γήρας

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Δέκα δευτερόλεπτα σιωπής

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο μέγας Χέρμπερτ Μπλόμστεντ, λίγες εβδομάδες πριν από τα 99α γενέθλιά του, προσέρχεται στη σκηνή της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Για να προσεγγίσει το πόντιουμ, οι διοργανωτές έχουν στήσει μια ράμπα την οποία ο μαέστρος ανεβαίνει αργά, βασταζόμενος σε έναν περιπατητήρα. Ένας συνοδός τον βοηθά να καθίσει σε ένα σκαμπό, και τότε η ράμπα ανυψώνεται ελαφρώς για να τον φέρει στο ίδιο επίπεδο με την ορχήστρα. Από το πόντιουμ, ο γηραιότερος αρχιμουσικός στο διεθνές στερέωμα, ο άνδρας που κάνει αυτήν τη δουλειά από την εποχή που πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τρούμαν, θα διευθύνει την 7η συμφωνία του Μπρούκνερ. Η συνήθης διάρκεια του έργου είναι περίπου 65 λεπτά.

Η σκληρότητα των απαιτήσεων που θέτει η διεύθυνση ορχήστρας απέναντι σε ένα σώμα βαθιά γηράσκον, είναι παραπάνω από προφανής. Το κοινό είναι φυσικά προδιατεθειμένο να εκφράσει αβρότητα μπροστά στην αδυναμία του αγαπημένου του μαέστρου. Οι θεατές θα συγκινηθούν, θα νιώσουν συμπάθεια, ενδεχομένως και αμηχανία μπροστά στον θρύλο —έναν ακόμα— τον οποίο άλεσε το γήρας.

Κι όμως: τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Από τις πρώτες έως τις τελευταίες νότες της παρτιτούρας, ο Μπλόμστεντ όχι μόνον δεν αποφεύγει, μα καταβάλλει στο έπακρο τον σωματικό φόρο του έργου που έχει αναλάβει. Δεν κρατάει μπαγκέτα. Κραδαίνει συνεχώς το μέτρο, ο κορμός του δεν μένει ακίνητος ούτε για μια ανάσα, και το κεφάλι του στρέφεται διαρκώς προς μια ομάδα οργάνων. Και δεν είναι μόνον η σωματική λειτουργικότητα που αποστομώνει τους πάντες. Είναι και η ίδια η αισθητική του φυσικού μόχθου. Έχεις την εντύπωση ότι η ομορφιά του μουσικού έργου εκχυλίζεται στο σώμα και τις κινήσεις του μαέστρου. Λευκοδάκτυλες οι οδηγίες του, γυάλινο βάρος συνοδεύει τα χέρια του στην υπόδειξη των μουσικών φράσεων, η σωματική του όρχηση προσκαλεί το χαμόγελο μιας χρυσαλίδας, που τρέφεται με τη σκέψη της ζωής.

Και παραπάνω από τη σωματική ανθεκτικότητα και τη σωματική αισθητική, εντυπωσιάζει η μουσική ουσία. Ο Μπλόμστεντ είναι ένας από τους κορυφαίους ερμηνευτές του Μπρούκνερ. Έχει αφιερώσει δεκαετίες στο να διερωτάται τι θέλει να πει πραγματικά μια συμφωνία που στην μπαγκέτα τόσων και τόσων μαέστρων καταντά ερμηνευτικό χάρβαλο και ακουστικό τουρλουμπούκι. Ο Μπλόμστεντ όμως ξέρει πώς να αφηγηθεί στον ακροατή ένα έργο δυσνόητο και —φαινομενικά— λοξό. Μας δίνει να καταλάβουμε ότι o Μπρούκνερ δεν κάνει την κύρια εμφάνισή του στη μελωδική γραμμή. Υπάρχει στην αντίστιξη, στον χώρο ανάμεσα στις φωνές, στις απότομες μεταβάσεις και τις άγναφες αρμονίες που οι μαθητές και περισσότεροι ερμηνευτές του πάσχισαν να λειάνουν σε κάτι πιο εύπεπτο, φέρνοντάς το πιο κοντά στο ύστερο ρομαντικό γούστο. Ο Μπλόμστεντ αποκαθιστά την τραχύτητα για να επικοινωνήσει βαθύτερα τη ζεστασιά και το δράμα του κειμένου. Ε ί ν α ι  η αυθεντία που μπορεί να κάνει αυτήν την επιλογή με τρόπο που το κοινό θα τον παρακολουθήσει. Σε καμία συναυλία στη ζωή μου δεν άκουσα λιγότερα βηξίματα.

Αυτό, δε, που πρέπει να βίωσαν απόψε οι μουσικοί της κορυφαίας ορχήστρας του κόσμου, είναι κάπως δύσκολο να αρθρωθεί, αν και ήταν ορατό σε κάθε προσεκτικό παρατηρητή. Υπάρχει κάτι το μοναδικό στην ποιότητα της προσοχής και της επικοινωνίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα μεγάλο σύνολο και έναν μαέστρο που δουλεύει πλέον με αυτό που έχει αποσταχθεί. Η ορχήστρα ακούει διαφορετικά κάποιον που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα, να αποδείξει.

Γιατί όμως τα λέω όλα αυτά; Διότι τίποτα δεν με φοβίζει περισσότερο από τα γηρατειά. Όχι ο θάνατος — όχι ακόμα, τουλάχιστον. Ο θάνατος είναι σαφής και τελεσίδικος, και τη σαφήνειά του συνοδεύει μια ευγένεια. Και ούτε μιλώ για την ασθένεια, μα για τη φυσική φθορά: την αργή διάβρωση του εαυτού, τη σταδιακή αποξένωση από αυτό που κάποτε μπορούσες να κάνεις, να σκεφτείς, να νιώσεις. Τη μνήμη που παχαίνει σαν χαρτί πολυδιπλωμένο. Το σώμα που διαπραγματεύεται όλο και χειρότερους όρους. Και πίσω από όλα, τη σκέψη πως ό,τι είσαι θα λιγοστεύει διαρκώς, μέχρι να μείνει κάτι που δεν θα αναγνωρίζεις πια ως εαυτό σου. Ούτε εσύ, ούτε οι δικοί σου.

Κι όμως, χθες το βράδυ, κάτι άλλαξε. Όχι ότι διαλύθηκε ο φόβος. Ο Μπλόμστεντ δεν μου πρόσφερε παρηγοριά, μα κάτι πολυτιμότερο: ένα ρωμαλέο αντιπαράδειγμα. Ότι τα γηρατειά μπορεί να μην είναι μόνον διάβρωση, μα και διαύγαση — μια αργή, αφοπλιστική κάθαρση από το επίκτητο, το επιδεικτικό, το αναλώσιμο. Υπάρχει μια υψηλή αισθητική στο να γερνά κανείς καλά, και είναι από τις πιο σπάνιες. Δεν είναι η αισθητική της συντήρησης, της απεγνωσμένης προσπάθειας να φαίνεσαι αυτό που δεν είσαι πια. Είναι η αισθητική της αποδοχής χωρίς παραίτηση: να φέρεις τα χρόνια σου ως αυτό που είναι, να μην τα κρύβεις και να μην τα θρηνείς, αλλά να συνεχίζεις να κάνεις, με ό,τι σου απομένει, αυτό που αξίζει.

Με το πέρας του έργου, ο Μπλόμστεντ επέβαλε δέκα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής σε μια κατάμεστη αίθουσα. Ακολούθησε η αποθέωση, η πιο θεαματική από όσες έχω βιώσει. Λίγες είναι οι βραδιές σε αίθουσες συναυλιών που κουβαλάς στο υπόλοιπο της ζωής σου. Αυτή θα είναι μια από αυτές.

*

*

*