ΝΠ | Δοκίμια

Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα

*

Μετά από τρεις ποιητικές συλλογές, Κιννάβαρι, Άγρα 2009, Δράκων κατήλθες, Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ 2013, Έρεβος ή το άλλο φως, Εκδόσεις του Φοίνικα 2020, ο Χρήστος Μαρκίδης επανέρχεται στα εικαστικά δρώμενα με μια έκθεση 32 επιλεγμένων σχεδίων της τελευταίας δεκαετίας (μολύβια, κάρβουνα, μελάνια, παστέλ) στην Gallery 7 (Σόλωνος 20 & Βουκουρεστίου, Αθήνα από 13 Σεπτεμβρίου έως 1 Οκτωβρίου 2022) και παράλληλα με το βιβλίο των στοχαστικών δοκιμίων του Κατάματα σε 3η συμπληρωμένη έκδοση από τον Αρμό. Από το βιβλίο αυτό προδημοσιεύουμε τρία μικροδοκίμια.

http://markidis54.blogspot.com

 

~.~

 

ΠΡΟΣ ΕΩ

Αναρωτιέμαι καμιά φορά για το αβέβαιο παρόν της ζωγραφικής. Άλλοτε θεωρώ ότι η αρχέγονη τέχνη μας διαθέτει ακόμη τόλμη και αρετή, άλλοτε ότι ο καιρός την έχει προ πολλού προσπεράσει. Το ζωηφόρο μήνυ­μα του μοντερνισμού, όπου ακαδημαϊσμοί και συμβά­σεις αιώνων εξανεμίστηκαν απέναντι στην εσωτερική ανάγκη για ελευθερία και οικουμενικότητα -πρώτη φορά η νεότερη ευρωπαϊκή τέχνη διαλογίστηκε ου­σιαστικά στο πνεύμα της Ανατολής- δεν γονιμοποιεί πλέον τον νοητό κόσμο· μύρια υποκατάστατα ηχούν και σκάφανδρο στα καθ’ ημάς Επιφάνια.

Το δωρικό απαραίτητο, όπως το διατύπωσε ένας από τους πατέρες της αισθητικής επανάστασης ο Ζωρζ Μπρακ, Η αλήθεια δεν έχει αντίθετο,1 έπαψε σχεδόν οριστικά να ισχύει. Το ιλιγγιώδες αίσθημα ενός πορτρέτου του Φαγιούμ, ενός στίχου του Ρωμα­νού, μιας μουσικής φράσης του Χαίντελ, έστω μιας στροφής του Ρίλκε και του Σεφέρη ή ό,τι απέμεινε να μας θυμίζει την καταγωγική φύση και θέση του ζω­ντανού λόγου, μοιάζουν απολιθώματα ενός μακρινού παρελθόντος. Ξεχνούμε πως διαχρονικά όλα τούτα μετεωρίζονται έμπλεα νοημάτων, προσμένοντας από εμάς νέα θεώρηση του απολύτου, νέα κατανόηση έναντι του μυστηρίου, νέα παραμυθητική υποθήκη στο μέλλον. Όταν τα μέσα έχουν χάσει το στόχο, πρέ­πει να επανέλθει κανείς στις ουσιαστικές αρχές που δημιούργησαν την ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι οι αρχές παίρνουν ζωή και ξαναδίνουν ζωή.2 Ξέρω ότι τότε που ειπώθηκαν αυτά τα λόγια, οι συνθήκες ήταν το ίδιο στεγνές. Πεντακόσια χρόνια δυτικής ρασιοναλι­στικής σχιζοφρένειας ήρθαν μέσα σε τρεις δεκαετίες ανάποδα, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον ασκό του Αι­όλου σ’ αυτό που σήμερα δεν μας αρκεί· έπαψε προ πολλού να τέμνει και να ορίζει. Ωστόσο οι ανανεωτές του κινήματος διέβλεψαν με περισσή ενάργεια την εξακολουθητική έκπτωση που απειλούσε, απειλεί και θα απειλεί τον αδιάκοπο πολιτισμό της συνείδησης: η ελευθερία δεν θα έχει αξία, παρά μόνον αν μπει στο δρόμο μιας παράδοσης. Παράδοση δεν σημαίνει συ­νήθεια.3 Ανακαινίζοντας εκ βαθέων το σύνολο των μορφών, οι δάσκαλοι του περασμένου αιώνα σεβά­στηκαν ολοκληρωτικά τις α ρ χ έ ς· να το μεγάλο παράδοξο! Ο μοντερνισμός ορθώνεται ως η έσχατη αναλαμπή της οικουμενικής ουτοπίας στην τέχνη. Κι εμείς οι κατοπινοί -του παγκοσμιοποιημένου πια τό­που- συλλέκτες της αγωνίας όσων ορυκτών μάς από­μειναν. (περισσότερα…)

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Εν ονόματι του Αλλάχ

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Με αφορμή την πρόσφατη δολοφονική επιθέση κατά του συγγραφέα Σαλμάν Ρουσντί στη Νέα Υόρκη, αναδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το πολύκροτο δοκίμιo Versuch über den radikalen Verlierer του Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, γραμμένο το 2005 για λογαριασμό του περιοδικού Spiegel. Το πλήρες κείμενο, σε μετάφραση Χρήστου Αστερίου, εδώ.

Κατά μια έννοια οι Ισλαμιστές είναι κι αυτοί πολίτες του 21ου αιώνα. Στην διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους μάλιστα πολύ πιο εξελιγμένοι από τους προκατόχους τους. Βεβαίως και οι παλαιότεροι διάκονοι τού τρόμου ασκούσαν μια προπαγάνδα που είχε ως βάση της την ίδια την πράξη τής τρομοκρατίας. Εν τούτοις δεν είχαν καταφέρει να βρίσκονται στο κέντρο τού παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως σήμερα η νεφελώδης ομάδα της Αλ Κάιντα. Έχοντας μελετήσει καλά τους κανόνες της τηλεόρασης, τις δυνατότητες των κομπιούτερ, το ίντερνετ και την διαφήμιση, η μουσουλμανική τρομοκρατία καταφέρνει να παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο τηλεοπτικής προβολής απ’ ότι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Σκηνοθετεί τις σφαγές σαν φιλομαθής μαθητής τού Χόλλυγουντ, κατά τα πρότυπα των ταινιών καταστροφής, των splatter movies και των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Η εξάρτησή της από την μισητή Δύση είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ξεκάθαρη. Η société du spectacle, όπως την ονόμαζαν κάποτε οι καταστασιακοί φτάνει εδώ στην πραγμάτωσή της. (περισσότερα…)

Calle al Ponte de la Guerra

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

«Η σωστή σειρά είναι καμιά. Το μάτι το τρίγωνο κι ο κύκλος στη μετόπη βρίσκονται σε συμβουλευτική αναλογία. Κάπως υπολογίζονται: η σοφία έχτισε τον οίκο της, κι ούτε ένα λοξό βλέμμα κατά ‘κει. Ένας Αφρικανός πλανόδιος πωλητής ξόανων έχει γείρει στο σκαλί με το κεσάτι του κι ένα εκτόπισμα τρυφηλότητας που δεν αναγνωρίζεται σε άλλη χρονολόγηση πέρα από εκείνη της πείνας και της ανέχειας όταν η μία αλληλοσπαράζεται με την άλλη για να υπάρξει έστω μια δόση νυχτερινού ύπνου από απαύδισμα. Το μόνο πράγμα που έχει διαβάσει στη ζωή του είναι τα ονόματα των ελάχιστων πόλεων που έχει γνωρίσει όταν αναβόσβησαν ή πέρασαν συρμικά στον φωτεινό πίνακα κάποιου σιδηροδρομικού σταθμού. Δεν είναι όμως ένας άτιμος των λέξεων, ξέρει να προφέρει τα ονόματα ορισμένων πόλεων αποδοτικά προς τη σημασία τους, δεν διαθέτει φαντασιοπονίες, γερές δόσεις πηγαίου σκεπτικισμού με ιδρυματικά νύχια και δόντια, που μετατρέπουν κάθε άσκοπη αιτία σε κοινωφελή σκοπό». Αυτό είτε θα μπορούσε να πεταχτεί είτε να παρατεθεί εδώ∙ επέλεξα να κάνω το δεύτερο, έτσι όπως το είδα, σχεδόν ξεθωριασμένο να κείται στο συρταρωτό καπάκι ενός κουτιού από εγγλέζικα τσιγάρα που κάποτε κάπνιζα. (περισσότερα…)

Τηλοψίας εγκώμιον

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Μέσα εκφραστικά στη διάθεσή του ο άνθρωπος είχε ανέκαθεν πάμπολλα. Άλλα φυσικά, προέκταση του σώματός του στον χώρο, και άλλα τεχνητά, μεσολαβημένα από τη σκέψη και την επινοητική φαντασία. Απ’ όλα όμως τα μέσα, όσα αναφάνηκαν στο δρόμο της ιστορίας, ποτέ δεν υπήρξε κάποιο που να δίνει, και να κρίνει ταυτόχρονα, με τόση σαφήνεια, τόση ειλικρίνεια, τέτοια ανελέητη ευθύτητα αυτό το παράδοξο ον που ονομάζουμε άνθρωπο. Το μέσο αυτό είναι η Τηλεόραση.

Δεν εννοώ βέβαια τη λεγόμενη ποιοτική τηλεόραση, δημόσια ή άλλη. Αυτή η λέξη τώρα εικονογραφεί ένα άλλοθι. Εννοώ την άλλη, την στην ουσία μόνη υπαρκτή: την τηλεόραση των ιδιωτικών παθημάτων και των εμπορικών παθών, την τηλεόραση τη φτηνή, τη συμφεροντολόγα, την κατ’ εξοχήν και όντως ούσα τηλεόραση, την trash tv. Μπροστά στο χθαμαλό μεγαλείο της, όλες οι άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, και η πιο επώδυνη τέχνη, και η πιο υψηλόφρων πολιτική, και η πιο μεγάθυμη ιδέα, μοιάζουν με κούκλες άπνοες και φτιασιδωμένες. Κυνηγώντας δήθεν το άπιαστο, απαιτούν ιεραρχίες, σέβονται προσχήματα, προβάλλουν αρχές. Ποθώντας τάχα το βέλτιστο, ψεύδονται κατ’ επάγγελμα, αποκρύπτουν καθ’ έξιν, λιαίνουν, στιλβώνουν, πλαστογραφούν. (περισσότερα…)

Οροσειρές του ελληνικού μυθιστορήματος

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Έχει ταλανίσει για μεγάλο διάστημα τον δημόσιο λόγο το ερώτημα αν υπάρχει ή όχι καλό ελληνικό μυθιστόρημα. Ενώ αντίθετα, όπως παρατήρησε σε προφορική μας συζήτηση ο διευθυντής του Νέου Πλανόδιου, Κώστας Κουτσουρέλης, δεν έχουμε ποτέ αναρωτηθεί για την ποιότητα, το ανάστημα και το εύρος της ελληνικής ποίησης ή του ελληνικού διηγήματος. Θεωρούμε ότι στα δύο αυτά πεδία διαχρονικά διαπρέπουμε, ενώ το ελαττωματικό παιδί της λογοτεχνίας μας φαίνεται να είναι αποκλειστικά και μόνο το μυθιστόρημα.

Οι λόγοι για τους οποίους το ελληνικό μυθιστόρημα μπορεί να υπολείπεται σε σχέση με άλλα ημεδαπά λογοτεχνικά είδη αλλά και σε σχέση με το μυθιστόρημα του εξωτερικού (των δυτικών χωρών) έχουν αναλυθεί διεξοδικά τα τελευταία χρόνια. Συνοπτικά έχουν να κάνουν με τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, την παράδοση, την κοινωνική διαστρωμάτωση, τη διαφορά κλίμακας και μεγεθών, την έλλειψη στήριξης από την Πολιτεία, την αποσυνάγωγη γλώσσα, την πλημμελή τεχνική κατάρτιση κ.α. Η επισήμανση πάντως των παραγόντων που οδηγούν σε μια τέτοια δυσχέρεια δεν φέρνει και αυτόχρημα προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος, το οποίο μάλλον δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο από το να διαιωνίζεται. (περισσότερα…)

Παραλλάξεις του Θουκυδίδη

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

~.~

Υπάρχει μια τάση, αρκετά διαδεδομένη, να διαβάζεται ο Θουκυδίδης σαν να ήταν ένας μακιαβελιστής (με την έννοια του Μπέρναμ) πριν τον καιρό του, περίπου σαν ένας προφήτης του νεωτερικού συντηρητισμού, ένας πρόδρομος του Μόσκα, του Παρέτο, του Μίχελς. Αφορμές για μια τέτοια ανάγνωση σίγουρα δεν λείπουν. Η ερμηνευτική του Θουκυδίδη όμως μπορεί να βγάλει σε άλλες ατραπούς, αν πάρει κανείς το αρνητικό του αποτύπωμα κι επιχειρήσει να διαβάσει τις σιωπές του, να νοηματοδοτήσει τα διάκενα της πυκνής, περιγραφικής και συνθετικής γραφής του. Ο λοιμός στην Αθήνα και η ηθική-κοινωνική κατάρρευση που αυτός επέφερε ερμηνεύονται συχνά ως απόδειξη της νεωτερικής χομπσιανής αντίληψης περί των σχέσεων μεταξύ φύσης και πολιτισμού. Ο πολιτισμός, λοιπόν, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αδιόρατη κρούστα, τα λεπτά νήματα ενός ιστού που μετά βίας παρέχουν μια ελάχιστη συνοχή στην κοινωνική ζωή. Αρκεί μία απειροστή διαταραχή για να επαναφέρει τα ανθρώπινα πλάσματα στην πρωταρχική, ζωώδη τους κατάσταση, να βγάλει στην επιφάνεια την αρχή του homo homini lupus.

Όμως ο Θουκυδίδης δεν γεννήθηκε τον 16ο αιώνα. Δεν κουβαλούσε στις πλάτες του μερικούς αιώνες χριστιανοτραφούς απέχθειας προς τη φύση. Αν μη τι άλλο, οι σοφιστές ήταν αυτοί που τον προετοίμασαν. Και για τους σοφιστές, το δίπολο φύση – νόμος (δηλαδή πολιτισμός, με σημερινή ορολογία) ήταν κατά κανόνα ανάστροφα χρωματισμένο. «Ο νόμος ως πηγή δυστυχίας» θα ήταν μια φράση μάλλον πιο κοντά στο πνεύμα τους. Από αυτή την οπτική γωνία επομένως, ο λοιμός στην Αθήνα δεν σηματοδοτεί κάποια επιστροφή στην κτηνώδη φυσική κατάσταση, αλλά το έσχατο σημείο διαστροφής της φύσης στον οποίο μπορεί να φτάσει ο πολιτισμός. Δεν είναι η φύση που παράγει τον αλληλοσπαραγμό, αλλά ο οργανωμένος πόλεμος, αυτό το «απόγειο» του πολιτισμού. Το να διαβάζει κανείς τα σχετικά χωρία του Θουκυδίδη και να διαβλέπει πίσω τους την Αγγλία του 17ου αιώνα είναι σαν να κάνει περίπατο σ’ ένα παρθένο δάσος γεμάτο τρεχούμενα νερά και να ανασηκώνει τους ώμους ψιθυρίζοντας: «πίσω από αυτά τα δέντρα δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά ατέλειωτες σειρές από καρβουνιασμένους κορμούς να βγάζουν καπνούς». (περισσότερα…)

Η ιδεολογία της αξιοκρατίας και το ασυνείδητό της

*
του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Απ’ όλα τα είδη παιχνιδιών, όσα οριοθετούνται από αυστηρούς κανόνες και διέπονται από τη λογική της ποσοτικοποίησης κατέχουν αναμφίβολα κυρίαρχη θέση στις κατά Καιλλουά λογιστικές κοινωνίες του 20ού και του 21ου αιώνα – σ’ εκείνες τις κοινωνίες δηλαδή που χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα γραφειοκρατικής, «ορθολογικής» οργάνωσης.

Ευτυχώς, τα παιδιά επιμένουν ακόμα στα παιχνίδια προσποίησης, ρόλων, μίμησης και ιλίγγου. Μόνο τα παιδιά. Οι ενήλικες πετάνε από πάνω τους σαν ξεραμένο δέρμα τέτοιες συνήθειες· εκτός και αν μπορούν να τις απολαμβάνουν με ελεγχόμενο και «υπεύθυνο» τρόπο, σαν τις συνταγογραφημένες δόσεις έκστασης που προσφέρει η εξέδρα στους οπαδούς. Τα «σοβαρά» παιχνίδια των ενηλίκων προσπαθούν επίμονα να ξορκίσουν σχεδόν κάθε έννοια του πραγματικά τυχαίου (και όχι απλά της στατιστικού τύπου απόκλισης) και του λάθους.

Τόμοι ολόκληροι είναι αναγκαίοι για να περιγραφούν οι κανόνες τους. Στο όνομα τίνος; Μιας αξιοκρατίας που ωστόσο και αυτή η ίδια είναι κομμάτι της μυθολογίας των σύγχρονων αγώνων. Φαντάζεται κανείς ότι τα σημερινά παιχνίδια τείνουν προς μια απόλυτη (δηλαδή σχεδόν μαθηματικά εννοημένη) δικαιοσύνη. Στην ιδανική περίπτωση, κάθε εξω-αγωνιστικό στοιχείο (π.χ. ηθικό ή αισθητικό) οφείλει να εξοβελιστεί. Το απόλυτα δίκαιο παιχνίδι θα ήταν κάτι σαν το σκάκι: ένα παιχνίδι στρατηγικής χωρίς τύχη, στο οποίο επιπλέον οι παίκτες θα είχαν αντικατασταθεί από προσομοιωτές για να αποκλειστούν τα ολισθήματα. Ένα παιχνίδι βγαλμένο από τα όνειρα ενός γραφειοκράτη καριέρας. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Ο Νίτσε μετά από 50 χρόνια

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Η πρώτη υπενθύμιση ότι ο Νίτσε έχει πεθάνει εδώ και μισόν αιώνα, υπήρξε για μένα ένα γράμμα από το Παρίσι τον Ιανουάριο της χρονιάς αυτής. Η Revue Littéraire 84 ήθελε να εκδώσει ένα τεύχος για τον Νίτσε και μου ζήτησε να συμβάλω σ’ αυτό. Η συμβολή μου ήταν η ακόλουθη:

 «Στην πραγματικότητα, όλα όσα η γενιά μου συζήτησε, στοχάστηκε εσωτερικά, μπορεί να πει κανείς: υπέφερε, μπορούμε επίσης να πούμε: μεγαλοποίησε – όλα τούτα είχαν ήδη εκφρασθεί και εξαντληθεί με τον Νίτσε, είχαν βρει οριστικές διατυπώσεις, όλα τα άλλα ήταν εξήγηση. Ο επικίνδυνος, θυελλώδης, αστραπιαίος τρόπος του, το ανήσυχο ύφος του, η παραίτησή του από κάθε ειδύλλιο και από κάθε γενική αρχή, η διατύπωση της Ψυχολογίας των ορμών, της ιδιοσυστασίας ως κινήτρου, της Φυσιολογίας ως διαλεκτικής – “η γνώση ως αψιθυμία”, ολόκληρη η Ψυχανάλυση, ολόκληρος ο Υπαρξισμός, όλα τούτα είναι δικό του έργο. Αυτός είναι, όπως φανερώνεται συνεχώς και περισσότερο, ο μεγάλης εμβέλειας γίγαντας της εποχής μετά τον Γκαίτε.

Αλλά έρχονται μερικοί και λένε: ο Νίτσε είναι πολιτικά επικίνδυνος. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει λοιπόν, ασφαλώς, να δούμε κάποτε τους πολιτικούς. Αυτοί είναι άνθρωποι που, όταν γίνονται ρητορικοί, κρύβονται πάντοτε πίσω από τις θέσεις ανθρώπων τους οποίους δεν καταλαβαίνουν, των πνευματικών ανθρώπων. Τι μπορεί να κάμει ο Νίτσε για το γεγονός ότι οι πολιτικοί παρήγγειλαν σ’ αυτόν εκ των υστέρων την εικόνα τους; Ο Νίτσε το προείδε αυτό να συμβαίνει, τον Ιούνιο του 1884 έγραψε στην αδελφή του ότι του προκαλούσε τρόμο η σκέψη ποιοι άνθρωποι που δεν θα είχαν κανένα δικαίωμα και τελείως ακατάλληλοι θα επικαλούνταν κάποτε την αυθεντία του. Είπε ακόμη πως ήθελε να έχει “φράχτες γύρω από τις σκέψεις του, για να μην εισβάλλουν στους κήπους μου οι χοίροι και οι φαντασιόπληκτοι”. Μολαταύτα παραμένει αξιοσημείωτο ότι σε μιαν ορισμένη περίοδο της δημιουργίας του (Ζαρατούστρας) βρισκόταν υπό την καθοδήγηση δαρβινιστικών ιδεών, πίστευε στην επιλογή των ικανών, στον αγώνα για την ύπαρξη τον οποίο αντέχουν μόνο οι πιο σκληροί, αλλά υιοθέτησε τις έννοιες αυτές για να χρωματίσει το όραμά του, δεν ήταν σ’ αυτόν δοσμένο να ανάψει το όραμά του με εικόνες θρύλων αγίων. Το ξανθό θηρίο, το οποίο έπειτα προσωποποιήθηκε, ασφαλώς δεν θα το είχε χαιρετίσει. Ο ίδιος ως άνθρωπος ήταν φτωχός, ακηλίδωτος, καθαρός – ένας μεγάλος μάρτυρας και άντρας. Θα μπορούσα να προσθέσω, για τη γενιά μου ήταν ο σεισμός της εποχής και από τα χρόνια του Λούθηρου η μεγαλύτερη γερμανική γλωσσική ιδιοφυΐα». (περισσότερα…)

Ρελάνς στον Μπλαιζ Σαντράρ

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

1.

Όχι για να ’χουμε να λέμε

Η Ιστορία της λογοτεχνίας ως συγκλονισμός, επιφέρει -καθώς δεν αποτελεί παρά απόηχο ορισμένων συναινετικών παραδοχών ή αντιθέσεων- τόσο την ανάγκη νέων διαθηκών όσο και νέων εμπειριών, μα ορισμένες φορές και την αναγκαιότητα απόρριψης μέρους αυτού που ονομάζεται παραδομένο υλικό.

Νέες κρίσεις, νέες αποκρίσεις. Οι τεχνολογίες, η θρησκεία του Τύπου, παίζουν και αυτές ρόλο, πρωτίστως δε όταν δεν έχουν να κάνουν, ή ακόμη κι όταν έχουν να κάνουν, με κάποιον, ειδικά προσαρμοσμένο στις πραγματικές τους βλέψεις, σκοπό.

Εκσυγχρονισμός, η πώληση της πληροφορίας, η διαφήμιση. Η διαχείριση των παγκόσμιων προσωπικών δεδομένων, των ατομικών πληροφοριών, είναι η πολιτική του μέλλοντος. Η μονότονη έκφραση μίας παγκόσμιας είδησης που ανανεώνεται από τις εκκλήσεις για ένα ακόμη τεχνολογικό ή πληροφοριακό θαύμα, οδηγεί σε αδιάκοπη επανάληψη των επτά θαυμάτων των επτά ημερών επί παραγγελία. (περισσότερα…)

Αντώνης Ζέρβας, Οδηγίες χρήσεως

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ο ποιητής Αντώνης Ζέρβας γεννήθηκε στον Πειραιά τον Δεκέμβρη του 1953. Πέθανε χθες, 3 Ιουνίου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας· από καρκίνο των πνευμόνων, όπως το είχε προβλέψει. Η αδημοσίευτη ομιλία που ακολουθεί, εκφωνήθηκε στην αίθουσα της Ελληνικής Εταιρείας στην Πλάκα, την 3η Νοεμβρίου 2010, σε εκδήλωση για τον πρόσφατο τότε συγκεντρωτικό τόμο του έργου του.

~.~

Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει
Κι αυτή μ’ αγάπησε
Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί
Με πόσους και πόσους πλάγιασε
Κι ακούω τα ονόματα
Που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμουν
Α.Ζ., «Η ΣΙΩΠΗ»
Όχι κύριε δεν μ’ αρέσουν τα τραγούδια σας
κι ας πουλάνε σαν πραλίνες Βρυξελλών.
Προτιμώ τις ψαλμωδίες μιας παλιάς θρησκείας
που σε κάνουν να λυγίζεις γόνατα και ράχη,
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί μέσα στα οστά σου.
Α.Ζ., «ΜΕΣ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΝΑΙ»

Για τους πολλούς, η φήμη αξίζει όσο τα ίδια τα πράγματα. Ακόμη χειρότερα: η φήμη είναι τα πράγματα, το τι ακούγεται, το τι διαδίδεται για κάποιον μετράει παραπάνω από το ίδιο του το έργο. Και η φήμη είναι σκληροτράχηλη. Όταν εμπεδωθεί γερά, δύσκολα την κουνάς από τη θέση της. Πας να την παρακάμψεις, να επιστρέψεις ξανά στο προκείμενο, κι αυτή εννοεί να ξεπετιέται εμπρός σου, να σου κόψει τον δρόμο. Κάποτε η φήμη αυτή είναι ένα συν, καλλωπίζει, εξωραΐζει τα πράγματα. Άλλοτε πάλι αφαιρεί, τα δυσφημεί, τα θαμπώνει. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, τους στερεί την εντελώς δική τους αλήθεια, τα αλλοιώνει.

Επέτρεψα στον εαυτό μου αυτόν τον γριφώδη πρόλογο, γιατί η κατάσταση με τον Ζέρβα είναι κάπως περίεργη. Κατά έναν τρόπο ο Ζέρβας είναι η πλέον άσημη διασημότης των γραμμάτων μας, ένας περίοπτος άγνωστος που ταράζει τον αναγνωστικό μας βίο των τελευταίων δεκαετιών. Oι επιφυλλίδες και οι συνεντεύξεις του γέμουν, ενίοτε ολοσέλιδες, τον κυριακάτικο Τύπο· τα βιβλία του –ποιήματα, δοκίμια, μεταφράσεις– διαδέχονται με ραγδαίο ρυθμό το ένα το άλλο (μετράω πάνω από είκοσι πρώτες και δεύτερες εκδόσεις δικές του από το 1983 και μετά, ένα σχεδόν βιβλίο τον χρόνο…)· το ίχνος από το πέρασμά του είναι ευδιάκριτο κάποτε και σε κείμενα άλλων, φτάνει κανείς να έχει μάτια πρόθυμα να το δουν.

Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος λόγος για το έργο αυτό, τα σχόλια, η κριτική είναι, για να το πω κομψά, φειδωλή. Όταν γίνεται συζήτηση συνολική για την ελληνική λογοτεχνία του καιρού μας, το όνομά του απουσιάζει. Και ενώ και οι πιο δύσκολοι αναγνώστες μεταξύ τους τ’ ομολογούν ότι πρόκειται για έργο πολυστρώματο, βαθιά προσωπικό, ιδιαίτερο, προς τα έξω αμηχανούν, όταν δεν σιωπούν αιδημόνως. (περισσότερα…)

Το στίγμα της σπίθας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ποιος είχε τη δυνατότητα να φέρει τατουάζ σε εμφανή σημεία του σώματός του, να βάφει τα μαλλιά του σε ασυνήθιστες αποχρώσεις ή να τα κουρεύει σε εξωτικές κόμες, να κάνει piercing σε παράδοξα σημεία του κορμιού του; Στις δυτικές κοινωνίες τέτοιες διακοσμητικές επεμβάσεις υπήρξαν κατά κανόνα προνόμιο είτε περιθωριακών ομάδων (αρχικά) είτε καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων (στη συνέχεια). Παρά την απόσταση που μπορεί να χωρίζει τη φιγούρα του παρανόμου από αυτή ενός celebrity, υφέρπει και στις δύο περιπτώσεις ένας κοινός συμβολισμός: ένας συμβολισμός που δηλώνει ότι αυτός που κοσμεί το σώμα του με τέτοια στολίδια μπορεί να το κάνει γιατί βρίσκεται εκτός της παραγωγικής διαδικασίας και άρα εκτός των συμβατικών νόμων που διέπουν την εμφάνιση των υπολοίπων.

Τέτοιες πρακτικές όμως πλέον τείνουν να γίνουν κοινός τόπος. Ένας οδηγός λεωφορείου ή ένας ταμίας σε μία τράπεζα μπορούν να φέρουν ένα «μανίκι» με την ίδια άνεση που το κάνει κι ένα ακριβοπληρωμένο και καλοκουρδισμένο γρανάζι της βιομηχανίας του ποδοσφαιρικού θεάματος. Ο συμβολισμός εδώ υφίσταται μια ανεπαίσθητη αλλά κρίσιμη μετατόπιση. Αντί για μια πραγματική απόσταση από τον ανελέητο κύκλο της παραγωγής, υποδηλώνεται μια φαντασιακή τέτοια. Ένα σκουλαρίκι στη μύτη φαίνεται σαν μια μικρή χειρονομία εξέγερσης που δεν τραβιέται όμως στα άκρα. Φαίνεται να λέει: «Αφήστε με να ανακυκλώνω όποια εικόνα του εαυτού μου επιθυμώ, εφόσον δεν σας ενοχλώ και δεν διαταράσσω τον κύκλο της παραγωγής».«Μη μου την εικόνα τάραττε», φωνάζει ένα τέτοιο υποκείμενο, αναζητώντας εκείνο το αρχιμήδειο σημείο που θα του επιτρέψει να αποσπάσει την εικόνα του εαυτού του από τους υλικούς όρους της αναπαραγωγής του. Η μετατροπή του τατουάζ σε μια τετριμμένη πρακτική μοιάζει έτσι να τροφοδοτεί τη μετατροπή της εικόνας σ’ ένα γενικό ισοδύναμο εντός της ψυχικής και συμβολικής οικονομίας των εαυτών. (περισσότερα…)

Ο πολίτης ποιητής Αισχύλος

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΥΦΑΝΤΗ

Αυτός ο τύμβος που περνάς στη σιτοφόρο Γέλα
σκεπάζει τον Αισχύλο του Ευφορίωνος, Αθηναίο.
Μα είναι το πανένδοξο άλσος του Μαραθώνα
που θα μπορούσε να σου πει για την ανδρεία του
όπως κ’ οι μακρυμάλληδες οι Μήδοι που τον είδαν.

Είναι το επιτάφιο χάραγμα που ο ίδιος ο Αισχύλος (ο τραγικός ποιητής του 5ου αι.) έγραψε για τον εαυτό του και που μπορούσε να το διαβάσει κανείς αιώνες μετά στη Γέλα της Μεγάλης Ελλάδας. Καμμία μνεία του Αισχύλου στο επιτάφιο αυτό του επίγραμμα για το ότι υπήρξε ο δημιουργός δεκάδων λαμπρών τραγωδιών, κι εντέλει ένας από τους εξοχότερους ποιητές των Αθηνών.

Στο ποίημα του Καβάφη «Νέοι της Σιδώνος», βλέπουμε έναν νεαρό να διαμαρτύρεται εντόνως για την πράξη αυτή του Αισχύλου, που «περιφρονεί» είτε αποσιωπά την ιδιότητά του ως ποιητή, και αναφέρει μόνο την ιδιότητά του ως πολεμιστή στον Μαραθώνα. (περισσότερα…)