Φὠτης Παπαγεωργίου

Δέκα δευτερόλεπτα σιωπής

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο μέγας Χέρμπερτ Μπλόμστεντ, λίγες εβδομάδες πριν από τα 99α γενέθλιά του, προσέρχεται στη σκηνή της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Για να προσεγγίσει το πόντιουμ, οι διοργανωτές έχουν στήσει μια ράμπα την οποία ο μαέστρος ανεβαίνει αργά, βασταζόμενος σε έναν περιπατητήρα. Ένας συνοδός τον βοηθά να καθίσει σε ένα σκαμπό, και τότε η ράμπα ανυψώνεται ελαφρώς για να τον φέρει στο ίδιο επίπεδο με την ορχήστρα. Από το πόντιουμ, ο γηραιότερος αρχιμουσικός στο διεθνές στερέωμα, ο άνδρας που κάνει αυτήν τη δουλειά από την εποχή που πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τρούμαν, θα διευθύνει την 7η συμφωνία του Μπρούκνερ. Η συνήθης διάρκεια του έργου είναι περίπου 65 λεπτά.

Η σκληρότητα των απαιτήσεων που θέτει η διεύθυνση ορχήστρας απέναντι σε ένα σώμα βαθιά γηράσκον, είναι παραπάνω από προφανής. Το κοινό είναι φυσικά προδιατεθειμένο να εκφράσει αβρότητα μπροστά στην αδυναμία του αγαπημένου του μαέστρου. Οι θεατές θα συγκινηθούν, θα νιώσουν συμπάθεια, ενδεχομένως και αμηχανία μπροστά στον θρύλο —έναν ακόμα— τον οποίο άλεσε το γήρας.

Κι όμως: τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Από τις πρώτες έως τις τελευταίες νότες της παρτιτούρας, ο Μπλόμστεντ όχι μόνον δεν αποφεύγει, μα καταβάλλει στο έπακρο τον σωματικό φόρο του έργου που έχει αναλάβει. Δεν κρατάει μπαγκέτα. Κραδαίνει συνεχώς το μέτρο, ο κορμός του δεν μένει ακίνητος ούτε για μια ανάσα, και το κεφάλι του στρέφεται διαρκώς προς μια ομάδα οργάνων. Και δεν είναι μόνον η σωματική λειτουργικότητα που αποστομώνει τους πάντες. Είναι και η ίδια η αισθητική του φυσικού μόχθου. Έχεις την εντύπωση ότι η ομορφιά του μουσικού έργου εκχυλίζεται στο σώμα και τις κινήσεις του μαέστρου. Λευκοδάκτυλες οι οδηγίες του, γυάλινο βάρος συνοδεύει τα χέρια του στην υπόδειξη των μουσικών φράσεων, η σωματική του όρχηση προσκαλεί το χαμόγελο μιας χρυσαλίδας, που τρέφεται με τη σκέψη της ζωής.

Και παραπάνω από τη σωματική ανθεκτικότητα και τη σωματική αισθητική, εντυπωσιάζει η μουσική ουσία. Ο Μπλόμστεντ είναι ένας από τους κορυφαίους ερμηνευτές του Μπρούκνερ. Έχει αφιερώσει δεκαετίες στο να διερωτάται τι θέλει να πει πραγματικά μια συμφωνία που στην μπαγκέτα τόσων και τόσων μαέστρων καταντά ερμηνευτικό χάρβαλο και ακουστικό τουρλουμπούκι. Ο Μπλόμστεντ όμως ξέρει πώς να αφηγηθεί στον ακροατή ένα έργο δυσνόητο και —φαινομενικά— λοξό. Μας δίνει να καταλάβουμε ότι o Μπρούκνερ δεν κάνει την κύρια εμφάνισή του στη μελωδική γραμμή. Υπάρχει στην αντίστιξη, στον χώρο ανάμεσα στις φωνές, στις απότομες μεταβάσεις και τις άγναφες αρμονίες που οι μαθητές και περισσότεροι ερμηνευτές του πάσχισαν να λειάνουν σε κάτι πιο εύπεπτο, φέρνοντάς το πιο κοντά στο ύστερο ρομαντικό γούστο. Ο Μπλόμστεντ αποκαθιστά την τραχύτητα για να επικοινωνήσει βαθύτερα τη ζεστασιά και το δράμα του κειμένου. Ε ί ν α ι  η αυθεντία που μπορεί να κάνει αυτήν την επιλογή με τρόπο που το κοινό θα τον παρακολουθήσει. Σε καμία συναυλία στη ζωή μου δεν άκουσα λιγότερα βηξίματα.

Αυτό, δε, που πρέπει να βίωσαν απόψε οι μουσικοί της κορυφαίας ορχήστρας του κόσμου, είναι κάπως δύσκολο να αρθρωθεί, αν και ήταν ορατό σε κάθε προσεκτικό παρατηρητή. Υπάρχει κάτι το μοναδικό στην ποιότητα της προσοχής και της επικοινωνίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα μεγάλο σύνολο και έναν μαέστρο που δουλεύει πλέον με αυτό που έχει αποσταχθεί. Η ορχήστρα ακούει διαφορετικά κάποιον που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα, να αποδείξει.

Γιατί όμως τα λέω όλα αυτά; Διότι τίποτα δεν με φοβίζει περισσότερο από τα γηρατειά. Όχι ο θάνατος — όχι ακόμα, τουλάχιστον. Ο θάνατος είναι σαφής και τελεσίδικος, και τη σαφήνειά του συνοδεύει μια ευγένεια. Και ούτε μιλώ για την ασθένεια, μα για τη φυσική φθορά: την αργή διάβρωση του εαυτού, τη σταδιακή αποξένωση από αυτό που κάποτε μπορούσες να κάνεις, να σκεφτείς, να νιώσεις. Τη μνήμη που παχαίνει σαν χαρτί πολυδιπλωμένο. Το σώμα που διαπραγματεύεται όλο και χειρότερους όρους. Και πίσω από όλα, τη σκέψη πως ό,τι είσαι θα λιγοστεύει διαρκώς, μέχρι να μείνει κάτι που δεν θα αναγνωρίζεις πια ως εαυτό σου. Ούτε εσύ, ούτε οι δικοί σου.

Κι όμως, χθες το βράδυ, κάτι άλλαξε. Όχι ότι διαλύθηκε ο φόβος. Ο Μπλόμστεντ δεν μου πρόσφερε παρηγοριά, μα κάτι πολυτιμότερο: ένα ρωμαλέο αντιπαράδειγμα. Ότι τα γηρατειά μπορεί να μην είναι μόνον διάβρωση, μα και διαύγαση — μια αργή, αφοπλιστική κάθαρση από το επίκτητο, το επιδεικτικό, το αναλώσιμο. Υπάρχει μια υψηλή αισθητική στο να γερνά κανείς καλά, και είναι από τις πιο σπάνιες. Δεν είναι η αισθητική της συντήρησης, της απεγνωσμένης προσπάθειας να φαίνεσαι αυτό που δεν είσαι πια. Είναι η αισθητική της αποδοχής χωρίς παραίτηση: να φέρεις τα χρόνια σου ως αυτό που είναι, να μην τα κρύβεις και να μην τα θρηνείς, αλλά να συνεχίζεις να κάνεις, με ό,τι σου απομένει, αυτό που αξίζει.

Με το πέρας του έργου, ο Μπλόμστεντ επέβαλε δέκα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής σε μια κατάμεστη αίθουσα. Ακολούθησε η αποθέωση, η πιο θεαματική από όσες έχω βιώσει. Λίγες είναι οι βραδιές σε αίθουσες συναυλιών που κουβαλάς στο υπόλοιπο της ζωής σου. Αυτή θα είναι μια από αυτές.

*

*

*

Βοκκάκιος, Πάνθεον

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο Βοκκάκιος συνέθεσε τις δεκαέξι Εκλογές που απαρτίζουν τη λεγόμενη Βουκολική ωδή του (Bucolicum carmen) ανάμεσα στο 1350 και το 1370. Εξ αυτών, οι δέκα τελευταίες (7-16) γράφονται με σαφή την επιρροή του Πετράρχη, ο οποίος διέτριψε ανατρεπτικά στο είδος από το 1346 έως το 1357, φέρνοντάς το στις κορυφές της γραμματείας της αλληγορίας. Σε αυτές τις Εκλογές ο Βοκκάκιος αποδεικνύεται, οπωσδήποτε, ισάξιος του Πετράρχη.

Η διασημότερη, ίσως, Εκλογή του Βοκκάκιου είναι η ενδέκατη, η οποία φέρει τον τίτλο «Πάνθεον». Πρόκειται για σύνθεση διπλά αλληγορική. Από τη μια πλευρά, ο Βοκκάκιος εκχριστιανίζει την κλασική μυθολογική παράδοση, περιγράφοντας γνωστά επεισόδια της ιουδαϊκής-χριστιανικής ιστορίας (από τη Δημιουργία έως την Πεντηκοστή) μέσω συμβολικών/προσημαντικών παραλλήλων τα οποία βρίσκει (ή επινοεί) στην κλασική κουλτούρα. Ο Ιησούς ιστορείται, λόγου χάρη, μέσα απ’ τις μορφές του Ηρακλή, του Ακταίωνα, του Ασκληπιού, του Κόδρου, του Ιππολύτου, του Πάλη κ.ά. Από την άλλη ο Βοκκάκιος παρουσιάζει, πιο κρυπτικά, τη συγκαιρινή «αιχμαλωσία» της παπικής Κουρίας στην Αβινιόν.

Μοντέλο του είναι, μορφολογικά, η έκτη Εκλογή του Βιργιλίου: η αφήγηση μιας αφήγησης. Ο Βοκκάκιος (ο «Συγγραφέας») αναπλάθει την κοσμολογική και ιστορική αφήγηση του Γλαύκου (Aγίου Πέτρου), δοσμένη ύστερα από τη στερρή παράκληση της Μυρτίλης (της Εκκλησίας). Ομοίως, στην έκτη Εκλογή, ο Βιργίλιος παρουσιάζει την κοσμολογική-μυθολογική αφήγηση του Σιληνού, η οποία δίνεται ύστερα από την επιμονή του Χρώμιδος, του Μνασίλλου και της Αίγλης.

Το ισχυρότερο, όμως, πρότυπο του Βοκκάκιου δεν είναι άλλο από την τέταρτη Εκλογή του Βιργιλίου, τη γνωστή ως «Μεσσιανική». Εκεί ο Βιργίλιος κατατείνει στο ανάβλεμμα μιας Χρυσής Γενιάς και Εποχής την οποία φέρνει η γέννηση ενός απροσδιόριστου «βρέφους», θείου και ουρανόσταλτου. Η τέταρτη Εκλογή του Βιργιλίου υπήρξε αγαπημένο ανάγνωσμα των Χριστιανών στον Μεσαίωνα και η χριστιανική της ερμηνεία απαντά ήδη στον Προυδέντιο. Με τον Βοκκάκιο ξεκινά μια γραμματειακή παράδοση αξιοποίησης της τέταρτης Εκλογής του Βιργιλίου εντός του ίδιου του λογοτεχνικού της είδους: την υψηλή βουκολική ποίηση. Και Εκλογές που πραγματεύονται τη Γέννηση του Χριστού, συναντά κανείς έως τη βαθιά ύστερη Αναγέννηση.

Για τη βοήθεια του αναγνώστη προσθέτω δύο παραρτήματα. Αρχικά, μεταφράζω το απόσπασμα από την 23η επιστολή του Βοκκάκιου, όπου εξηγεί ο ίδιος τη βασική αλληγορία στο «Πάνθεον». Τέλος, παραθέτω τη μετάφραση της τέταρτης Εκλογής του Βιργιλίου που εκπόνησε ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Τον ευχαριστώ θερμά για την άδειά του να την αναπαραγάγω εδώ.

~.~

ΒΟΚΚΑΚΙΟΣ

Π ά ν θ ε ο ν
( Η 11η Εκλογή ) [1]

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Τον Φοίβο αγαπάς, Κλειώ[2], σ’ αγρούς τον κυνηγάς πλατιούς
τη νύχτα αποφεύγοντας και σκοτερά λημέρια.
Δάφνες όμως ποθεί αυτός, κι είναι το έπαθλό του
γι’ αγώνες ιερούς· δεν θ’ ατιμωθείς αν λίγο[3],
τώρα που καίνε οι αγροί, στ’ ανθόκλωνα σταλιάσεις.
Τ’ άσματα τα δικά σου, στον Μόψο[4] ’γώ γλυκολαλώ,
χάιδεψε, προστάτιδα, τη λύρα της Αρεθούσης,
και τ’ άσμα με τ’ αγέρι του, ο Μόψος θα λαμπρύνει. (περισσότερα…)