Γιάννης Κακριδής

Ιουδαιοχριστιανική Ευρώπη; Ορισμένες σκέψεις

*

Από τον συνεργάτη μας Γιάννη Κακριδή λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.

~.~

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Το πρόσφατο άρθρο του Ανρί Λεβαβασέρ με έβαλε σε ορισμένες σκέψεις που θα ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες σου.

Το άρθρο του Λεβαβασέρ έχει δύο σκέλη. Το ένα απο αυτά αναφέρεται στον ίδιο τον όρο «ιουδαιο­χριστιανικός». Εδώ δέν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την κριτική του αρθρογράφου. Άν το πρώτο συν­θετικό του όρου «ιουδαιο­χριστιανικός» αναφέ­ρεται στο αρχαίο Ισραήλ, τότε είναι περιττό: χριστια­νισμός χωρίς την Παλαιά Διαθήκη δέν νοείται. Άν πάλι αναφέρεται στη Συναγωγή, τότε δέν συμβιβάζεται με το δεύ­τερο, εφόσον η δική-της πίστη βρίσκεται σε πλήρη και συνειδητή αντίθεση προς το μήνυμα του Ευαγγελίου.

Ο όρος «ιουδαιοχριστιανικός» είναι επομένως είτε πλεοναστικός είτε οξύμωρος. Φτάνει το «χρι­στια­­νικός».

Και εδώ αρχίζει τo άλλο, πιό ουσιαστικό σκέλος της κριτικής του Λεβαβασέρ, κατα τον οποίο η ευ­ρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα προϋπήρχε του χριστιανισμού. Την πραγματικότητα αυτή ο Λεβαβασέρ την ανάγει μάλιστα όχι μόνο στην ελληνική σκέψη και στο ρωμαϊκό δίκαιο, αλλά και στην ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα και στον υψηλό πολιτιστικό επίπεδο που κατα τη γνώμη-του είχαν κατακτήσει οι λαοί της Ευρώπης ήδη τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Υπο αυτό το πρίσμα ο χριστιανισμός φαίνεται να είναι απλώς ενα μπόλι στον κορμό ενος δέντρου που έθαλλε ήδη απο πολύ καιρό.

Μπόλι-ξεμπόλι, είναι προφανές –και ο ίδιος ο Λεβαβασέρ το αποδέχεται– οτι άν αφαιρέσουμε τα χριστιανικά στοιχεία απο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό των τελευταίων αιώνων δέν θα μείνουν και πολλά πράγματα. Θα χρειαστεί να θυσιάσουμε όχι μόνο τον Θωμά τον Ακινάτη και τον Πασκάλ, αλλά και τον Ρασίν, τον Κάντ, τον Χέγκελ… Ακόμα και ενας αρνητής του χριστιανισμού όπως ο Νί­τσε απο αυτόν τρέφεται, είτε θέλει να το παραδεχθεί είτε όχι.

Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται βεβαίως αλλού και αφορά όχι τόσο το παρελθόν, όσο το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος –σε αυτό συμφωνούμε όλοι– έχει απομακρυνθεί πιά πολύ απο τις χριστιανικές-του καταβολές. Η απομάκρυνση αυτή δέν φαίνεται ωστόσο να οδηγεί σε κάποια αναβίωση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και ακόμα λιγότερο στον λαμπρό πολιτισμό που οι λαοί της Ευρώπης είχαν αναπτύξει τάχα την Εποχή του Χαλκού (αστεία ιδέα). Αυτό που κυριαρχεί στον σύγχρονο κόσμο (τουλάχιστο τον Δυτικό) είναι το ιουδαϊκό πνεύμα – δικαίως άλλωστε: όσο και άν απο χριστιανική άποψη δέν επαρκεί για να σώσει τον άνθρωπο, ο ηθικός μονοθεϊσμός της Πα­λαιάς Διαθήκης είναι απείρως ανώτερος απο οποιαδήποτε παγανιστική φαν­τασίωση.

Το δείχνει άλλωστε και η πορεία της δικής-μας πατρίδας: ξεκίνησε με την φιλοδοξία να ξαναζων­τανέ­ψει την Αρχαία Ελλάδα και κατέληξε στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ…

Με θερμούς χαιρετισμούς

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Νικόδημος

*

Ποιός είπε οτι φοβήθηκα; Με κάλεσαν και – νά με.
Ο ευσχήμων βουλευτής
κι εγώ, ο δειλός Νικόδημος, τα σύνεργα κρατάμε
της βιαστικής ταφής.

Νυχτώνει. Κι ανασταίνεται – της θύμησης λουλούδι,
του νού-μου αναπαμός –
η νύχτα που απο δάσκαλο μ’ έκανε μαθητούδι
ο μὴ μεμαθηκώς,

κι απο το στόμα-του άκουσα πως πρέπει δίχως άλλο
να ξαναγεννηθώ
άν θέλω κάτι ακάθαρτο απο πάνω-μου να βγάλω,
κάτι πολύ κρυφό

που απ’ το Θεό με χώρισε. «Ξανά μωρό, φαντάσου!»
Μα η υπόσχεση ρητή:
«Τόσο πολύ σ’ αγάπησε, που μ’ έστειλε κοντά-σου·
σωτήρα, όχι κριτή.»

…Γύρω οι γυναίκες έπιασαν το αρχαίο-τους μοιρολόι.
Γεμάτoι συντριβή
τα παγωμένα μέλη-σου με σμύρνη και με αλόη
θ’ αλείψουμε, ραββί.

Κατα Ιωάννην 3,1-21 και 19,39

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

 

«Μακριά μονάχα!» Τρεις ωδές

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΚΡΙΔΗ

~.~

Ωδή υπ. αριθμ. 1

Χτυπάω, χτυπάω, χτυπάω τον σκληρό ρυθμό
μιας μούσας ξένης –έστω προγονικής–
με θάρρος ξεκινώντας πάντα
το ίδιο, χωρίς συντροφιά, ταξίδι.

Με φέρνει πότε σ’ ένδοξα αρχαία νησιά
και πότε στ’ άγρια, στ’ αγαλήνευτα
πελάγη που κανείς δέν ξέρει
ποιές ομορφιές στην οργή-τους κρύβουν.

Μακριά μονάχα! Δέν τις αντέχω πιά
τις ίδιες κάθε μέρα, τις ανιαρές
κουβέντες των ανθρώπων πού ’χουν
θάψει στην άμμο την άγκυρά-τους…

Τον χάρτη ανοίγουν κι όλοι μαζί μιλούν
για πλοία-θηρία, ναύλους κι ασφάλιστρα –
μα των κλειστών-τους οριζόντων
τον αρνητή τον θυμούνται μήπως;

Κι άν σχίσουν οι άνεμοι το πανί-μου, κι άν
γυρίσω μ’ άδεια χέρια – θα βγεί κανείς
ποτέ δακρύζοντας να υμνήσει
το άσκοπο κι όμως ωραίο ταξίδι; (περισσότερα…)

Hate Speech

*

στον συνταγματάρχη Ζάκ Μπώ (Jacques Baud)
ένδειξη αλληλεγγύης κι εκτίμησης

Προτιμά την αμάσητη αλήθεια,
των γενναίων την τροφή, των απλών,
απ’ την ψεύτικη γλύκα της τσίχλας;
Σκέτο μίσος ο λόγος λοιπόν

και τον τρέμουν – μα πότε δέν τρέμαν; –
της κλειστής πολιτείας οι ταγοί.
Πόσο θά ’θελαν νά ’μπει μια μέρα
στο αχαλίνωτο στόμα φραγή!

Τα κανάλια του κλείνουν, τις πύλες,
τις πλατφόρμες που πάει να κρυφτεί.
Τί του μένει; Η κοιλιά μιας μποτίλιας
και μιας άστοργης μούσας το αυτί.

Πότε ωχρός συνωμότης υπόγειος,
πότε εξόριστος πρό των πυλών
σκέτο μίσος ο ασίγαστος λόγος,
σκέτο μίσος ας πνέει λοιπόν…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

*

 

Γιρμεγιάχου

*

σεισμὸς μέγας ἐκ γῆς βορρᾶ (Ιερεμίας 10,22)

Σάν να τραντάζεται η γή
Καλπάζουν οι καβαλάρηδες
της καταιγίδας οι γιοί
Άργησες άργησες άργησες

Σάν να τραντάζεται η γή
Τί μας προσμένει το ξέρουμε
Σακατεμός συντριβή
κι ενα τσαντήρι στην έρημο

Βγαίνει η πουτάνα Κραγιόν
βάζει στα μούτρα-της μάσκαρα
Νύν υπερ πάντων ο αγών
και θα τον δώσεις ανάσκελα

Πέφτει ο φρουρός καταγής
Βάζει στην πέτρα τον κρόταφο
μήπως ακούσει στο υπόκωφο
τράνταγμα τον ψιθυριστό
λ ό γ ο  τ η ς  κ α τ α λ λ α γ ή ς (περισσότερα…)

Τρίτη ηλικία

*

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;

Πόσο σ’ αρέσει να ξεχνιέσαι
και πόσο γρήγορα ξεχνάς.
Στης λύπης το μαντίλι δέσε
δώδεκα κόμπους ξενοιασιάς.

Τί κι άν θολώνει το ποτάμι,
τί κι άν οι θύμησες ριγούν;
Στης βουβαμάρας το θαλάμι
μήν τις αφήσεις να πνιγούν.

Βγές για περίπατο και μίλα.
Στο δάσος δέ σ’ ακούει κανείς.
Τα χρυσοκόκκινα τα φύλλα
σκύψε και μέτρα τα. Μπορείς;

Ασπριδερά, καφέ και γκρίζα
καβάλησαν στα κουτουρού
μικρά ομπρελάκια δίχως ρίζα
τα δαχτυλίδια ενος κορμού.

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;
Βρές μια γερή βαλανιδιά
κι αφού την αγκαλιάσεις, άσε
στη φλούδα-της μια χαρακιά. (περισσότερα…)

Τα ταυ του έρωτα

*

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν

Κι άν του έρωτα το γλυκερό
ψωμί δέ σε χορταίνει,
και μοιάζει κιόλας το φτερό
κομμένο απο χαρτόνι,

σεβάσου, μήν υποτιμάς
το μπράτσο-του το αφράτο.
Δέν τό ’χει τίποτα μεμιάς
να φέρει πάνω κάτω

λαχτάρες, όνειρα, ακριβές
κι ατράνταχτες αλήθειες,
αγαπημένες μέχρι χτές
παλιές καλές συνήθειες,

τις πατερίτσες της καρδιάς,
του νού τα δεκανίκια…
Κι άν κάνεις πως τον σταματάς,
σηκώνει τα μανίκια,

τραβάει απ’ τα χαλάσματα
το πιό χοντρό καδρόνι
και με παιδιάστικη χαρά
μπροστά-σου το κραδαίνει! (περισσότερα…)

Γεώργιος Άβλιχος, Κοπέλα στο παράθυρο

*

Θα το ζωγράφιζα κι αυτό άν μπορούσα:
το μακρινό σημείο που σε κρατά
στην απουσία-του επίμονα παρούσα.

Νά ’ναι απο κεί που φύσηξε το αγέρι
κι ανέβασε στον ώμο αριστερά
την κόκκινη κορδέλα; Εκείνο ξέρει

τί θα σου αφήσει, τί θα πρωτοαρπάξει.
Μα εγώ πασχίζω κόντρα στον καιρό
τρίχα απο των μαλλιών-σου το μετάξι

να μή χαθεί… Και παίρνω στο κυνήγι
με το πινέλο-μου ενα σκόρπιο ρο-
δοπέταλο που πάει να μου ξεφύγει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

* (περισσότερα…)

Η επιστροφή του Σισάρα

*
Κριταί 4, 12-24

«Κουράστηκες; Να στρώσω τη φλοκάτη;
Κοιμήσου. Εδώ κανείς δέ θα σε βρεί.»
Στο αριστερό κρατάει το πασσαλάκι,
με το δεξί σηκώνει το σφυρί,

παίρνει μια ανάσα, ψιθυρίζει «Τώρα.
Τώρα ή ποτέ» και νά ʼτην που τρυπάει
του στρατηγού το καύκαλο η προδότρα
παλληκαρού! Τον σκότωσε και πάει.

…Όχι, δέν πάει. Με πληγιασμένα πόδια
κι από ʼνα μαυροκόκκινο λεκέ (περισσότερα…)

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Ἀληθῶς ὁ Κύριος

*

Παράξενες μέρες, ανάστατες.
Τρέχω στο μνήμα και λείπεις.
Κλειδώνομαι σπίτι και νά ʼμαστε
πάλι μαζί. Μα της λύπης

δέν παύει το μαύρο φτερούγισμα
να με σκεπάζει, και κάπου
στα βάθη της μνήμης ακούγεσαι
να λές αυστηρά: Μή μου ἅπτου.

Παράξενες μέρες. Δύσκολες.
Σάν να μή θέλεις νʼ αφήσω
τη νύχτα που η σπείρα μας κύκλωσε
ποτέ πιά, κι ας τό ʼσκασα, πίσω.

Της νύχτας εκείνης το σάστισμα
νά ʼρχεται πάλι και πάλι
και να μου περνά το αναστάσιμο
κερί στην τρύπια παλάμη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλο Σάββατο

*

Να καθαρίσω τις πληγές-Σου με τ’ απόκοτα,
τ’ αθώα-μου χέρια.
Να λησμονήσω πως εγώ είμαι που Σε σκότωσα.
Πάνω-μου ακέρια

της καταδίκης-Σου – τί λέω; της καταδίκης-μου
βαραίνει η ευθύνη,
κι η πίστη, επιταγή χωρίς αντίκρισμα,
πότε μ’ αφήνει

και πότε με κυλάει σε φλογισμένο βόρβορο.
Σε κλαίω και φρίσσω…
Αστόλιστος θα μείνεις, άταφος. Και πώς μπορώ
να Σ’ αναστήσω;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Παρασκευή

*

— Φιλόσοφε, τί ψάχνεις; — Την αλήθεια.
— Μεγάλος λόγος. Και τη βρήκες; — Όχι.
Μόλις τη βρώ θα σου τη δείξω πάντως.
— Θέλεις εγώ να σου τη δείξω; Νά τη:

Μαστιγωμένη, αιμόφυρτη, γυμνή
–τί σίχαμα!– σπαράζει καρφωμένη
σ’ ενα δοκάρι. Γύρω-της χιλιάδες.
Άλλοι με λύσσα τη χλευάζουν κι άλλοι
γονάτισαν. Οι πιό πολλοί γυρίζουν
το βλέμμα-τους αλλού και προσπερνάνε.

Αυτή ’ναι η αλήθεια. Κοίτα την καλά
γιατι έχει λαξευτεί κιόλας η πέτρα
που θα την κρύψει. Κοίτα την καλά.

Κι άν έχεις το κουράγιο, πίστεψέ την!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

///

*

*

*