Πληρότητα σε χρόνο ρευστό

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το κατεξοχήν ηθικό ερώτημα «Τι να πράττω;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χρόνο. Το παρόν, όντας ανεπανάληπτο, καλεί σε εγρήγορση υπό τον φόβο της χαμένης ευκαιρίας· της «εκπρόθεσμης» ζωής. Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μία έγνοια για το μέλλον και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από το παρελθόν, κυρίως υποσυνείδητα.

Η συνύφανση του χρόνου με έναν ηθικό προβληματισμό κάνει το πεδίο διερεύνησης ολισθηρό. Μήπως απαλλασσόμαστε από την ολισθηρότητα του χρόνου αν στο αρχικό ερώτημα «Τι να πράττω;» διαλέξουμε ως απάντηση «Ό,τι οδηγεί σε μία πληρότητα»; Ακόμα κι έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη διά του χρόνου ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Τι ακριβώς να «πληρωθεί», με τι να γεμίσει, αν ο ίδιος ο «υποδοχέας» αλλάζει με τον χρόνο; Ποιες είναι οι συνθήκες πληρότητάς μου αν οι ανάγκες που έχω αλλάζουν με τον χρόνο; Πότε και πώς να πραγματωθεί κάτι που αλλάζει με τον χρόνο, όπως η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και κατ’ επέκταση η ίδια η ταυτότητά μου;

Ο χρόνος συμβάλλει στη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας και αυξάνει τη δυσκολία προσδιορισμού των συνθηκών πληρότητας. Η ταυτότητά μας χρωματίζεται από τη δεύτερη φύση, δηλαδή από τις αξίες που για εμάς αποτελούν τελικό σκοπό. Τέτοιες αξίες μπορούν να είναι είτε πολιτισμικές υπαγορεύσεις κρυσταλλωμένες στον χρόνο (όπως η δικαιοσύνη) είτε οι αυταξίες, δηλαδή απευθείας αντανακλάσεις έμφυτων ροπών με ηθική βαρύτητα (όπως η φροντίδα από και προς τρίτους, η ελευθερία στην επιλογή, η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η δημιουργικότητα). Όμως, η δέσμευσή μας σε συγκεκριμένες αξίες αλλάζει ως προς την ένταση, όχι μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλά και στο ίδιο πρόσωπο, με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη φάση της ζωής του. Οπότε η πληρότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφεύγουσα γιατί συνυφαίνεται με μία ταυτότητα, ενίοτε ρευστή, και όχι απλώς με την ικανοποίηση ενστικτωδών ροπών – κάτι που θα συνιστούσε απλή αυτοσυντήρηση.

Σταθερό ως το δυσκολότερα μεταβαλλόμενο

Ωστόσο, δεν αλλάζουν όλα σε μία ταυτότητα, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για σταθερές και αμετάβλητες αξίες ή ροπές ενός προσώπου, για να μη θέσουμε σε κίνδυνο μία έννοια ελευθερίας, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι ορισμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται πιο δύσκολα σε ένα πρόσωπο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, δεν σβήνουν ή δεν εξασθενίζουν με τον καιρό, γίνονται πιο ορατά. Και υπό αυτή την έννοια, συγκροτούν τη μοναδικότητά του, όντας πιο σταθερά (αν και όχι πλήρως αμετάβλητα). Οπότε είναι κρίσιμη η δυνατότητα ενός προσώπου να αφουγκραστεί τις προτεραιότητές του· αν και κατά πόσο αλλάζουν ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του – άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο.

Όσο πιο συμπαγής είναι μία ταυτότητα, τόσο πιο καθαρή και η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Αποκαλυπτικά δε είναι τα διλήμματα, τα σημεία όπου «σπάει» η συμπαγής εικόνα· τα χάσματα που παραμένουν κι εντέλει κινητοποιούν. Όμως, δεν νοείται πληρότητα (ή αυτοπραγμάτωση) χωρίς μία κάποια εικόνα εαυτού ως σχέδιο βίου, ώστε ένα πρόσωπο να μην άγεται και φέρεται, πέφτοντας ενίοτε θύμα της βούλησης άλλων – και τότε η λέξη «αυτονομία» φαντάζει άνευ περιεχομένου. Σε αυτή την εικόνα εαυτού, που χαρακτηρίζεται από όση στερεότητα χρειάζεται μία έννοια πληρότητας, κάποιες έμφυτες ροπές και αξίες αλλάζουν πιο δύσκολα από άλλες, οπότε γίνονται αντιληπτές ως συγκροτητικές στην ταυτότητα ενός προσώπου.

Ισόγειο δάπεδο και οροφή

Πώς μπορεί να υπάρξει πληρότητα σε ένα πρόσωπο, ως εν εαυτώ γαλήνη, χωρίς να εναλλάσσεται με καταστάσεις στέρησης και δίψας; Μήπως είμαστε καταδικασμένοι να διψάμε αενάως, κατά μικρές ή μεγάλες περιόδους, οπότε και η πληρότητα είναι μία φενάκη; Παρ’ όλα αυτά, αν μία κατάσταση πληρότητας έχει περιορισμένη διάρκεια, δεν παύει να είναι ένα ορόσημο στον προσανατολισμό, ένας φάρος που δίνει στίγμα, ένας κρίσιμος ενδιάμεσος σταθμός που μας επιτρέπει να δούμε τι θέλουμε παραπέρα, τι να κρατήσουμε ως κόρη οφθαλμού και προς τα πού να κινηθούμε. Παραμένει δε προς διερεύνηση η απάντηση στο εκκρεμές του Σοπενχάουερ, που μετρά τον χρόνο μεταξύ των συναισθημάτων της πλήξης και της στέρησης.

Ένας τρόπος να αποφύγουμε την κριτική του Σοπενχάουερ είναι να δούμε την πληρότητα ως έχουσα ένα ισόγειο δάπεδο και μία οροφή. Το ισόγειο δάπεδο συναποτελείται από εκείνα τα αγαθά που κάποιος θεωρεί ως αναγκαία για τη διαδρομή του, ως την αυτάρκεια εκείνη που τον εναρμονίζει με τη φύση του. Στο δάπεδο αυτό είναι ο καθένας ίσα με τη γη που πατά, όποιο κομμάτι της κι αν του έλαχε: σε πλαγιά, σε πεδιάδα, παραθαλάσσιο, σε μικρό ή μεγάλο υψόμετρο. Πατώντας κανείς στο δάπεδο αυτό ικανοποιεί κατ’ ελάχιστον τις έμφυτες ροπές και αξίες που τον συγκροτούν. Από εκεί και πέρα, η οροφή συνδέεται με το σχέδιο βίου ενός εκάστου, διαμορφώνοντας τους όρους μιας φιλοδοξίας. Τούτη προκαλεί ένα σύνδρομο στέρησης, εν είδει ελατηρίου προς την οροφή της πληρότητας, χωρίς η οροφή να έχει πάντα σταθερό ύψος από το ισόγειο, μιας και είναι δυνατό να παρεμβληθούν ενδιάμεσοι όροφοι.

Όμως, τι περισσότερο προσφέρει η εικόνα του ισόγειου δαπέδου και της οροφής σε σχέση με το εκκρεμές του Σοπενχάουερ; Κατ’ αρχάς, είναι τελείως διαφορετικό να βρίσκεσαι ήδη στο ισόγειο δάπεδο απ’ ό,τι σε ένα υπόγειο με σαθρό έδαφος, που ολοένα υποχωρεί σε συνθήκες αδιόρατης πτώσης κι απόγνωσης. Επιπλέον, η διάκριση ανάμεσα σε ισόγειο δάπεδο και οροφή, χωρίς η κίνηση από το ένα στο άλλο να είναι αναγκαία εξαρτημένη, μας παρέχει τη δυνατότητα διαφοροποιήσεων ανάμεσα σε ανθρώπινες στάσεις και δράσεις.

Για την ανθρώπινη ταυτότητα είναι αποκαλυπτικό το πότε ικανοποιούνται κατ’ ελάχιστον ορισμένες έμφυτες ροπές και αξίες (πώς ορίζει ο καθένας την αυτάρκειά του) αλλά και ποιος είναι ο σκοπός που τίθεται ως οροφή ορισμένων φιλοδοξιών. Διευκολύνεται έτσι μία εναρμόνιση ανάμεσα σε φιλοδοξία και αυτάρκεια. Ορισμένοι κινούνται διαρκώς, σαν να μην έχουν δάπεδο στα πόδια τους. Σε οριακές περιπτώσεις, κατώφλι και οροφή ταυτίζονται· πρόσωπα φτάνουν στα όριά τους και γίνονται παρανάλωμα, ένα πυροτέχνημα μεταβλητής διάρκειας ανά περίσταση. Άλλοτε περνά και χάνεται κι άλλοτε μένει να φωτίζει γενιές ολόκληρες. Άλλα πρόσωπα, αν και αρχικά νιώθουν μία αυτάρκεια –ευρισκόμενα στο ίδιο επίπεδο με τη γη τους, σε μιαν αρμονία–, σιγά σιγά πέφτουν σε τέλμα, ενώ συχνά το συνειδητοποιούν οδυνηρά κι αιφνίδια.

Ολόπλευρη εκδίπλωση, γαλήνη και το εντατικό παρόν          

Το ηθικό ερώτημα της αφετηρίας «Τι να πράττω;» μαγνήτισε ψηφίδες, όπως χρόνος, πληρότητα, αυτοπραγμάτωση, συγκροτητικές έμφυτες ροπές και αξίες, το ισόγειο δάπεδο και η οροφή της ικανοποίησής τους, αυτάρκεια και φιλοδοξία, ολόπλευρη εκδίπλωση, γαλήνη. Η πληρότητα συνυφαίνεται με ένα συναίσθημα γαλήνης: μία κατάσταση ευχάριστης ηρεμίας, είτε στο ισόγειο δάπεδο είτε στην οροφή της πληρότητας, κατά τρόπο που ριζώνει στο παρόν και ταυτόχρονα απλώνει τα φύλλα του σε παρελθόν και μέλλον. Ο χρόνος συνδέεται άμεσα με την κίνηση, μιας και αυτή είναι που σηματοδοτεί τον χρόνο, οπότε η γαλήνη μπορεί να αντιμετωπιστεί ως το αποτέλεσμα μιας ολόπλευρης εκδίπλωσης, μιας πολύεδρης αρμονίας δια της εκδίπλωσης αυτής.

Oι δε εσωτερικές εντάσεις που φαίνεται να αναιρούν τη γαλήνη γίνονται η διαλεκτική της προϋπόθεση: αναιρώντας τη, την εμπλουτίζουν, οδηγώντας μας σε διαφορετική κλίμακα, σε μία πιο γνήσια ταυτότητα. Καθώς αναζητάμε την πληρότητα που συναθροίζει χρόνο και κινήσεις, τούτη εμπλουτίζεται από εσωτερικές εντάσεις, οδηγώντας στη γαλήνη ως ευχάριστη ηρεμία, κι έτσι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα αίτημα –ας το ονομάσουμε εντατικού παρόντος– με μία υπόσχεση συνέχειας. Ένα παρόν που θαρρείς ότι ακινητεί τον χρόνο και τον προεκτείνει όντας πλήρες. Ένα τέτοιο παρόν λειτουργεί ως φάρος. Εν είδει επιλόγου, ένα παράδειγμα εντατικού παρόντος είναι εκείνο το «για πάντα» των ερωτευμένων, ή όπως αναδύεται από την ολόψυχη αγκαλιά μεταξύ αγαπημένων προσώπων: εδώ και τώρα, σαν να έχουν τον κόσμο όλο, και ταυτόχρονα θέλουν αυτό το «τώρα» να προεκταθεί για πάντα. Τούτο το εντατικό παρόν συνιστά γαλήνη εν εαυτώ, που ορθώνει έναν κόσμο και φωτίζει εαυτόν προς το είναι του. Περιέχει όλες τις προβολές εαυτού στο μέλλον, τη σύνοψη του παρελθόντος («έκανα ό,τι έκανα για να φτάσω μέχρι εδώ»), τη στιγμή που είναι εντατικά δοσμένο στο σήμερα.

///

φιλοσοφικό ημερολόγιο #9

*

*