*
του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ
~.~
Έλενα Σταγκουράκη
Εντός, εκτός και επί τα αυτά
Σμίλη 2024
Επέλεξα να ξεκινήσω την παρουσίαση της συλλογής Εντός, εκτός και επί τα αυτά της Έλενας Σταγκουράκη με το ποίημα «Μάθημα θεατρικής μετάφρασης», ίσως γιατί το θεωρώ ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά της. Το διακρίνει η ακρίβεια στη μορφή του – έμμετρο, ρυθμικό, με ζευγαρωτή ομοικαταληξία – ακρίβεια που το ακολουθεί πιστά και στις 14 στροφές. Το διακρίνει επίσης η διαύγεια του περιεχομένου του. Στο ποίημα εκφράζεται με σαφέστατο τρόπο η αγωνία της μεταφράστριας Σταγκουράκη και η αντιπαράθεση μέχρι και αντίσταση στην τετριμμένη και απολιθωμένη διδακτική, που συνήθως ακολουθείται στα Πανεπιστήμια και στα εργαστήρια μετάφρασης.
[…]
Τότε εγώ, καλή κυρία
θά βρω άλλη ευκαιρία
κείμενο να μεταφράσω
και το μάθημα ας το χάσω.
Η μετάφραση για μένα
είναι θαύμα, μέγα κι ένα!
Ούτε και θα την προδώσω
μην τυχόν και σε θυμώσω!
Λέξη-λέξη δεν το λέω,
κι άμα θες σ’ το ξαναλέω:
με το πνεύμα μεταφράζω
και το γράμμα θα τ’ αλλάζω!
Στον ποιητή πιστή θα μένω
έτσι πρέπει κι επιμένω!
Αν εκείνος το επιτρέπει,
αλλαγές θα κάνω σε έπη.
Αν χωρίσουμε, χαλάλι!
Μέθοδος δε μένει άλλη,
στη μετάφραση θα μείνω
πιο πιστή. – Το καπελίνο.
Είναι σ’ αυτό το ποίημα που η αντίσταση της ποιήτριας-μεταφράστριας στις διδακτικές μεθόδους θα την οδηγήσει στην σάτιρα, την ειρωνεία και τον σαρκασμό (φαίνεται μάλιστα πως η έμμετρη μορφή βοηθάει σ’ αυτό). Στοιχεία που όλο και περισσότερο λείπουν από τη σύγχρονη ποίηση! Μου έρχεται στο νου σχόλιο του Τάκη Σινόπουλου από το μακρινό 1965. «Σήμερα με τις ελευθερίες που πήρε η ποίηση δεν έχουμε σάτιρα. Ίσως φταίει η εποχή, υπερβολικά σοβαρή, υπερβολικά προβληματισμένη, υπερβολικά αγχώδης. Και πως να χωρέσει σάτιρα στον ελεύθερο στίχο. Μα πάλι σκέφτομαι γιατί όχι;» Αν όλα αυτά συνέβαιναν τότε που τα σημείωνε ο ποιητής του Νεκρόδειπνου, τι γίνεται σήμερα που η εποχή μας έχει κατά πολύ ξεπεράσει τα όποια όρια είχαμε κάποτε φανταστεί και μας έχει βαρύνει. Όμως η σάτιρα ανθίζει στα ποιήματα της Σταγκουράκη κι όταν αυτό δεν φαίνεται ρητά, ξεπροβάλλει με αχνό τρόπο μέσα από διάσπαρτους στίχους της συλλογής.
Από το ποίημα “Σε κατάσταση εκτάκτου συναγερμού” (σ. 18).
Αρκεί που τη γλύτωσα πάλι
φτηνά και στο τσακ, παρά τρίχα!
Σαφώς είναι τύχη μεγάλη
κομάντο στην πόρτα πως είχα.
Επίσης στο ποίημα “Η χιονάτη και οι 7 νάνοι” (σ. 22), όπου τα μαθήματα ζωής που καταγράφονται στην συνείδηση της ποιήτριας, διδάγματα αντρών διδασκάλων –όπως τον καφέ σου να πίνεις πάντα σκέτο, για να νιώθεις ακόμη παραπάνω το γλυκό– απαρτίζουν πλέον στοιχεία του βιογραφικού της.
Μαθήματα από άρρενες οικιακής οικονομίας
για ευτυχές το σώμα και το νοικοκυριό.
Ψήγματα γνώσεως, μητρικής σοφίας,
που καθένας τους ενστάλαξε στο βιογραφικό.
Τα περισσότερα ποιήματα της Σταγκουράκη είναι έμμετρα (τα 39 στα 53 της συλλογής) με σφιχτό δέσιμο, διαύγεια στις έννοιες, με δραματική ένταση και συχνά ένα καλό τόνο αυθεντικής ποιότητας. Από τα βασικά θέματα είναι το πάθος του κορμιού και η επιθυμία του άλλου που γίνεται ερώτημα του πραγματοποιήσιμου και πορεία στους δρόμους της πνευματικής αγωνίας – που αποτελεί κύρια ευθύνη του ποιητή. Στα περισσότερα η ποιήτριά μας μένει στην περιοχή της ψυχικής αγωνίας –κι αυτό δεν είναι λίγο– μπροστά μάλιστα στις ορατές αδυναμίες του έρωτα, στην αντίφαση του ηδονικού φιλιού που γίνεται θηλιά παγίδευσης ή και πνιγμού.
Βραδινό στιγμιότυπο
Και είχα την χαρά λίγων στιγμών
παροδικών, του στόμφου, των ματιών
που πόθο διατυμπάνιζαν – Ριγούσα!
Κι εγώ ξοπίσω απλώς ν’ ακολουθώ
σ’ εκείνου να χορεύω το ρυθμό
ανόρεχτα, χωρίς “γιατί”. Πενθούσα!
Μα πώς αλλιώς αφού στον καναπέ
τον άσπρο, με τα νέον τα εφέ
για σένα και τα ήθη σας Ρωτούσα!
Μα πως αλλιώς, αφού στην αγκαλιά,
στης γλώσσας το παιχνίδι, τη θηλιά
για σένα εγώ πεινούσα και Διψούσα!
(σ. 51)
Και είναι λίγο πιο κάτω, σ’ ένα από τα τελευταία της συλλογής, αφιερωμένο στον ποιητή Γιάννη Πατίλη με τίτλο “Καθημερινοί μικροί θάνατοι”, που θα καταλήξει με δύο από τους πιο αντιπροσωπευτικούς στίχους αποτίμησης της ερωτικής καθημερινότητας: «Ποιος όμως τα δαμάζει τα μαρτύρια / των αμέτρητων ανάλγητων στιγμών».
Περί συνδεσιμότητας
Είσαι μαζί μου
το πρωί σαν ξυπνώ
και στα μάτια κοιτώ
το ποια ήμουν.
Είσαι μαζί μου
στο γραφείο στη δουλειά
στου φιδιού τη φωλιά
στην αυγή μου.
Είσαι μαζί μου
στο βραδύ δειλινό
που να πάω να κρυφτώ;
Στα του οίκου;
Είσαι μαζί μου
στης νυχτιάς το καλάι
με ένα μόνο on line
στην ψυχή μου!
(σ. 48)
Ξεχωρίζουμε το παρακάτω ποίημα με δάνειο τίτλο από γνωστό τραγούδι του Βολφ Μπήρμαν, στον οποίο και είναι αφιερωμένο. Αποτελείται από τρεις εξάστιχες στροφές, η κάθε μία εκ των οποίων έχει την δομή της τελευταίας εξάδας των σονέτων, μάλιστα με πολύ επιτυχημένο τρόπο. Εδώ φαίνεται αφομοιωμένος ο Γερμανός ποιητής και τραγουδοποιός που δίνει την αφορμή στην ποιήτριά μας να εκφράσει σε άψογη συνομιλία μαζί του, με θερμό ποιητικό τρόπο, τις σύγχρονες ανησυχίες της.
Die hab’ ich satt
Στον Wolf Biermann
Δεν μπορώ τις κτητικές αντωνυμίες,
τις αργόσυρτες και ψεύτικες θωπείες
πού σε νούμερα αστρικά στριφογυρνάνε.
Δεν μπορώ τα γλυκερά τους τα λογάκια,
καρουζέλ με χίλια μύρια αλογάκια
που επάνω σου μεμιάς όλο χυμάνε.
Δεν μπορώ τις χλιαρές τους χειραψίες,
τις αβρές και όλο μέλι φωταψίες
που στο πρόσωπό τους όλο και αστράφτουν.
Δεν μπορώ το δήθεν έμπιστο υφάκι, σε Λακόστ,
σε Γκαντ, σε Χίλφιγκερ μπλουζάκι που απαξάπαντες,
παντού και πάντα, χάφτουν.
Δεν μπορώ ούτε το εμπόριο της ελπίδας
για φτερά σαν δράκου και όχι χρυσαλίδας,
ενώ τα άδικα πιστά σού μεσιτεύει.
Δεν μπορώ τις πρωϊνές τους υποσχέσεις
που το βράδυ καταντούν υπεξαιρέσεις
φαύλος κύκλος που ολοένα και θεριεύει.
(σ. 38)
Σε λίγα ποιήματα της συλλογής, ο τόνος χαμηλώνει, ο στίχος γίνεται ελεύθερος – ίσως γιατί δεν χωράει εύκολα στην φόρμα που ήδη έχει χρησιμοποιήσει στα περισσότερα ποιήματά της. Ένας υπαρξιακός πεσιμισμός γίνεται έντονος: Η ζωή έγινε τροχοπέδη, ο χρόνος λειψός, οι μορφές χάνουν την στερεότητά τους και γίνονται ρευστές σχεδόν υδάτινες- όπως στο τελευταίο ποίημα της συλλογής. «Αναδεικνύεται η τυραννία μιας συνείδησης που ψάχνει να βρει τι έχει απομείνει μέσα στα σημερινά ερείπια» (από τον Γ. Σεφέρη). Θα μπορούσε ίσως να σταθεί μόνη λύτρωση μια κερδισμένη αγάπη! Σ’ αυτή τη κατεύθυνση φαίνεται να βαδίζει η ποιήτρια. Αν και την ίδια στιγμή την αρνείται: «Και νά, / εσένα απλά θα φώναζα σαν πρώτα, / όχι στο σπίτι μου, μα ώς το χείλος του γκρεμού.»
Ο χρόνος μου αν μάζευε
Πολλές φορές στοχάζομαι
τί θα έκανα αν ο χρόνος μου
απόμενε λειψός
αν μάζευε και μόνος του βασίλευε ο θυμός
για μια ζωή αβίωτη, μισή.
Θα μάθαινα ίσως τότε αυταπάρνηση
τί θα πει και υποταγή
στού πάθους μου και του ένστικτου τη χώρα.
Ανέγγιχτα θα άφηνα τα δώρα
του εγωισμού.
και νά,
εσένα απλά θα φώναζα σαν πρώτα,
όχι στο σπίτι μου, μα ώς το χείλος του γκρεμού:
μέσα στα χείλη μου, τα δάση μου και τα άνθη.
πριν το θάνατο, μαζί σου να πεθάνω,
και μια και δυο και τρεις, πάλι και πάλι,
ώστε να φύγω ευδαίμων
με τον έρωτά σου
το φευγιό μου να γλυκάνω.
(σ. 56)
Λήξη συναγερμού
Εντάξει σε πιστέψαμε –
λήξη τώρα του συναγερμού.
Πράος θα πούν πως φάνηκες
στον τόπο και την ώρα του χαμού
αφού, εκτός θαρρείς συγκείμενου,
χαμογελούσες.
Καθώς ο αόριστος θα πνίγει
Τις ύστατες στιγμές παρακειμένου,
αν θες, κι εγώ το ψευδομαρτυρώ.
Άξιο απορίας πως από όλες τις κατιούσες
–ελπίδες φρούδες, λόγια μεγάλα, τι να πρωτοπώ–
αυτή τη μία φοβήθηκες:
της προσποίησης μη χάθηκε ο ρυθμός!
Εντάξει, το λοιπόν, πιστέψαμε–
λήξη τώρα του συναγερμού.
Στη στάση τώρα που κατέβηκες,
συμμάζεψε του στόματος τις άκρες–
παλιάτσο δεν σε κάνει τώρα η τεχνική του μορφασμού.
(σ. 45)
*
*
*
