να αφηγηθούμε την ιστορία του πώς συνέβαιναν όλα αυτά. Και τότε, ο αφηγητής προσθέτει, ό,τι η ιστορία που αφηγούταν είχε το ίδιο αποτέλεσμα με τις τρεις πράξεις που λάμβαναν χώρα παλαιότερα.»
2. PASSAGEM DE RIMBAUD
Mazan Charleville Bruxelas Charleville Paris Charleville
Paris Charleville Bruxelas Londres Charleville
Londres Roche Bouillon Londres Bruxelas,
Roche Charleville Paris Londres Alemanha Suíça Itália
Marselha Charleville Holanda Batávia Bordéus
Charleville Viena Charleville,
Holanda Hamburgo Suécia Dinamarca Marselha Alexandria
Roma Charville Hamburgo Charleville Suíça
Gotargo Lugano Génova Alexandria Chipre
Charville Egito Aden,
Djeddah Suakin Hodeidah Massava Aden Zeylah Harar
Bubassa Harar Aden Zeylah Harar Hubbe
Harar Aden Tadjur Ankober Antoto Harar
Aden Cairo Aden Harar Aden Harar Zaylah
Aden Marselha Roche Paris Leão Marselha.
*
*
*








