4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε
*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ
~.~
Διαχρονική ενδυματολογία
Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.
Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.
Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.
Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα, χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.
Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).
Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».
Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο.
Και η σκέψη μου αχαλίνωτη πάλι, ξεστράτισε στο Ζάλεμ, κοντά στη λίμνη της Κωνσταντίας, όπου και το περίφημο ιδιωτικό σχολείο των γαλαζοαίματων. Εκεί που φοίτησαν εσωτερικές όλες μας οι πριγκήπισσες και πρίγκηπες, με δίδακτρα φθηνά…, μόλις 56.000 ευρώ τον χρόνο.
Στο παρακείμενο δάσος ζούν ελεύθεροι κάπου διακόσιοι μακάκοι της Μπαρμπαριάς, δείχνοντας τους ερυθρούς τους πισινούς σε όλα τα ευγενή γειτονόπουλα.
Τώρα, αν το «βρώμικο» σημερινό μυαλό σας πάει –όπως πριν από σαράντα χρόνια με τις λαδιές μου μπότες– στα κόκκινά μας παντελόνια, εμείς θα σας αγνοήσουμε –όπως και τότε– επιδεικτικά! Γυρίζοντας –όπως θα έκανε κι ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος– τα οπίσθιά μας.
///
Επιδιορθώσεις
Μετά τη δεκαετία του ογδόντα, το έτοιμο ένδυμα πήρε τ΄απάνω του. Χάθηκαν σιγά σιγά τα ραφεία και οι μοδίστρες. Άρχισε να μη βλέπει καλά ο θείος ο Πέτρος απ΄το σάκχαρο, γέρασε η κυρία Μαριάνθη. Δεν ξαναέραψε ο πατέρας, ούτε η μητέρα. Κι έκαναν την εμφάνισή τους οι πάσης φύσεως «επιδιορθώσεις – μεταποιήσεις». Η κυρία Ματίνα ήθελε παράλληλα με το κόντυμα, να μάθει για όλο το γενεαλογικό μου δέντρο, τι κάνω, γιατί το κάνω… Ο καλός μας τσαγκάρης, ο κύριος Λευτέρης, μας άφησε μετά την άδικη αρρώστια κι ο αδερφός του που δεν ήταν τόσο καλός, μαράζωσε.
Στη Γαλλία κόνταινα τα παντελόνια μόνος μου. Όταν γύρισα στην Ελλάδα κάποιος πελάτης της εταιρείας που εργαζόμουνα, κλωστοϋφαντουργός από την Νάουσα, μου χάρισε ένα μάλλινο ύφασμα, μια βαθυκόκκινη τσόχα. Πήγα σ΄έναν γνωστό εναπομείναντα ράπτη στην Πραξιτέλους και μου έραψε ένα σακκάκι. Εμμονή με του κρασιού το κόκκινο! Έραβε αυτός την παλαιά «καλή» κοινωνία των Αθηνών. Εκεί πρωτοσυνάντησα τον Ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο. Αργότερα σε μια εκδήλωσή μας, μου ενεχείρισε ένα χειρόγραφο μικρό βιογραφικό του να το διαβάσω πριν κάποια διάλεξή του. Θα ήταν τότε πάνω από ενενήντα πέντε χρονών με μυαλό ακόμα διαυγέστατο (απεβίωσε 103 ετών – υπάρχει ελπίδα!). Χάθηκε κι αυτό το σακκάκι στις αλλεπάληλες μετακομίσεις, μεταναστεύσεις.
Στη Δρέσδη είχα βρει έναν Βιετναμέζο ή καλύτερα μια οικογένεια που δούλευε όλη στις μεταποιήσεις. Είχαν αποκλειστεί στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη DDR, μετά από ανταλλαγές επισκέψεων με το Ανόϊ τα χρόνια εκείνα και ξέμειναν εκεί μετά την πτώση του τείχους. Τα γερμανικά τους σπαστά, η τέχνη τους άριστη.
Και στη δεύτερη εξορία μου στην ψηλή ορεινή πολίχνη της Βυτεμβέργης, είχα βρει τον Αχμέτ. Ηλικιωμένος που δεν φαινόταν γέρος, ο προσηνής Τούρκος υπηρετούσε τη ραπτική των μεταποιήσεων, στο παλιό κατάστημα, όπου και διέμενε. Παραδίπλα, σ΄ένα χώρισμα με κουρτίνα κοιμόταν. Εκεί με έστελνε ν΄αλλάζω το προς δοκιμήν παντελόνι. Πεταμένα παντού τα προς επιδιόρθωση ρούχα, απορώ πώς έβρισκε άκρη. Κάποτε μου είχε πετσοκόψει τα πλεκτά μάλλινα περικάρπια ενός μπουφάν· κάτι είχε προσπαθήσει να μου εξηγήσει με τα λίγα γερμανικά του αλλά δεν είχα καταλάβει. Μου είχε πάντως ιδιαίτερη αδυναμία. Όταν κατόρθωσε να βάλει δέκα λέξεις στη σειρά, μου διηγήθηκε πώς μπήκε παιδί ακόμα στη ραπτική, μαθητευόμενος σ΄έναν καλόν Έλληνα ράπτη στην Κωνσταντινούπολη. Πήραν τότε τα μάτια του μια λάμψη υγρή. Αργότερα που είχα φύγει από την πόλη εκείνη, είδα περνώντας το κατάστημα κλειστό. Θα είχε περάσει πλέον ο συμπαθής ράπτης στον ουρανό, σαν παραμύθι των Γκρίμ κι αυτός, σε πόλεις ακόμα υψηλότερες.
Πάντως εδώ στην αναπτυγμένη γερμανική Δύση, τις μεταποιήσεις–επιδιορθώσεις τις έχουν παραδοσιακά Έλληνες, Βορειοελλαδίτες. Έδωσα πριν τον τελευταίο γάμο μου, ένα σακκάκι του εκ Παρισίων ράπτη Hollington… για κόντυμα μανικιών και μια ζακέτα της παρισταμένης μαζί μου μέλλουσας συμβίας μου. Με κοιτά η Ελπίδα, πολύ νεότερη που ακόμα κρατιόταν και με ρωτά στα ελληνικά, με νόημα: «Σε ποιο όνομα να τα κρατήσω;». Δηλαδή, στο ίδιο ή σε διαφορετικά; Ήθελε να κάνει τις ληξιαρχικές διαπιστώσεις της. Πώς να σωθεί κανείς από τα βέλη του πονηρού;
Για επείγουσες επιδιορθώσεις υποδημάτων, ο κύριος Βασίλης στο Τύμπινγκεν κάνει εξαιρετική δουλειά. Πουλά και τα σιντί του με τα ρεμπέτικά του, μερακλής. Όμως όσο κι αν μας κάνει ειδικές τιμές, παραμένουν διπλάσιες από την Ελλάδα. Τι να κάνω, φορτώνω κάθε φορά ένα ζευγάρι και τα παίρνω να τα σολιάσω στην Ελλάδα. Την τελευταία φορά, έψαξα να βρω πάλι τον κύριο Δημήτρη. Τον γνώριζα από χρόνια στο Χαλάνδρι – φυσικά! Τεχνίτης καλός, άνθρωπος ευπροσήγορος, είχε από χρόνια κλείσει το τσαγκαράδικό του και δούλευε σ΄ένα ημιυπόγειο, όπου και έμενε. Είχε λίγες μηχανές που δούλευε με το χέρι βασικά και παραδίπλα ήταν το κρεβάτι του. Όταν δεν τον έβρισκα, ήξερα, τον γύρευα στο καφενείο απέναντι. Αυτή τη φορά, δε βρίσκω τίποτα. Το παράθυρο του ημιυπόγειου ανοιχτό πίσω από τη σιδεριά και στα ενδότερα σκοτάδι, σκόνη και αράχνες σε ό,τι απέμενε να στέκεται μονάχο. Ψυχή. Το καφενείο κλειστό – υπό ανακαίνιση;
Πώς φεύγει κανείς; Για πού; Για το γηροκομείο ή κατευθείαν στο κοιμητήριο;
Βρήκα ύστερα εναλλακτικά, κοντά στον Ηλεκτρικό, έναν μάστορα ευγενικό που έσερνε λίγο ναζιάρικα τη φωνούλα του. Καλή και η δουλίτσα του. Έχει απέναντι και τον «Ριζόπουλο» για καλό καφέ και πάσης φύσεως βότανα. Γυρνώ πίσω στη Γερμανία με τη βαλίτσα γεμάτη παπούτσια, καφέ, ένα πεντάλιτρο δοχείο λάδι, τσάι του βουνού… (κάποτε στο αεροδρόμιο του Ορλύ στο Παρίσι, ο αστυνομικός το μύριζε να δει αν επρόκειτο για «χόρτο»). Ά, ναι και καμμιά δεκαριά κιλά βιβλία – όχι του κιλού, ελπίζοντας…
Χάνονται πια οι χειρώνακτες τεχνίτες. Στην Ευριπίδου υπήρχε ένα γνωστό επισκευαστήριο φερμουάρ. Έδινες το φερμουάρ, το έπιανε ο άνθρωπος και εν ριπή οφθαλμού του άλλαζε τα «δόντια» που έλειπαν – καινούργια μασέλα…, το ξεμπλόκαρε. Πίσω του υψωνόταν ένα μικρό βουνό με φερμουάρ κάθε είδους. Μετά αποστρατεύτηκε κι αυτός. Τα αλλάζουν τώρα ολόκληρα, ξεράβουν, ξαναράβουν.
Έτσι κι εμείς, ράβουμε, ξεράβουμε, τρυπάμε, σολιάζουμε, επιδιορθώνουμε ή αγοράζουμε, ξαναγοράζουμε, κρυβόμαστε πίσω από χρώματα, διαθέσεις και μόδες. Συρόμαστε στον εκάστοτε συρμό. Ψιμύθια μιας επανακάμπτουσας γυμνότητας, φύλλα συκής μιας υποσκότεινης στολής της ψυχής. Chiaroscuro.
Κοντά στο Τύμπινγκεν βρίσκεται το παλιό πυργομονάστηρο του Μπεμπενχάουζεν. Παλιά έδρα των βασιλέων και του κοινοβουλίου της Βυτεμβέργης. Το μοναστήρι, το χωριό γύρω, τα σπίτια με τις ξύλινες δοκούς και το διπλανό δάσος με έκταση όσο η Αττική, προσφέρουν γαλήνιες ανάσες. Ένα μεγάλο μέρος του δάσους είναι προστατευόμενο ως φυσικό δάσος άγριας χλωρίδας και πανίδας. Αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται καμμία ανθρώπινη επέμβαση. Η φύση αφήνεται στη φύση. Οι επισκέπτες κλείνουν τις ειδικές ξύλινες πόρτες, εισόδους – εξόδους, για να μη βγούν τα ζώα. Εκεί σε μια καλύβα, που υπάρχει τώρα ανακαινισμένη, καθόταν ο ρομαντικός ποιητής Έντουαρντ Μαίρικε (1804-1875) –σύγχρονος σχεδόν του έγκλειστου Χαίλντερλιν– κι έγραφε τις λυρικές του εμπνεύσεις. Αυτός ως ιερέας, αν και δεν άσκησε για πολύ το λειτούργημά του, δεν ενδιαφέρθηκε για την εξωτερική του ενδυμασία. Εκεί στο δάσος του Σαίνμπουχ, τα δέντρα μόνα τους πέφτουν κι αφήνονται στην φυσική τους αποικοδόμηση.
Τι θα γινόταν αν αφηνόμασταν κι εμείς εκεί, όπου κι η τελευταία μας πτώση; Χωρίς ενδιάμεσες μεταποιήσεις, αλλαντική τοξίνη (botox), εγχειρίσεις, επιδιορθώσεις, ανανήψεις…
Δρυός πεσούσης… ουδείς να ξυλεύεται!
///
Απόκρυψη
Άσε με, κόσμε, να υπάρξω άφησέ με!
με δώρα αγάπης μη πλανεύεις,
άσ’ τη μόνη την καρδιά, να κρατάει
τη χαρά της, τον καημό της – άσε με!
Tι θρηνώ, δεν το γνωρίζω
είν’ άγνωστες οι ωδίνες·
πάντα του ήλιου, τις γλυκές ακτίνες
μέσ’ από δάκρυα ξεχωρίζω.
Συχνά χωρίς να το κατανοώ
μια φωτεινή χαρά προβάλλει
μέσα απ’ του βάρους τη διαπάλη,
μακάρια στο στήθος μου – νογώ.
Άσε με, κόσμε, να υπάρξω άφησέ με!
με δώρα αγάπης μη πλανεύεις,
άσ’ τη μόνη την καρδιά, να κρατάει
τη χαρά της, τον καημό της – άσε με!
Eduard Mörike
( Μετάφραση Γ. Τόσκας )
*
**
