Λακτάντιος, «Ποιός πού ’χει μιὰ στάλα νοῦ δὲν γελᾶ μ’ αὐτὰ τὰ καμώματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ 

Γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς θεοὺς μιλήσαμε. Τώρα πρέπει νὰ λεχθοῦν καὶ λίγα πράγματα γιὰ τὰ ἱερά τους μυστήρια. Στὴν Κύπρο ὁ Τεῦκρος[1] θυσίασε στὸν Δία ἀνθρώπινο σφάγιο καὶ τὴν θυσία αὐτὴ τὴν κληροδότησε στοὺς ἑπόμενους, κάτι ποὺ καταργήθηκε πρόσφατα μὲ διαταγὴ τοῦ Ἁδριανοῦ. 2 Στὴν χώρα τῶν Ταύρων, ἔθνος ἀπολίτιστο κι ἄγριο, ὑπῆρχε νόμος νὰ θυσιάζουν τοὺς ξένους στὴν Ἀρτέμιδα[2] κι ἡ τέλεσι αὐτῆς τῆς θυσίας διατηρήθηκε γιὰ πολὺ καιρό. 3 Οἱ Γαλάτες ἐξευμένιζαν τὸν Ἠσὸ καὶ τὸν Τευτάτη μ’ ἀνθρώπινο αἷμα[3]. Ἀμέτοχοι αὐτῆς τῆς κτηνωδίας δὲν ὑπῆρξαν οὔτε οἱ Λατῖνοι, ἐφόσον ὁ Λατιάριος Ζεὺς[4] λατρεύεται ἀκόμη καὶ σήμερα μ’ αἷμα ἀνθρώπινο. 4 Τί τὸ καλὸ ζητοῦν ἀπ’  τοὺς θεοὺς ὅσοι προσφέρουν τέτοιες θυσίες; Κι ἀπὸ τί μποροῦν νὰ προστατεύσουν τέτοιοι θεοὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀφοῦ ἐξευμενίζονται μὲ τὸν πόνο τους; Ἀλλὰ γιὰ τοὺς βάρβαρους δὲν εἶναι ν’ ἀπορῇ κανεὶς καὶ τόσο, ἀφοῦ ἡ θρησκεία τους συμβαδίζει μὲ τὰ ἤθη τους. Οἱ δικοί μας ὅμως, ποὺ ἀνέκαθεν διεκδικοῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὴν δόξα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, μήπως δὲν ἀποδεικνύονται κτηνωδέστεροι μ’αὐτὰ τ’ ἀνόσια τελετουργικά; 5 Πιότερο πρέπει νὰ θεωροῦνται ἐγκληματίες αὐτοὶ ποὺ ἐνῷ ἔχουν στιλβωθῆ μὲ τὶς σπουδὲς τῶν ἐλευθέριων τεχνῶν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀνθρωπισμό, παρὰ ὅσοι ἀπαίδευτοι κι ἁπλοϊκοὶ ὀλισθαίνουν ἀπὸ ἄγνοια τῶν ἀγαθῶν σὲ πράξεις ἐγκληματικές. 6 Φαίνεται ὡστόσο πὼς αὐτὴ ἡ τελετουργία τῶν ἀνθρωποθυσιῶν εἶναι παλιά, δεδομένου πὼς μ’ αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας λατρεύτηκε ὁ Κρόνος στὸ Λάτιο, ὄχι βέβαια νὰ σφάζεται ἄνθρωπος στὸν βωμό, ἀλλὰ νὰ ῤίχνεται στὸν Τίβερι ἀπὸ τὴν Μουλβία γέφυρα[5]. 7 Ὁ Βάρρων[6] μαρτυρεῖ ὅτι αὐτὸ γινόταν ἔπειτα ἀπὸ κάποιον χρησμό, τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος στίχος ἔχει ὡς ἑξῆς:

καὶ κεφαλὰς ᾍδη καὶ τῷ πατρὶ πέμπετε φῶτα[7].

Κι ἐπειδὴ αὐτὸ φαίνεται δισήμαντο ὑπάρχει συνήθεια νὰ ῤίπτεται καὶ δᾷδα καὶ ἄνθρωπος[8]8 Ὡστόσο λέγεται πὼς αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας καταργήθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἱσπανία, διατηρουμένου ὅμως τοῦ τελετουργικοῦ, ὥστε ἀντὶ ἀληθινῶν ἀνθρώπων νὰ ῤίπτωνται ὁμοιώματα ἀπὸ βοῦρλα. Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ὀβίδιος στὸ Ἡμερολόγιο:

Ὡς ὁ Τιρύνθιος νὰ  ’ρθῇ στὸν τόπο
θυσίες γίνονταν μὲ Λευκάδιο τρόπο,
ἐκεῖνος ὅμως ἀρχὴ θὰ κάμῃ
σκιάχτρα νὰ ῤίχνουνε μὲς στὸ ποτάμι [9].

9 Τὴν ἱερουργία αὐτὴ τελοῦν οἱ Ἑστιάδες παρθένες ὅπως λέει ὁ ἴδιος πάλι:

Τότε ἡ παρθένος κορμιὰ ἀπὸ καλάμι
ῤίχνει ἀπ’τὴν γέφυρα μὲς στὸ ποτάμι [10].

Ὅσο γιὰ τὰ νήπια ποὺ θυσιάζονταν ἐπίσης στὸν Κρόνο ἐξ αἰτίας του μίσους του γιὰ τὸν Δία δὲν βρίσκω λόγια. 10 Τί βάρβαροι, τί κτηνώδεις ποὖναι οἱ ἄνθρωποι ὥστε ν’ ἀποκαλοῦν θυσία τὴν παιδοκτονία, αὐτὸ τὸ εἰδεχθὲς κι ἀποτρόπαιο ἔγκλημα κατὰ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅταν ψυχὲς τρυφερὲς κι ἀθῷες, στὴν ἡλικία τὴν κατ’ ἐξοχὴν γλυκύτερη γιὰ τοὺς γονεῖς, τὶς ἐξολοθρεύουν χωρὶς νὰ λογαριάζουν καθόλου τὴν γονεϊκὴ στοργὴ[11] καὶ ξεπερνοῦν σ’ ἀγριότητα τὴν κτηνῳδία ὅλων τῶν θηρίων, τὰ ὁποῖα τοὐλάχιστον ἀγαποῦν τὰ νεογνά τους! 11 Ὦ ἀνίατη παραφροσύνη! Τι παραπάνω μποροῦν νὰ κάνουν σ’αὐτοὺς οἱ θεοὶ τοῦτοι μὲς στὴν μεγαλύτερη ὀργή τους ἀπ’ ὅ,τι κάνουν ὅταν εἶναι εὐνοϊκοί, ἀφοῦ μιαίνουν τοὺς λάτρεις τους μὲ φόνους, τοὺς εὐλογοῦν μὲ τὸν χαμὸ τῶν παιδιῶν τους, τοὺς ἀπογυμνώνουν ἀπὸ τ’ ἀνθρώπινα αἰσθήματα; 12 Τί ἱερὸ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ στοὺς ἀνθρώπους αὐτούς; Καὶ τί θὰ πράξουν σὲ τόπους μὴ καθαγιασμένους ὅταν ἀνάμεσα στοὺς βωμοὺς τῶν θεῶν διαπράττουν τὰ πιὸ βαριὰ ἐγκλήματα; 13 Ὁ Πεσκήννιος Φῆστος[12] στὰ Ἱστορικά του Ἀνάλεκτα ἀναφέρει ὅτι οἱ Καρχηδόνιοι εἶχαν τὴν συνήθεια νὰ θυσιάζουν στὸν Κρόνο ἀνθρώπινα σφάγια κι ὅταν ἡττήθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀγαθοκλῆ, τὸν βασιλέα τῶν Σικελῶν, θεώρησαν ὅτι ὁ θεὸς ἦταν ἐξωργισμένος μαζί τους  κι ἔτσι, γιὰ νὰ τελέσουν ἐπιμελέστερα τὸν ἱλασμό, θυσίασαν διακοσίους υἱοὺς εὐγενῶν[13].

14    Σὲ τέτοια μπόρεσε συχνὰ νὰ σπρώξῃ ἡ θρησκεία
         ἐγκλήματα ποὺ γέννησε καὶ πράξεις μὲ κακία [14].

15 Γιὰ τίνος τὸ συμφέρον φρόντιζαν οἱ ἐντελῶς παράφρονες ἄνθρωποι μὲ τὴν θυσία ἐκείνη ὅταν φόνευσαν τόσο ποσοστὸ τῆς πολιτείας ὅσο ἴσως οὔτε ἀκόμη κι ὁ Ἀγαθοκλῆς ὡς νικητὴς δὲν θὰ σκότωνε; 16 Δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ὅτι χαρακτηρίζονται ἀπὸ μικρότερη παραφροσύνη σὲ σχέσι μ’ αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν ἱερουργιῶν τὰ ἐπίσημα ἐκεῖνα τελετουργικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἄλλα ἀνήκουν στὴν Μητέρα τῶν θεῶν καὶ κατὰ τὴν διάρκειά τους οἱ ἄνθρωποι προσφέρουν ὡς θυσία τ’ ἀνδρικά τους μέλη[15](μ’αὐτὸν δὲ τὸν ἀκρωτηριασμὸ τοῦ φύλου τους κάνουν τοὺς ἑαυτούς τους νὰ μὴν εἶναι οὔτε ἄνδρες οὔτε γυναῖκες) κι ἄλλα ἀνήκουν στὴν Ἀνδρεία, ποὺ τὴν ἀποκαλοῦν ἐπίσης καὶ Μπελλόνα[16] καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἱερεῖς προσφέρουν αὐτοπροσώπως ὄχι ξένο, ἀλλὰ τὸ δικό τους αἷμα. 17 Τρέχουν μὲ γυμνωμένα σπαθιὰ σὲ κάθε τους χέρι κι ἔχοντας ἀνοίξει τομὲς στὰ μπράτσα τους ἐκστασιάζονται καὶ κάνουν σὰν τρελοί. Πολὺ σωστὰ λοιπὸν λέει ὁ Κοϊντιλιανὸς στὸν Θεόληπτο[17]: «Πρέπει νἆναι ἐξωργισμένος ὁ θεὸς γιὰ ν’ ἀπαιτῇ τέτοιο πρᾶγμα»[18]. Κι εἶναι τάχα αὐτὰ ἱερά; 18 Δὲν εἶναι τάχα προτιμώτερο νὰ ζῇ κανεὶς σὰν ζῷο παρὰ νὰ λατρεύῃ θεοὺς τόσο ἄστοργους, τόσο βέβηλους, τόσο αἱμοδιψεῖς;

19  Θὰ συζητήσουμε, ὡστόσο, στὸ οἰκεῖο μέρος ἀπὸ ποῦ πήγασαν τέτοιες πλάνες καὶ τόσο μεγάλα αἴσχη. Στὸ μεταξὺ ἂς δοῦμε κι ἄλλες περιπτώσεις, μὴ ἐγκληματικές, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἐντύπωσι πὼς ἀπὸ ἐπικριτικὸ ζῆλο διαλέγουμε τὶς χειρότερες. 20 Ὑπάρχουν αἰγυπτιακὰ τελετουργικὰ τῆς Ἴσιδος σχετικὰ μὲ τ’ ὅτι ἔχασε καὶ βρῆκε τὸν μικρούλη της γιό[19]. Οἱ δὲ ἱερεῖς της στὴν ἀρχὴ χτυποῦν τὰ στήθη τους μὲ τὸ σῶμα τους ἀποτριχωμένο· θρηνοῦν ὅπως εἶχε κάνει ἡ ἴδια ὅταν τὸν ἔχασε. Στὸ τέλος ἕνα παιδί, σὰν ἀνευρεθὲν τάχα, ὁδηγεῖται μπροστὰ καὶ τὸ πένθος ἐκεῖνο μεταβάλλεται σὲ χαρά. Γι’ αὐτὸ ὁ Λουκανὸς λέει:

Κι ὁ Ὄσιρις ποὺ πάντοτε τὸν ψάχνουν [20],

γιατὶ ὅλο τὸν χάνουν κι ὅλο τὸν βρίσκουν. 21 Στὴν τελετουργία δηλαδὴ ἐπανέρχεται ἡ ἀναπαράστασι ἑνὸς γεγονότος, ποὺ πράγματι συνέβη, τ’ ὁποῖο κι ἀσφαλῶς ἀποκαλύπτει πὼς ἡ γυναίκα ἦταν θνητὴ καὶ παρὰ λίγο ἄτεκνη ἂν δὲν ξανάβρισκε τὸν μοναχογιό της. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ δὲν διέφυγε ἀπὸ τὸν ποιητή, κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ νεαρὸς Πομπήιος, ὅταν ἄκουσε τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του εἶπε τὰ ἑξῆς:

Τὴν Ἴσιδα ἀπ’τὸν τάφο της στὰ ἔθνη θὰ γυρίσω,
τὸν Ὄσιρι ἀπ’τὸ ξύλινο κιβούρι θὰ σκορπίσω.[21]

22 Πρόκειται γιὰ τὸν Ὄσιρι, ποὺ ὁ κόσμος ἀποκαλεῖ καὶ Σέραπι ἢ Σάραπι.[22] Διότι τὰ ὀνόματα τῶν θεοποιημένων νεκρῶν συνήθως ἀλλάζουν, ἔχω τὴν γνώμη, γιὰ νὰ μὴ σκεφτῇ κανεὶς πὼς ἦταν ἄνθρωποι. 23 Ἐπὶ παραδείγματι κι ὁ Ῥωμύλος μετὰ θάνατον ἔγινε Κυρῖνος κι ἡ Λήδα Νέμεσις κι ἡ Κίρκη Μαρίκα κι ἠ Ἰνὼ μετὰ τὴν πτῶσι της ἀπὸ τὸν βράχο Λευκοθέα καὶ Μήτηρ Ματούτα κι ὁ Μελικέρτης, ὁ γιός της, Παλαίμων καὶ Πορτοῦνος[23]. 24 Οἱ δὲ τελετὲς τῆς Δήμητρας στὴν Ἐλευσῖνα δὲν διαφέρουν ἀπὸ τὶς προηγούμενες. Ὅπως σ’ ἐκεῖνες δηλαδὴ ἡ μητέρα τοῦ Ὀσίριδος στηθοκοπιέται καὶ τὸν ἀναζητεῖ ἔτσι καὶ σ’αὐτὲς ἡ Περσεφόνη ἔχει ἀπαχθῆ μὲ σκοπὸ τὸν αἱμομικτικὸ γάμο μὲ τὸν θεῖο της. Κι ἐπειδὴ λέγεται ὅτι ἡ Δήμητρα τὴν ἀναζητοῦσε μὲ δᾷδες ἀναμμένες ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Αἴτνας[24] οἱ ἱερουργίες της τελοῦνται μὲ τὴν ῤῖψι ἀναμμένων δαυλῶν.

25  Στὴν Λάμψακο τὸ πρόσφορο γιὰ τὸν Πρίαπο[25] σφάγιο εἶναι τὸ γαϊδουράκι, τοῦ ὁποίου ἡ θυσία αἰτιολογεῖται στὸ Ἡμερολόγιο ὡς ἑξῆς:[26] Ὅτι ὅταν ὅλοι οἱ θεοὶ εἶχαν συγκεντρωθῆ γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεγάλης Μητρὸς καὶ χορτασμένοι ἀπὸ τὴν εὐωχία περνοῦσαν τὴν νύχτα μὲ διασκεδάσεις, ἡ Ἑστία εἶχε ξαπλώσει καταγῆς κι εἶχε ἀρχίσει νὰ τὴν παίρνῃ ὁ ὕπνος. Τότε ὁ Πρίαπος ἐπιβουλεύτηκε τὸν ὕπνο της καὶ τὴν παρθενία της, ἀλλ’ ἐκείνη πετάχτηκε ἀπὸ τὸ ἀπότομο γκάρισμα ἑνὸς γαϊδαράκου πάνω στὸν ὁποῖο ἐπέβαινε ὁ Σιληνός[27]κι οἱ ὀρέξεις τοῦ ἐπίβουλου ματαιώθηκαν. 26 Καὶ γι’αὐτὸν τὸν λόγο οἱ Λαμψακηνοὶ εἴθισται νὰ θυσιάζουν στὸν Πρίαπο γαϊδουράκι σὰν γιὰ νὰ τὸ ἐκδικηθοῦν. Στοὺς δὲ Ῥωμαίους τὸ ἴδιο ζῷο κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἑστίας στεφανώνεται μὲ κουλοῦρες πρὸς τιμὴν τῆς διασώσεως τῆς παρθενίας της. 27 Τί πιὸ βδελυρό, τί πιὸ ἄτιμο νὰ ἔμεινε ἡ Ἐστία παρθένα μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς γαϊδάρου! «Μὰ ὁ ποιητὴς ἔπλασε τὸν μῦθο!» 28 Τότε λοιπὸν εἶναι πιὸ ἀληθινὸ αὐτὸ ποὺ ἀναφέρουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔγραψαν τὰ Φαινόμενα[28] ὅταν κάνουν λόγο γιὰ τοὺς δύο ἀστέρες τοῦ Καρκίνου ποὺ οἱ Ἕλληνες ἀποκαλοῦν ὄνους [29]; Ὅτι ἦταν γαϊδουράκια ποὺ μετέφεραν τὸν πατέρα Διόνυσο ὅταν δὲν μποροῦσε νὰ περάσῃ ἕνα ποτάμι κι ἐκεῖνος ἔδωσε ὡς ἀνταμοιβὴ σ’ἕνα ἀπὸ τὰ δυὸ τὸ ἑξῆς: νὰ μιλάῃ μ’ ἀνθρώπινη φωνή· κι ὅτι ἔτσι ἀνάμεσα στὸν γαϊδουράκο καὶ στὸν Πρίαπο σηκώθηκε διαμάχη γιὰ τὸ μέγεθος τοῦ ἀπαυτοῦ τους κι ὅτι ὁ Πρίαπος νικημένος κι ἐξωργισμένος σκότωσε τὸν νικητή.    29 Αὐτὸ βέβαια εἶναι πολὺ μεγαλύτερη ἀνοησία, ἀλλὰ στοὺς ποιητὲς ἐπιτρέπεται ὁτιδήποτε κι ἂν θελήσουν. Δὲν κάθομαι νὰ ἐρευνήσω ἕνα τόσο ἐπονείδιστο μυστήριο οὔτε νὰ γδύσω τὸν Πρίαπο μὴ τυχὸν καὶ φανερωθῇ τίποτε ἄξιο μόνο γιὰ γέλιο[30] . Ἀσφαλῶς κι αὐτὰ τὰ ἔπλασαν οἱ ποιητές. Ἀλλὰ λογικὰ πλάστηκαν γιὰ νὰ καλυφθῇ κάτι ἄλλο, μεγαλύτερης αἰσχρότητας. 30 Ἂς ἐρευνήσουμε λοιπὸν ποιό εἶναι αὐτό, ἂν καὶ βέβαια εἶναι φανερό: ὅπως γιὰ παράδειγμα θυσιάζουν στὴν Σελήνη ταῦρο γιατὶ ἔχει κέρατα ποὺ τῆς μοιάζουν καὶ

Στὸν Ἥλιο ἵππο προσφέρει ἡ Περσία,
σὲ σβέλτο θεὸ σβέλτου ζῴου θυσία[31],

ἔτσι καὶ σ’αὐτὴν τὴν περίπτωσι, ἐπειδὴ τὸ μέγεθος τοῦ ἀρσενικοῦ μορίου εἶναι ὑπερβολικὰ μεγάλο, δὲν στάθηκε δυνατὸν νὰ βρεθῇ καταλληλότερο γιὰ τοῦτο τὸ τέρας σφάγιο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προσομοιάσῃ σ’ αὐτὸν ἀκριβῶς στὸν ὁποῖο θυσιάζεται.

31  Στὴν Λίνδο, ποὺ εἶναι πόλι τῆς Ῥόδου, ὑπάρχει ἱερουργία γιὰ τὸν Ἡρακλῆ τῆς ὁποίας τὸ τελετουργικὸ διαφέρει πολὺ ἀπὸ τ’ ἄλλα, ἀφοῦ δὲν τελεῖται ἐν εὐφημίᾳ[32], ὅπως οἱ Ἕλληνες τὴν ἀποκαλοῦν, ἀλλὰ μὲ βρισιὲς καὶ κατάρες καὶ θεωρεῖται βεβήλωσι ἂν ὁποτεδήποτε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐπισήμων ἱεροτελεστιῶν ξεφύγῃ ἀπὸ κάποιον καλὴ κουβέντα, ἔστω κι ἀσυναίσθητα. 32 Ὡς λόγος τούτου τοῦ πράγματος, ἂν βέβαια εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ λόγος[33] σὲ τόσο μεγαλές κουταμάρες, παραδίδεται τὸ ἑξῆς: 33 Ὅταν ὁ Ἡρακλῆς ἔφτασε ἐκεῖ καὶ τὸν ἔπιασε πεῖνα εἶδε ἕνα ζευγᾶ νὰ ὀργώνῃ κι ἄρχισε νὰ ζητᾷ ἀπ’αὐτὸν νὰ τοῦ πουλήσῃ τὸ ἕνα βόδι. Ἀλλ’ ὅμως ἐκεῖνος εἶπε ὅτι αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ γίνῃ, γιατὶ ὅλη του ἡ ἐλπίδα γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς στηριζόταν σ’ αὐτὰ τὰ δυὸ βόδια. 34 Ὁ Ἡρακλῆς, μιᾶς καὶ δὲν μπόρεσε νὰ πάρῃ τὸ ἕνα βόδι, ἅρπαξε καὶ τὰ δυὸ ἀσκῶντας τὴν συνηθισμένη του βία. Κι ἐκεῖνος ὁ δύστυχος, καθὼς ἔβλεπε τὰ βόδια του νὰ σφάζωνται ἀνταπέδωσε τὴν εἰς βάρος του ζημία μὲ βρισιές, κάτι ποὺ ὑπῆρξε ἰδιαίτερα εὐχάριστο γιὰ τὸν ἐκλεπτυσμένο κι εὐγενικὸ ἄνθρωπό μας, 35 ἀφοῦ ὅσο ἑτοίμαζε τὸ γεῦμα μὲ τοὺς συντρόφους του κι ὅσο καταβρόχθιζε τὰ ξένα βόδια ἄκουγε γελῶντας καὶ καγχάζοντας τὸν ἄλλον νὰ τὸν βρίζῃ σκαιότατα. 36 Ἀλλ’ ὅταν, ἀργότερα, ἀπὸ θαυμασμὸ γιὰ τὴν ἀνδρεία του, ἀποφασίστηκε νὰ τιμᾶται ὁ Ἡρακλῆς ὡς θεός, καθιδρύθηκε βωμὸς γι’αὐτὸν ἀπὸ τοὺς πολῖτες, ποὺ ἀπὸ τὸ περιστατικὸ τοῦτο τὸν ὠνόμασε βούζυγον, γιὰ νὰ θυσιάζωνται πάνω του δύο ζεμένα βόδια σὰν αὐτὰ ποὖχε ἁρπάξει ἀπὸ τὸν ζευγᾶ. Κι ὥρισε ἱερέα του αὐτὸν τὸν ἴδιο καὶ τὸν πρόσταξε κατὰ τὴν τέλεσι τῶν θυσιῶν νὰ χρησιμοποιῇ πάντα τὶς ἴδιες κακολογίες ἀφοῦ ἰσχυρίστηκε πὼς ποτὲ δὲν εἶχε ἀπολαύσει διασκεδαστικώτερο γεῦμα. 37 Ἔ, τοῦτο πλέον δὲν εἶναι ἱερουργία, ἀλλὰ ἱεροσυλία, στὴν ὁποία ὀνομάζεται ἱερὸ αὐτὸ ποὺ ἂν συμβῇ στὶς ἄλλες ἱερουργίες τιμωρεῖται καὶ μάλιστα αὐστηρότατα.

38 Ὅσο γιὰ τὶς ἱερουργίες τοῦ ἴδιου τοῦ Κρητικοῦ Διὸς τί ἄλλο δείχνουν ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πῶς κρατήθηκε μακρυὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του κι ἀνατράφηκε; Ἡ κατσίκα ποὺ μὲ τὰ μαστάρια της ἔθρεψε τὸ νήπιο ἀνήκει στὴν νύμφη Ἀμάλθεια. Γι’αὐτὴν ὁ  Καῖσαρ Γερμανικὸς λέει στὸ ποίημα τοῦ Ἀράτου[34]:

. . . θαρροῦν ἐκείνη
Τροφὸ πὼς εἶχ’ ὁ νήπιος Ζεὺς στὴν Κρήτη ὁ μέγας·
ἄστρο λαμπρὸ τοῦ νεογνοῦ ἡ εὐγνωμοσύνη
ἐφόσον θήλασε ἀπ’τὸν μαστὸ τῆς αἴγας.[35]

39Ὁ Μουσαῖος[36] εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἱστόρησε ὅτι αὐτῆς τῆς κατσίκας τὴν δορὰ χρησιμοποίησε ὁ Δίας ὡς ἀσπίδα μαχόμενος ἐναντίον τῶν Τιτάνων, ἐξ οὗ κι ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς ποιητὲς αἰγίοχος[37]. Ἔτσι ὅ,τι συνέβη κατὰ τὴν ἀπόκρυψι τοῦ παιδιοῦ αὐτὸ ἀκριβῶς κι ἀναπαρίσταται στὴν ἱερουργία. 40 Ἀλλὰ τὸ ἴδιο περιεχόμενο ἔχει καὶ τὸ μυστήριο τῆς μητέρας του[38], τὸ ὁποῖο παρουσιάζει ὁ Ὀβίδιος:

Κροτάλισμα μέγα σκεπάζει σὰν νέφος
τὴν Ἴδη καὶ ἄφοβα κλαίει τὸ βρέφος,
βροντοῦν τὶς ἀσπίδες καὶ τ’ἄδεια τους κράνη,
Κουρῆτες, Κορύβαντες, τοῦ ἔργου βαρδιάνοι·
κρυφὴ ἱστορία, μὰ νά, ζωντανεύει,
νά, ἡ συνοδεία, μὲ ὄργανα διέβη:
κραδαίνουν τὰ κύμβαλα ἀντὶ γιὰ τὰ κράνη
καὶ τόνο ὁ αὐλὸς φρυγικὸ πάλι πιάνει.

41 Ὁ Σαλλούστιος[39] ἀπoρρίπτει συλλήβδην αὐτὴν τὴν δοξασία ὡς κατασκευασμένη ἀπὸ τοὺς ποιητὲς καὶ θέλησε νὰ ἑρμηνεύσῃ προσφυῶς τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο λέγεται πὼς οἱ Κουρῆτες ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἀνέθρεψαν τὸν Δία. Κι ἔτσι λέει: «Καθὼς ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι ποὺ ἀναγνώρισαν τὸ θεῖο, ἡ πάροδος τοῦ χρόνου, διογκώνοντας τὸ πρᾶγμα, ὅπως κάνει καὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα, τοὺς διαφήμισε ὡς αὐτοὺς ποὺ ἀνέθρεψαν τὸν Δία»[40]. 42 Τὸ πρᾶγμα πλέον φανερώνει ἀπὸ μόνο του τὸ πόσο ἔξω ἔπεσε αὐτὸς ὁ μορφωμένος ἄνθρωπος: γιατὶ ἂν ὁ Δίας εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τῶν θεῶν καὶ τῶν λατρειῶν, ἐὰν πρὶν ἀπ’ αὐτὸν δὲν λατρεύονταν καθόλου θεοὶ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἐπειδὴ αὐτοὶ ποὺ λατρεύονται δὲν εἶχαν ἀκόμη γεννηθῆ, εἶναι προφανὲς πώς, τὸ ἀνάποδο, οἱ Κουρῆτες ἦταν οἱ πρῶτοι ποὺ δὲν κατανόησαν τὸ θεῖον, αὐτοὶ διὰ τῶν ὁποίων εἰσχώρησε ἡ ὅλη πλάνη κι ἔσβησε ἡ ἀνάμνησι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. 43 Ἔπρεπε λοιπόν, ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ μυστήρια καὶ τὶς τελετές νὰ καταλάβουν ὅτι ἀπευθύνουν δέησι σὲ νεκροὺς ἀνθρώπους.

44 Δὲν πιέζω λοιπὸν κανέναν νὰ δίνῃ πίστι στὰ ἔργα τῶν ποιητῶν. Ὅποιος θεωρεῖ ὅτι ψεύδονται ἂς ἐρευνήσῃ τὰ γραπτὰ τῶν ἴδιων τῶν ποντιφίκων κι ἂς ἀνατρέξῃ σὲ ὁποιοδήποτε γραπτὸ ἔργο διαλαμβάνει τὶς ἱερουργίες. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα θὰ βρῇ περισσότερα ἀπ’ ὅσα ἐμεῖς παραθέτουμε, ὥστε ἀπὸ ἐκεῖνα νὰ καταλάβῃ ὅτι εἶναι κούφια, ἀνόητα, πλαστὰ ὅλα ὅσα λογίζονται ἱερά. 45 Ἐὰν δὲ κάποιος κατακτήσῃ τὴν σοφία κι ἐγκαταλείψῃ τὴν πλάνη, ἀσφαλῶς καὶ θὰ περιγελάσῃ τὶς ἀσυναρτησίες ἀνθρώπων σχεδὸν παραφρόνων. Μιλῶ γιὰ ἐκείνους ποὺ εἴτε χορεύουν μὲ πρόστυχες φιγοῦρες εἴτε τρέχουν γυμνοί, λαδωμένοι, στεφανωμένοι, μασκαρεμένοι ἢ πασαλειμμένοι μὲ λάσπη. 46 Ὅσο γιὰ τὶς ἀσπίδες[41], τὶς σάπιες ἀπὸ τὴν πολυκαιρία, τί νὰ πῶ, ποὺ ὅταν τὶς κουβαλοῦν νομίζουν ὅτι μεταφέρουν στοὺς ὤμους τους τοὺς ἴδιους τοὺς θεούς; 47 Γιὰ παράδειγμα ἀνάμεσα στὰ ἐξέχοντα πρότυπα εὐσέβειας συναριθμεῖται ὁ Φούριος Βιβάκουλος[42], ὁ ὁποῖος, μολονότι ἦταν πραίτωρ, ἐν τούτοις κουβάλησε τὴν ἱερὴ ἀσπίδα μὲ τοὺς ῤαβδούχους[43] νὰ προπορεύωνται, παρόλο ποὺ δυνάμει τοῦ ἀξιώματός του εἶχε δικαίωμα ἀπαλλαγῆς ἀπ’ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσι. 48 Δὲν ἦταν λοιπὸν Φούριος, ἀλλ’ ἁπλῶς φουριόζος[44] ποὺ πίστεψε ὅτι μ’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσία περιποιεῖ τιμὴ στὸ ἀξίωμα τοῦ πραίτορα. Δικαίως λοιπὸν ὁ Λουκρήτιος, ἀφοῦ αὐτὰ δὲν γίνονται ἀπὸ ἄνδρες ἀμαθεῖς κι ἀπαίδευτους, ἀναφωνεῖ:

Ὦ δυστυχέστατα μυαλά! Καρδιὲς τυφλὲς στὰ στήθη!
Σὲ τί σκοτάδια ἡ ζωή, ποὺ ἀπὸ κινδύνους βρίθει,
κυλᾷ γιὰ χρόνο τόσο δά. . .  [45]

49 Ποιός ποὔχει μιὰ στάλα νοῦ δὲν γελᾷ μ’ αὐτὰ τὰ καμώματα ὅταν βλέπῃ ἀνθρώπους μὲ λειψὰ θαρρεῖς τὰ μυαλά τους νὰ κάνουν τέτοια πράγματα στὰ σοβαρά, ποὺ καὶ στ’ ἀστεῖα ἂν τἄκανε κανεὶς θὰ φάνταζε ἐντελῶς ἐλαφρόμυαλος καὶ κουτός;

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Γιὸς τοῦ βασιλιᾶ τῆς Σαλαμῖνος, Τελαμῶνα καὶ πολεμιστὴς στὴν Τροία μαζί του. Μετὰ τὴν αὐτοκτονία τοῦ ἀδελφοῦ του, Αἴαντα, ὁ πατέρας του δὲν τὸν δέχθηκε πίσω κι ἐκεῖνος, κατόπιν χρησμοῦ τοῦ Ἀπόλλωνα ἀποίκισε τὴν Κύπρο ἱδρύοντας τὴν ἐκεῖ Σαλαμῖνα.
[2] Θέμα τῆς τραγῳδίας Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις τοῦ Εύριπίδη.
[3] Λουκανός, 1,444-445, βλ. καὶ Καῖσαρ, De Βello Gallico, 6,16.
[4] Ὁ Δίας ποὺ λατρευόταν στὸ Ἀλβανὸν ἢ Λατιάριον ὄρος (Βάρρων, De lingua Latina 5,52 βλ. Tίτος Λίβιος 21,63,8-9· Δίων Ἁλικαρνασσεὺς 4,49,2 κ.α.) ὡς προστάτης τῆς Λατινικῆς συνομοσπονδίας ἢ καὶ ὡς θεοποιημένη μορφὴ τοῦ Λατίνου. Ἡ ἐπίκλησι ἀνθρωποθυσιῶν  στὸν Λατιάριο Δία, φαίνεται κοινὸς τόπος στοὺς ἀπολογητές. (Βλέπε Μινούκιος Φῆλιξ 23,5· Τατιανός, 29· Τερτυλλιανός, De Spectaculis 6· βλ. καὶ τὸν ἐθνικὸ Πορφύριο Περὶ ἀποχῆς ἐμψύχων 2,56,9) καὶ ἀργότερα στοὺς πρώτους Πατέρες. Γιὰ τὴν ὕπαρξι ἢ μὴ ἢ τὴν μορφὴ τῶν ἀνθρωποθυσιῶν κατὰ τὴν λατρεία τοῦ Λατιαρίου Διὸς ἔχουν διατυπωθῆ ἀπὸ τοὺς σύγχρονους ἐρευνητὲς διάφορες ἀπόψεις.
[5] Στὴν Μουλβία γέφυρα νίκησε ὁ Μ. Κωνσταντῖνος τὸ 312 τὸν Μαξέντιο. Ἡ θυσία  ποὺ ἀναφέρει ὁ Λακτάντιος τελοῦνταν στὴν Πασσαλόπηκτη γέφυρα (pons Sublicius, Βάρρων De lingua latina 7,44 ὅπου περιγράφεται ἡ τελετή, ἀλλὰ ὁ χρησμὸς πρέπει νὰ παρετίθετο στὶς χαμένες του Antiquitates· ξυλίνη γέφυρα στὸν Πλούταρχο, Βίοι Παράλληλοι Νουμᾶς 9,3 καὶ στὸν Διονύσιο Ἁλικαρνασσέα 3,45,2), τὴν ἀρχαιότερη γέφυρα τοῦ Τιβέρεως, κατασκευασμένη ἀποκλειστικὰ ἀπὸ ξύλo, χωρὶς χρῆσι μετάλλου.
[6] Μάρκος Τερέντιος Βάρρων (116-27 π.Χ.), πολυγραφότατος καὶ πολυσχιδὴς συγγραφέας. Ἀπὸ τὸ ἐντυπωσιακὸ σὲ ὄγκο καὶ θεματολογία ἔργο του σώζονται μόνο σχεδὸν ἀκέραιο τὸ σύγγραμμά του Περὶ ἀγροτικῶν θεμάτων (De re rustica) καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ σύγγραμμά του Περὶ λατινικῆς γλώσσης (De lingua latina). Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα συγγράμματά του σώζονται ἀπὸ τὴν ἔμμεση παράδοσι μόνο τίτλοι καὶ ἀποσπάσματα.
[7] Ὁλόκληρος ὁ χρησμός, ποὺ ἀποδίδεται στὸ μαντεῖο τῆς Δωδώνης, στὸν Διονύσιο Ἁλικαρνασσέα 1,19 καὶ στὸν Μακρόβιο, Saturnalia 1,7,28-31. Ἡ μετάφρασί του στὴν ἑπόμενη ὑποσημείωσι.
[8] Ἡ λέξις φῶτα ὡς αἰτιατικὴ πληθυντικοῦ τῆς λέξεως (τὸ) φῶς σημαίνει ὅ,τι καὶ σήμερα. Ὡς αἰτιατικὴ ἑνικοῦ τῆς λέξεως (ὁ) φὼς σημαίνει τὸν ἄνθρωπο. Ὁπότε ὁ στίχος σημαίνει εἴτε: «προσφέρετε κεφάλια στὸν ᾌδη καὶ φῶτα στὸν πατέρα του» εἴτε «προσφέρετε κεφάλια στὸν ᾍδη καὶ ἄνθρωπο στὸν πατέρα του».
[9] Ὀβίδιος, Fasti 5,629-32. Λευκάδιος τρόπος (Leucadio modo):  Στὴν Λευκάδα κατακρήμνιζαν κάθε χρόνο ἕναν κατάδικο ἀπὸ τὸν βράχο στὴν θάλασσα ὡς θυσία στὸν Ἀπόλλωνα. Παραδίδεται πὼς φρόντιζαν ὡστόσο νὰ δένουν πάνω του πουλιὰ καὶ φτερὰ ὥστε νὰ διασώζεται καὶ νὰ παραλαμβάνεται ἀπὸ βάρκες. Ὁ βράχος αὐτός, ὁ Λευκάτας, συνδέθηκε καὶ μὲ τὴν ἀντίληψι ὅτι ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὸν ἔρωτα ὅποιος ἐπιβιώσῃ ἂν πέσῃ ἀπὸ αὐτὸν. (Στράβων 10,2,9, βλ. καὶ Ὀβίδιος Tristia 5,276· Heroides 15, 165 κ. ἑ.).
[10] Ὀβίδιος, Fasti 5,621-2.
[11] pietatis: ἡ λέξι pietas μεταφράζεται συνήθως συμβατικα ὡς εὐσέβεια. Στὴν πραγματικότητα ἡ κατεξοχὴν αὐτὴν ῥωμαϊκὴ ἔννοια περιγράφει τὴν ἐπιβαλλόμενη συμπεριφορὰ τόσο ἔναντι τῶν θεῶν ὄσο κι ἔναντι τῶν ἀνθρώπων καὶ δὴ τῆς οἰκογένειας. Ἐδῶ ἐννοεῖται τὸ καθῆκον τοῦ γονιοῦ ν’ ἀγαπᾷ καὶ νὰ δείχνῃ στοργὴ στὸ μικρὸ παιδί του.
[12] Ἄγνωστος ἄλλοθεν. Ὑπάρχει ἑνας συγκλητικὸς μ’ αὐτὸ τ’ ὄνομα ποὺ καταδικάστηκε σὲ θάνατο χωρὶς δίκη ἀπὸ τὸν  Σεπτίμιο Σεβῆρο τὸ 196-197 μ.Χ.: Αἴλιος Σπαρτιανός, Severus 13,6).
[13] Ἀγαθοκλῆς(361-289 π.Χ.): Τύραννος τῶν Συρακουσῶν ποὺ ἀναγορεύτηκε βασιλιᾶς τῆς Σικελίας. Τὸ περιστατικὸ ἀφηγεῖται μὲ περισσότερες λεπτομέρειες ὁ Διόδωρος Σικελιώτης 20,13-14.
[14] Λουκρήτιος, 1,101· 1,83.
[15] Βλ. ὑποσημείωσι 174.
[16] Ῥωμαϊκὴ πολεμικὴ θεότητα.  Οἱ ἱερεῖς της λέγονταν Μπελλονάριοι καὶ χαρακώνονταν στὰ μπράτσα καὶ στὰ πόδια προσφέροντας ἢ καὶ πίνοντας τὸ αἷμα τους (Λουκανός 1,565· Μαρτιάλης 12,57,11·Τερτυλλιανός Apologeticus 9,10). Τὰ ἴδια ἔκαναν κι οἱ ἱερεῖς τοῦ Βάαλ (Γ΄ Βασιλειῶν 18,28).
[17] Fanaticus: χαμένη Declamatio (ῥητορικὸ γύμνασμα) τοῦ ψευδοΚοϊντιλιανοῦ. Fanatici λέγονταν συνήθως οἱ ἱερεῖς τῆς Μπελλόνας ἢ τῆς Κυβέλης ἢ ὁποιασδήποτε παρόμοιας ἐκστατικῆς λατρείας.
[18][Koϊντιλιανός] fr. 5 Lehnert =inc 1 Winterbottom.
[19] Σύμφωνα μὲ τὸν μῦθο ἔχασε τὸν ἀδελφὸ καὶ σὐζυγό της, Ὄσιρι (βλ. Πλουτάρχου, Περὶ Ἴσιδος καὶ Ὀσίριδος). Ὁ Λακτάντιος ἐπαναλαμβάνει τὸ λάθος τοῦ  Μινούκιου Φίληκα (23,1) ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀντλεῖ.
[20] Σφάλμα τοῦ Λακταντίου: ὁ στίχος εἶναι τοῦ Ὀβιδίου, Metamorphoses 9,693. Βλ. ὅμως Λουκανός, 8,831-33.
[21] Λουκανός, 9,158-9. Νεαρὸς Πομπήιος εἶναι ὁ Γναῖος Πομπήιος, γιὸς τοῦ Μάγνου Πομπήιου ποὺ θανατώθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Γναῖος ἀπειλεῖ τὴν Ἀλεξάνδρεια μὲ ἐκδίκησι. Στὰ λόγια του ὑπονοεῖται καὶ ἡ περιπλάνησι τῆς Ἴσιδος μὲ σκοπὸ τὴν ἀνεύρεσι τῶν  σκορπισμένων μελῶν τοῦ διαμελισμένου Ὀσίριδος.
[22] Σέραπις ἢ Σάραπις: ἑλληνιστικὴ συγκρητιστικὴ συγχώνευσι τοῦ Ὁσίριδος καὶ τοῦ ἱεροῦ ταύρου Ἄπιος. Στὸ κείμενο ἡ διτυπία ἀφορᾷ στὴν κλίσι (αἰτιατικὴ Serapim καὶ Serapidem). Στὰ νεοελληνικὰ ἐπιλέξαμε νὰ τὴν ἀποδώσουμε μὲ τὴν ὑπαρκτὴ καὶ στὴν ἀρχαιότητα διτυπία Σέραπις καὶ Σάραπις.
[23] Γιὰ τὸν Κυρῖνο βλ. ὑποσημείωσι 159. Νέμεσις – Λήδα: Κατὰ μία παραλλάγὴ τοῦ μύθου (Ἀπολλόδωρος 3,10,7, Ὑγῖνος, De astronomia 2,8,1-2) ὁ Δίας δὲν ἔσμιξε μὲ τὴν Λήδα μεταμορφωμένος σὲ κύκνο, ἀλλὰ μὲ τὴν Νέμεσι (θεὰ ποὺ τιμωρεῖ τὴν ἀλαζονεία). Τὸ ἀβγὸ ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἐρωτικὴ ἐπαφὴ παραδόθηκε στὴν Λήδα. Ἡ Ἰνώ, κόρη τοῦ ἱδρυτῆ καὶ βασιλιᾶ τῶν Θηβῶν, Κάδμου, αὐτοκτόνησε πέφτοντας ἀπὸ ἕνα βραχο στὴν θάλασσα μαζὶ μὲ τὸν νήπιο γιό της, Μελικέρτη. Ἡ ἴδια ἔγινε θαλάσσια νύμφη μὲ τὸ ὄνομα Λευκοθέα (Ὅμηρος, ε 333-335) καὶ ὁ γιός της θεότητα μὲ τὸ ὄνομα Παλαίμων ποὺ ταυτίστηκαν ἀντιστοίχως μὲ τὶς ῥωμαϊκὲς θεότητες Mater Matuta καὶ Portunus. Βλ. Ὀβίδιος Fasti  6,545-7· Ὑγῖνος Fabulae 2 · 224, Κυπριανός, De idolorum vanitate, PL 5, 566 A. Μαρίκα: Νύμφη, ἡ μητέρα τοῦ Λατίνου (Βεργίλιος, Aeneis 7,47) ὁ ὁποῖος ὅμως κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς μύθους εἶχε μητέρα τὴν Κίρκη (Ἡσίοδος, Θεογονία 1011-13 , βλ. καὶ Ὑγῖνος, Fabulae 127).
[24] Κικέρων, In Verrem II 4,106.
[25] Φαλλικὸς θεὸς ποὺ παριστάνεται ἔνστυτος συνήθως μὲ ὑπερμέγεθες μόριο.
[26] Ὀβίδιος, Fasti 6,319-48.
[27] Λάγνος καὶ ἄσχημος θεός. Στὰ σατυρικὰ δράματα συνήθως ἐμφανίζεται ὡς ἀρχηγὸς τῶν Σατύρων.
[28] Ὁ Λακτάντιος ἐννοεῖ  τὸν Ἕλληνα ποιτὴ Ἄρατο τὸν Σολέα (315-240 π.Χ.), ποὺ συνέθεσε τὸ περίφημο ἀστρονομικὸ καὶ μετεωρολογικὸ ἔπος  Φαινόμενα(315-240 π.Χ. καὶ κυρίως τοὺς μεταφραστές του στὰ λατινικά: 1.τὸν Ἰούλιο Καίσαρα Γερμανικὸ (βλ. παρακάτω). 2. Τὸν γνωστό μας Κικέρωνα, ποὺ ἐπίσης μετέφρασε τὰ Φαινόμενα καὶ 3. τὸν Ὀβίδιο, τοῦ ὁποίου μετάφρασι τῶν Φαινομένων μνημονεύει ὁ Λακτάντιος στὸ 2,5,25 τοῦ παρόντος. Μετὰ τὸν Λακτάντιο (πρὸ τοῦ Ἱερωνύμου πάντως, ὁ ὁποῖος τὸν μνημονεύει) τὸ ἔργο μετέφρασε κι ὁ ποιητὴς Ῥούφιος Φῆστος Ἀβιηνός.
[29] Scholia in Germanici Aratea Basileensia 12 (Atti dell’Accademia Nazionale dei Lincei: Memorie, Serie VIII, volume XXIII, f. 4, Roma 1979), Ὑγῖνος, De astronomia 2,23,3.
[30] Παίζει μὲ τὴν ἀμφισημία τοῦ denudo: ξεγυμνώνω, ἀλλὰ καὶ μεταφορικὰ ἀποκαλύπτω, ξεμασκαρεύω.
[31] Ὀβίδιος, Fasti 1,385-6.
[32] Εὐφημία ἦταν ἡ ἀποφυγὴ ἐκφορᾶς δυσοίωνων λέξεων κατὰ τὴν τέλεσι τῶν μυστηρίων.  Μὲ σχετικὰ κελεύσματα (π.χ.εὐφημεῖτε, favete linguis) ὁ ἱερέας καλοῦσε τοὺς μύστες νὰ προσέξουν μὴ τοὺς ξεφύγῃ κάποια τέτοια λέξι (Βλ. Ἀριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι 39· Βεργίλιος· Aeneis 5,71· Tίβουλλος 2,2,1, Ὁράτιος, Carmina 3,1,2). Ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος εὐφημίας ἦταν ἡ σιωπή.
[33] ratio: λογική, λόγος, ἀλλὰ καὶ λόγος ὑπάρξεως, αἰτία (ἐν προκειμένῳ τὸ μυθολογικὸ αἴτιον).
[34] Ἰούλιος Καῖσαρ Γερμανικός (15 π.Χ. -19 μ.Χ.): μικρανηψιὸς τοῦ Αὐγούστου καὶ ἀδελφὸς τοῦ μετέπειτα αὐτοκράτορα, Κλαυδίου. Προωριζόταν γιὰ διάδοχος τοῦ θείου του καὶ θετοῦ του πατέρα, αὐτοκράτορα Τιβερίου, ἀλλὰ πέθανε ξαφνικὰ σὲ σχετικὰ μικρὴ ἡλικία. Λαοφιλὴς στρατηγὸς ποὺ ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὴν σύνθεσι ποιημάτων, ἐνῷ μετέφρασε στὰ λατινικὰ καὶ τὰ Φαινόμενα, τὸ περίφημο ἀστρονομικὸ καὶ μετεωρολογικὸ ἔπος τοῦ Ἕλληνα ποιητῆ  Ἀράτου (315-240 π.Χ.).
[35] Γερμανικός, Aratea 165-168. Περιγράφεται ὁ καταστερισμὸς τῆς Ἀμάλθειας.
[36] Μυθικὸς ποιητὴς  ποὺ ἄλλοτε μνημονεύεται ὡς γιὸς τοῦ Ὀρφέα (Διόδωρος Σικελιώτης 4,25) κι ἄλλοτε ὡς γιὸς τοῦ Ἀντιοφήμου (Παυσανίας, Ἑλλάδος Περιήγησις, Φωκικὰ 5,6). Ὅπως καὶ στὸν Ὀρφέα τοῦ ἀποδίδονται διάφορα ψευδεπίγραφα ποιήματα. Γιὰ τὴν συγκεκριμένη μαρτυρία βλ 2 B 8 Diels – Kranz καὶ Ὑγῖνος, De astronomia  2,13,6.
[37] Ἡ Ἀμάλθεια ἀρχικὰ παρουσιάζεται ὡς κατσίκα ποὺ θήλασε τὸν Δία ὡς βρέφος (Καλλίμαχος, Ὕμνος είς Δία 49), ἀλλὰ ἀργότερα καὶ ὡς νύμφη κάτοχος τῆς κατσίκας. (Ὑγῖνος, De astronomia 2,13,6 κ.α.). Ἤδη στὸν Ὅμηρο (π.χ. Β 375) ὁ Δίας ὠνομάστηκε αἰγίοχος, λέξι ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἑρμηνεύθηκε ὡς φέρων τὴν αἰγίδα καὶ σχετίστηκε μὲ τὴν δορὰ τὴς Ἀμάλθειας( Ὑγῖνος, De astronomia 2,13,7) τὴν ὁποία ὁ Δίας χάρισε στὴν Ἀθηνᾶ.. Ἡ λέξι πρέπει νὰ σήμαινε τὸν κυρίαρχο τῶν καταιγίδων ὡς ὁμόρριζη (ἀΐσσω) τῶν λέξεων καταιγίς, Αἰγαῖον, Αἰγεύς (προσωνύμιο ἀρχικὰ τοῦ Ποσειδώνα).
[38] Τῆς Ῥέας. Οἱ στίχοι ποὺ ἀκολουθοῦν (Ὀβίδιος, Fasti 4,207-214) περιγράφουν τοὺς τελεστικοὺς χοροὺς ποὺ μιμοῦνται τὶς κινήσεις τῶν Κορυβάντων (βλ. ὑποσημείωσι 125).
[39] Γάιος Σαλλούστιος Κρῖσπος(86-35 π.Χ.): ἱστορικὸς μὲ κυριώτερο ἔργο του τὸ χαμένο σήμερα Historiae, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώζονται μόνο αποσπάσματα. Σώζονται οἱ δύο μονογραφίες του γιὰ τὴν συνωμοσία τοῦ Κατιλίνα καὶ τὸν πόλεμο τοῦ Ἰουγούρθα. Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὲς ξεκινάει μὲ τὸν τονισμὸ τῆς πρηνοῦς στάσεως τῶν τετραπόδων, ἐναντι τῆς ὄρθιας τοῦ ἀνθρώπου, ἰδέα ποὺ ἐπανέρχεται συνέχεια στὸν Λακτάντιο.
[40] Sallustius, Historiae, fr. 3,14 Maurenbrecher.
[41] Ὀκτώσχημη ἱερὴ ἀσπίδα ποὺ κατὰ τὴν ῥωμαϊκὴ παράδοσι ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Νουμᾶ καὶ ἡ φύλαξί της συνδέθηκε μὲ τὴν ἀσφάλεια τῆς Ῥώμης. Προκειμένου νὰ μὴ κλαπῇ κατασκευάστηκαν ἀπὸ τὸν τεχνίτη Μαρμούριο ἄλλες ἕνδεκα πανομοιότυπες ὥστε νὰ μὴ φαίνεται ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή. Φυλάσσονταν στὸ ναὸ τοῦ  Ἅρη ἀπὸ τοὺς Σαλίους, ἱερατικὸ σωματεῖο συνδεδεμένο μὲ τὸν Ἄρη, καὶ κάθε χρόνον τὸν μῆνα Μάρτιο, τὶς κουβαλοῦσαν σὲ ἱερὴ πομπή (βλ. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Νουμᾶς 13, Ὀβίδιος, Fasti 3, 374-95, Τίτος Λίβιος 1,20,4, Βαλέριος Μάξιμος 1,1,9, τοῦ ὁποίου ἡ διατύπωσι ἀπηχεῖται στὸν Λακτάντιο).
[42] Πραίτωρ τὸ 219 π.Χ ἢ λίγο νωρίτερα κι ἐπικεφαλῆς τῶν Σαλίων (βλέπε Βαλέριο Μάξιμο ὅ.π.). Δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὸν ὁμώνυμο ποιητὴ ποὺ ἔζησε πολὺ ἀργότερα κι ἀνῆκε στὸν κύκλο τοῦ Βαλέριου Κάτωνα.
[43] Lictores: Ῥαβδοῦχοι, συνοδοὶ ὑψηλόβαθμων ἀξιωματούχων ποὺ προπορεύονταν κρατῶντας μία δέσμη ῥαβδων καὶ πελέκεως.
[44] Λογοπαίγνιο: Furius τὸ ὄνομα τοῦ πραίτορος καὶ furiosus ὁ τρελός, ὁ μαινόμενος.
[45] Λουκρήτιος 2,14-16.

*

*

*