ΝΠ | Δοκίμια

Ρολόγι χειρός

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Προ ημερών σταματήσαμε μπροστά σε μαγαζί με τσάντες. Ωραίες γυναικείες τσάντες και σε καλές τιμές. Μπαίνοντας μέσα παρουσιάστηκε κι άλλο εμπόρευμα: πορτοφόλια και ρολόγια. Ας αγοράσω ένα ρολογάκι, είπα. Από καιρό το σκεφτόμουν να πάρω ένα ρολόγι του χεριού. Όλος ο κόσμος κοιτάει το κινητό του. Εγώ με το κινητό δεν τα πάω καλά και  μάλιστα σε σχέση με το χρόνο. Είναι δυνατόν να κοιτάς το χρόνο στο κινητό;

Ας δούμε τι σημαίνει κοιτάζω το χρόνο στο χέρι, στο ρολόγι χειρός. Ε λοιπόν, το ρολόγι χειρός σε οικειώνει με το χρόνο. Με το χρόνο, όχι με την αιωνιότητα. Αλλά πρόκειται τουλάχιστον για χρόνο που αγγίζει το χέρι σου, ακόμη και μέσα από το λουράκι που σε σφίγγει. Κι ούτε είναι απαραίτητο ο χρόνος αυτός να νοηθεί μηχανικός. Γι’ αυτό και ο στίχος  του Καρούζου λέει: «ο χρόνος δεν είναι ρολόγι / είναι χιόνι». Δεν είναι ένας πολύ ωραίος στίχος; Που επιπλέον βρίσκεται στους αντίποδες του συνθήματος που καθιέρωσε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα: «ο χρόνος είναι χρήμα». Τι διαστροφή. Πρώτος και καλύτερος θα το υπογράμμιζε ο Αριστοτέλης. Που, εξάλλου, έγραψε για τον τόκο, ότι είναι μεγάλη διαστροφή το χρήμα να γεννά χρήμα. Και τούτο γιατί έτσι χαλάει η φύση του χρήματος. Καταντάει…Μαμωνάς.

Ως εδώ φτάνει για το χρήμα. Γυρνώ στο χρόνο.

Μας ακολουθεί σαν σκιά. Είναι άλλο αυτό και άλλο να με κυνηγάει ο χρόνος. Εάν ο χρόνος με καταδιώκει, η σχέση μου μαζί του είναι αρρώστια, βρίσκομαι μέσα σ ένα είδος ψυχοπαθολογίας, τρέχω από  το πρωί ως το βράδυ, όπως τρέχουν οι αμερικανοί σε σχετικές κινηματογραφικές ταινίες  (και στην πραγματικότητα).

Και βέβαια τίθεται αμέσως το ερώτημα: γιατί αποδέχονται οι άνθρωποι αυτό τον ρυθμό; Πως τους επιβλήθηκε; Χωρίς να το καταλάβουν έγιναν υπηρέτες των μηχανών ή μήπως, κατά βάθος, κάτι φοβερό προετοιμάζεται και δεν έχουμε πάρει είδηση; (περισσότερα…)

Ο Γέητς για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 5 / 6 ]

~ . ~

Εισαγωγή-μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τον Οκτώβριο του 1896 ο Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς δημοσίευσε στο γνωστό περιοδικό του Λονδίνου The Bookman, του οποίου υπήρξε τακτικός συνεργάτης, μία βιβλιοκρισία για την ανθολογία ελληνικών δημοτικών τραγουδιών της Λούσυ Μ. Τζ. Γκαρνέττ, που με θεωρητική εισαγωγή του Τζ. Σ. Στούαρτ-Γκλέννι είχε κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά (New Folklore Researches: Greek Folk Poesy, translated by Lucy M. J. Garnett, with Essays on Folklore by J. S. Stuart-Glennie, in two volumes, Guilford: Billing and Sons, 1896). Η βιβλιοκρισία είναι ομότιτλη του κρινόμενου έργου: «Ελληνική δημοτική ποίηση»

Το βιβλιοκριτικό αυτό άρθρο παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Όχι μόνο επειδή αποτελεί έκφραση των αριστοκρατικών ιδεών του Γέητς περί ποιήσεως και του, παράλληλου, μεγάλου θαυμασμού του για τη λαϊκή λογοτεχνία – χωρίς τα δύο αυτά να αποτελούν για εκείνον αντίφαση. Αλλά και για τον τρόπο που βλέπει τη δημοτική λογοτεχνική παράδοση ειδικότερα, εν προκειμένω την περίπτωση του ελληνικού, και όχι μόνο, δημοτικού τραγουδιού.

Ο Γέητς απαξιώνει τη μεταφραστική εργασία της Γκαρνέττ, και συγχρόνως διατυπώνει τη δική του αντίληψη για τη φύση και τη λειτουργία της ποιητικής μετάφρασης. Τις μεταφράσεις της Γκαρνέττ τις βρίσκει τόσο ελάχιστα ποιητικές ώστε να μην επιτρέπουν την αξιολόγηση της λογοτεχνικής αξίας του πρωτοτύπου. «Μια επιστημονική θεωρία προσωρινά μόνο ζημιώνεται από τη γλώσσα της έκθεσής της, αλλά ένα δημοτικό τραγούδι ξαναχυμένο σε κακούς στίχους χάνει το ήμισυ του επιστημονικού και όλο σχεδόν το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον». Όμως και ως περιεχόμενο τα τραγούδια της ανθολογίας ελάχιστα τον ενθουσιάζουν, ιδίως όταν τα συγκρίνει με άλλες δημοτικές ποιητικές παραδόσεις. «Η ελληνική δημοτική ποίηση», γράφει, «φαίνεται να είναι ποίηση άκρως πολιτισμένη, με ελάχιστη από την υπεράνθρωπη ανησυχία και την εξωφρενική ομορφιά της ρουμανικής και της γαελικής λαϊκής ποίησης».

Παρ’ όλα αυτά, κατά δική του μαρτυρία, από τα ελληνικά δημοτικά εμπνεύστηκε λίγους μήνες μετά, το 1897, ένα δικό του ποίημα. Πρόκειται για το «Τραγούδι του περιπλανώμενου Αίγκους». Πηγή του Γέητς είναι το τραγούδι της Κρήτης «Τα τρία Ψαράκια». Η Γκαρνέττ το περιέλαβε στην ανθολογία της από το βιβλίο του Αντώνιου Γιανναράκη ή Γιάνναρη Άσματα κρητικά μετά διστίχων και παροιμιών (Λιψία, 1876).

Τόσο στο «Song of Wandering Aengus» όσο και στο κρητικό τραγούδι, η κεντρική ιδέα είναι η ίδια: το ψάρι που όταν το ρίχνουν στη φωτιά μεταμορφώνεται σε πανέμορφη κόρη. «The poem was suggested to me by a Greek folk song», γράφει στις σημειώσεις του, «but the folk belief of Greece is very like that of Ireland, and I certainly thought, when I wrote it, of Ireland, and of the spirits that are in Ireland.» Πράγματι η ατμόσφαιρα του ποιήματος είναι χαρακτηριστικά ιρλανδική, και ο Αίγκους στον τίτλο του Γέητς είναι ο Κέλτης θεός του έρωτα.

Ακολουθούν η μετάφραση της βιβλιοκρισίας του Γέητς, το ποίημα του ίδιου και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που το ενέπνευσε.

(περισσότερα…)

W. B. Yeats, Στοχασμοί και αποφθέγματα

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 4 / 6 ]

~.~

Επιλογή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, έχουν ανθολογηθεί από το εκτενέστατο δοκιμιακό έργο του ποιητή. Μολονότι παρατίθενται εδώ χωρίς προκαθορισμένη σειρά, δίνουν μια πειστική όσο και γοητευτική γεύση από τη ρώμη αλλά και τη λεπταισθησία της γεητσιανής σκέψης. – ΚΚ

~.~

Οι Έλληνες, οι μόνοι τέλειοι καλλιτέχνες του κόσμου, έστρεψαν το βλέμμα τους εντός των συνόρων τους· εμείς σαν αυτούς, διαθέτουμε μια ιστορία γεμάτη με γεννήματα της φαντασίας όσο κανενός άλλου σύγχρονου έθνους, θρύλους που ξεπερνούν σε άγρια ομορφιά, καθώς νομίζω, όλους τους άλλους πέρα απ’ τους δικούς τους· στα χώματά μας, όπως και στα δικά τους, δεν υπάρχει ποτάμι ή βουνό που να μην έχει συνδεθεί στη συλλογική μνήμη με κάποιο γεγονός ή θρύλο· την ίδια στιγμή, λόγοι πολιτικοί έχουν κάνει την φιλοπατρία μεταξύ μας, πιστεύω, ακόμη πιο έντονη από τη δική τους. Θα ήθελα οι συγγραφείς και οι άλλοι τεχνίτες μας να κάνουν δική τους αυτήν την ιστορία κι αυτούς τους θρύλους, να μνημειώσουν ετούτα τα βουνά και τα ποτάμια κάνοντάς τα και πάλι ορατά μέσ’ απ’ τις τέχνες τους, έτσι που κάθε Ιρλανδός, κι ας βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά, να είναι πάντα στον τόπο του. Είτε διαλέξουν θέμα τους τον θρύλο του Καστανού Ταύρου είτε τον ερχομό του Αγίου Πατρικίου, είτε τον πολιτικό αγώνα των μεταγενέστερων εποχών, ο υπόλοιπος κόσμος είναι τόσο πολύ παρών μες σ’ όλα αυτά που η αγάπη του θα παρακινήσει τα χέρια τους όσο, ίσως, τα χέρια κάποτε των Ελλήνων τεχνιτών. Με άλλα λόγια, η Ιρλανδία θα έπρεπε να αποκαταστήσει τις αρχαίες τέχνες, τις τέχνες όπως τις έβλεπαν στην Ιουδαία, στην Ινδία, στη Σκανδιναβία, στην Ελλάδα και στη Ρώμη, σε κάθε αρχαία γη· όπως τις καταλάβαιναν όταν συνέπαιρναν λαούς ολόκληρους και όχι μια δράκα ανθρώπους που μεγάλωσαν ως προνομιούχοι αργόσχολοι και έκαναν την ερμηνεία τους επάγγελμα.

~.~

Πείστηκα να μην αναζητώ ποτέ το σκηνικό ενός ποιήματος σε άλλη χώρα παρά στη δική μου, και νομίζω πως θα μείνω πιστός σ’ αυτή μου την πεποίθηση ώς το τέλος.

~.~

Δεν υπάρχει σπουδαία εθνικότητα χωρίς λογοτεχνία και, αντιστρόφως, δεν υπάρχει σπουδαία λογοτεχνία χωρίς εθνικότητα.

~.~

Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δώσεις μια μπάλα σ’ ένα παιδί, δεν πα’ να κοστίζει τρεις δεκάρες, αν είναι η καλύτερη στην αγορά, είναι υπόδειγμα μεγαλείου – και το ύφος, είτε στη ζωή είτε στη λογοτεχνία, πηγάζει, νομίζω, από την υπερβολή, απ’  αυτό το κάτι πέρα και πάνω από τη χρησιμοθηρία που σφίγγει την καρδιά. Στα μεταγενέστερα ποιήματά μου το ονομάζω Βυζάντιο, από εκείνη την πόλη όπου οι αχρείαστες μορφές των Αγίων πρόβαλλαν πάνω σε χρυσό ψηφιδωτό φόντο, και ένα τεχνητό πουλί τραγουδούσε πάνω σ’ ένα χρυσόδεντρο εμπρός στον αυτοκράτορα – και σ’ ένα ποίημά μου έχω φανταστεί τα πνεύματα να κολυμπούν, καβάλα σε δελφίνια που σχίζουν τις αισθησιακές θάλασσες, για να χορέψουν στα πλακόστρωτά της.

~.~ (περισσότερα…)

Ακτιβιστικός νεοβανδαλισμός

*

του ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Ακτιβιστικός νεοβανδαλισμός

Μετά τις σπασμωδικές απόπειρες δολοφονίας του Ομήρου, του Σαίξπηρ και των κλασικών εν γένει, που είναι πολύ της μόδας στον δυτικό κόσμο, ήρθαν και τα αυξανόμενα κρούσματα των επιθέσεων σε έργα διασήμων ζωγράφων, με σκοπό, λένε οι δράστες, να αφυπνιστεί η οικολογική μας συνείδηση! Ο Νίτσε ισχυριζόταν ότι διάνοιξε το πεδίο της φιλοσοφικής κριτικής με το σφυρί και κάποιοι από τους επιγόνους του, λιγάκι αδύναμοι στη θεωρία, γύρισαν τη δυναμική του μεταφορά σε βλακώδη κυριολεξία— με τις ανάλογες εκπτώσεις φυσικά. Αντί για σφυριές έκαναν μουσειακή κριτική αρχικά με μπογιές και σήμερα δείχνουν πως να ασχημονεί κανείς με πουρέ πατάτας ή σούπες υδαρείς! Έτσι από τον ηρωικό μηδενισμό περάσαμε στον γελοίο και δειλό ακτιβισμό. Γιατί οι νεοβανδαλικές επιθέσεις είναι φρόνιμες. Δεν γίνονται σε εργοτάξια σχιστολιθικού πετρελαίου, δεν λερώνουν τους μεγιστάνες των ρυπογόνων εταιριών ούτε καν τις λιμουζίνες τους αλλά — Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει! — τους σχετικά απροστάτευτους πίνακες του Βερμέερ, του Μονέ και του Βαν Γκόνγκ. Δυνάμει της ίδιας διαστροφικής αντίληψης μάλιστα, οι επιδρομείς δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις εικαστικές αναπαραστάσεις εκείνης ακριβώς της φύσης που διατείνονται ότι θέλουν να προστατεύσουν: πασαλείβουν ηλιοτρόπια, σπαρμένα χωράφια και θημωνιές! Μπορεί βέβαια αυτός ο τρόπος μετάδοσης του οικολογικού μηνύματος να φαίνεται κάπως ανορθόδοξος επειδή, με την ισχυρή δόση ομοιοπαθητικής φαντασίας που διαθέτει, είναι πολύ προχωρημένος και καθίσταται απρόσιτος σ’ εμάς τους αφελείς. Ίσως γι αυτό δεν κατανοούμε τις περιβαλλοντικές ανησυχίες των σωτήρων μας και η συνείδησή μας αργεί ν’ αφυπνιστεί.

Οι ιστορικοί Βάνδαλοι, ενεργούμενα μίας αθώας δεισιδαιμονίας, κατέστρεφαν τις μύτες τα αυτιά και τα μάτια των αγαλμάτων για να φράξουν τις διόδους της ψυχής τους. Όμως αυτοί, όπως τόνιζε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης, πίστευαν τουλάχιστον ότι τα αγάλματα έχουν ψυχή. Οι νεοβάνδαλοι της εποχής μας πιστεύουν μόνο στην παιδαριώδη τους αυτοπροβολή, στον θεατρινίστικο στόμφο και στη μοχθηρή τους αλαζονεία.

~.~ (περισσότερα…)

Ραφαέλ Καδένας, Η ποίηση ως αποτυχία

*

Μετάφραση ΒΑΣΩ ΧΡΗΣΤΑΚΟΥ

Η ποίηση δεν έχει συγκεκριμένη διαμονή. Συνηθίζει να εισβάλλει στα υπόλοιπα είδη και δεν υπάρχει σχεδόν μεγάλο βιβλίο που να μην είναι παρούσα. Τόσο που μπορεί κανείς τελικά να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει λογοτεχνία παρά μόνο ποίηση. Ο κυκλωτικός, πανταχού παρών και σφετεριστικός χαρακτήρας της κάνει κάποιον να σκέφτεται ότι δεν είναι ένα είδος λογοτεχνικό αλλά μάλλον μια παρουσία πίσω από τα είδη, μια παρουσία τόσο γεμάτη υπονοούμενα που πολλές φορές προτιμά κοστούμια που δεν είναι δικά της, μια παρουσία που εξυπηρετείται από όλες τις δημιουργικές δράσεις του ανθρώπου, μια δύναμη που προηγείται οποιασδήποτε κατηγοριοποίησης. Ίσως να είναι ένας τρόπος για την έκφραση του ουσιώδους. Με αυτήν την έννοια, θα υπάρχει όσο υπάρχει ο άνθρωπος.

Ως είδους, η κατάστασή της είναι ξεκάθαρη. Παντού οι αναγνώστες της είναι μια μειονότητα χαρακτηριστικά εκκεντρική. Τείνουν να μετατραπούν σε μυστική αίρεση, όχι γιατί η ποίηση έχει γεμίσει με μυστήριο (ίσως να το έχει χάσει μάλλον λίγο) αλλά λόγω της λήθης της αληθινής ουσίας που πλήττει σε τεράστιο βαθμό τον σημερινό άνθρωπο. Τα δισεκατομμύρια αυτού του πλανήτη  επιδίδονται τελεσφόρα στην αυτοκαταστροφή τους με κάθε τρόπο που μπορεί κανείς να διανοηθεί, με αβρότητα ή βία, από άγνοια ή από πολυμάθεια, ακατάπαυστα. Όλος ο κόσμος αποδίδει τιμές στην καταστροφή υπό το πρόσχημα της ανάπτυξης και είδος απειλούμενο δεν είναι μόνο η ποίηση αλλά και η μουσική, η ζωγραφική και η φιλοσοφία. Όλη η κουλτούρα και ο ίδιος ο άνθρωπος μπορούν να εξαφανιστούν αν στο πνεύμα του δεν επισυμβεί μια βαθιά αλλαγή.

Ομολογώ ότι με ανησυχεί περισσότερο η ποίηση ως διάσταση παρά ως ειδική φόρμα και ο υποβιβασμός και των δύο αυτών πιστεύω ότι συνοδεύει την κρίση του ανθρώπου και ίσως και να είναι ακόμα μία από τις πιο σαφείς ενδείξεις της. Είναι προφανές ότι ο κόσμος απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ποίηση και τείνει να γεννά άτομα ανελεύθερα, αν και ευημερούντα, που μια πελώρια μηχανή τους ορίζει ό,τι πρέπει να φορέσουν, να φάνε, να διαβάσουν. Σε αυτή την πτώση η μοίρα της ποίησης ξεχωρίζει δίπλα σε άλλες απώλειες όχι λιγότερο σημαντικές, αφού ο άνθρωπος την χρειάζεται για να μιλήσει για το ναυάγιό του ή ακόμα καλύτερα για να του υποδείξει μια πιθανή λύτρωση. Αν και, βλέποντας πώς ο λόγος των μεγάλων δημιουργών χάνεται, μερικές φορές σκέφτεται κανείς το μάταιο της λογοτεχνίας. (περισσότερα…)

Στον στίβο του συμβολικού


*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν ακόμα εφικτό για έναν επαγγελματία αθλητή να βγει δημοσίως και να διακηρύξει μεγαλοφώνως και με παρρησία, ως ένα σύγχρονο «έρκος Αχαιών», ότι «δεν είμαι το πρότυπο κανενός». Τέτοιες μεγαληγορίες μπορεί βέβαια να εκφέρονταν στα πλαίσια κάποιας διαφημιστικής καμπάνιας, αμβλύνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό τις όποιες αιχμές περιείχαν για την αδηφάγα βιομηχανία του θεάματος που δεν γνωρίζει φραγμούς. Έστω κι έτσι όμως, παρά τις απόπειρες απονεύρωσης και δημιουργικής ενσωμάτωσης τους σε πιο αποδεκτά πλαίσια, υποδείκνυαν κάτι βαρύνουσας σημασίας: τη δυνατότητα ύπαρξης της ετεροδοξίας και την ανάγκη αναμέτρησης με αυτή, ακόμα κι αν αυτή η αναμέτρηση γινόταν υπό τους όρους της ενσωμάτωσης.

Η εποχή που επέτρεπε τέτοιου είδους διανοητικές λεπτότητες και που είχε την απαραίτητη αυτοπεποίθηση ώστε να παρέχει χώρο σε αποκλίνουσες αντιλήψεις και ρητορικές λοξοδρομίες φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αρκεί πλέον μια απειροστή υπόνοια ότι ένας αθλητής τόλμησε να αγνοήσει τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας για να ξεσηκωθούν εναντίον του οι διαδικτυακές και μιντιακές ορδές των σύγχρονων Καθαρών και Βογομίλων (ακόμα και από την άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί η υπεύθυνη λίγκα να τους έχει πετάξει μερικά ψίχουλα στο παρελθόν), απαιτώντας τον κοινωνικό εξοστρακισμό του, τη συμβολική θυσία του πάνω σε μια πυρά που τρίζει από τα κλικ των like και των share. Μέχρι και ο εργοδότης του πεπτωκότος αθλητή εγκαλείται αν τυχόν δεν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προς «συμμόρφωση» του εργαζομένου του. Στη βάση ποιας λογικής όμως έχει φτάσει να θεωρείται αυτονόητο ότι ένας εργοδότης (και μάλιστα ιδιώτης) έχει το δικαίωμα να εγείρει αξιώσεις και απαιτήσεις περί του ορθώς εκφράζεσθαι των εργαζομένων του εκτός των ορίων του εργασιακού χώρου; Ο εύκολος ερμηνευτικός δρόμος για την εξήγηση αυτής της αλλαγής παραδείγματος των εργασιακών ηθών είναι αυτός που εκκινεί από μια υποτιθέμενη αυξημένη ευαισθησία των δυτικών κοινωνιών απέναντι σε φαινόμενα κακοποίησης και προσβλητικών συμπεριφορών για να καταλήξει λίγο – πολύ αβρόχοις ποσί σε ψευδαισθήσεις μεγαλείου περί κάποιας ηθικής προόδου των φιλελεύθερων «δημοκρατικών» καθεστώτων. Το ιστορικό βλέμμα, ωστόσο, έχει μάθει να είναι καχύποπτο απέναντι στις εύκολες ηθικολογικές ρητορείες που συχνά δεν είναι τίποτα άλλο παρά εφήμερος αφρός που ξεβράζουν στην επιφάνεια τα βαθιά ρεύματα μακράς διάρκειας της κοινωνικής αλλαγής. (περισσότερα…)

Σκέφτονται άρα υπάρχεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Το ζώο έχει πρόσωπο – ο άνθρωπος έχει μάσκα. Το ζώο το κοιτάζεις και βλέπεις την ψυχή του ζώου. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις την αλήθεια του. Τον άνθρωπο τον κοιτάζεις και βλέπεις τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να κρύψει την ψυχή του. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις το ψέμα του.

Δύστυχο ζώο ο άνθρωπος. Δεν διάλεξε το ψέμα του. Του το έδωσαν για αλήθεια οι μάσκες που ψεύδονταν την ύπαρξή του. Παλεύει – παλεύει μια ζωή με την μάσκα του. Αν την αγαπήσει, τότε είναι που θ’ αρχίσει να ουρλιάζει μέσα του ό,τι δεν μπορεί να νιώσει πως η μάσκα του ανήκει. Αν την μισήσει, θ’ αρχίσει να δαγκώνει μέσα του ό,τι νιώθει πως απειλείται από την απόρριψη της μάσκας.

Έτσι κι αλλιώς χαμένος ο άνθρωπος πίσω από την μάσκα του. Έτσι κι αλλιώς μια προκατάληψη: σκέπτομαι άρα υπάρχω. Ώσπου ν’ ανακαλύψει πως το «σωστό» είναι: σκέπτονται άρα υπάρχω.

Και τότε η μάσκα γίνεται μάσκα της μάσκας. Την μάσκα δεν την επιλέγεις, δεν μπορείς να την φτιάξεις. Την μάσκα της μάσκας την επιλέγεις, μπορείς να την κατασκευάσεις. Μπορείς με μια κίνηση τερατώδους ψεύδους να υποκριθείς την αλήθεια.

Αυτός είναι ο «μηχανισμός» της πολιτικής επικοινωνίας: λέω τερατώδη ψέματα, για να σκεφτείς πως δεν μπορεί να είμαι τόσο ψεύτης. Άρα; Πίσω από την τερατώδη μάσκα βρίσκεται το πρόσωπο. Το πρόσωπο που τόσο θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου ή το πρόσωπο που δεν θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου.

Τα πάντα εκτός από την αμφιβολία. Η αμφιβολία είναι κουραστική, θέτει τόσα ερωτήματα. Και το χειρότερο: ζητάει απαντήσεις, με μόνο δεδομένο το χάος.

Κοιτάξτε τα πρόσωπά τους. Είναι οι μάσκες των μασκών που κρύβουν το χάος, το μηδέν, το τίποτα, αυτό που υπάρχει μόνο επειδή σκέπτεσαι.

Μια σκέψη θα μπορούσε να τους αφανίσει. Κι όμως αυτή η σκέψη δεν μπορεί να γίνει. Τι την κρατάει; Ο φόβος πως θα σταματήσουν να σκέπτονται και θα πάψεις να υπάρχεις!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*

Η αλογόμυγα του Σωκράτη

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ένας από τους γοητευτικότερους χαρακτήρες των πλατωνικών διαλόγων βρίσκεται στον Γοργία. Πρόκειται φυσικά για τον προκλητικό και αιρετικό Καλλικλή. Η πιο επιφανειακή ανάγνωση του Καλλικλή θα του απέδιδε απλώς μια πρόθεση απολογητικής της εκάστοτε εξουσιαστικής αρχής. Μια δεύτερη, προσεκτικότερη ανάγνωση θα έθετε γρήγορα εν αμφιβόλω την θεώρηση του Καλλικλή ως ενός απλού φερεφώνου της εξουσίας. Από τη στιγμή που ο ίδιος αποδέχεται ότι όσοι κρατούν τα ηνία μιας πολιτικής οντότητας ενδέχεται κάλλιστα να πάσχουν από μια φυσική κατωτερότητα, τότε αυτόματα ανοίγεται ο δρόμος για τη διάσταση μεταξύ (ανθρώπινου) νόμου και φύσης. Κι αν ο νόμος είναι αυτός που κυριαρχεί στην κοινωνική ζωή, αυτό σημαίνει ότι η φύση δρα κατά κανόνα από το παρασκήνιο, αναζητώντας την ευκαιρία να διεκδικήσει ό,τι της ανήκει. Έτσι εδώ ανακύπτει μια πιο νιτσεϊκή εκδοχή του Καλλικλή: οι κατέχοντες την εξουσία διακατέχονται από δουλικά ένστικτα και για αυτόν ακριβώς τον λόγο φροντίζουν να διασφαλίζουν την πλεονεκτική τους θέση με το να οχυρώνονται πίσω από τον νόμο και τις τετριμμένες ηθικές συμβάσεις.

Η διάκριση ανάμεσα σε νόμο και φύση δεν είναι όμως τόσο σαφής όσο θα απαιτούσε μια συνεπής νιτσεϊκή ερμηνεία. Όπως ο ίδιος ο Καλλικλής αναφέρει, μια έννοια (φυσικού) δικαίου μπορεί να ανευρεθεί ακόμα και στα ζώα. Αν όμως το (όποιο) δίκαιο βρίσκει εφαρμογή τόσο επί των ανθρώπων όσο και επί των ζωικών πλασμάτων, τότε ποιο ακριβώς είναι το όριο που διαχωρίζει τον νόμο από τη φύση; Μια δυνατή απάντηση θα ήταν να ταυτιστεί ο νόμος με το άδικο. Κάθε δίκαιο άξιο του ονόματός του (οφείλει να) πηγάζει από μια φυσική μήτρα, ενώ κάθε θετικό δίκαιο δεν μπορεί παρά να μολύνει και να παραμορφώνει το φυσικό δίκαιο. Η ιδανική πολιτεία θα ήταν αυτή που θα επέτρεπε στις δυνάμεις της φύσης να ακολουθούν το δρόμο τους, απαλλαγμένες από τα βαρίδια και τα χαλινάρια των συμβατικών νόμων. Στην ακραία της εκδοχή, αυτή η λύση δεν επιλύει βέβαια και πολλά, αναδιατυπώνοντας απλώς το πρόβλημα. Αν μια «επιστροφή στη φύση» είναι το ζητούμενο για μια πολιτεία, τότε σε τι ακριβώς διαφέρει μια πολιτική οντότητα από μια ζωική ορδή; Το κάλεσμα επιστροφής στη φύση οδηγεί αναγκαστικά στην αυτοαναίρεση κάθε έννοιας του πολιτικού, χειρονομία που είναι ωστόσο αδιανόητη για τον Καλλικλή, εφόσον για τον ίδιο η ικανότητα διαχείρισης των πολιτικών πραγμάτων συνιστά τον κατεξοχήν ορισμό της ευφυΐας. (περισσότερα…)

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ιστορητής και βάρδος

*

Προδημοσίευση από τον τόμο Ιστορητής και βάρδος. Ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1979), Εισαγωγή-Ανθολόγηση Κώστας Κουτσουρέλης, που κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος στη σειρά «Δύο Αιώνες Ελληνικής Ποίησης».

«Ο Βαλαωρίτης δεν είναι λυρικός», προειδοποιεί τον αναγνώστη ο Κωστής Παλαμάς – ίσως για να τον προφυλάξει από την διαδεδομένη ήδη στον καιρό του παρεξήγηση ότι η ποίηση ταυτίζεται με το λυρικό της γένος. Ωστόσο δεν έχει εντελώς δίκιο. Το μέγιστο μέρος του έργου του Βαλαωρίτη το αποτελούν ασφαλώς τα αφηγηματικά του ποιήματα. Όμως ο Βαλαωρίτης είναι κάτι παραπάνω από ιστορητής, από εικονογράφος των μακραίωνων εθνικών παθών, για να θυμίσω μια από τις σημασίες της λέξης. Είναι βάρδος με το πλατύ περιεχόμενο που προσέδιδε στον όρο ο 19ος αιώνας, ποιητής δηλαδή που συνδέει οργανικά και αναπόσπαστα τον επικό με τον λυρικό και τον ελεγειακό τόνο. Παρότι ποιοτικά σημαντική, ποσοτικά αυτή του η πλευρά είναι αφανέστερη. Οι λυρικές στιγμές του συχνά είναι κρυμμένες σε εκτενέστερα έργα του, λειτουργούν ως πρελούδια ή ιντερμέδια τα οποία παρενείρονται στην αφήγηση και ρυθμίζουν τη ροή της. Στην Κυρά Φροσύνη, για παράδειγμα, βλέπουμε τον ποιητή να περιγράφει λυρικότατα την Λίμνη των Ιωαννίνων.

Κρυφά το γλυκοχάραμα προβαίνει από τον Πίνδο
ραντίζοντας με τη δροσιά το κάθε πάτημά του.
Κοιμάται η λίμνη ατάραχη, και στου γιαλού την άκρη
ακούεται γλυκά γλυκά λίγος αφρός να παίζει,
σαν ήσυχος ανασασμός μικρού παιδιού στον ύπνο.

Κύριο γνώρισμά του βαλαωριτικού λυρισμού είναι η βαθιά τρυφερότητα:

Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.

(περισσότερα…)

Αντιδοκίμιο

*

του Αλέξανδρου Σάντο Τιχομίρ

Αν μεταχειριζόμαστε το πρώτο πληθυντικό στα δοκίμιά μας, αυτήν την επίφαση αντικειμενικότητας, είναι γιατί θέλουμε να υπονομεύσουμε την αντικειμενικότητα, όπως εννοείται στις μέρες μας, να τη σαμποτάρουμε για να αποδείξουμε ότι το εγώ μπορεί να πει αλήθειες· ότι στην πραγματικότητα το εμείς δεν είναι παρά η προσπάθεια να πείσουμε τους άλλους, ή καλύτερα να πειστούμε: να μετατρέψουμε σε γνώση αυτό που απλώς πιστεύουμε, όταν παρά το γεγονός ότι στέκεται μπροστά στα μάτια μας, θέλουμε να το αγγίξουμε για να βεβαιωθούμε, σάμπως η αφή (εδώ μεταφορικά η γνώση) να μην είναι άλλη μία αίσθηση που μπορεί να μας απατήσει. Όμως αυτό σημαίνει πληθυντικός: δύο αισθήσεις (όραση και αφή), συνεπώς βεβαιότητα. Ύστερα υπάρχει ανάγκη για τρεις: η αμφιβολία, βλέπετε… Αλλά ο «γνωστικός άνθρωπος» δεν σταματάει εκεί: ακόμη και όταν θα αγκαλιάσει ολόκληρη την αλήθεια, θα αμφιβάλλει για την ύπαρξή της: ένας Ιβάν Καραμάζωφ, ένας άνθρωπος καταραμένος να απομακρύνεται από την αλήθεια, καθώς προσπαθεί εναγωνίως να την πλησιάσει με τη λογική, που όχι μόνο μοιράζεται με τις αισθήσεις την περατότητα, αλλά και την ίδια δομή, εκείνη του στροβίλου που σε αρπάζει και σε τσακίζει μέσα στην τροχιά των δυνάμεών του. (περισσότερα…)

Σκέψεις για τη σωτηρία της νεότητας

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ι. Ο ώριμος άνθρωπος οφείλει –πριν πεθάνει– να ξοδέψει όλα τα αποθέματα που διαθέτει. Και σωματικά και ψυχικά. Αν είναι δυνατόν, να μην αφήσει στον Χάρο τίποτε άλλο παρά μόνο ένα πέτσινο σακί γεμάτο με θρυμματισμένα κόκκαλα. Οι δεξαμενές αυτών των αποθεμάτων όμως πλάθονται και γεμίζουν όταν μέσα τους καταλήγουν τα πλουσιοπάροχα νερά της νεότητας. Άρα είναι ένα μέγεθος που καθορίζεται νωρίς στη ζωή του ανθρώπου. Τα ύδατα αυτά, αν και έχουν τη δυνατότητα να είναι χειμαρρώδη και γεμάτα με εύφορη ύλη, δεν σημαίνει ότι θα είναι και τέτοια. Ούτε σημαίνει ότι όλοι μας θα μπορέσουμε να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο πλησμονής. Χρειάζεται μέριμνα από νωρίς.

ΙΙ. Εκπαιδεύεται μια γενιά χωρίς πραγματικές εμπειρίες. Μια γενιά ανθρώπων που δεν έχουν επαφή με την αληθινή ζωή. Μια ολόκληρη στρατιά ανθρώπων που τους βιάζουν καθημερινώς στο να καλουπωθούν μέσα σε μια αλλοπρόσαλλη πνευματική αναπηρία, να εισέλθουν σ’ ένα αχυρένιο και παντελώς μέτριο πνευματικό προλεταριάτο, ενώ ταυτόχρονα τους παραμυθιάζουν για ελευθερίες, δικαιώματα και ευκαιρίες. Ο βιασμός εδώ έχει τη διττή σημασία της λέξης: είναι και βίαιος και βιαστικός (γρήγορος). Και στην τελική φάση του σχεδίου του πάντα άγαρμπος και με προφάσεις εν αμαρτίαις που θα ζήλευε ακόμα κι ο Προκρούστης. Έτσι, τα φρεάτια της σημερινής νεότητας κατασκευάζονται ρηχά διατρέχοντας τον άμεσο κίνδυνο να στερεύουν γρήγορα και να παραμένουν κατά την ενηλικίωση μόνο με τις κροκάλες του πάτου τους. Ή, έστω, μισογεμίζουν με ένα νερό γλυφό και παράξενο. Με νερό που αντί να σε ξεδιψά και να σε ξεκουράζει, περισσότερο σε συγχύζει, αφήνοντας σου ταυτόχρονα μια αίσθηση πίσσας στον ουρανίσκο, λες και έκανες πορείες μέσα στην έρημο κραδαίνοντας ένα άδειο παγούρι. (περισσότερα…)

Στο περιθώριο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Θα το έχετε ασφαλώς καταλάβει ότι δεν είμαι φιλόδοξος και ότι δεν περιμένω από το κοινό να κατανοήσει την μουσική μου με την πρώτη κιόλας ακρόαση. Θα ήμουν ευχαριστημένος αν με την δέκατη πέμπτη ακρόαση έπαυε απλώς να την απεχθάνεται». Γραμμένη στα 1937 σε ιδιωτική του επιστολή, η φράση αυτή του συνθέτη Άρνολντ Σαίνμπεργκ, εμπνευστή και σημαιοφόρου του μουσικού μοντερνισμού, δεν ομολογεί παρά κάτι γνωστό. Το τεράστιο χάσμα που χωρίζει τις προτιμήσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των ακροατών της λόγιας μουσικής από το τεχνοτροπικό ιδίωμα που εκείνος εγκαινίασε.

Ήδη στα 1924, ο ιδιοφυέστερος μαθητής του Σαίνμπεργκ, Άλμπαν Μπεργκ, είχε δοκιμάσει να ερμηνεύσει το φαινόμενο. Στο κλασικό δοκίμιό του «Γιατί η μουσική του Σαίνμπεργκ είναι τόσο δυσνόητη;» εντόπιζε το πρόσκομμα σε ένα στοιχείο ενδιάθετο στο έργο του δασκάλου του: στην δομική ασυμμετρία των φράσεων και των περιόδων που το διέπουν. Η αυτοπεριγραφή του ίδιου του Σαίνμπεργκ είναι και εδώ διαφωτιστική:

«Τα θέματά μου ποικίλλουν διαρκώς, δεν καταφεύγω σχεδόν ποτέ σε απαράλλακτες επαναλήψεις, κάνω αιφνίδια άλματα στα πλέον απομακρυσμένα εξελικτικά στάδια της σύνθεσης και προσδοκώ από τον πεπαιδευμένο ακροατή να είναι σε θέση να βρει από μόνος του τις ενδιάμεσες μεταβάσεις.» (περισσότερα…)