Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»;

*

του ΗΕΝRΙ LΕVΑVΑSSΕUR

~.~

Η προσφυγή στον όρο «ιουδαιοχριστιανισμός» συνιστά ένα αμφισβητήσιμο συντομευτικό σχήμα, ακατάλληλο να αποδώσει την ουσία του πολιτισμού μας, τον οποίο προσήκει απλώς να ονομάζουμε ευρωπαϊκό, χωρίς να του προσάπτουμε άλλους, περιοριστικούς προσδιορισμούς.

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»; Πολλοί σημερινοί συγγραφείς, στοχαστές ή πολεμογράφοι σπεύδουν να την χαρακτηρίσουν ως τέτοια. Είναι, όμως, ακριβής και πρόσφορος αυτός ο ορισμός της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πραγματικότητας; Πρέπει η τελευταία να νοηθεί κατ’ ουσίαν ως «ιουδαιοχριστιανικών» καταβολών; Δεν πιστεύουμε κάτι τέτοιο, για δύο κύριους λόγους: ο πρώτος αφορά την ιστορία των ευρωπαϊκών λαών, ο δεύτερος την ιστορία των θρησκειών.

Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Οι γλώσσες που ομιλούνται σήμερα από τους ευρωπαϊκούς λαούς (λατινογενείς, γερμανικές, κελτικές, σλαβικές, βαλτικές, καθώς και η νέα ελληνική) ανήκουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα (με εξαίρεση τη βασκική, την ουγγρική, τη φινλανδική και την εσθονική), στην οικογένεια των «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών· πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν όλες κατάγονται από μια κοινή μητρική γλώσσα, ηλικίας άνω των 5.000 ετών. Και δεδομένου ότι η γλώσσα δομεί τη σκέψη, αυτή η κληρονομιά συνιστά θεμελιώδες τμήμα του πολιτισμού μας.

Επιπλέον, καμία μετακίνηση πληθυσμών ή αποικισμός εξωγενής προς το ινδοευρωπαϊκό σύνολο δεν υπήρξε επαρκώς μαζικός —από όσους έπληξαν κατά τόπους την Ευρώπη τα τελευταία πέντε χιλιάδες έτη— ώστε να ανατρέψει ριζικά τη σύνθεση του ευρωπαϊκού πληθυσμού σε ηπειρωτική κλίμακα (με εξαίρεση τα μεταναστευτικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών, τα οποία συνιστούν φαινόμενο άνευ ιστορικού προηγουμένου από την εποχή της διάχυσης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται σήμερα απερίφραστα από τα πορίσματα των πλέον πρόσφατων παλαιογονιδιωματικών μελετών. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν είναι απλώς ομιλητές ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (όπως συμβαίνει, λ.χ., με αφροαμερικανικούς πληθυσμούς που επικοινωνούν στα αγγλικά), αλλά και απόγονοι ινδοευρωπαϊκών προγονικών γραμμών, εγκατεστημένων επί χιλιετίες στον ίδιο χώρο.

Οι λαοί της Ευρώπης είχαν ήδη φθάσει σε προχωρημένο στάδιο πολιτισμικής ανάπτυξης από την εποχή του Χαλκού, πριν από 3.500 χρόνια και πλέον. Ως προς την εξέλιξη των επιστημών και των τεχνών, αλλά και ως προς τις μεγάλες αρχές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, η Ευρώπη είναι επίσης κληρονόμος της ελληνικής σκέψης και του ρωμαϊκού προτύπου, τα οποία προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Τα μνημεία του Στόουνχεντζ, του Παρθενώνα ή του ρωμαϊκού Φόρουμ ανεγέρθηκαν πολύ πριν από τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αποτελούν απτά τεκμήρια της αρχαιότητας του πολιτισμού μας.

Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί η σημασία των εξωτερικών επιδράσεων, ιδίως των ανατολικών, που ασκήθηκαν κατά καιρούς στον ευρωπαϊκό πολιτισμό: κανένας πολιτισμός δεν αναπτύσσεται χωρίς επαφή με τους γείτονές του, με τους οποίους άλλοτε συγκρούεται και άλλοτε συνδιαλέγεται, γεγονός που συνεπάγεται αδιάκοπη αλληλεπίδραση. Παρά ταύτα, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός παραμένει διακριτός από τον περίγυρό του· διαθέτει ίδϊα ταυτότητα, και οι επιδράσεις που δέχθηκε ή άσκησε ανά τους αιώνες δεν πρέπει να οδηγούν σε παραγνώριση της ιδιοπροσωπίας του.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο χριστιανισμός δεν ανήκει στις «ρίζες» της Ευρώπης, αλλά συνιστά μάλλον ένα «εμβόλιο» που μετασχημάτισε φυσιολογικά την ανάπτυξη του δένδρου επί του οποίου εμφυτεύθηκε σε ήδη προχωρημένο στάδιο της πολυχιλιετούς του εξέλιξης. Η διαπίστωση αυτή δεν αποβλέπει, βεβαίως, στην υποτίμηση της συμβολής του χριστιανισμού στον πολιτισμό μας. Χωρίς αυτή τη «μεταμόσχευση», ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα ήταν αναμφίβολα πολύ διαφορετικός (προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ουδείς μπορεί να το κρίνει). Η συγκίνησή μας ενώπιον των ερειπίων του Στόουνχεντζ ή του Παρθενώνα δεν αποκλείει τη συγκίνησή μας κάτω από τους θόλους του καθεδρικού της Σαρτρ. Ο θαυμασμός προς τον Όμηρο ή τον Αριστοτέλη δεν συνεπάγεται παραίτηση από την εκτίμηση προς τον Θωμά τον Ακινάτη ή τον Πασκάλ. Ας προστεθεί —κάτι που δυστυχώς δεν είναι πλέον αυτονόητο στην εποχή μιας πολιτισμικής αποσάθρωσης υπό τις επιταγές «πνευματικών τρομοκρατών»— ότι μπορεί κανείς να θαυμάζει έναν στοχαστή χωρίς να συμμερίζεται όλες τις αναλύσεις του. Υπενθυμίζεται, τέλος, το προφανές: το να αναγνωρίζουμε ότι οι «ρίζες» του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι αρχαιότερες του χριστιανισμού δεν εμποδίζει κάποιον να είναι χριστιανός, ούτε θίγει την εγκυρότητα των δογμάτων των χριστιανικών ομολογιών για όσους τα ασπάζονται. Πρόκειται για διαπίστωση που ανήκει στο πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και όχι της πίστης: η ευρωπαϊκή πολιτισμική πραγματικότητα κατέστη χριστιανική, υπό την έννοια ότι η ιστορική της πορεία δεν νοείται χωρίς τη χριστιανική συμβολή, ενώ οι πρώιμες φάσεις της, που αποτελούν το απώτατο κληροδότημά μας, προηγούνται της έλευσης του χριστιανισμού στην Ευρώπη. Αντιστρόφως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι και ο χριστιανισμός προσέλαβε πολλά από την Ευρώπη κατά την εγκατάστασή του σε αυτήν: αρκεί να αναλογισθεί κανείς τα εκτενή δάνεια από την ελληνική σκέψη, τα «ρωμαϊκά» σχήματα οργάνωσης (στις δυτικές και ανατολικές εκδοχές τους), καθώς και τις τοπικές παραδόσεις «λαϊκής ευσέβειας», από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας έως σήμερα — τόσο στους καθολικούς και τους προτεστάντες όσο και στους ορθοδόξους.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί «ιουδαιοχριστιανική» ερείδεται σε μια άλλη διαπίστωση: την απόρριψη του χριστιανικού μηνύματος από τον μεταχριστιανικό ιουδαϊσμό. Δεν αποτελεί προσβολή προς τον ιουδαϊσμό να υπομνησθεί ότι, από τις αρχές της κοινής χρονολογίας, αναπτύχθηκε σε αντιπαράθεση προς τον χριστιανισμό, του οποίου απορρίπτει τα δόγματα για πολλούς λόγους, επί των οποίων ο ιστορικός δεν έχει να αποφανθεί.

Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ των πιστών των δύο θρησκειών υπήρξαν διαρκώς συγκρουσιακές, ούτε ότι οι χριστιανοί δεν ανέπτυξαν συχνά γόνιμο διάλογο με εκπροσώπους του ιουδαϊσμού (όπως συνέβη επίσης με ορισμένους μουσουλμανικούς κύκλους, χωρίς να γίνεται λόγος για «ισλαμοχριστιανισμό»).

Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι πολλοί Εβραίοι συνέβαλαν εξέχοντα στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, στις τέχνες, στις επιστήμες και στην οικονομία. Αυτό, όμως, δεν καθιστά τον ιουδαϊσμό καθαυτόν —ιδίως στη «μεταχριστιανική» του εκδοχή— πρωταρχική πηγή του πολιτισμού μας. Το ότι ο χριστιανικός μονοθεϊσμός αναπτύχθηκε επί εβραϊκών ριζών δεν επιβάλλει τη χρήση του όρου «ιουδαιοχριστιανισμός»: θα ερχόταν, άραγε, στον νου μας να μιλήσουμε για «ιουδαιοϊσλαμισμό»; Κι όμως, το ισλάμ, από πολλές απόψεις, βρίσκεται πλησιέστερα προς τον ιουδαϊσμό απ’ ό,τι ο χριστιανισμός μετά την εγκατάστασή του στην Ευρώπη. Ο μουσουλμανικός μονοθεϊσμός αντλεί πιο άμεσα από τον ιουδαϊκό, ενώ ο χριστιανισμός απομακρύνθηκε σε καίρια σημεία από τις εβραϊκές του αφετηρίες, ιδίως ως προς την ιδέα της ενανθρώπησης: η εικόνα του Χριστού ως «αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου» είναι εξίσου αδιανόητη για τον ιουδαϊσμό και το ισλάμ. Ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως ότι ιστορικοί των θρησκειών έχουν υποθέσει κατά καιρούς επιδράσεις της αρχαίας ιρανικής (ινδοευρωπαϊκής) παράδοσης στον πρώιμο ιουδαϊσμό, του οποίου η πρώιμη «μονοθεϊστική» κλίση συνδέεται με τον ζωροαστρισμό· τα πράγματα, συνεπώς, δεν είναι απλά.

Αν ο ιουδαϊσμός άσκησε αναμφισβήτητη επίδραση στον δυτικό πολιτισμό σε διάφορες περιόδους (ιδίως κατά την αναγέννηση των εβραϊκών σπουδών στο πλαίσιο του ουμανισμού της Αναγέννησης), πρέπει να σημειωθεί ότι και οι εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης εμποτίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αποκτώντας ταυτότητα διακριτή από εκείνη των κοινοτήτων εκτός Ευρώπης.

Ιουδαϊσμός και ισλάμ διαφέρουν, ωστόσο, σε ένα θεμελιώδες σημείο ως προς τη σχέση τους με τη χριστιανική Ευρώπη: το ισλάμ, από την πρώτη φάση της εξάπλωσής του, σχεδόν αδιάλειπτα συνιστούσε στρατιωτική και πολιτισμική πρόκληση για τον χριστιανικό κόσμο, είτε πρόκειται για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία είτε για τη μεσαιωνική Δύση. Υπενθυμίζεται ότι η κατάκτηση της Ισπανίας από τους Μαυριτανούς προηγείται των πρώτων Σταυροφοριών και ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατείχε σημαντικό τμήμα των Βαλκανίων ήδη πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Τίποτε ανάλογο δεν παρατηρείται στις σχέσεις των εβραϊκών κοινοτήτων με τη χριστιανική Ευρώπη. Κατά συνέπεια, η χρήση του όρου «ιουδαιοχριστιανισμός» παραμένει, κατά την άποψή μας, ένα προβληματικό συντομευτικό σχήμα, ακατάλληλο να ορίσει την ουσία του πολιτισμού μας, τον οποίο οφείλουμε απλώς να αποκαλούμε ευρωπαϊκό, χωρίς πρόσθετους, περιοριστικούς χαρακτηρισμούς.

Ο ιουδαϊσμός δεν άσκησε επαρκώς καθοριστική και άμεση επίδραση στην ταυτότητα της Ευρώπης ώστε να μπορούμε να την ορίσουμε με βάση θρησκευτικές, εθνοτικές ή πολιτισμικές αναφορές ξένες προς τις ίδιες της τις ρίζες. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι οι εβραϊκές κοινότητες, εγκατεστημένες επί αιώνες στην Ευρώπη, δεν έχουν καταστεί πλήρως ευρωπαϊκές. Σημαίνει απλώς ότι δεν πρέπει να αντιστρέφουμε τη σχέση επιρροής και ιστορικής προτεραιότητας χαρακτηρίζοντας τον πολιτισμό μας «ιουδαιοχριστιανικό», πράγμα που συνεπάγεται διπλή εννοιολογική σύγχυση. Θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, πλησιέστερο προς την ιστορική πραγματικότητα να γίνεται λόγος για «ελληνοχριστιανισμό», δεδομένων των σημαντικών δανείων της χριστιανικής θεολογίας από την ελληνική φιλοσοφική παράδοση, μολονότι η λατινική επικράτησε, ευλόγως, ως γλώσσα της Εκκλησίας στη δυτική χριστιανοσύνη.

Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι η Ευρώπη διατήρησε εξαρχής συγκρουσιακές σχέσεις με τον μουσουλμανικό κόσμο δεν συνεπάγεται ότι το ισλάμ πρέπει να ιδωθεί αποκλειστικά υπό αυτό το πρίσμα: οι γεωπολιτικές ανάγκες μπορούν να οδηγήσουν ευρωπαϊκά κράτη σε συμμαχίες με δυνάμεις της μουσουλμανικής σφαίρας, η οποία άλλωστε στερείται ενιαίας θρησκευτικής, γλωσσικής, εθνοτικής ή πολιτικής ταυτότητας. Τούτο δεν συνεπάγεται, βεβαίως, ότι το ισλάμ συνιστά συστατικό στοιχείο του δικού μας πολιτισμού, παρά την παρουσία πολυάριθμων μουσουλμάνων στην Ευρώπη (παρουσία, ως επί το πλείστον, πρόσφατη σε ιστορική κλίμακα). Το ότι μπορεί κανείς να είναι μουσουλμάνος και υπήκοος ευρωπαϊκού κράτους δεν οδηγεί, επ’ ουδενί, στο να θεωρείται, λ.χ., η Γαλλία «μουσουλμανική χώρα».

Η έννοια του «ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού» είναι κενή περιεχομένου όταν πρόκειται να ορισθεί η συλλογική ταυτότητα των λαών μας. Ας τολμήσουμε να προβάλλουμε, να ενσαρκώσουμε και να υπερασπισθούμε τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, του οποίου οι απαρχές φωτίστηκαν υποδειγματικά από τις έρευνες του Ζωρζ Ντυμεζίλ και του Εμίλ Μπενβενίστ.

2021
(Μετάφραση, ελαφρώς συντομευμένη, Βασίλης Πράτσικας)

Υπενθυμίζεται ότι ο γλωσσολόγος Émile Benveniste, συγγραφέας του μνημειώδους Vocabulaire des institutions indo-européennes (Παρίσι, Les Éditions de Minuit, 1969), γεννήθηκε στο Χαλέπι το 1902 από γονείς δασκάλους της Alliance Israélite. Πολιτογραφημένος Γάλλος το 1924, τίμησε τη χώρα που τον υιοθέτησε με το έργο του. Αν το εξέχον αυτό παράδειγμα δείχνει ότι ορισμένα άτομα μπορούν να «καταστούν» Ευρωπαίοι, δεν μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα εξαντλείται στην καρικατούρα ενός απλού «χωνευτηρίου».

*

*

*