Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα.

Είναι αλήθεια ότι κάνουμε λόγο για «ηλικία» πετρωμάτων, απολιθωμάτων, του ηλιακού συστήματος ή του ίδιου του σύμπαντος. Ωστόσο, αυτή η χρήση είναι δευτερογενής και μεταφορική. Αρχίσαμε να μιλάμε για την ηλικία άβιων όντων όταν έγινε αντιληπτό ότι και αυτά γεννήθηκαν κάποτε, ότι το σύμπαν δεν είναι στατικό. Στην πραγματικότητα, τίποτα άβιο δεν γεννιέται ποτέ. Ο άνθρωπος γεννιέται από άνθρωπο και το άλογο από άλογο, αλλά ο πλανήτης δεν γεννιέται από πλανήτη, ούτε το αστέρι από αστέρι. Τα υλικά όντα συντίθενται και αποσυντίθενται, σχηματίζονται και καταστρέφονται, παράγονται και διαλύονται ή, με πιο γενικούς και ουδέτερους όρους, υπόκεινται σε μια διαδικασία ουσίωσης και ανουσίωσης. Η ηλικία είναι χρονική έκταση από τη γέννηση μέχρι μια συγκεκριμένη στιγμή. Γι’ αυτό τα αυτούσια δεν έχουν ηλικία με την κυριολεκτική έννοια. Η ηλικία ενός πετρώματος δεν διαφέρει από τη διάρκειά του. Το γεγονός όμως ότι μιλάμε για «γέννηση», «θάνατο» ή «ηλικία» άβιων όντων μαρτυρά την αποτύπωση της νεότερης κοσμοαντίληψης στο καθημερινό λεξιλόγιο, την πίστη σε ένα δυναμικό σύμπαν φτειαγμένο από διαδικασίες και όχι από παγιωμένες μορφές.

Η ηλικία είναι χρόνος έμβιας ύπαρξης, διανυθείσα βιολογική διάρκεια. Τα έμβια δεν διαρκούν ως σταθερές και αμετάπτωτες καταστάσεις, όπως τα άβια, θεωρημένα σε σύγκριση με τα έμβια. Υπάρχουν ως διαδικασίες, διεργασίες, διαπτύξεις, εν μέρει προκαθορισμένες, που επιδιώκουν την παράταση τους, διότι η ύπαρξή τους μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή. Είναι αυτοτελή τόσο με την έννοια ότι ενέχουν τον σκοπό τους, κατά πρώτο λόγο την επιβίωση και την αναπαραγωγή, όσο και με την έννοια ότι ενέχουν το πέρας της ύπαρξής τους. Κατευθύνονται εξαρχής προς το τέλος τους. Η ζωή τους συνιστά ένα γίγνεσθαι που συναρτάται και εκτυλίσσεται με όρους τεθειμένους εν μέρει εκ των προτέρων. Η διάπτυξη της έμβιας ύπαρξης αναλύεται σε ανάπτυξη και σύμπτυξη. Η ανάπτυξη προϋποθέτει μια πτύξη. Τα έμβια φέρουν μέσα τους, διπλωμένες κατά κάποιον τρόπο, τις δυνατότητες που προσιδιάζουν στο είδος τους. Εμπεριέχουν πτύξεις, προδιαθέσεις, προπλάσματα των όσων μπορούν να γίνουν. Η ανάπτυξη ενεργοποιεί αυτές τις ενδιάθετες δυνατότητες. Η ενηλικίωση άγει το άτομο στην πλήρως αναπτυγμένη μορφή που προβλέπεται για το είδος. Από εκείνο το σημείο και ύστερα, εκτυλίσσεται μια αργόσυρτη διαδικασία σύμπτυξης δυνάμεων και δυνατοτήτων. Μετά την ακμή, ακολουθεί ο σταδιακός μαρασμός. Η διαδικασία της γήρανσης οδηγεί τελικά στην οριστική εξαφάνιση.

Η ηλικία παραλλάσσει τους επιμέρους καθορισμούς της ουσίας του έμβιου όντος. Όλα τα επιούσια υπόκεινται σε αυτή την διαδικασία ανάπτυξης και σύμπτυξης, άνθισης και μαρασμού, που σημαδεύει τη διάρκεια της ζωής. Για την ακρίβεια, όλα εκείνα που παρουσιάζονται, και όπως παρουσιάζονται, στην καθημερινή εμπειρία. Υπάρχουν μικροοργανισμοί που δεν υπόκεινται στη διαδικασία της γήρανσης και γι’ αυτό έχουν την ικανότητα να διαρκούν απεριόριστα. Από αυτή την άποψη, τοποθετούνται στη μεθόριο άβιου και έμβιου, ενσαρκώνουν τα πρώτα βήματα της εξόδου του επιούσιου από την τάξη του αυτούσιου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εκτύλιξη της ζωής σημαδεύεται από σαρωτικές μεταλλάξεις. Η βιολογική διάρκεια πυροδοτεί αργές ή γρήγορες αλλοιώσεις που συνεπάγονται καινούργιους όρους ή διαφορετικές μορφές ζωής. Η κάμπια που μεταμορφώνεται σε πεταλούδα ή ο γυρίνος που μεταμορφώνεται σε βάτραχο υφίστανται τόσο βαθιές μετασκευές ώστε είναι σαν να μεταλλάσσεται η ουσία τους, σαν να υφίστανται μια ριζική μετουσίωση. Ένας αδαής παρατηρητής, που δεν γνωρίζει τα ενδιάμεσα στάδια, δύσκολα θα πίστευε ότι ένα και το αυτό άτομο μπορεί να περιβληθεί τόσο διαφορετικές μορφές. Πίσω από τέτοιου είδους μεταμορφώσεις, βρίσκονται ουσιακοί προγραμματισμοί συνδεδεμένοι με έναν ενδότερο βιολογικό χρονισμό.

Στα θηλαστικά δεν παρατηρούνται τόσο σαρωτικές μεταλλάξεις. Τα στάδια της ζωής διαδέχονται πιο ομαλά το ένα το άλλο. Εκτός αυτού, τα ακραία στάδια της ζωής εκθέτουν την ύπαρξη του ατόμου σε περισσότερους και μεγαλύτερους κινδύνους. Γι’ αυτό, το νεογέννητο πρέπει να μεγαλώσει όσο το δυνατόν συντομότερα και το γέρικο άτομο σπάνια πεθαίνει από φυσικά αίτια. Ο αγώνας για επιβίωση δεν συγχωρεί μεγάλες αποκλίσεις από την ενήλικη φάση του βιολογικού κύκλου. Η βία που πλήττει την έμβια συνθήκη είναι αμείλικτη. Στην περίπτωση του ανθρώπου, οι ηλικιακές ζώνες εμφανίζονται σχετικά πιο μακροχρόνιες και ευδιάκριτες. Το ανθρώπινο ον έχει την ανάγκη να παραμείνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στη βρεφική ηλικία και την πολυτέλεια να παραμένει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στη γεροντική ηλικία. Ο πολιτισμός διασκευάζει τους φυσικούς καθορισμούς της περιούσιας ύπαρξης. Μεριμνεί για τα ευάλωτα άτομα πέρα από κάθε βιολογική σκοπιμότητα, ενίοτε ακόμα και ενάντια σε κάθε έλλογη πρόβλεψη. Προσαρμόζει τις φυσικές ιδιότητες στις δικές του ανάγκες, βλέψεις, δοξασίες και φαντασιώσεις.

Η ανθρωπότητα αποκλίνει από τη φυσική τάξη αξιοποιώντας τις αποκλίνουσες δυνατότητες που προσφέρει το έμβιο είναι και το είναι εν γένει. Επιπλέον, κάθε πολιτισμός νοηματοδοτεί και διαχειρίζεται διαφορετικά τις διαφορετικές ηλικίες. Ορίζει διαφορετικά τι εστί παιδί, νέος, ενήλικος, ηλικιωμένος, υπερήλικας, πώς περνά κανείς από το ένα στάδιο στο άλλο, ποια δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις ισχύουν για καθένα από αυτά. Υπάρχουν πολυάριθμοι τρόποι για να είναι κανείς ως άνθρωπος αυτό που είναι ως ζωικός οργανισμός. Η ηλικία ανήκει στους πολιτισμικά διαμορφούμενους επιούσιους προσδιορισμούς τους περιούσιου όντος. Ανεξάρτητα όμως και πριν από κάθε πολιτισμική αναδιάρθωση, ενέχεται, ως βιολογικό δεδομένο, στην οντολογική δομή του ανθρώπινου όντος, στο σωματικό υπέρεισμα που συγκαθορίζει την ύπαρξη και την ποιότητά του,   σε αυτό το παρασκήνιο της ζωής που δεν παύει να μεθοδεύει όσα διαδραματίζονται στο προσκήνιο.

Το ανθρώπινο είναι δεν καθορίζει ομοιόμορφα όλες τις ηλικίες και δεν ορίζεται με ενιαίο τρόπο σε όλες τις ηλικίες. Από μια άποψη, την άποψη του είδους, ο άνθρωπος γεννιέται ως άνθρωπος, ζει ως άνθρωπος και πεθαίνει ως άνθρωπος. Σε αυτή τη διαδρομή όμως, δεν πρόκειται ακριβώς για το ίδιο ανθρώπινο άτομο. Η ταυτότητά του παραμένει μεν μία και η αυτή, τα συστατικά της ωστόσο υπόκεινται σε συνεχείς τροποποιήσεις από τις οποίες παράγονται τελικά μείζονες αλλοιώσεις. Η έμβια διάρκεια δεν παύει να αναδιαμορφώνει το περιεχόμενό της μέχρι την τελευταία στιγμή της ύπαρξης του ατόμου. Η χρονική συσσώρευση καθιστά ανεπαίσθητα το υποκείμενο της διαδικασίας άλλο από ό,τι προηγουμένως. Από αυτή την άποψη, ο άνθρωπος δεν γεννιέται ως άνθρωπος και δεν πεθαίνει ως άνθρωπος. Γεννιέται ως βρέφος, ζει ως νήπιο, παιδί, έφηβος ή έφηβη, ενήλικος ή ενήλικη, μεσήλικος ή μεσήλικη και πεθαίνει ως γέρος ή γριά. Αν, φυσικά, έχει την τύχη να διατρέξει τη διαδρομή της ζωής σε όλο το μήκος της.

Η ηλικίωση, δηλαδή η διαπορεία διαφορετικών ηλικιών, ανήκει στην οντολογική δομή του επιούσιου και κατά μείζονα λόγο του περιούσιου θεωρημένου ως του επιούσιου που μπορεί να διασκευάζει και να διαχειρίζεται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο την ηλικιακή του δομή. Η ηλικία αποτελεί μια συγκεκριμένη στιγμή της ηλικίωσης. Η ηλικίωση είναι ηλικία σε κίνηση. «Ηλικιώνομαι» (ἡλικιοῦμαι, στα αρχαία ελληνικά) σημαίνει «ενηλικιώνομαι». Η ενηλικίωση είναι κίνηση προς το ενήλικο στάδιο της ζωής ή άφιξη σε αυτό. Με την ενηλικίωση, ο οργανισμός παύει να αναπτύσσεται. Αλλά δεν παύει να μεγαλώνει χρονικά, δηλαδή δεν παύει να υφίσταται τις αλλοιώσεις της έμβιας διάρκειας. Μόνο που αυτή τη φορά η ανάπτυξη παραχωρεί τη θέση της σε μια διαδικασία συρρίκνωσης. Διαφοροποιώντας το «ηλικιώνομαι» από το «ενηλικιώνομαι», μπορούμε να του δώσουμε τη σημασία «διανύω τις ηλικίες». Η ενηλικίωση ολοκληρώνεται λίγο μετά το τέλος της εφηβείας, η ηλικίωση δεν τελειώνει ποτέ. Ηλικιώνομαι σημαίνει διατρίβω στην έγχρονη ετεροίωση της έμβιας ύπαρξης. Το ανθρώπινο ον ηλικιώνεται, αλλάζει ηλικίες και παραμένει σε αυτές, περισσότερο από κάθε άλλο ζώο. Η διάρκεια του επιούσιου και, κατά μείζονα λόγο, του περιούσιου όντος είναι μια συνεχής ηλικίωση που δεν τερματίζεται παρά με την ανουσίωση του βιολογικού υποστήματος. Η ηλικίωση είναι έμβιος χρονισμός. Το «χρονίζω» είχε επίσης τη σημασία «μεγαλώνω, γερνώ». Το ανθρώπινο άτομο ηλικιώνεται, χρονίζει, δηλαδή ενσαρκώνει, βιώνει και διαχειρίζεται τη συνεχή ενδογενή αλλοίωση του προσίδιου είναι.

Η ηλικία εκφράζει την έμβια διάρκεια ως ένα μετρήσιμο μέγεθος που δεν εξομοιώνεται με απλό αριθμητικό δεδομένο. Σε αντίθεση με το ενίοτε δηλούμενο, η ηλικία δεν είναι ένας αριθμός. Ορίζει επίπεδα συνείδησης, αποδεκτές ή μη αποδεκτές συμπεριφορές, υποχρεώσεις και δικαιώματα, τρόπους ύπαρξης. Λεξιλογικά, «ηλίκος» σημαίνει πόσος, στην πραγματικότητα όμως σημαίνει ποιος. Η αριθμητική της ηλικίας εκφράζει μια οντολογική ποιότητα και όχι ένα ουδέτερο διάνυσμα. Τα ανθρώπινα άτομα δεν είναι εξίσου ικανά, αυτοδύναμα ή ελεύθερα σε όλες τις ηλικίες. Όταν πληροφορούμαστε την ηλικία κάποιου, αντιλαμβανόμαστε τι λογής είναι. Μαθαίνουμε, κατ’ αρχάς, το στάδιο διάπτυξής του ως έμβιου όντος. Αυτή η πληροφορία πάλι μας μαθαίνει, χονδρικά, πόση εμπειρία ζωής μπορεί ή πρέπει να έχει συσσωρεύσει, πόσο ικανό είναι ή πρέπει να είναι, ποιες δυνατότητες έχει ή πρέπει να έχει, τι μπορούμε να περιμένουμε από αυτό και τι όχι. Ο ηθικός καταλογισμός, η ατομική ανεξαρτησία, η επιτελεστική ικανότητα, η δυνατότητα ανάληψης ευθυνών, δεν ισχύουν ομοιόμορφα σε όλα τα στάδια της ζωής. Άλλο βιολογικό, κοινωνικό και ηθικό υποκείμενο είναι το ανυπεράσπιστο βρέφος, άλλο ο δυνατός άντρας και άλλο ο ετοιμόρροπος γέρος.

Η αλλοίωση του βιολογικού υποστρώματος βαίνει παράλληλα με την, όχι πάντα ομόλογη ή σύμμετρη, αλλοίωση του εγώ. Η ηλικίωση είναι μια μακρόσυρτη διαδικασία ετεροίωσης που υποσκάπτει την ταύτιση του επιούσιου και ακόμα περισσότερο του περιούσιου με τον εαυτό του. Κάθε βράδυ πλαγιάζει ακέραιη μια ζωή και κάθε πρωί ξυπνά μια καινούργια. Το ίδιο άτομο σε διαφορετικές ηλικίες δεν είναι πλέον το ίδιο άτομο. Και παρόλα αυτά, το ίδιο άτομο σε διαφορετικές ηλικίες παραμένει το ίδιο άτομο. Η ηλικίωση διαφοροποιεί και συνάμα συντηρεί το υποκείμενο σύμφωνα με τον ιδιαίτερο γενετικό και ταυτοτικό κώδικα του ατόμου. Κάθε ηλικία διαφυλάσσει τις προηγούμενες χωρίς να ανάγεται σε αυτές. Το χαριτωμένο παιδί εξακολουθεί να κρύβεται στην ατίθαση έφηβη, στην κατασταλαγμένη γυναίκα και στη αποκαμωμένη γριά, όσο κι αν η γριά που θα συναντούσε τον δεκαετή εαυτό της πιθανότατα δεν θα τον αναγνώριζε. Η βιολογική και συνήθως η συνειδησιακή αυτότητα ‒διότι η συνείδηση δεν μπορεί να αντισταθεί σε εκφυλιστικές αρρώστιες του εγκεφάλου‒ διασώζεται πίσω από τις τροπές και τις μεταπτώσεις της ηλικιακής ετεροίωσης.

Τα πράγματα αφήνουν διαφορετικό αποτύπωμα σε διαφορετικές στιγμές της ύπαρξης του ατόμου. Η τρόπος σύλληψης και βίωσης της πραγματικότητας δεν παραμένει ταυτόσημος ούτε υπακούει σε μια σωρευτική αφομοίωση εμπειριών και διδαγμάτων. Αλλιώς αντιλαμβάνεται τον κόσμο και το γίγνεσθαι ή τον χρόνο ο νέος και αλλιώς ο γέρος. Διαφορετικός διανοητικός και θυμικός τόνος επικρατεί στη μια ηλικία και διαφορετικός στην άλλη. Η διαφοροποίηση του υποκειμένου, τόσο με την έννοια του σωματικού υποστρώματος όσο και με την έννοια του φορέα γνωστικών ικανοτήτων, επάγει τη διαφοροποίηση των κοσμικών αναπαραστάσεων. Είναι όμως όλες οι ηλικίες ισότιμες; Δεν έχει το ενήλικο στάδιο κάποιο ειδικό πλεονέκτημα; Στο ενήλικο στάδιο δεν γίνεται κανείς αυτό που ήταν προορισμένος να είναι; Τότε δεν κατακτά κανείς την πληρότητα της μορφής και δεν φτάνει στο μέγιστο των ικανοτήτων του; Άρα, τον ενήλικο άνθρωπο θα πρέπει να συμβουλευόμαστε αν θέλουμε να λάβουμε αξιόπιστες απαντήσεις για φιλοσοφικά θέματα.

Ο Αριστοτέλης εξηγεί τι είναι ο χρόνος και πώς επηρεάζει τα φυσικά πράγματα. «Όπως συνηθίζουμε να λέμε, ο χρόνος “διαλύει” τα πράγματα και τα κάνει όλα “να γερνούν”, και με τον χρόνο οι άνθρωποι ξεχνούν, αλλά δεν λέμε ότι διδάσκεται κανείς με τον χρόνο, ούτε ότι γίνεται νέος ή ωραίος. Μάλλον λοιπόν ο χρόνος είναι ο ίδιος υπαίτιος φθοράς. Γιατί είναι αριθμός της κίνησης και η κίνηση ανατρέπει την υφιστάμενη κατάσταση».[2] Ο χρόνος αυτός καθαυτός δεν φαίνεται να είναι φορέας γέννησης και ανάπτυξης, αλλά φθίσης και εξαφάνισης. Γιατί; Διότι βλέπουμε ότι, στο πέρασμα του χρόνου, τα πράγματα αλλοιώνονται και διαλύονται. Δεν τα βλέπουμε να περιέρχονται σε καλύτερη κατάσταση ή έστω να διατηρούνται. Για να διατηρηθεί κάτι στην ύπαρξη, πρέπει να αντισταθεί στον χρόνο και στη φθορά που τον συνοδεύει. Πρέπει να κινηθεί, να λειτουργήσει, να προσπαθήσει με κάποιον τρόπο. Αν αφεθεί στον χρόνο, αργά ή γρήγορα θα χαλάσει και ύστερα θα οδηγηθεί στον αφανισμό. Γιατί όμως λειτουργεί έτσι ο χρόνος; Διότι είναι αριθμός της κίνησης και η κίνηση, ή η μεταβολή, αλλοιώνει την υφιστάμενη κατάσταση. Αναγκάζει το υπάρχον να εγκαταλείψει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να περάσει σε κάποια άλλη. Ο Αριστοτέλης καταλαβαίνει ότι θα ήταν σωστότερο να πούμε ότι όλα αυτά δεν τα κάνει ο ίδιος ο χρόνος, αλλά γίνονται μέσα στον χρόνο.[3] Πραγματικός υπαίτιος δεν είναι ο ίδιος ο χρόνος, αλλά η κίνηση, η μεταβολή, το γίγνεσθαι.

Ποιο είναι όμως το αξίωμα που υποστηρίζει τη συλλογιστική του; Γιατί το να εγκαταλείψει κάτι την κατάσταση στην οποία βρίσκεται συνεπάγεται αργά ή γρήγορα τη φθορά και την εξαφάνιση; Διότι η νέα κατάσταση θα είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Ό,τι αφήνεται στο γίγνεσθαι, φθείρεται. Ισχύει όμως αυτό το αξίωμα; Ο χρόνος αυτός καθαυτός ή το γίγνεσθαι αυτό καθαυτό είναι όντως φορέας φθοράς; Σήμερα, ξέρουμε πως όχι. Η μεταβολή μπορεί να φθείρει και να εξαφανίζει, αλλά κάνει και το αντίθετο: παράγει καινούργιες μορφές. Με το πέρασμα του χρόνου, εμφανίζονται νέα αστέρια, νέοι πλανήτες, νέοι γαλαξίες, νέα χημικά στοιχεία, πιο εξελιγμένα είδη φυτών και ζώων, καινούργιοι πολιτισμοί… Άρα, το να εγκαταλείψει κάτι την κατάσταση στην οποία βρίσκεται μπορεί να είναι ωφέλιμο για το ίδιο ή για το σύνολο των πραγμάτων. Ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε ασφαλώς να γνωρίζει τις νεότερες κοσμολογικές και βιολογικές θεωρίες ‒ μολονότι εξελικτικές προσεγγίσεις δεν ήταν άγνωστες στην αρχαία Ελλάδα. Γνώριζε όμως άριστα κάτι άλλο. Το παιδί μεγαλώνει, γίνεται νέος και όμορφος άντρας ή νέα και όμορφη γυναίκα, δυναμώνει, μαθαίνει, αποκτά ικανότητες. Με τον καιρό, το είναι του βελτιώνεται, δεν καταστρέφεται. Η αύξηση είναι μια διαδικασία αναβάθμισης και βελτίωσης του έμβιου όντος. Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι, για να μεγαλώσει και να δυναμώσει το παιδί, πρέπει να τραφεί. Για να μάθει και γενικά για να πετύχει οτιδήποτε, πρέπει να προσπαθήσει, να δράσει, να κινηθεί. Όλα αυτά δεν επιτελούνται αυτόματα. Αυτόματα, ασφαλώς όχι. Επιτελούνται όμως με τη συνέργεια του χρόνου ή του γίγνεσθαι. Διότι και ο γέρος τρέφεται αλλά δεν μεγαλώνει, και ο γέρος προσπαθεί αλλά δεν μαθαίνει εύκολα ή δεν μαθαίνει καθόλου. Εκτός αυτού, τα δέντρα μεγαλώνουν σχεδόν χωρίς καμία προσπάθεια

Αν η φθορά και η γήρανση αποτελούν μια ανεξάλειπτη και αναμφίβολη διάσταση του γίγνεσθαι, η γένεση και η ανάπτυξη αποτελούν εξίσου μια άλλη. Ο Αριστοτέλης δεν εκφράζει καθολικά ισχύουσες οντολογικές αλήθειες. Στην πραγματικότητα, προβάλλει στο σύνολο της πραγματικότητας μια χρονικότητα που αντιστοιχεί σε μια ορισμένη εμπειρία του γίγνεσθαι σε ένα ορισμένο στάδιο της ζωής. Όταν γράφει ότι τα πάντα γερνούν εξαιτίας του χρόνου, εκφράζει τον τρόπο με τον οποία συλλαμβάνει τα πράγματα ο άνθρωπος που γερνά. Ο μεσήλικας και ακόμα περισσότερο ο ηλικιωμένος είναι αυτός που βιώνει το πέρασμα του χρόνου σαν έκπτωση και φθορά. Αυτός αισθάνεται ότι μέρα με τη μέρα χάνει σταδιακά τις δυνάμεις και τις ικανότητες που είχε παλιότερα. Αυτός ξεχνά. Αυτός νιώθει τη μεταβολή εχθρική. Αυτός θα προτιμούσε να πάψει ο χρόνος να περνά ή να επιβραδύνει το πέρασμά του. Το παιδί έχει αντίθετα βιώματα και αντίθετες προσδοκίες. Μέρα με τη μέρα αποκτά περισσότερες δυνάμεις και ικανότητες. Αισθάνεται ότι το γίγνεσθαι όχι μόνο δεν του αφαιρεί πλεονεκτήματα, αλλά του προσφέρει περισσότερα. Ο χρονικός ορίζοντας που απλώνεται μπροστά του μοιάζει απεριόριστος. Νιώθει τον χρόνο σύμμαχο. Γι’ αυτό δεν εύχεται να σταματήσει ο χρόνος αλλά, αντιθέτως, να περάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ανυπομονεί να μεγαλώσει για να απολαύσει τη δύναμη, την ικανότητα, την ανεξαρτησία, την ελευθερία και τα υπόλοιπα αγαθά των ενήλικων.

Έχουμε λοιπόν δύο διαφορετικές προσλήψεις του χρόνου, ή μάλλον του γίγνεσθαι, που συνδέονται με διαφορετικές ηλικίες. Στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα, επικράτησε η χρονικότητα της φθοράς, η πίστη ότι ο κόσμος γερνά, ότι το γίγνεσθαι υπονομεύει και διαβρώνει το είναι. Η αναζήτηση της παραμονής και της σταθερότητας που εκφράζεται στην παρμενίδεια και ακολούθως στην πλατωνική-αριστοτελική μεταφυσική παράδοση, πηγάζει από μια συγκεκριμένη ηλικιακή θεώρηση των πραγμάτων. Η νεότερη εποχή επέλεξε την αντίθετη οπτική. Ανακάλυψε, προέκρινε και εκθείασε τη χρονικότητα της προόδου και της εξέλιξης. Για αυτήν, η αλλαγή οδηγεί το υπάρχον σε πιο εξελιγμένες μορφές. Το γίγνεσθαι δεν διαβρώνει αλλά εμπλουτίζει το είναι. Αν δεχτούμε ότι αυτή η δεύτερη θεώρηση είναι πιο αληθοφανής, τότε φαίνεται πως η αντίληψη που δικαιώθηκε τελικά είναι αυτή της νεότητας και όχι των γηρατειών. Αν ο χρόνος έχει αφ’ εαυτού την τάση να δημιουργεί και να βελτιώνει, η διαισθητική πρόσληψη του γίγνεσθαι από τους νέους βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα από την αντίστοιχη των ηλικιωμένων. Αλλά είναι όντως πιο αξιόπιστη αυτή η πεποίθηση; Σίγουρα, είναι πιο σύνθετη και στηρίζεται σε περισσότερα δεδομένα. Από την άλλη, ίσως δεν υπάρχει μια προνομιακή ηλικιακή αντίληψη της χρονικότητας, αλλά μια ηλικίωση που πρέπει να θεωρηθεί συνολικά.

Ο Αριστοτέλης δεν αγνοεί την προβληματική της ηλικίας. Διακρίνει τρία στάδια στη ζωή: «νεότητα», «ακμή», «γήρας».[4] Κάθε ηλικία έχει διαφορετικό χαρακτήρα (ἦθος). Οι νέοι εμφορούνται από σφοδρές επιθυμίες, ιδίως σωματικές. Είναι ευμετάβολοι και αψίκοροι. Αγαπούν υπερβολικά και μισούν υπερβολικά. Νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Είναι ισχυρογνώμονες. Είναι οξύθυμοι. Τους αρέσει να υπερέχουν και να νικούν. Δεν νοιάζονται για τα χρήματα επειδή δεν ξέρουν ακόμα τι θα πει φτώχεια. Δεν είναι πονηροί, αλλά αφελείς και εύπιστοι. Είναι γεμάτοι ελπίδες, αφενός επειδή δεν έχουν πολλές αποτυχίες πίσω τους και αφετέρου επειδή έχουν πολύ μέλλον μπροστά τους. Θυμώνουν εύκολα και τρέφουν μεγάλες ελπίδες, γι’ αυτό αντιμετωπίζουν τους κινδύνους με θάρρος. Είναι ντροπαλοί. Είναι μεγαλόψυχοι. Προτιμούν το ωραίο από το συμφέρον. Είναι συμπονετικοί. Αγαπούν τους φίλους και τους συντρόφους περισσότερο απ’ ότι συμβαίνει στις άλλες ηλικίες. Λατρεύουν τις συναναστροφές, τα γέλια και τα αστεία.

Οι ηλικιωμένοι έχουν σχεδόν αντίθετο χαρακτήρα. Δεν αγαπούν τις υπερβολές. Είναι γεμάτοι αμφιβολίες και αβεβαιότητες. Είναι καχύποπτοι και δύσπιστοι. Δεν εμφορούνται από σφοδρά πάθη. Έχοντας ταπεινωθεί από τη ζωή, είναι μικρόψυχοι. Δεν επιθυμούν τα μεγάλα και περιττά, αλλά τα αναγκαία για τη ζωή. Είναι φιλοχρήματοι, διότι η περιουσία ανήκει στα αναγκαία και αυτοί έχουν μάθει πόσο δύσκολα αποκτιέται αυτή και πόσο εύκολα χάνεται. Είναι δειλοί και φοβητσιάρηδες. Επιθυμούν τη ζωή και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο πλησιάζουν στο τέλος τους, διότι επιθυμούμε περισσότερο ό,τι στερούμαστε περισσότερο. Είναι φίλαυτοι περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Είναι συμφεροντολόγοι. Δεν τους πολυνοιάζει η γνώμη των άλλων, γι’ αυτό συμβαίνει να φέρονται ξεδιάντροπα. Ζουν περισσότερο με τις αναμνήσεις τους παρά με ελπίδες. Τους αρέσει να αναλογίζονται και να αφηγούνται τα περασμένα. Οι προσδοκίες τους είναι αδύναμες, ή δεν έχουν καθόλου. Δεν είναι υποταγμένοι στην επιθυμία και στις διαθέσεις, αλλά στον υπολογισμό και στο κέρδος. Είναι συμπονετικοί, όχι όμως από φιλανθρωπία, όπως οι νέοι, αλλά από αδυναμία. Είναι γκρινιάρηδες. Αντιπαθούν τα γέλια και τα αστεία.

Οι ενήλικοι έχουν ενδιάμεσο χαρακτήρα. Δεν είναι πολύ θαρραλέοι, αλλά δεν είναι και πολύ φοβητσιάρηδες. Δεν είναι εύπιστοι, αλλά ούτε καχύποπτοι. Δεν είναι ιδεολόγοι, ούτε όμως και συμφεροντολόγοι. Δεν είναι φιλοχρήματοι, ούτε άσωτοι. Είναι γενναίοι χωρίς να γίνονται ασυλλόγιστοι και φρόνιμοι χωρίς να γίνονται δειλοί. Κρίνουν εύστοχα και ζουν με μέτρο. Γενικά, έχουν τα προτερήματα και της νεανικής και της γεροντικής ηλικίας χωρίς να έχουν τις αντίστοιχες υπερβολές ή ελλείψεις.

Κάθε άτομο έχει τον χαρακτήρα του. Αλλά και κάθε ηλικία έχει τον δικό της χαρακτήρα. Άτομα παρόμοιας ηλικίας είναι πιο πιθανό να έχουν παρόμοιο χαρακτήρα. Ορισμένοι τείνουν να είναι άσωτοι, ριψοκίνδυνοι, ντροπαλοί, ενώ κάποιοι άλλοι φιλοχρήματοι, δειλοί, ξεδιάντροποι, όχι τόσο από ατομική ιδιοσυγκρασία, όσο από ηλικιακή ταύτιση. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των ηλικιών ανάγονται στην έγχρονη φύση της επιούσιας υπόστασης του περιούσιου όντος. Εγγενή ή έμφυτα στην εκάστοτε ηλικία, προσλαμβάνονται με επίκτητο τρόπο από τα άτομα. Παρόμοιες αρετές και παρόμοια ελαττώματα που εμφανίζονται συστηματικά σε άτομα παρόμοιας ηλικίας ανήκουν περισσότερο στην ηλικία παρά στα άτομα καθαυτά. Ή, δεν ανήκουν στα άτομα παρά στο μέτρο που οι διαθέσεις και η συμπεριφορά τους επικαθορίζονται από την ηλικία τους, δηλαδή στο μέτρο που ηλικιώνονται, που υπόκεινται σε μια ενδογενώς προγραμματισμένη μεταλλαγή. Η ηλικία ορίζει το ήθος και η ηλικίωση τις μεταβολές του. Τα στάδια της ζωής συγκαθορίζουν τους όρους και τα μέτρα της δέουσας ηθικής. Συνεπάγονται ιδιότητες και κατηγορήματα που, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, υπερβαίνουν τις επιμέρους ιδιοσυγκρασίες, την αγωγή ή τις πολιτισμικές διαφορές, όσο κι αν δεν αποκόπτονται ποτέ από αυτές. Οι συνομήλικοι είναι συνήθεις με την έννοια ότι τους συνδέουν ίδια ήθη, ίδιες συνήθειες, ίδιοι τρόποι. Διδάσκονται τρόπους ύπαρξης από αυτή την αριθμητική της ζωής που παραλαμβάνει το νεογέννητο και το μεταπλάθει αδιάκοπα μέχρι να το παραδώσει ξανά στην ανυπαρξία.

«Ἧλιξ ἥλικα τέρπει», σημειώνει ο Πλάτων.[5] Η φιλία εδράζεται στην ομοιότητα. Οι συνομήλικοι είναι φύσει όμοιοι. Η φυσική ομοιότητα με τη σειρά της εγκαθιδρύει μια αυθόρμητη φιλία. Το συνείναι δεν διέπεται από ουδέτερη ή αδιάφορη καθολικότητα. Το ενώπιος ενωπίω δεν είναι ισοσθενές ή ομόρροπο. Χρωματίζεται κάθε φορά από την ιδιαίτερη ταυτότητα των μερών. Ναι μεν ο άνθρωπος συναντά άνθρωπο. Σε δεύτερο επίπεδο όμως, ο άρρωστος συναντά υγιή, ή η γυναίκα άντρα, ή ο νέος γέρο. Στην πραγματική ζωή, οι άνθρωποι διάγουν κυρίως σε αυτό το δεύτερο επίπεδο. Όταν συναντάμε κάποιον, τον συναντάμε με όλα τα δευτερογενή χαρακτηριστικά που τον καθιστούν τοιόνδε, συγκεκριμένο ανθρώπινο άτομο και όχι αόριστο αντίτυπο. Από αυτά τα χαρακτηριστικά εξαρτάται εν πολλοίς η έλξη ή η άπωση, η συνύπαρξη ή η αποστροφή, η συμβατότητα ή η ασυμβατότητα των μερών. Τα άτομα που έχουν παρόμοια ηλικία έχουν παρόμοια βιώματα, παρόμοιες αρέσκειες και απαρέσκειες, παρόμοιο ρυθμό και τρόπο ζωής. Γι’ αυτό συνδέονται ευκολότερα. Οι συνομήλικοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι ευχάριστοι ο ένας στον άλλο. Από τη φυσική φιλία της έμβιας ομοιότητας απορρέει αμοιβαία απόλαυση.[6] Μπορούμε να καταλάβουμε γιατί το «ἧλιξ» είχε κατά δεύτερο λόγο τη σημασία «σύντροφος, εταίρος» και κατά τρίτο λόγο τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Η ομηλικία εγκαθιδρύει μια πηγαία συντροφικότητα.

«Διάγω» σημαίνει «περνώ, διαβαίνω, διέρχομαι» και δευτερευόντως «περνώ τη ζωή, διαβιώ». Όπως φαίνεται, η ζωή γίνεται αντιληπτή σαν διάβαση, διέλευση, πέρασμα από διαφορετικές καταστάσεις, συνθήκες και στάδια. Το άτομο διασχίζει ένα εξωτερικό πεδίο φυσικών και ανθρώπινων γεγονότων και συνάμα ένα εσωτερικό πεδίο προσίδιας ηλικίωσης. Η διαγωγή της ζωής δεν είναι μοναχική. Οι άνθρωποι συνδιάγουν με συγγενείς, φίλους, συναδέλφους, συντρόφους, συζύγους, συνομηλίκους. Οι συνομήλικοι είναι συνούσιοι της έμβιας διάπτυξης, συνδιάγωγοι στις εσωτερικές περιστάσεις και μεταπτώσεις της ηλικίωσης. Με τον συνομήλικο ή τη συνομήλικη θα παίξει κανείς κούκλες, κουτσό ή ποδόσφαιρο, θα παρακολουθήσει τα σχολικά μαθήματα, θα βιώσει τους πρώτους έρωτες, θα αναζητήσει δουλειά, θα παραστεί σε γάμους και βαφτίσεις, θα συζητήσει τα συμπτώματα της κλιμακτηρίου, θα υπολογίσει το ύψος της σύνταξης… Αυτοί και αυτές θα αποτελέσουν την εκ φύσεως έγχρονη συντροφιά, την ομοταξία που θεσπίζει ο χρόνος για τη συνούσια διαγωγή της ζωής.

Η ομηλικία είναι συνδιαγωγή κοινής ηλικίωσης, ομόρροπος βιολογικός και βιοτικός χρονισμός. Το παιδί θέλει παιδί, ο έφηβος θα διασκεδάσει με εφήβους, ο άντρας θα τα πιει με άντρες. Αν οι συνομήλικοι είναι αμοιβαία ευχάριστοι, ο συγχρωτισμός ατόμων διαφορετικής ηλικίας είναι ενοχλητικός. «Ὀχληρὸς ἀνήρ ἐστιν ἐν νέοις γέρων».[7] Όπως η ομηλικία επάγει αυθόρμητη έλξη, η διαφορά των ηλικιών επάγει αυθόρμητη άπωση. Το χάσμα των γενεών, όσο κι αν οξύνεται από πολιτισμικούς και ιστορικούς παράγοντες, έχει οντολογικό υπόβαθρο. Η παρέα των νεαρών ασπάζεται τρόπους, κανόνες, ήθη, γνώμες, θυμικές τάσεις, που ο μεγαλύτερος δεν μπορεί να συμμεριστεί και να παρακολουθήσει. Του είναι δυσβάστακτα παρά το γεγονός ότι αυτά τα ίδια τον συνέπαιρναν και εκείνον παλιότερα. Αυτός άλλαξε, όχι εκείνα. Η ηλικιακή ανομοιότητα αποδεικνύεται απωθητική ή δυσβάστακτη και για τα δύο μέρη. Ο μεγαλύτερος γίνεται εύκολα «αηδέστατος».[8] Από την άλλη, αυτή η αρχή δεν ισχύει απόλυτα. Τα βρέφη και τα νήπια συναναστρέφονται ευχαρίστως ηλικιωμένους. Τα μικρά παιδιά προσφέρουν χάρη και αθωότητα, οι ηλικιωμένοι έχουν χρόνο και πείρα. Έτσι, η παρέα των μεν με τους δε είναι αμοιβαία επωφελής και ευχάριστη. Αυτό δείχνει ότι η συνδιατριβή των ηλικιών δεν υπακούει σε ένα ενιαίο μοτίβο. Κάθε ηλικία έχει τις δικές της αρχές συμβατότητας ή ασυμβατότητας με τις άλλες.

Αν η ζωή ακολουθούσε μια αδιαφοροποίητη διαδρομή, δηλαδή αν λάμβανε χώρα μια γραμμική ηλικίωση, η πείρα της ζωής θα συσσωρευόταν αδιάκοπα και θα είχε καθολική χρησιμότητα. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. «Φτάνουμε ολοκαίνουργιοι στις διάφορες ηλικίες, και μας λείπει συχνά η πείρα παρά τον αριθμό των ετών».[9] Η πείρα που αποκτά κανείς δεν χρησιμεύει παρά για το ηλικιακό στάδιο που έχει μόλις περάσει. Όσα μαθαίνουμε ισχύουν για ό,τι δεν είμαστε πια. Ακόμα κι αν καταφέρει κανείς να ελέγξει τις εξωτερικές συνθήκες, να προσαρμόσει την περικείμενη πραγματικότητα (δηλαδή τον προσωπικό μικρόκοσμο) στις επιθυμίες, δεν μπορεί να σταματήσει τον ενδότερο χρονισμό που μεταβάλλει τόσο την πρόσληψη της πραγματικότητας όσο και τις ίδιες τις επιθυμίες. Ανεπαίσθητα, δεν είσαι πλέον ο ίδιος ή η ίδια, δεν μπορείς τα ίδια, δεν θέλεις τα ίδια. Εξού οι κρίσεις ηλικίας. Φτάνει μια στιγμή που δεν ξέρεις ποιος είσαι, ενώ, φαινομενικά, τίποτα αρνητικό ή δυσάρεστο δεν έχει συμβεί. Η κρίση ηλικίας είναι άρνηση ηλικίωσης, απόκλιση ανάμεσα σε αυτό το καινούργιο που έχεις γίνει και εκείνο που θα ήθελες να παραμείνεις. Στα μεγάλα σταυροδρόμια του βίου, καθένας πρέπει να μάθει να ζει από την αρχή.

Το ανθρώπινο άτομο δεν γεννιέται ενήλικο και δεν διάγει ομοιόμορφα και ευθύγραμμα τη ζωή του μέχρι τον θάνατο. Δεσμευμένο σε έναν αδιάλειπτο, όχι όμως γραμμικό, χρονισμό, δεν αντιλαμβάνεται ούτε βιώνει με αδιαφοροποίητο τρόπο τη ζωή και τον θάνατο. Αν το επιούσιο εγείρεται πάνω από το αυτούσιο ως δρώσα κι αεικίνητη ένταση, η δράση και η κίνηση χαρακτηρίζουν κατ’ εξοχήν τη νεαρή ηλικία. Για τον νέο, η ζωή βρίθει δυνατοτήτων, ο δε θάνατος δεν αποτελεί παρά μια δυσδιάκριτη και αόριστη πιθανότητα χαμένη στο απώτατο μέλλον. Ο νέος δεν αντλεί νόημα, κίνητρα ή στάσεις ζωής από τη δυνατότητα του θανάτου, όπως μπορούμε να υποθέσουμε για τον ενήλικο. Ζει σε μια απεριόριστη διάρκεια που ζωογονείται από μια γενναιόδωρη χρονικότητα. Για τον ηλικιωμένο, απεναντίας, οι δυνατότητες της ζωής έχουν συντελεστεί ή έχουν ματαιωθεί. Ο δε θάνατος, η απώλεια του επιούσιου υποστήματος, είναι πια επικείμενος. Ακόμα χειρότερα, η αρνητικότητα πλήττει ενεστωτικά τη ζωή ως ανημποριά, πόνος, αρρώστια, κατάθλιψη, έκπτωση των βιολογικών λειτουργιών. Η ζωή που ηλικιώνεται δεν γίνεται αντιληπτή σαν ισοσθενής κατάσταση ή σαν μονοκόμματο διάνυσμα. Αντίστοιχα, ο θάνατος δεν αποτελεί συμπαγή υπαρξιακή δομή. Για να υπάρχει μια τέτοια δομή, θα έπρεπε να υπάρχει ένα χρονικά ομοιογενές ανθρώπινο υποκείμενο.

Η ηλικίωση είναι ενδογενής αλλοίωση του επιούσιου υποστήματος που αναδιατάσσει τις δομές του περιούσιου όντος. Ο χρονιστικός χαρακτήρας της ζωής, δηλαδή η ζωή που χρονίζει, που καθορίζεται από μια διαδοχή ποιοτικά διακεκριμένων ηλικιών, αναδεικνύει τη διάσταση του καιρού, της κατάλληλης ηλικίας για την κατάλληλη δραστηριότητα. Όπως το έτος, η ζωή έχει τις εποχές της. Ωραίος γίνεται κάποιος στην ώρα του, όταν η βιολογική ηλικία συντονίζεται άριστα με τις δικές του επιθυμίες και τις προσδοκίες των άλλων. Ό,τι απομακρύνεται από αυτή την πρόσκαιρη ωραιότητα, το πολύ πρώιμο και το πολύ όψιμο, αποδεικνύεται δυσάρεστο, ανάρμοστο, επαχθές, ενίοτε φαιδρό. Η σεξουαλικότητα, σε μια ορισμένη ηλικία είναι απολαυστική, σε μικρότερη ηλικία είναι αποκρουστική και τραυματική. Πάρωρα ή παράκαιρα είναι τα ενεργήματα που δεν επιτελούνται στο προσήκον στάδιο του έμβιου χρονισμού. Αν «χάσω το τρένο» στις σπουδές, στην επαγγελματική αποκατάσταση, στον γάμο, δύσκολα θα ανακτήσω τον χαμένο χρόνο, δηλαδή τη χαμένη ευκαιρία, δηλαδή τον χαμένο εαυτό. Εξού η συχνά καταπιεστική ή ψυχαναγκαστική επιβολή ηλικιακών προθεσμιών και ορόσημων. Μολονότι η ζωή βρίθει δυνατοτήτων, δεν συνωστίζονται όλες οι δυνατότητες σε όλες τις ηλικίες.[10] Ιδιότητες ή ικανότητες που δεν αποκτώνται στην ώρα τους κινδυνεύουν να χαθούν εσαεί. Το κόστος μιας τέτοιας απώλειας μπορεί να είναι το εξουθενωτικό αίσθημα μιας ζωής που σπαταλήθηκε, που ματαιώθηκε, που απέτυχε. Όταν δεν έχει κανείς παρά μία και μόνη ζωή να ζήσει, η καταδίκη φαντάζει αιώνια.

///

[1] Η λέξη «αυτούσιο» χρησιμοποιείται με τη σημασία «άβιο», ενώ το «επιούσιο» με τη σημασία «έμβιο». Ο όρος «περιούσιο», που χρησιμοποιείται παρακάτω, δηλώνει τον άνθρωπο ως έμβιο ον προικισμένο με ουσιακό πλούτο, δηλαδή με ιδιαίτερες ικανότητες. Για αυτούς τους όρους, βλ. Β. Βανταράκης, Περί ουσίας, φιλοσοφικός διάλογος, Ευρυδίκη, Αθήνα, 2025.
[2] Αριστοτέλης, Φυσικά, 221a30-221b3, μτφρ. Β. Κάλφας, Νήσος, Αθήνα, 2015. Το πρωτότυπο κείμενο: «καθάπερ καὶ λέγειν εἰώθαμεν ὅτι κατατήκει ὁ χρόνος, καὶ γηράσκει πάνθ’ ὑπὸ τοῦ χρόνου, καὶ ἐπιλανθάνεται διὰ τὸν χρόνον, ἀλλ’ οὐ μεμάθηκεν, οὐδὲ νέον γέγονεν οὐδὲ καλόν· φθορᾶς γὰρ αἴτιος καθ’ ἑαυτὸν μᾶλλον ὁ χρόνος· ἀριθμὸς γὰρ κινήσεως, ἡ δὲ κίνησις ἐξίστησιν τὸ ὑπάρχον». Πρβλ. λίγο παρακάτω: «ἐν δὲ τῷ χρόνῳ πάντα γίγνεται καὶ φθείρεται· διὸ καὶ οἱ μὲν σοφώτατον ἔλεγον, ὁ δὲ Πυθαγόρειος Πάρων ἀμαθέστατον, ὅτι καὶ ἐπιλανθάνονται ἐν τούτῳ, λέγων ὀρθότερον. δῆλον οὖν ὅτι φθορᾶς μᾶλλον ἔσται καθ’ αὑτὸν αἴτιος ἢ γενέσεως, καθάπερ ἐλέχθη καὶ πρότερον (ἐκστατικὸν γὰρ ἡ μεταβολὴ καθ’ αὑτήν), γενέσεως δὲ καὶ τοῦ εἶναι κατὰ συμβεβηκός. σημεῖον δὲ ἱκανὸν ὅτι γίγνεται μὲν οὐδὲν ἄνευ τοῦ κινεῖσθαί πως αὐτὸ καὶ πράττειν, φθείρεται δὲ καὶ μηδὲν κινούμενον. καὶ ταύτην μάλιστα λέγειν εἰώθαμεν ὑπὸ τοῦ χρόνου φθοράν. οὐ μὴν ἀλλ’ οὐδὲ ταύτην ὁ χρόνος ποιεῖ, ἀλλὰ συμβαίνει ἐν χρόνῳ γίγνεσθαι καὶ ταύτην τὴν μεταβολήν» (Τα πάντα όμως γεννιούνται και φθείρονται εντός χρόνου. Γι’ αυτό και κάποιοι χαρακτήριζαν τον χρόνο σοφότατο ενώ ο Πάρων τον έλεγε αμαθέστατο, αφού οι άνθρωποι εντός του χρόνου ξεχνούν τα πάντα ‒ και μάλλον είχε δίκιο. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο ίδιος ο χρόνος είναι μάλλον αίτιο της φθοράς παρά της γέννησης, όπως είπαμε και προηγουμένως (γιατί η μεταβολή καθ’ εαυτήν οδηγεί σε έξοδο από μια κατάσταση)· αίτιο της γέννησης και της ύπαρξης είναι ο χρόνος μόνο κατά συμβεβηκός. Μια ένδειξη γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι δεν γεννιέται κάτι, αν το ίδιο δεν κινηθεί κατά κάποιον τρόπο και δεν δρα, ενώ φθείρεται και χωρίς να κινηθεί καθόλου. Μάλιστα αυτήν ακριβώς χαρακτηρίζουμε ως φθορά του χρόνου. Στην πραγματικότητα ο χρόνος δεν προκαλεί ούτε αυτή τη φθορά, αλλά απλώς πρόκειται για μια μεταβολή που συμβαίνει εντός χρόνου), Φυσικά, 222b16-27.
[3] Βλ. Φυσικά, 222b26-27.
[4] Βλ. Ρητορική, 1388b-1390b. Για μια άλλη προσέγγιση της διαφοράς των ηλικιών, βλ. Arthur Schopenhauer, Για την πρακτική σοφία της ζωής, μτφρ. Δ. Υφαντής, Ροές, Αθήνα, 2010, σσ. 293-318.
[5] «ἥλικα γὰρ δὴ καὶ ὁ παλαιὸς λόγος τέρπειν τὸν ἥλικα· ἡ γὰρ οἶμαι χρόνου ἰσότης ἐπ᾽ ἴσας ἡδονὰς ἄγουσα δι᾽ ὁμοιότητα φιλίαν παρέχεται», Πλάτων, Φαίδρος, 240c («Γιατί, όπως έλεγαν και παλιά, ο συνομήλικος είναι ευχάριστος στον συνομήλικο ‒η ίδια ηλικία, βλέπεις, οδηγεί σε ίδιες απολαύσεις και η ομοιότητα φέρνει τη φιλία», μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Πόλις, Αθήνα, 2015). Πρβλ. «μέγα δὲ πρὸς φιλίαν καὶ τὸ σύντροφον καὶ τὸ καθ᾽ ἡλικίαν· ἧλιξ γὰρ ἥλικα, καὶ οἱ συνήθεις ἑταῖροι», Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1161b («Πολύ, επίσης, συμβάλλει στη φιλία τους [των αδελφών] το ότι μεγάλωσαν μαζί και είναι στην ίδια περίπου ηλικία· γιατί “ο συνομήλικος τον συνομήλικο”, και άνθρωποι που ζουν μαζί, γίνονται φίλοι», μτφρ. Δ. Ληπουρλής, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2006).
[6] «καὶ ἐπεὶ τὸ κατὰ φύσιν ἡδύ, τὰ συγγενῆ δὲ κατὰ φύσιν ἀλλήλοις ἐστίν, πάντα τὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια ἡδέα ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, οἷον ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ καὶ ἵππος ἵππῳ καὶ νέος νέῳ, ὅθεν καὶ αἱ παροιμίαι εἴρηνται, [ὡς] ἧλιξ ἥλικα τέρπει, καὶ ὡς αἰεὶ τὸν ὁμοῖον, καὶ ἔγνω δὲ θὴρ θῆρα, καὶ γὰρ κολοιὸς παρὰ κολοιόν, καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα», Αριστοτέλης, Ρητορική, 1371b. (Και επειδή είναι ηδονικό ό,τι συμφωνεί με τη φύση, και εφόσον όσα είναι μεταξύ τους συγγενικά είναι και στη φύση τους αντίστοιχα το ένα με το άλλο, έπεται πως όλα τα συγγενικά και τα όμοια θα είναι κατά κανόνα ευχάριστα το ένα για το άλλο ‒ έτσι ο άνθρωπος χαίρεται με τον άνθρωπο, το άλογο με το άλογο, ο νέος με τον νέο. Για τούτο και έχουμε τις σχετικές παροιμίες: “οι συνομήλικοι χαίρονται ο ένας τη συντροφιά του άλλου”, “όμοιος τον όμοιο”, “το θεριό με το θεριό”, “κοράκι με κοράκι” και τόσες άλλες παρόμοιες», μτφρ. Π. Μπασάκος, Νήσος, Αθήνα, 2016).
[7] Μένανδρος, Γνώμαι μονόστιχοι, 693.
[8] Πλάτων, Φαίδρος, 240c.
[9] Λαρωσφουκώ, Αξιώματα, Αξ. 405. (La Rochefoucauld, Maximes, Flammarion, Paris, 1977, σ. 80). «Ο άνθρωπος φτάνει αρχάριος σε κάθε ηλικία της ζωής», Σαμφόρ, Επιλογή από το έργο του, μτφρ. Π. Κονδύλης, Στιγμή, Αθήνα, 1994, σ. 108.
[10] Η λαϊκή σοφία το γνωρίζει και το εκφράζει καλά: «Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα», «Μικρός-μικρός δεν έμαθες, μεγάλος μην ελπίζεις», «Άκουε γέρου συμβουλή και παιδεμένου γνώμη», «Ο δικηγόρος να’ ν’ παλιός και ο γιατρός σου νέος», «Πάντα νέο στο κατάρτι, πάντα γέρο στο τιμόνι», «Χαρά στο νιο που νοιάζεται, στο γέρο που γελάει», «Γέρικο άλογο, καινούργια περπατησιά δεν βάζει», «You can’t teach an old dog new tricks».

*

*

*