Ο Τραμπ χάνει τον έλεγχο

*

του OSKAR LAFONTAINE

~.~

Η τρομοκρατία και ο πόλεμος δεν μπορεί να αποτελούν μέσα άσκησης πολιτικής. Η αρχή αυτή οφείλει να ισχύει απαρέγκλιτα. Μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στη διάρκεια δείπνου δημοσιογράφων στην Ουάσιγκτον, ακούστηκαν πολυάριθμες δηλώσεις συμπαράστασης. Ο καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς αποφάνθηκε: «Η βία δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Αποφασίζουμε με πλειοψηφίες, όχι με τα όπλα». Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε την επίθεση «απαράδεκτη» και προσέθεσε: «Η βία δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Διαβεβαιώνω τον Ντόναλντ Τραμπ για την αμέριστη υποστήριξή μου». Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ τόνισε: «Κάθε επίθεση κατά δημοκρατικών θεσμών ή κατά της ελευθερίας του Τύπου πρέπει να καταδικάζεται με τον αυστηρότερο τρόπο». Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι η βία δεν έχει καμία θέση στην πολιτική.

Οι δηλώσεις αυτές ηχούν κενές, αν ληφθεί υπόψη η στήριξη που παρέχεται στην τρομοκρατική πολιτική της Ουάσιγκτον και στους πολέμους της που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο. Η, κατ’ εντολήν Τραμπ, δολοφονία του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καθώς και μελών της ιρανικής ηγεσίας, από τους Ευρωπαίους εγκρίθηκε στην πράξη σχεδόν ομοφώνως: «Συμφωνούμε ότι αυτό το φρικτό καθεστώς στην Τεχεράνη πρέπει να εξαλειφθεί», δήλωνε τότε ο καγκελάριος Μερτς, ο οποίος μέχρι σήμερα διατηρεί ανοικτή για τον επιθετικό πόλεμο του Τραμπ, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, την αμερικανική αεροπορική βάση του Ράμσταϊν στο Παλατινάτο. Από έναν τέτοιο καγκελάριο δεν μπορεί να αναμένεται εξωτερική πολιτική προσανατολισμένη στα γερμανικά συμφέροντα. Αντιθέτως, ο Μερτς στηρίζει την Ουκρανία με ολοένα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, παρότι αυτή ευθύνεται για την καταστροφή του σημαντικότερου ενεργειακού μας αγωγού, του Nord Stream. Εξίσου απίθανη προδιαγράφεται η προοπτική ειρήνης με έναν πρόεδρο των ΗΠΑ που τους τελευταίους μήνες έχει διατάξει τον βομβαρδισμό τουλάχιστον επτά χωρών.

Προσωπικά, είχα θεωρήσει την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως το μικρότερο κακό, διότι, όπως πολλοί πολίτες στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχα κουραστεί από την υποκρισία των Μπιλ Κλίντον, Μπαράκ Ομπάμα, Τζο Μπάιντεν και του περιβάλλοντός τους. Το ότι ο Νεοϋορκέζος μεγιστάνας είναι άνθρωπος προκλητικά διεφθαρμένος, ότι πλουτίζει και εξυπηρετεί τους δισεκατομμυριούχους φίλους του, ήταν γνωστό και αναμενόμενο· όμως και οι Κλίντον και ο Μπάιντεν υπήρξαν εξίσου διεφθαρμένοι και ευνόησαν τους δικούς τους.

Ο Κλίντον απέρριψε τις προτάσεις που είχα υποβάλει, ως υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, για τη ρύθμιση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, επειδή «τη χρηματοδότηση της προεκλογικής του εκστρατείας την είχε αναλάβει η Γουώλ Στρητ». Οι πρόεδροι του Δημοκρατικού Κόμματος διεξήγαν τους πολέμους τους δήθεν στο όνομα της ελευθερίας και της δημοκρατίας· στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο πάντοτε για διεκδίκηση ισχύος, σφαίρες επιρροής, πρώτες ύλες και αγορές.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε στους ψηφοφόρους του να τερματίσει αυτούς τους «ανόητους και ατέρμονους» πολέμους. Ελπίζαμε, συνεπώς, ότι θα έφερνε επιτέλους ειρήνη στην Ουκρανία. Είχε δηλώσει δημοσίως ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς υπήρξε η κύρια αιτία του πολέμου αυτού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι προτίθεται να λάβει υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας της Ρωσίας. Ο υπουργός Εξωτερικών του, Μάρκο Ρούμπιο, είχε μάλιστα παραδεχθεί ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί πόλεμο δι’ αντιπροσώπων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνευση της Ουκρανίας ξεκίνησαν, υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, με ευνοϊκές προοπτικές, αλλά οι Ευρωπαίοι προέβαλαν αντιρρήσεις. Διατύπωσαν μη ρεαλιστικές απαιτήσεις και αποδέχθηκαν ότι οι ΗΠΑ αποσύρονταν ολοένα και περισσότερο από τον πόλεμο που η ίδια η Ουάσιγκτον είχε προκαλέσει. Πλέον, ο Τραμπ φαίνεται να έχει απολέσει πλήρως το ενδιαφέρον του για την Ουκρανία. Οι Ευρωπαίοι καλούνται να διαχειριστούν μόνοι τους την κατάσταση. Ο παράλογος αυτός πόλεμος θα συνεχιστεί χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ, έως ότου οι ευρωπαϊκές χώρες —και ιδίως η Γερμανία— εξαντληθούν οικονομικά.

Η σχετική αποκλιμάκωση της επικίνδυνης κατάστασης πιστώνεται στον Τραμπ. Η συνάντησή του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στην Αλάσκα μείωσε τον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου, καθώς οι δύο μεγαλύτερες ατομικές δυνάμεις επανέλαβαν τον διάλογο. Ο Τραμπ ανέκοψε επίσης τη σφαγή στη Λωρίδα της Γάζας, δεν αποτρέπει όμως τις ισραηλινές δυνάμεις από το να δολοφονούν και να εκτοπίζουν καθημερινά τους Παλαιστινίους, τόσο στη λωρίδα της γης που χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη φυλακή του κόσμου όσο και στη Δυτική Όχθη, καθώς επιδιώκουν, με τη συναίνεση της Ουάσιγκτον, την οικοδόμηση ενός «Μεγάλου Ισραήλ» «απ’ το ποτάμι ώς τη θάλασσα».

Στο μεταξύ ο Τραμπ, ενώ βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, επιτέθηκε δύο φορές στο Ιράν — μεταξύ άλλων και κατόπιν επιθυμίας του Μπένγιαμιν Νετανιάχου. Δεν είναι ακόμη δυνατόν να εκτιμηθεί το εύρος της ζημίας που προκάλεσε με αυτή τη συμπεριφορά, διότι στο εξής κάθε διαπραγματευτικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα πρέπει να θεωρεί πιθανό ότι —κατά παράβαση κάθε διπλωματικής πρακτικής— ίσως δεχθεί επίθεση ενόσω διαπραγματεύεται. Πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί διαρκής ειρήνη όταν η Τεχεράνη και, μαζί της, τα κράτη των BRICS διαπιστώνουν ότι Τραμπ και Νετανιάχου παραβιάζουν κατά το δοκούν συμφωνίες και δεσμεύσεις;

Κάθε αναστολή φαίνεται να εγκατέλειψε τον πρόεδρο των ΗΠΑ όταν ανακοίνωσε ότι θα καταστρέψει τον πανάρχαιο πολιτισμό του Ιράν, θα βομβαρδίσει τη χώρα μέχρι να την επαναφέρει στη «λίθινη εποχή» και θα κατεδαφίσει τις γέφυρες και τις ενεργειακές υποδομές της. Στην ερώτηση δημοσιογράφου αν οι πράξεις αυτές συνιστούν εγκλήματα πολέμου, ο Τραμπ απάντησε: «Αυτοί [οι Ιρανοί] είναι ζώα».

Η φρασεολογία αυτή θυμίζει τον πρώην υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Γιοάβ Γκάλαντ, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τους Παλαιστινίους «ανθρώπινα ζώα» για να δικαιολογήσει τη γενοκτονία στη Γάζα. Πρόκειται για λόγο απάνθρωπο και φασιστικό.

Δεν μπορώ να κρίνω αν η, κατά πολλούς σχολιαστές, επιδεινούμενη γεροντική άνοια του Τραμπ —όπως και του Μπάιντεν— αποτελεί μία από τις αιτίες των βίαιων φαντασιώσεών του. Ο πρώην διευθυντής της CIA επί προεδρίας Ομπάμα, Τζων Ο. Μπρέναν, δήλωσε ότι «ο άνθρωπος αυτός είναι προφανώς ψυχασθενής» και ζήτησε, βάσει της 25ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, την αντικατάστασή του από τον αντιπρόεδρο Βανς. Από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ αυτοπαρουσιάζεται ως Ιησούς Χριστός, ακόμη και υποστηρικτές του μεταξύ Καθολικών και Ευαγγελικών αρχίζουν να αμφιβάλλουν.

Αντ’ αυτού, θα ήταν προτιμότερο να θεσπιστεί, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στην Ευρώπη, η δυνατότητα ανάκλησης πολιτικών μέσω δημοψηφίσματος. Η αθηναϊκή δημοκρατία γνώριζε τον οστρακισμό: γράφοντας το όνομα ενός ανεπιθύμητου πολίτη ή πολιτικού σε ένα όστρακο, οι Αθηναίοι μπορούσαν να τον εξορίσουν για δέκα έτη από την πόλη. Υποψήφιοι δεν λείπουν: όχι μόνο ο Τραμπ στις ΗΠΑ, αλλά και οι Φρήντριχ Μερτς, Εμμανουέλ Μακρόν, Κιρ Στάρμερ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην Ευρώπη, κατ’ εμέ προκαλούν σημαντική βλάβη στους πολίτες των χωρών τους και επιδιώκουν να τους οδηγήσουν σε σύγκρουση με την πυρηνική δύναμη Ρωσία.

Είναι προφανές ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ο οποίος απειλεί με αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, δεν έχει διαβάσει τη Συνθήκη του ΝΑΤΟ και ούτε πρόκειται να το πράξει. Η συνθήκη αυτή δεσμεύει τα μέλη της συμμαχίας να εφαρμόζουν τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, δηλαδή να απέχουν από τη χρήση βίας και να προωθούν την ειρηνική διπλωματία. Με άλλα λόγια, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ παραβιάζουν την ιδρυτική συνθήκη της ίδιας τους της συμμαχίας όταν συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο σε πολέμους που αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο.

Ο Τραμπ, αντιθέτως, φαίνεται να θεωρεί ότι η Συνθήκη του ΝΑΤΟ υποχρεώνει τους συμμάχους να στηρίζουν τους παράνομους πολέμους των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι απειλές του για πλήρη απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη δεν συνιστούν παρά ρητορικές εξάρσεις, στις οποίες οι ατλαντιστές στη Γερμανία και στην Ευρώπη επανειλημμένως παρασύρονται. Χωρίς τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Γερμανία, και ιδίως χωρίς τη βάση του Ράμσταϊν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσαν να διεξαγάγουν τους πολυάριθμους πολέμους τους, στους οποίους, σύμφωνα με τον Αμερικανό πολιτειολόγο Τζων Μέρσχαϊμερ, από το 1971 έως το 2021 έχασαν τη ζωή τους 38 εκατομμύρια άνθρωποι.

Οι εκκλήσεις προς το Κογκρέσο των ΗΠΑ να κινήσει τρίτη διαδικασία καθαίρεσης (impeachment) κατά του Τραμπ δεν έχουν, λόγω των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, καμία ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας. Μόνον μια επιδεινούμενη οικονομική κρίση, ένα χρηματιστηριακό κραχ ή η ετυμηγορία του αμερικανικού εκλογικού σώματος στις ενδιάμεσες εκλογές του φθινοπώρου θα μπορούσαν να ανακόψουν την πορεία ενός προέδρου που διολισθαίνει στη μεγαλομανία. Δυστυχώς, ούτε στους εξίσου φιλοπόλεμους Δημοκρατικούς μπορεί κανείς να εναποθέσει ιδιαίτερες ελπίδες.

Πρώτα ο Μπάιντεν, τώρα ο Τραμπ: οι προεδρίες τους θέτουν επιτακτικά το ερώτημα πώς μπορούμε να αποτρέψουμε τον επικεφαλής της ισχυρότερης στρατιωτικής δύναμης του πλανήτη, που τελεί υπό το βάρος μιας επιδεινούμενης γεροντικής άνοιας, να λάβει αποφάσεις ικανές να οδηγήσουν την ανθρωπότητα στην καταστροφή.

Πάνω απ’ όλα, πρέπει να διασφαλιστεί ότι ένας πρόεδρος των ΗΠΑ δεν θα μπορεί να χρησιμοποιεί πυρηνικά όπλα χωρίς τη συναίνεση τρίτων. Αυτό ισχύει, ασφαλώς, και για όλα τα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται συχνά αναφορά και στο Ισραήλ, καθώς ολοένα περισσότεροι σχολιαστές διεθνώς εκφράζουν τον φόβο ότι ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου ενδέχεται να μην διστάσει ούτε ενώπιον μιας τέτοιας επιλογής. «Η τρέλα των ισχυρών δεν πρέπει να κυκλοφορεί χωρίς επιτήρηση», λέει ο βασιλιάς Κλαύδιος στον Άμλετ του Σαίξπηρ.

Το «πιο πολεμοχαρές έθνος της παγκόσμιας ιστορίας» (κατά τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ) ίσως συνέλθει και πάψει να εξαπολύει πολέμους ανά τον κόσμο μόνον όταν η πολιτικοοικονομική ελίτ της Ουάσιγκτον, που αποκομίζει δισεκατομμύρια από τις συγκρούσεις αυτές, αρχίσει να φοβάται για την ίδια της την ασφάλεια κάθε φορά που πυροδοτεί έναν πόλεμο — όταν δηλαδή οι χώρες που δέχονται επίθεση διαθέτουν μέσα μακρού πλήγματος ή ακόμη και πυρηνικά όπλα, ικανά να καταστήσουν στόχους την Ουάσιγκτον, τη Νέα Υόρκη, το Σαν Φρανσίσκο, το Σικάγο ή άλλες αμερικανικές πόλεις. Η ρήση που αποδίδεται στον Χένρυ Κίσσινγκερ —«όποιος ελέγχει τις ροές ενέργειας, ελέγχει τον κόσμο»— υπήρξε επί μακρόν θεμέλιο της γεωστρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Είτε πρόκειται για τον Nord Stream, είτε για το Ιράκ, τη Συρία, τη Λιβύη, τη Βενεζουέλα ή τώρα το Ιράν, η στρατηγική αυτή φαίνεται να έχει στραφεί εναντίον των εμπνευστών της. Οι Ιρανοί δείχνουν πλέον να υιοθετούν το ίδιο αξίωμα. Ωστόσο, ούτε αυτοί θα μπορέσουν μακροπρόθεσμα —όπως ούτε οι ΗΠΑ— να κρατήσουν τον κόσμο όμηρο. Το συμπέρασμα παραμένει: ο πόλεμος δεν είναι μέσο της πολιτικής· και η ειρήνη δεν είναι το παν, αλλά χωρίς αυτήν όλα καθίστανται μάταια.

Από την ιστοσελίδα του συγγραφέα στο facebook
Μετάφραση Β. Πράτσικας

*

*