Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ιστορητής και βάρδος

*

Προδημοσίευση από τον τόμο Ιστορητής και βάρδος. Ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1979), Εισαγωγή-Ανθολόγηση Κώστας Κουτσουρέλης, που κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος στη σειρά «Δύο Αιώνες Ελληνικής Ποίησης».

«Ο Βαλαωρίτης δεν είναι λυρικός», προειδοποιεί τον αναγνώστη ο Κωστής Παλαμάς – ίσως για να τον προφυλάξει από την διαδεδομένη ήδη στον καιρό του παρεξήγηση ότι η ποίηση ταυτίζεται με το λυρικό της γένος. Ωστόσο δεν έχει εντελώς δίκιο. Το μέγιστο μέρος του έργου του Βαλαωρίτη το αποτελούν ασφαλώς τα αφηγηματικά του ποιήματα. Όμως ο Βαλαωρίτης είναι κάτι παραπάνω από ιστορητής, από εικονογράφος των μακραίωνων εθνικών παθών, για να θυμίσω μια από τις σημασίες της λέξης. Είναι βάρδος με το πλατύ περιεχόμενο που προσέδιδε στον όρο ο 19ος αιώνας, ποιητής δηλαδή που συνδέει οργανικά και αναπόσπαστα τον επικό με τον λυρικό και τον ελεγειακό τόνο. Παρότι ποιοτικά σημαντική, ποσοτικά αυτή του η πλευρά είναι αφανέστερη. Οι λυρικές στιγμές του συχνά είναι κρυμμένες σε εκτενέστερα έργα του, λειτουργούν ως πρελούδια ή ιντερμέδια τα οποία παρενείρονται στην αφήγηση και ρυθμίζουν τη ροή της. Στην Κυρά Φροσύνη, για παράδειγμα, βλέπουμε τον ποιητή να περιγράφει λυρικότατα την Λίμνη των Ιωαννίνων.

Κρυφά το γλυκοχάραμα προβαίνει από τον Πίνδο
ραντίζοντας με τη δροσιά το κάθε πάτημά του.
Κοιμάται η λίμνη ατάραχη, και στου γιαλού την άκρη
ακούεται γλυκά γλυκά λίγος αφρός να παίζει,
σαν ήσυχος ανασασμός μικρού παιδιού στον ύπνο.

Κύριο γνώρισμά του βαλαωριτικού λυρισμού είναι η βαθιά τρυφερότητα:

Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.

Ο λυρικός Βαλαωρίτης ποθεί τη γαλήνη και την αρμονία, οραματίζεται μια αιθρία όπου οι κίνδυνοι απέλειπαν, όπου και τα θηρία ακόμη έχουν εξουδετερωθεί.

Καλός καιρός οπού ’τανε! Το ’χα κρυφό καμάρι
να μη με σκιάζει η ομορφιά και δίχως χαλινάρι
να τρέχω θάλασσα και γη. Έβλεπα τον πετρίτη,
αντί να βάφει στη σφαγή τη σιδερένια μύτη,
να ξεψυχάει μες στη φωλιά. Και τη μονομερίδα
ανέλπιστα την είδα
αγκαλιασμένη ερωτικά στα χόρτα με το ταίρι
να μη θυμάται τον οσκρό, γλυκιά σαν περιστέρι.

Κάποτε μας ξαφνιάζει με μια λεπταίσθητη παρατήρηση:

Κι ήτανε τόσο η θάλασσα βαθιά αποκοιμισμένη,
που ’βλεπες μες στα βάθη της ανάποδα χτισμένη
την όμορφην ακρογιαλιά, τα σπίτια, το ξωκλήσι.
τον πύργο τον απάτητο, τη μαρμαρένια βρύση.

Όμως ο καλύτερος λυρικός Βαλαωρίτης βρίσκεται ίσως στους όψιμους γνωμικούς στίχους του. Κάποτε, πρόκειται για αποσπάσματα ανολοκλήρωτων ποιημάτων. Εδώ, γυμνωμένη από το αφηγηματικό της ντύμα, μ’ έναν τρόπο που έχει μια αναλογία με τα φραγκμέντα του Σολωμού, η ποίησή του αντιμετράται με την τραγική αντιφατικότητα της ζωής.

Μέσα στου κόσμου τη γλυκιά, την άφθαρτη αρμονία,
ποιά θέληση και ποιά καρδιά, ποιά παντοδυναμία
εσύμπλεξ’, εζευγάρωσε το σφύριγμα τ’ αστρίτη,
του καταρράχτη τη βοή, του λύκου, του πετρίτη,
και τ’ αϊτού το ρυάσιμο, με το γλυκό τραγούδι,
που χύνει απ’ τα στήθια του το μαύρο στεφανούδι;

Το ιδεώδες που προβάλλει δεν είναι πλέον δημόσιο, αλλά το αντίθετό του, το αποτράβηγμα από την τύρβη του κόσμου:

Φυτρώνει έν’ αγριολούλουδο στου βράχου τη λειψάδα
και ζει με λίγη καταχνιά, με λίγην αντηλιάδα.
Δεν το είδε μάτι φθονερό. Στη σχισματιά κρυμμένο
τη μοναξιά του χαίρεται, τ’ αρέσει να ’ναι ξένο.

Επανειλημμένα συναντούμε σ’ αυτούς τους στίχους το αίτημα της καταλλαγής, της συμφιλίωσης των αντιθέτων μέσα στο ατέρμονο κοσμικό δράμα.

Τα δένδρα είν’ ανθοστόλιστα… παντού χαρά κι ελπίδα,
σφιχταγκαλιάζεται η οχιά με τη μονομερίδα

~ . ~

Πώς συνταιριάζεται όμως αυτός ο συχνά χαμηλόφωνος, μύχιος, συμπονετικός ποιητής, όπως τον φανερώνουν τα λυρικά του έργα, με τον επικό, το βροντόλαλο, τον στομφώδη, όπως μας λένε, Βαλαωρίτη; Υπάρχει κρίκος συνδετικός ανάμεσα στα δύο αυτά διακριτά κομμάτια του έργου του;

Προφανώς, κρίκος εδώ είναι η ίδια η ανθρώπινη ζωή. Οι διαφορετικές φωνές της ποίησης δεν είναι παρά εκφράσεις των διαφορετικών όψεων της ανθρώπινης κατάστασης, θεμελιώδεις θυμικές διαθέσεις δηλαδή που η τέχνη έρχεται και τις κρυσταλλώνει σε αισθητικές μορφές. Το ηρωικό ύφος δεν αντίκειται στο ελεγειακό, η μεγαλοφροσύνη δεν καταργεί την αισθαντικότητα, η εξωστρέφεια δεν εξανεμίζει «το μέσα πλούτος» της εσωτερικότητας. Τέτοιες κριτικές προλήψεις, από αυτές που κόμισε στη λογοτεχνία η στροφή προς τον υποκειμενισμό των τελευταίων δεκαετιών, η ιδέα δηλαδή ότι κάθε ποιητής οφείλει να μονοκαλλιεργεί το εντελώς δικό του απαραγνώριστο ιδίωμα και να απέχει από τους κοινολεκτούμενους τρόπους, δεν προσφέρονται για να προσεγγίσουμε την ποίηση μιας άλλης, εντελώς διαφορετικής εποχής.

Ωστόσο, πέραν αυτής της γενικής παρατήρησης, υπάρχει πράγματι στον Βαλαωρίτη ένας δεσμός εσωτερικός που συνέχει αυτές τις δύο πλευρές του: ο θάνατος. Ήδη ο νεαρός ποιητής μοιάζει γοητευμένος από το είδωλο του θανάτου. Με ένα μότο του Βερανζέρου ξεκινά ένα από τα ποιήματα της πρώτης (και πρωτόλειας εντελώς) συλλογής που ο 23χρονος ποιητής δημοσιεύει στα 1847: La mort est un doux oreiller. «Απαλόν είναι του τάφου προσκεφάλαιον η πέτρα», παραφράζει. Και η πρώτη κατασταλαγμένη του συλλογή, ήδη από τον τίτλο μάς προϊδεάζει: Μνημόσυνα. Το ποίημα με το οποίο ξεκινά, η «Νεκρική ωδή», στέκει στην αρχή μιας μακράς σειράς από επιταφίους.

Η ποίηση του Βαλαωρίτη είναι σπαρμένη νεκρούς. Αλλά δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια ακόμη εκδήλωση ρομαντικής θανατοφιλίας, μ’ ένα καπρίτσιο στερεότυπο του ποιητικού 19ου αιώνα. Εδώ η τέχνη συμπορεύεται με τη ζωή. Μίλησα ήδη για τις απώλειες που σημάδεψαν τη ζωή του Βαλαωρίτη, ιδίως για τον χαμό της πρωτοθυγατέρας του. Όπως ο πρόωρα χαμένος Άλκης στην ποίηση του Παλαμά, για την παρουσία του οποίου μας μίλησε με τόση ευαισθησία ο Ηλίας Λάγιος, έτσι και η σκιά της Μαρίας πλανιέται σε όλο το έργο του Βαλαωρίτη, όχι μόνο στο ποίημα που της αφιερώνει αμέσως μετά τον θάνατο της. Είναι η ανοιχτή πληγή από την οποία αρδεύονται όχι μόνο τα πολυάριθμα μνημόσυνα που έγραψε αλλά και η λοιπή του ποίηση. Μερικοί από τους ωραιότερους στίχους του, από τους ωραιότερους στίχους του ελληνικού 19ου αιώνα, έχουν τη βιωματική τους ρίζα εδώ.

Πόθος κανείς, ούτ’ όνειρα… Δε νείρεται η ψυχή μας
παρά καθάριους ουρανούς, αστροφεγγιές και κύματα
χωρίς αφρούς να ξεψυχούν σε περιγιάλια μνήματα!
Καθώς η νεκροθάλασσα κι η άκαρπ’ η ζωή μας
έχει βουβό παραδαρμό… Για μια στιγμή φουσκώνει,
ξερνά τα φύκη τα νεκρά κι ύστερα μαρμαρώνει.

Την Μαρία θρηνεί ο Βαλαωρίτης στον πρόλογο της Κυρά Φροσύνης, που απευθύνει στην Ελοϊσία, τη γυναίκα του (τῃ φίλῃ συνεύνῳ):

Ψυχή μου, τώρα επέρασε χρόνος πολύς κι ακόμα
μου φαίνεται πως την θωρώ. Ανάμεσ’ από τ’ άνθη
σαν άνθος, έλεγα κι εγώ, μια μέρα θα βλαστήσει…
Χίλιες φορές επέρασα κι εκοίταξα στο χώμα
μην εξεφύτρωσε για με, για σέν’ ένα λουλούδι.

Τη Μαρία και τ’ άλλα του χαμένα παιδιά υπονοεί στο ποίημα που αφιερώνει στο αγαπημένο του πουλί, τον καλογιάννο, ποίημα παράδοξο όπως είπαμε, που ξεκινά ως ύμνος στην χαρά και καταλήγει κι αυτός, επιτάφιος θρήνος. Τέλος τη Μαρία θυμάται στους στίχους που απευθύνει στον φίλο του και ομότεχνο Αχιλλέα Παράσχο, στίχους που περικλείουν από κοινού την αυτοβιογραφία του και την ποιητική του.

Μια νύχτα στην αστροφεγγιά, πὄπαιζα μοναχό μου
μ’ ένα λουλούδι δροσερό και τὄδειχνα στ’ αστέρια
με περηφάνια απόκρυφη, πλακώνει στο πλευρό μου
βουβός ο Χάρος, κι άσπλαχνα μου τ’ άρπαξε από τα χέρια…
Μου το ’κρυψε βαθιά στη γη… μ’ εφύτεψε σιμά του…
μ’ έκανε νυχτολούλουδο, μ’ έκαμε κυπαρίσσι…
Ολόγυρά μου εσκόρπισε τα νεκρολίβανά του
και μ’ εζευγάρωσε σκληρά μ’ ένα του ρημοκλήσι…
Δε βλέπεις πώς μαραίνομαι στου Χάρου μου τ’ αγώγι
και πώς κάθε μου λάλημα γίνεται μοιρολόγι;…

Τέτοια είναι πράγματι η ποίηση του Βαλαωρίτη: ένας τόπος όπου η ευδαιμονία οδηγεί αναπότρεπτα στο πένθος, όπου το τραγούδι γίνεται θρήνος. Για τον ποιητή του Φωτεινού, η συνύπαρξη, η σφιχτοπλεγμένη παρουσία του χάρου και της χαράς είναι το μεγαλύτερο αίνιγμά της ζωής:

Και ποιός, και ποιός επρόσταξε, μέσα σ’ αυτήν την πλάση
να συναντιέται αδελφικά, χωρίς να τη χαλάσει,
το περιστέρι κι ο σκορπιός, ο χαμαιλιός κι ο κρίνος,
φιλί και ψυχομάχημα, χαμόγελο και θρήνος;…

Δεν είναι παράδοξο λοιπόν ότι επιστρέφει τόσες και τόσες φορές στην ελεγειογραφία. Όμως μνημόσυνα δεν είναι μόνο τα λυρικά ποιήματα του Βαλαωρίτη τα αφιερωμένα στους αγαπημένους οικείους. Το ίδιο ισχύει και για πολλά από τα αφηγήματα του ποιητή. Μόνο που εδώ ο θάνατος παύει να είναι ιδιωτικός. Γίνεται δημόσιον σήμα, μνημείο ηρωϊκό. Ποίημα επιτάφιο είναι στην ουσία ο Αστραπόγιαννος. Ποίημα επιτάφιο είναι το ποίημα για τον Θύμιο Βλαχάβα, παραλλαγή του ίδιου μοτίβου, της αποτετμημένης κεφαλής. Ποίημα επιτάφιο είναι το περίφημο εκείνο για τον Γρηγόριο Ε΄. Ποίημα επιτάφιο είναι, μέλλοντος νεκρού, το υπέροχο τέταρτο άσμα του Αθανάση Διάκου, γενικό προσκλητήριο των νεκρών μαρτύρων του έθνους.

Χιλιάδες ήρθανε μεμιάς τριγύρω στο Θανάση
ψυχές μεγαλοδύναμες από τον άλλον κόσμο
με τα παλιά τους βάσανα, με την παλικαριά τους,
και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν.
Στη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμένες,
απλώνουν τα φτερούγια τους κι επάνωθέ του ανοίγουν
βαθύν απέραντο ουρανό και του τον αστερώνουν
μ’ αθάνατες ενθύμησες, μοσχοβολιές του τάφου.

Από τους επικούς στίχους του Βαλαωρίτη δεν λείπει το στοιχείο της αποκρουστικότητας. Χαρακτηριστικό είναι το αποτρόπαιο 33ο Άσμα της δαντικής Κόλασης που επιλέγει να μεταφράσει αλλά και η παράλληλη αποστροφή του για το ανιαρό Πουργατόριο. («Θα προετίμων να πίω καλύτερα δεν ηξεύρω ποίον αηδέστατον φάρμακον, παρά να καταδικασθώ εις την ανάγνωσιν του “Καθαρτηρίου”»). Οι εικόνες της βίας στα ποιήματά του είναι συχνά εξπρεσσιονιστικές στην ωμότητά τους, θυμίζουν τις σφαγές στο ομηρικό πεδίο της μάχης ή τις νεκροτομικές περιγραφές ενός Γκόττφρηντ Μπεν. Η σκηνή όπου ο γύφτος αποκεφαλίζει το κουφάρι του Βλαχάβα και επιδεικνύει το κεφάλι του είναι ανατριχιαστική για τον ρεαλισμό της:

Έβγαλε το μαχαίρι του, το λάρυγγα χαράζει
κι αφού περνά τα δάχτυλα μες στην τομή που χάσκει,
ανασηκώνει τεχνικά το φοβερό κεφάλι,
και με δυο γύρους πὄδωκε στο κοφτερό λεπίδι,
το χώρισε, το σήκωσε, το δείχνει…

Όμως πλάι σ’ αυτά υπάρχει στον Βαλαωρίτη και ένα αίσθημα βαθύ φιλαλληλίας προς τους νεκρούς, μια ακατάβλητη στοργή απέναντι στο άζωο, άπνοο ανθρώπινο σώμα – όπως στους συγκινητικούς στίχους όπου ο Λαμπέτης φροντίζει το κεφάλι του χαμένου του ψυχοπατέρα.

Μ’ ανατριχίλα το θωρεί. Στα χόρτα το καθίζει,
παίρνει στη φούχτα του νερό, το νίβει, το χτενίζει· […]

Κόβει βλαστάρια τρυφερά, τη φτέρη ξεφυλλίζει,
παίρνει ένα κρίθινο ψωμί, στη μέση το χωρίζει
και τη μια σφήνα από τες δυο τη δίνει στο κεφάλι
κι αυτός κρατεί την άλλη.

Στην στοργή του Βαλαωρίτη προς τους νεκρούς, οικείους προσφιλείς και απόμακρους ήρωες, μπορεί κανείς να παραβάλλει την απέραντη τρυφερότητά του για τα παιδιά. Το παιδί το έκθετο στη φτώχεια και στις κακουχίες είναι στα μάτια του η μέγιστη αδικία.

Είν’ αύριο Πρωτομαγιά, θα σηκωθούν πριν φέξει,
σα χιλιδόνια απ’ τη φωλιά θ’ αφήσουν το κρεβάτι
και με τραγούδια, με χαρές, καθένα τους θα τρέξει
να στολιστεί με λούλουδα, να πιει στο νεροκράτη.
 
Για σε δεν έρχετ’ άνοιξη! Φτωχά, τυραγνισμένα
θα τρως τα νιότα σου μ’ εμέ γειρμένο στα πεζούλια
κι ονείρατα στον ύπνο σου μελανοφορεμένα
θα βλέπεις νυχτοπούλια.

Με ανάλογο τρόπο ο ποιητής παρατηρεί τα πλάσματα της φύσης. Και εδώ είναι τα αδύναμα, τα παραμελημένα που τραβούν την στοργή του: το αγριολούλουδο, το πεσμένο δέντρο, το φτωχό πουλί. Εκεί που ο Κρυστάλλης, λ.χ., υψώνει σε σύμβολό του ποιητικό τον σταυραϊτό, τον αγέρωχο βασιλιά των αιθέρων που έχει στα βουνά την πατρίδα του, ο Λευκαδίτης περιγελά τη βίαιη και άφιλη εξουσία του. Και προτιμά τον άσημο και άδοξο καλογιάννο που «πατρίδα δεν έχει».

Δεν σε ζηλεύω σταυραϊτέ! Του πριναριού μου η μάζα
αξίζει την κορόνα σου και τα χρυσά τσαπράζα.
Δεν ανεβαίνω σαν εσέ και σαν εσέ δεν πέφτω
στην αρπαγή, στο σκοτωμό, κι άλλο ποτέ δεν κλέφτω
παρά με το τραγούδι μου καμιά καρδιά καμένη.
Εσέ σε βάφουν αίματα, εμέ η δροσιά με πλένει.

Αυτός ο ελεγειακός, ο αντιηρωϊκός, ο αναπάντεχος Βαλαωρίτης ακόμη αναζητεί την αποτύπωσή του στο δημόσιο πορτραίτο που του έχουμε φιλοτεχνήσει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*

Advertisement