*
του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ
~.~
1
Την τελευταία τετραετία είχα την ευκαιρία να διαβάσω τέσσερις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν από το 2023 έως το 2025, συγκεκριμένα: Ντρόγκα (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Θανάση Γαλανάκη, Ακούγοντας δάση (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Νίκου Κωσταγιόλα, ἐν τούτοις (Λειμών, Αθήνα 2024) του Κωνσταντίνου Σαμπάνη και Ομώνυμα πλάσματα (Σμίλη, Αθήνα 2025) της Άννας Σπυράτου. Πρόκειται λοιπόν για «φρέσκα» ποιητικά προϊόντα, παρότι οι τέσσερις δημιουργοί τους έχουν ήδη αξιόλογη πνευματική (δοκιμιακή, μεταφραστική, λογοτεχνική ή αμιγώς επιστημονική) «προϋπηρεσία» και οι ηλικίες ποικίλλουν: οι Γαλανάκης και Κωσταγιόλας είναι συνομήλικοι (γενν. 1993), ο Σαμπάνης της δικής μου «σειράς» (γενν. 1980 – ο γράφων το 1984) και η Σπυράτου ελάχιστα παλαιότερη (γενν. 1977). Οι συλλογές έφτασαν στα χέρια μου με δύο τρόπους, δηλαδή είτε κατόπιν δικής μου παράκλησης (προκειμένου για τα έργα των Κωσταγιόλα και Σαμπάνη), είτε επειδή οι ποιητές είχαν την ευγενική καλοσύνη να με συμπεριλάβουν από μόνοι τους στο αναγνωστικό τους κοινό (Γαλανάκης και Σπυράτου). Κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης των πονημάτων και επαρκούς αναστοχασμού επ’ αυτών, σκέφτηκα να ξεχωρίσω το, κατά την κρίση μου, καλύτερο ποίημα από κάθε συλλογή και να το παρουσιάσω στο παρόν κείμενο, εφόσον βέβαια συμφωνούμε ότι η λογοτεχνία γράφεται για να διαβάζεται – αρχή που, φοβάμαι, δεν εφαρμόζεται τελικά στην πράξη, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε. Σημειώνω προκαταρκτικά ότι οι συλλογές των Γαλανάκη και Κωσταγιόλα κυκλοφόρησαν μόνο ψηφιακά, ενώ των Σαμπάνη και Σπυράτου έντυπα. Τέλος, το πλήρες κείμενο των τεσσάρων ποιημάτων παρατίθεται στο επίμετρο.
2
Για τον Θανάση Γαλανάκη η πραγματικότητα είναι υλική και πήλινη, κι όμως γοητευτική και αξιοπρόσεκτη. Ταυτόχρονα, η αντίληψη της πραγματικότητας λειτουργεί ως ναρκωτικό που μουδιάζει τις αισθήσεις, εντούτοις το υποκείμενο μπορεί να βρει μία σταγόνα «καθαρής ουσίας» εφόσον κάνει τον κόπο να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει εκεί που πρέπει. Γενικά θα έλεγα ότι η ποίηση του Γαλανάκη στην Ντρόγκα, και ειδικά η ενότητα «Ακαρνανική παράβαση» (η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, σε όλο το βιβλίο) έχει κάτι από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα της επόμενης (σκεφτείτε, λ.χ., τις ταινίες του Σωτήρη Γκορίτσα): όλα είναι θολά, αργά και σκληρά, μα εντέλει πιο «πραγματικά» από οποιαδήποτε θεολογική ή φιλοσοφική αλήθεια. Δεν ξέρω τις πιθανές βιβλικές συνυποδηλώσεις, αλλά η πυκνή παρουσία των σκυλιών στη συλλογή ενισχύει ενδεχομένως αυτή τη «βαλκανική» αισθητική της κατά Γαλανάκης ποιητικής.
Πρωταγωνιστικό μάλιστα ρόλο έχει ένα ζεύγος σκύλων στο εξαιρετικό ποίημα «Η θεία λάσπη» (πβ. τον τίτλο με τα όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο). Το στιχούργημα είναι γραμμένο σε άψογο ελευθερωμένο ίαμβο, με σποραδικά ομοιοτέλευτα και ελεύθερη χρήση συνιζήσεων και χασμωδιών. Ο λόγος είναι στοχαστικός ή παρατηρητικός, η διατύπωση ρέει αβίαστα, ωσάν ο αφηγητής να κάθεται απέναντί σου στο τρένο, αφηγούμενος την ιστορία ενός προσκυνηματικού οδοιπορικού, που κατέληξε στον σεβασμό, όχι μπροστά στην ιερή εικόνα, αλλά για την καθημερινή, «χθαμαλή», εικόνα δύο ψωριάρικων σκυλιών που υπερασπίζονται ένα ήσυχο γουρουνάκι μέσα σε ένα χαμώι. Όλα όμως ξεκίνησαν από έναν κτηνοτρόφο που μερίμνησε ώστε τα ζωάκια του να έχουν το καταφύγιο μέσα στο οποίο παίζεται το βασικό «δράμα» του ποιήματος. Ο αφηγητής τελικά ανακαλύπτει τη θρησκευτικότητα και τη σωτηρία, όχι στα απλά, ούτε στα ταπεινά, αλλά στα εκ πρώτης όψεως πιθανώς ανάξια και καταφρονημένα.
Όταν ολοκληρώνεται η ανάγνωση δεν έχεις άλλη επιλογή από το να επιστρέψεις στην αρχή και να ξαναδιαβάσεις τον φαινομενικά ασύνδετο με το περιεχόμενο αφορισμό: Ελευθερία | είναι η οδύνη επιλογής από δυό λάθη | που την ποιότητα του Ανθρώπου αποκαλύπτουν | προ της ματιάς του Φιλανθρώπου. Μαρτυρούν | πόση αντέχει ελευθερία να κυβερνήσει. Δεδομένου ότι το ποίημα δύο κυρίως ανθρώπους μας συστήνει, τον φευγαλέο κτηνοτρόφο και τον ταξιδιώτη ποιητή, νομίζω πως μπορούμε να τους συνδέσουμε αμφότερους με τους εισαγωγικούς στίχους: Μοιραία, η ζωή είναι γεμάτη λάθη (δηλαδή «αμαρτίες», με την αρχαία ή τη χριστιανική έννοια), αλλά ο κτηνοτρόφος φρόντισε να κάνει το δικό του «λάθος», κατασκευάζοντας τη δική του φάτνη για να προστατεύσει αυτά τα «άψυχα» κτήνη. Η ηθική προσταγή όμως δεν σταματά εκεί· είναι τώρα δουλειά του ποιητή να στρέψει τη ματιά του, να δει το θαύμα που μόνο απατηλά ενοικεί μέσα στην άγια εικόνα, ενώ πραγματώνεται εν δόξη μέσα στη βρωμιά της ύλης. Έτσι ολοκληρώνεται άλλωστε το ποίημα: σ’ αυτήν τη λάσπη που το σώμα μας συνέχει, | σ’ αυτήν τη λάσπη που ο Θεός πνοή χαρίζει.
Καθαρή θρησκευτική εμπειρία, όπως θα την ήθελε ο πιο χαρισματικός βυζαντινός υμνογράφος.
3
Η ποίηση του Νίκου Κωσταγιόλα είναι πληθωρική και μεγαλόπνοη, βγαλμένη κυρίως από την παράδοση του ελληνικής κοπής δίπολου Παρνασσισμός / Συμβολισμός, με προεκτάσεις πάντως που φτάνουν μέχρι και την -ούτως ή άλλως μπολιασμένη από τον ευρωπαϊκό Συμβολισμό- ευρύτερη αισθητική του αγγλοσαξονικού Μοντερνισμού. Ο Γέητς και ο Παλαμάς, ίσως και ο Έλιοτ, θα έλεγα πως είναι πνευματικοί του πρόγονοι, γεγονός που αποτυπώνεται στη διάθεσή του να λειτουργεί ως «λόγιος ποιητής» (poeta doctus), συνομιλώντας ανοικτά με το παρελθόν, κάτι που φροντίζει να το υπενθυμίζει σταθερά στον αναγνώστη, ο οποίος συνήθως βρίσκεται ενώπιον αναρίθμητων ρητών διακειμενικών αναφορών, που φέρνουν στον νου, ας πούμε, την παρόμοια παλαμική πρακτική στον Δωδεκάλογο του γύφτου. Κατ’ επέκταση, ο στίχος κουβαλά το βάρος της εγγραμματοσύνης· ο ποιητής αρέσκεται στην παραδοσιακή στιχουργία (έμμετρος ή ελευθερωμένος στίχος), χωρίς πάντως την παλαμική εμμονή ακόμα και στην εξεζητημένη συνίζηση, ενώ ο λόγος φορτίζεται με επίθετα και επιρρήματα, ποικίλα σχήματα λόγου, ακόμα και ξενικές λέξεις ή εξόφθαλμες καθαρευουσιάνικες γλωσσικές επιλογές. Κατά την κρίση μου, αυτή η αισθητική προσέγγιση, η οποία εμφανώς πηγάζει από τη βλέψη του ποιητή για τη δημιουργία «σπουδαίας» ποίησης, ικανής να παίξει, ως άλλοτε, πρωτεύοντα ρόλο στη δημόσια σφαίρα, κάποιες φορές χρήζει «ανακούφισης», καθώς ενίοτε το ποιητικό αποτέλεσμα πιέζεται υπό το βάρος της μεγαλεπήβολης πρόθεσης.
Ακόμα και έτσι, το ποίημα με το οποίο θ’ ασχοληθώ βρίσκει τον Κωσταγιόλα στην καλύτερή του στιγμή, αφού στην προκειμένη περίπτωση κατορθώνει να τιθασεύσει την έμπνευση και τη φιλοδοξία του, θέτοντας αμφότερες στην υπηρεσία μίας ρυθμικά και διανοητικά καλοζυγισμένης σύλληψης, που οδηγεί με ευτυχή τρόπο σε ένα αξιοπρόσεκτο αποτέλεσμα. Το περί ου ο λόγος ποίημα τιτλοφορείται: «Κρανίο κοριτσιού με κεραμικό στέφανο ανθών, Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών, 2020 μ.Χ.» και ήδη από τον τίτλο διαφαίνεται μία αμυδρή καβαφική απήχηση, μέσα από την τοποθέτηση της εμπειρίας μέσα στον χρόνο. Το στιχούργημα εκκινεί από ένα μουσειακό έκθεμα, το οποίο δίνει την αφορμή στο ποιητικό υποκείμενο να στοχαστεί πάνω στις αντιλήψεις των ανθρώπων και των λαών απέναντι στη ζωή και στα πιθανά μεθεόρτιά της. Κατά τον ποιητή, το λείψανο του κοριτσιού αντανακλά τις ελληνικές απόψεις για τη μετά θάνατον εμπειρία: Δεν υπάρχει τίποτα, εκτός ίσως από σκοτάδι, όπου οι νεκροί μένουνε | μες στο σκοτάδι βλοσυροί, ενώ, αντίθετα, ένας λαός όπως εκείνος των αρχαίων Αιγυπτίων προσδοκούσε τη μετάβαση στο ζωντανό Επέκεινα, άποψη γίνεται αντικείμενο διακριτικής ειρωνείας: ο θάνατος… ένα νούμερο ανώδυνα εμβόλιμο | ζογκλέρ, ταχυδαχτυλουργού ή μπαλέτου. Τελικά, συμπεραίνεται ότι οι άνθρωποι ελπίζουν το δίκιο να είναι με το μέρος των Αιγυπτίων, ωστόσο η ύπνωση του θανάτου στην πραγματικότητα (κοινό είναι μυστικό μ’ ανομολόγητο) | δεν πρόκειται ποτέ ν’ ανατραπεί.
Εκτός από το φιλοσοφικό υπόβαθρο, που έχει το ενδιαφέρον του (παρότι δεν διακρίνονται ιδιαίτερες σεφερικές επιρροές, θα τολμούσα να χαρακτηρίσω το στιχούργημα ως «“Βασιλιά της Ασίνης”, από την ανάποδη»), οφείλω να ομολογήσω ότι εκείνο που περισσότερο με εντυπωσιάζει σε τούτο το ποίημα είναι η τακτοποίηση των λέξεων μέσα στον ελευθερωμένο στίχο. Ο λόγος είναι πυκνός και, πέρα από την σποραδική αντιστροφή της ομαλής διάταξης των συντακτικών όρων, σχεδόν πεζολογικός, καθότι στοχαστικός, πλην οι λέξεις δεν διστάζουν να σπάσουν τα δεσμά τους, να υπερπηδήσουν τα όριά τους, μέσω της πληθωρικής χρήσης του διασκελισμού, δημιουργώντας έναν δυναμικό ρυθμό που συμπορεύεται αγαστά με την ακατάπαυστη ροή του καθόλα λογικού ειρμού.
Το ακόλουθο απόσπασμα δείχνει τι εννοώ:
Ποια είναι προτιμότερη δεν ξέρω
προσέγγιση απ’ τις δύο, δεν μπορώ
να ξεχωρίσω, μα υποπτεύομαι
πως όλοι, ανεξαρτήτως κοσμοειδώλου,
τις ώρες που το Tέλος μάς οσφραίνεται
(…)
την οπτική μάλλον συμμεριζόμαστε
των Αιγυπτίων, και σ’ ένα δεκανίκι
εξ ουρανού προσβλέπουμε, σε μια
δικλείδα ασφαλείας, ένα εχέγγυο
στο θάνατο συμφερτικό να βρίσκεται.
Αυτή η αυτοπεποίθηση της λέξης μέσα στον στίχο πιστεύω πως είναι και το μεγαλύτερο προτέρημα του αξιόλογου αυτού ποιήματος, δείγμα της τεχνικής ενός πραγματικού ποιητή, που προφανώς έχει πολλούς τέτοιους ακόμα στίχους μέσα στο μελανοδοχείο του. Τους περιμένουμε.
4
Ο Κωνσταντίνος Σαμπάνης, μαθαίνουμε στο εσώφυλλο της συλλογής ἐν τούτοις, σπούδασε Ελληνική Φιλολογία και η επαγγελματική του πορεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ακαδημαϊκό χώρο. Η χρήση πολυτονικού, όπως και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής, σαφώς επιβεβαιώνουν τα βιογραφικά στοιχεία του ποιητή. Το κείμενο συνοδεύεται από σχέδια του αρχιτέκτονα Γ. Α. Σιβρίδη, «από περιπλανήσεις σε μητροπόλεις». Η τελευταία τούτη πληροφορία, επίσης από το εσώφυλλο, είναι χρήσιμη για την κατανόηση του ποιητικού σύμπαντος του Σαμπάνη σε αυτή τη συλλογή. Παρότι κατά βάση λυρική, η (ελευθερόστιχη και εν γένει λιτή) ποίησή του έχει σημαδευτεί από την εμπειρία της ξένης μεγαλούπολης και αυτό που τελικά διαβάζουμε μπορεί να θεωρηθεί ως μία απόπειρα αναμέτρησης της ρωμαίικης υπόστασης με το ξένο περιβάλλον (άλλωστε «ἐν τούτοις» στα αρχαία σημαίνει κατά πρώτον: «μέσα στα πράγματα»). Τουλάχιστον αυτή την ερμηνευτική γραμμή θα προτείνω στο ποίημα που επιλέγω, το «Θεοφανές» (λέξη με σαφές πολιτισμικό φορτίο), που, όπως υποσημειώνεται, συντέθηκε στο Μόναχο, στο τέλος του φθινοπώρου.
Ο ποιητής βλέπει κάτι που το ελληνικό υποσυνείδητο θα χαρακτήριζε ίσως ως «τυπικό γερμανικό θέαμα»: Ένας γαλανομάτης άντρας (Γερμανός, συμπεραίνω) κάθεται με απλανές βλέμμα στο παγκάκι, κρατώντας ένα κουτάκι φτηνής μπύρας, ενώ ο κρύος αέρας ανάδευε την άσπρη γενειάδα του. Κι όμως, αυτή η κάπως θλιβερή (ή στην καλύτερη περίπτωση, «λαογραφική») εικόνα αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο στον ποιητή: ποιος να πιστέψει | πως χθες αργά | σε μια πολύβουη πλατεία | είδα να τριγυρνάει | ο ίδιος ο Θεός; Πολλά μπορεί να πει κανείς από ερμηνευτική σκοπιά πάνω σε αυτή την κατακλείδα, θα αρκεστώ πάντως σε μία διασύνδεση με τον Φώτη Κόντογλου και το αφήγημα «Το βλογημένο μαντρί», όπου ο άγιος Βασίλης εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στον απλοϊκό, αλλά «καθαρόψυχο» Γιάννη τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς. Είτε το δούμε αντιστικτικά (ο κάθε τόπος έχει τον Θεό που του αξίζει) είτε «ψυχαναλυτικά» (ο ποιητής έχει ανάγκη να βρει τον ρωμαίικο Θεό, ακόμα και υπό αυτούς τους όρους), νομίζω ότι η ζωή μας μπορεί να γίνει λίγο πιο νόστιμη αν επιτρέψουμε στον Κόντογλου να αιωρηθεί πάνω από το παγκάκι του Μονάχου, όπου καρφώθηκε η ματιά του Κωνσταντίνου Σαμπάνη εκείνη τη, παγωμένη φθινοπωρινή νύχτα.
5
Στα Ομώνυμα πλάσματα της Άννας Σπυράτου υπάρχουν πολλά που μπορεί να θαυμάσει κανείς: προσεκτική επιλογή των λέξεων, πολύ καλή χρήση του έμμετρου (και ελευθερωμένου) λόγου, και μάλιστα όχι μόνο ιάμβων, εκφραστική ακριβολογία, θεματική ποικιλία, ενδιαφέρουσα διακειμενικότητα. Πρόκειται συνολικά για μία λίαν αξιόλογη συλλογή και το ποίημα το οποίο επιλέγω ευελπιστώ ότι συγκεντρώνει όλες τις αρετές που μόλις απαρίθμησα. Ο τίτλος του είναι «Γκρίζο» και είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκατρισύλλαβο με άψογη σταυρωτή ομοιοκαταληξία και ελαστικότητα απέναντι στις συνιζήσεις και τις χασμωδίες – το τελευταίο χαρακτηριστικό δεν πρέπει να εκληφθεί ως αδυναμία, αφού το συναντούμε στην περισσότερη έμμετρη ποίηση που γράφεται στις ημέρες μας (το ίδιο ακριβώς κάνουν και οι Γαλανάκης και Κωσταγιόλας στα ποιήματα των συλλογών που διάβασα).
Το θέμα του ποιήματος απορρέει από την πεποίθηση της Σπυράτου ότι η προσωπική επιλογή βαραίνει την πορεία της ζωής μας – εκφράζεται πολύ καθαρά σε άλλο ποίημα της συλλογής, ονόματι «Το δαγκωμένο μήλο». Εντούτοις, θαρρώ πως μπορώ να διακρίνω στο «Γκρίζο» ίχνη διαλόγου με τον «Ερωτικό λόγο» του Σεφέρη, όπου ως γνωστόν όλο το ερωτικό δράμα εξαρτάται από την αντίρροπη της ελεύθερης επιλογής δύναμη, δηλαδή το «ρόδο της μοίρας». Πράγματι, και στα δύο ποιήματα μιλάμε για τον έρωτα, που εκδηλώνεται με το μαγικό εκείνο ανατρίχιασμα, ενώ ο σεφερικός απλός παλμός της εποχής της αθωότητας αντιστοιχεί, έστω και με όρους αναγκαίας προσαρμογής, με το άξαφνα υπήρχε ελπίδα της Σπυράτου. Φυσικά, και στα δύο ποιήματα το αποτέλεσμα είναι μελαγχολικά καρτερικό ή, αλλιώς, συγκρατημένα απαισιόδοξο: Είτε φταίει η μοίρα είτε η βούληση, το προηγούμενο ευφρόσυνο στάδιο της ζωής του ανθρώπου χάνεται. Έτσι κλείνει το ποίημα της Σπυράτου: Σε γκρίζους χώθηκα καπνούς και σε βιβλία, | να ξαναπαίζω τις σκηνές, να βρω το λάθος. Κι όμως, το ποίημα της ποιήτριας μοιάζει να ξεκινά από εκεί που σταματά ο Σεφέρης. Η ποιήτρια προσπαθεί να ξανανιώσει εκείνη την ανατριχίλα, η οποία ήρθε στον κόσμο μαζί με το ξύπνημα της «γνώσης» στον Σεφέρη. Η ποιήτρια ζει και απολαμβάνει την «πτώση», δεν αποζητά την αποκατάσταση, μόνο θρηνεί για την απώλεια της ίδιας της ερωτικής ηδονής.
Με βάση τα παραπάνω, νομίζω ότι έχουμε μία πραγματικά εξαίσια μετουσίωση της σεφερικής ποιητικής «αυθεντίας» σε ένα νέο πλαίσιο, στοιχείο που ενισχύεται και από την αξιοπρόσεκτη μετρική τεχνική της ποιήτριας – για το ρυθμικό επίτευγμα του «Ερωτικού λόγου» δεν χρειάζεται βέβαια να προστεθεί τίποτα από εμένα. Η Σπυράτου άγγιξε μία ποιητική κορυφή με το «Γκρίζο» και τέτοιες κορυφές αξίζουν το μεγαλύτερο δυνατό αναγνωστικό κοινό.
6
Όπως συμφωνήσαμε, η λογοτεχνία γράφεται για να διαβάζεται. Σειρά σας τώρα.
Επίμετρο: Το κείμενο των τεσσάρων ποιημάτων
(διατηρούνται οι τονικές επιλογές των ποιητών)
~.~
Θανάσης Γαλανάκης
Η θεία λάσπη
Ἐλευθερία:
εἶναι ἡ ὀδύνη ἐπιλογῆς ἀπὸ δυὸ λάθη
ποὺ τὴν ποιότητα τοῦ ‘Ανθρώπου ἀποκαλύπτουν
πρὸ τῆς ματιᾶς τοῦ Φιλανθρώπου. Μαρτυροῦν
πόση ἀντέχει ἐλευθερία νὰ κυβερνήσει.
Μὲ κάτι ξέφτια ἀπὸ τσίγκια σκουριασμένα,
σύρματα, ξύλα, πλαστικὰ καὶ τσιμεντόλιθα,
εἶχε —ποιός ξέρει πόσα χρόνια;— ὁ κτηνοτρόφος
φτιάξει στὴν ἄκρϊα τοῦ δρόμου ἕνα χαμώϊ
καὶ ἀπὸ πίσω ἕνα μαντρὶ μὲ μία στέγη
γιὰ τὴ βροχή, τὴν παγωνιὰ ἢ καὶ τὴ ζέστη,
ὥστε τὰ ζῶα ἐκεῖ νὰ κρύβονται ἂν δὲν θέλουν
ἢ δὲν μποροῦνε νὰ ἀντέξουνε τὴ μέρα.
Σ’ αὐτὸ τὸ πρόχειρο ἀλλὰ στέρεο πανδοχεῖο,
πλάϊ στὸ χωριὸ ποὺ ἡ πινακίδα λέει «Φυτεῖες»
μὰ οἱ ντόπιοι κάτοικοι ὀνομάζουν «Μαχαλᾶ»
κι ἀκολουθεῖ τ’ ἄλλο χωριό, τὶς Παπαδάτες
(τὸν ρωμαλέο οἰκισμὸ πάνω στὴ ράχη·
στὰ δέκα σπίτια του ἂς εἶχα κι ἐγὼ ἕνα!),
σ’ αὐτὸ τὸ πρόχειρο παράπηγμα, ἀπ’ ὄξω,
καθὼς περνοῦσα γιὰ νὰ πάω νὰ προσκυνήσω
στὴν Παναγιὰ στὸ Λιγοβίτσι Αὔγουστο μήνα,
δύο σκυλιὰ μέσα στὴν ψώρα καὶ στὸν ψύλλο
στὸν ἴσκιο κάθονταν σὰ φύλακες τοῦ ῞Αδη,
κι ἕνα χοιρίδιο ποὺ δύσκολα φαινόταν
(μισὸ ἀπ’ τὶς λάσπες καφετί, μισὸ καθάριο,
μ’ αὐτὸ τὸ ρὸζ τὸ δερματὶ σὰν τοῦ ἀνθρώπου),
ἔπαιζε ἀμέριμνο ἀνάμεσα στοὺς σκύλους.
Πῆγα, προσκύνησα εἰκόνες Πλατυτέρας,
μὲ τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιά, καὶ Κοιμωμένης,
ἤπια ἕνα τσάϊ τοῦ βουνοῦ ἀπ’ τὴν ἡγουμένη,
λουκούμι ἔφαγα, τὰ ἐλάφια τῆςΜονῆς τους
ἀφότου ἐθαύμασα μαζὶ καὶ τὰ παγώνια,
πῆρα τὸν δρόμο νὰ ἐπιστρέψω στὸ χωριό μου
– κι εὐθὺς ξανά ’μαι ὅπως καὶ πρὶν ἔξω ἀπ’ τὴ στάνη.
Μὰ ἐνῶ σταμάτησα τὸ θέαμα νὰ κοιτάξω,
ὁ ἕνας σκύλος εἶχε φύγει καὶ ὁ ἄλλος
μὲ εἶδε· πῆρε νὰ γαβγίζει μανιασμένα
κι ὅλο τὰ δόντια του μοῦ ἔδειχνε μὲ λύσσα,
ἐνῶ πιὸ κεῖ τὸ γουρουνόπουλο ἐν εἰρήνῃ
ἔβλεπε ἤρεμο μὲ ἔκφραση ἀπορίας.
῎Ενιωσα τότε ὅτι ἡ γαλήνη τῆς Θεοτόκου
μοῦ ’χε ἀφήσει στὴν ψυχή μου ἕνα χάδι:
ἢ θὰ τὸ χάριζα στὸν φίλο τοῦ ‘Ανθρώπου,
ποὺ ἁπλῶς τὸ ἄγχος του τὸν ἔκανε ὀργίλο
(ἂν θὰ τὸ χάριζα, ἐννοῶ, στὸν ἄγριο σκύλο)
ἢ ἂν τὸ χοιρίδιο τὸ ἀπαθὲς καὶ λασπωμένο.
ποὺ ὅλο γαλήνη καὶ ἀγάπη μὲ κοιτάζει,
θὰ περιβάλω μὲ μι’ ἀγκάλη ὅλο φροντίδα
γιὰ τὸ ὑλικὸ ποὺ μᾶς ἑνώνει, ἕναν αἶνο:
σ’ αὐτὴν τὴ λάσπη ποὺ τὸ σῶμα μας συνέχει,
σ’ αὐτὴν τὴ λάσπη ποὺ ὁ Θεὸς πνοὴ χαρίζει.
(Ντρόγκα, Βίργκω, Αθήνα 2023, σσ. 38-39)
///
Νίκος Κωσταγιόλας
Κρανίο κοριτσιού με κεραμικό στέφανο ανθών,
Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών, 2020 μ.Χ.
Λουλούδια πήλινα κοσμούσαν το κρανίο
χρώμα χλωρό βαμμένα τριαντάφυλλο,
στόμα στ’ Απόλυτο που έχασκε ανοιχτό
—ο Χρόνος να γλιστράει από μέσα—
και δόντια ακόμη ακατέβατα
πάνω απ’ τα νεογιλά, τεκμήρια
μιας πάλης πουλημένης, να ιστορούν
την πιο παλιά ενός νόστου την αφήγηση
μα κι ό,τι στην υδρία του λαιμού
πνιγμένο από τ’ άδικο ανατέλλει
σαν δυναμώνει στον ορίζοντα η στεριά
Ποια μοίρα να της σφάλισε τα μάτια;
Δε θα ’ταν πάνω από πέντε ή έξι
χρονών η Άωρος Κόρη όπως τη βάφτισαν
οι σκαπανείς για λόγους ταξινόμησης
όταν ξεδίψασε από ανάγκη για ζωή
κι από του Παραδείσου την εβδόμη
τής ένευσε την πύλη να διαβεί
το χάλκεον το χέρι του θανάτου
Δεν είχε βέβαια γεννηθεί στην Αίγυπτο
εκεί που ο θάνατος δε λογαριάζανε
η αυλαία πως ήταν της ζωής
παρά παρένθεση προσωρινή
– ένα νούμερο ανώδυνα εμβόλιμο
ζογκλέρ, ταχυδαχτυλουργού ή μπαλέτου
χωρίς διακύβευμα άλλο παρεκτός
από το αν θα παραγγείλεις κάτι πρόχειρο
ή το αν θα σηκωθείς να ξεμουδιάσεις
Εκεί τους τάφους ετοιμάζαν με σπουδή
με τρόφιμα, νερό τους εφοδίαζαν
κι ό,τι άλλο χρειαζόταν ο νεκρός
για το μακρύ στην άβυσσο ταξίδι του
Θυμάμαι, μάλιστα, κάπου να ’χω διαβάσει
ότι σε κάποια είχε τύχει ανασκαφή
ν’ ανακαλύψουν στα υπόλοιπα και μια
μικρή οδοντογλειφίδα.
. Μα οι δικοί μας πρόγονοι
δε λειτουργούσανε με τέτοιες αυταπάτες.
Γνωρίζανε καλά πως για τον Άλλο Κόσμο
όσοι εκδημούντες δε γυρίζουν παρά μένουνε
μες στο σκοτάδι βλοσυροί, χωρίς ποτέ τους
να ’χουνε βλέψεις, προσδοκίες, παρά εκεί
ανέραστοι στο γέλιο παραδέρνουνε
και λίγο-λίγο τούς φυραίνει η ακοή
Έτσι όπως φαίνεται κι εδώ δε μεριμνήσανε
ν’ αφήσουν τίποτε στο κοριτσάκι άλλο από
το κεραμένιο τούτο διάδημα με τ’ άνθη
να ’χει για σύντροφο στο πέρασμα – γνωρίζανε
πως ό,τι παραπάνω θα πλεόναζε:
πως το ελάχιστο στολίδι τούτο αρκούσε
έστω από μόνο του να κάνει τον χαμό
πιο υποφερτό και την οδύνη να πραΰνει
της νιότης που αμετάκλητα την άφηνε –
κι ίσως να ’ναι αυτή η αλήθεια η αδιάσειστη
—τού τέλος ο μονόδρομος— που την ωθεί
τρεισήμιση μετά χιλιάδες χρόνια
στην ίδια στάση τη γαλήνια ν’ αναπαύεται
όπως την έθαψαν, ακόμη, ενός εμβρύου
με την ιδέα της φθοράς πια μονιασμένη
κι αγέρωχα ατενίζοντας το τέλος της
θαρρείς να υψώνεται κάπως μέσα στα πράγματα
τα υπόλοιπα, τα θνησιμαία της νύχτας
Ποια είναι προτιμότερη δεν ξέρω
προσέγγιση απ’ τις δύο, δεν μπορώ
να ξεχωρίσω, μα υποπτεύομαι
πως όλοι, ανεξαρτήτως κοσμοειδώλου,
τις ώρες που το Tέλος μάς οσφραίνεται
—τις μίζερες και comme il faut κινήσεις μας
δορυφορώντας έναν αφαλό
να μας ιχνογραφούνε που μοχθήσαμε
νομίζοντας πως θα μας χαριστεί—
την οπτική μάλλον συμμεριζόμαστε
των Αιγυπτίων, και σ’ ένα δεκανίκι
εξ ουρανού προσβλέπουμε, σε μια
δικλείδα ασφαλείας, ένα εχέγγυο
στο θάνατο συμφερτικό να βρίσκεται,
μια ατσάλωση, μια εύκαιρη ανοσία
κι έτσι φτηνοί, ξεμωραμένοι, μύωπες
πως μέλει διατρανώνουμε η ζωή
σα σκύλος την ουρά της να δαγκώσει,
η αναχώρηση πως θα παραγραφεί
όταν πια φτάσει ξέπνοη σ’ ένα τέρμα
που φιγουράρει ως αρχή, πλην υποκρίνεται,
γιατί κάποιος χωρίς την άδειά μας
χαλάρωσε την άλυσο επιτήδειος
κι έτσι στην άκρη φτάνοντας ξεμπλέκεται
ο κρίκος μας, και πέφτει, και κυλά
στην ακατοίκητη πλευρά των ημερών
και μετοικίζουμε —τα σιωπηλά μας είδωλα—
στον Οίκο των Απόστρατων Ψυχών
στασίδι πιάνουμε, φοράμε τα καλά μας,
τα εκκεντρικά καπέλα, τις λιβρέες μας,
τις ακριβές μας γούνες, τις εσθήτες
κι ακίνητοι, με τ’ άστρα θέα, προσμένουμε
κείνη την ύπνωση να λάβει τέλος που
—κοινό είναι μυστικό μ’ ανομολόγητο—
δεν πρόκειται ποτέ ν’ ανατραπεί.
(Ακούγοντας δέντρα, Βίργκω, Αθήνα 2024, σσ. 53-56)
///
Κωνσταντίνος Σαμπάνης
Θεοφανὲς
Καθισμένος
σὲ ἕνα παγκάκι
— μὲ τὸ γαλάζιο βλέμμα του
ἀπέραντο καὶ ἄδειο —
κρατοῦσε ἕνα κουτάκι
φτηνῆς μπύρας
καὶ ἕνας παγερὸς ἀέρας
ἀνάδευε τὴν ἄσπρη γενειᾶδα του
ποιὸς νὰ πιστέψει
πὼς χθὲς ἀργὰ
σὲ μιὰ πολύβουη πλατεῖα
εἶδα νὰ τριγυρνάει
ὁ ἴδιος ὁ θεός;
(ἐν τούτοις, Λειμών, Αθήνα 2024, σ. 35)
///
Άννα Σπυράτου
Γκρίζο
Εκείνα τα πατήματα στα ξερά φύλλα,
τ’ απαλό θρόισμα εκείνου του Οκτώβρη,
το χέρι, ακόμα ψάχνει στα τυφλά να τό ’βρει
να ξανανιώσει εκείνη την ανατριχίλα…
Τα δάχτυλά μας μπλέκαν σαν περικοκλάδες,
τα χείλη σμίγαν, κι άξαφνα υπήρχε ελπίδα.
Στο χώμα απόθεσα την κοσμική ασπίδα,
ο φόβος χάνονταν. Ζηλεύαν οι Δρυάδες.
Μα εμένα, πάντα με γοήτευε το γκρίζο,
κι εσύ ήσουν κατάλευκος σαν πορσελάνη·
άρχισε το μυαλό παιχνίδια να μου κάνει·
αντί να γίνομαι λευκή, να σε μαυρίζω.
Κι έφυγες. Και δεν ξαναπάτησα στο δάσος.
Και ξαναφόρεσα βαριά την πανοπλία.
Σε γκρίζους χώθηκα καπνούς και σε βιβλία,
να ξαναπαίζω τις σκηνές, να βρω το λάθος.
(Ομώνυμα πλάσματα, Σμίλη, Αθήνα 2025, σ. 55)
///
*
**
