Καλλιόπη Αβραάμ, Η παρουσία του Οδυσσέα στον Καζαντζάκη και τον Σεφέρη

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 7 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ο Οδυσσέας ικανοποιεί την ανάγκη και του Σεφέρη και του Καζαντζάκη να μιλήσουν έξω από το χρόνο, σε μια νοητή σκοπιά στην οποία μετέχουν το ίδιο όλες οι εποχές. Τα στοιχεία της φθοράς, του νόστου, της αναζήτησης, της ελπίδας δεν απέχουν από καμία εποχή. Ακόμη, ο Οδυσσέας τους είναι προσηλωμένος στον στόχο, που είναι το σπίτι (όπως κι αν το εννοεί ο καθένας τους), γι’ αυτό θα παλέψει και θα νικήσει τα τόσα τέρατα και τους πειρασμούς που έρχονται να τον αποσπάσουν από τον σκοπό του. Ο Οδυσσέας για τον Καζαντζάκη ανταποκρίνεται στο αίτημα της περιπλάνησης και της αναζήτησης για την αναζήτηση, ο Οδυσσέας για τον Σεφέρη ανταποκρίνεται στο αίτημα του νόστου· πρόκειται για έναν εξόριστο νοσταλγό που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και τραγικότητα.» (Κ.Α.)

*

*

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΒΡΑΑΜ

Η παρουσία του Οδυσσέα στον Καζαντζάκη και τον Σεφέρη

Σταθμό στη συγγραφική παραγωγή τόσο του Κααντζάκη όσο και του Σεφέρη αποτελεί το οδυσσειακό θέμα. Πρόκειται για τον μυθολογικό ήρωα, του οποίου η παρουσία διατρέχει σχεδόν όλο το ποιητικό σεφερικό έργο και καλύπτει μεγάλο μέρος του καζαντζακικού, με σημαντικότερους σταθμούς το θεατρικό Οδυσσέας και το έπος της Οδύσειας. Η μελέτη του θέματος είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, προϋποθέτει μελέτη ολόκληρης της Οδύσειας του Καζαντζάκη και αποδελτίωση όλων των οδυσσειακών αναφορών που μπορούμε να βρούμε στο σεφερικό έργο. Για το λόγο αυτό γίνεται πιο κάτω μια πρώτη μόνο προσέγγιση του θέματος.

Γνωρίζουμε πως το έπος του Καζαντζάκη αποτελεί έργο ζωής για τον ποιητή, ο Οδυσσέας αποτελεί τον κατεξοχήν ήρωα του, είναι το πρόσωπο που περιλαμβάνει όλα τα χαρακτηριστικά της καζαντζακικής θεωρίας όπως διαμορφώνεται μέχρι τα χρόνια της δημοσίευσης του έργου. Από την άλλη, ακόμα και σύντομα να ανατρέξουμε το σεφερικό έργο θα παρατηρήσουμε πως η ομηρική παρουσία είναι μόνιμη. Για τον Σεφέρη, ο μύθος ήταν η «κοινή αίσθηση, ο ποιητής είχε στη διάθεση του ένα φορέα ζωντανό, μια συναισθηματική ατμόσφαιρα έτοιμη, όπου μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα για να πλησιάσει τους γύρω του ανθρώπους».1 Παρακάτω ο Μπήτον σημειώνει για τον Σεφέρη:2

η ιδέα ότι κι αυτός, όπως κι ο Τζόυς, θα μπορούσε ίσως να δημιουργήσει μια ενσάρκωση του ομηρικού Οδυσσέα για τον σύγχρονο κόσμο ίσως να πέρασε για πρώτη φορά από το μυαλό του εκείνη την μέρα

Ο μελετητής υποθέτει ότι η ιδέα να δημιουργήσει ένα έργο στο πρότυπο του Οδυσσέα του Τζόυς, ίσως να πέρασε από το μυαλό του Έλληνα ποιητή από τα χρόνια του 1922.3 Πάντως, μετά από τις πρώτες δημοσιεύσεις έργων του Σεφέρη τη δεκαετία του 1930, δημοσιεύεται η Οδύσεια του Καζαντζάκη. Δεν γνωρίζουμε αν η δημοσίευση του έργου αυτού έθεσε τροχοπέδη στην επιθυμία του Σεφέρη, ή αν είχε ήδη παραιτηθεί από την ιδέα αυτή νωρίτερα. Υπάρχει μια ημερολογιακή σημείωση του ποιητή από τον Μάιο του 1932, στην οποία αναφέρει: «ο Οδυσσέας, που έστειλα στην Αθήνα από τον περασμένο Γενάρη, στάθηκε αδύνατο να δημοσιευτεί».4 Δυστυχώς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αυτό τον Οδυσσέα με πλάγια γράμματα, ένα έργο δηλαδή ποιητικό ή πεζό, που ο Σεφέρης επιθυμούσε να εκδώσει από τον Ιανουάριο του 1932. Όπως είδαμε προηγουμένως, το 1925 ο ποιητής γράφει στις Μέρες πως νιώθει την ανάγκη να γράψει «δώδεκα κεφάλαια εμπνευσμένα από την Οδύσσεια αλλά απ’ την ανάποδη».5 Την ίδια αναφορά κάνει και ο Καζαντζάκης, όταν γράφει στον Αριστοτέλη Νικολαΐδη για την Οδύσεια: «πρόσεξε, φίλε, πρόσεξε να την διαβάσεις απ’ την ανάποδη».6 Μια πρώτη σκέψη για το τι σημαίνει η Οδύσσεια απ’ την ανάποδη για τους δυο ποιητές αφορά ίσως την ιδέα της αιώνιας περιπλάνησης και αδυναμίας του Οδυσσέα να φθάσει στην Ιθάκη. Ωστόσο, στον Καζαντζάκη είναι περισσότερο κατανοητό, εφόσον το έργο του αρχίζει από το τέλος του ομηρικού έπους, είναι επομένως απ’ την ανάποδη. Η παρότρυνση ωστόσο προς τον φίλο του να την διαβάσει απ’ την ανάποδη ίσως αφορά την απόρριψη των αρνητικών κριτικών που δέχτηκε το έργο, πιο απλά, να την διαβάσει αντίθετα με αυτά που λέγονται.

Επιχειρώντας μια σκιαγράφηση του οδυσσειακού θέματος στο έργο των δύο ποιητών, θα ξεκινήσουμε από τον καζαντζακικό Οδυσσέα και τα ειδοποιά χαρακτηριστικά του. Είναι στην ουσία ο Οδυσσέας απ’ την ανάποδη, αφού στόχος του δεν είναι η Ιθάκη αλλά το ταξίδι. Ο Παντελής Πρεβελάκης, περιγράφοντας τον ήρωα του Καζαντζάκη, σημειώνει:7

ο νέος Οδυσσέας δε θα ήταν ένας εθνικός ήρωας· θα ήταν ένας Αντάρτης, ένας Ξεριζωμένος, και μάλιστα ένας desperado. Στίβος του αγώνα του; Η Γήινη Σφαίρα! Αντί για το φιλικό τοπίο της πατρίδας, οι απειλητικοί ορίζοντες. […] Κλίμα της ψυχής του; Η μοναξιά κι η ανταρσία! Κοσμικές τρομάρες, συναίσθημα ανεστιότητας, έξαψη του εγώ.

Ο πνευματικός αγώνας του ίδιου του Καζαντζάκη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οδυσσειακός: η περιπλάνηση του ανάμεσα σε θεωρίες, η αποδοχή τους, η απογοήτευση από την ανεπάρκειά τους να καλύψουν ολοκληρωτικά τον ποιητή, φανερώνουν πως ο ήρωας του έργου του δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Οδυσσέα «απ’ την ανάποδη». Ο ξεχωριστός αυτός ήρωας, που απέχει αρκετά από τον πρόγονό του, διασχίζει τη γη με επιδιώξεις καταστροφικές και εκδικητικές. Στο ταξίδι του συναντά τα βασικότερα πρόσωπα και θεωρίες που επηρέασαν τον δημιουργό του: Λένιν, Βούδας, Χριστός, εξάλλου και ο ίδιος ως μυθοπλαστικός χαρακτήρας έχει αφομοιώσει χαρακτηριστικά των θεωριών του Νίτσε, του Μπερξόν και άλλων.

Από τα σεφερικά γραπτά, τώρα, που προσφέρονται για μελέτη του οδυσσειακού θέματος, ξεχωρίζουν ασφαλώς το Μυθιστόρημα, η Κίχλη, Πάνω σ΄έναν ξένο στίχο, Οι σύντροφοι στον Άδη, και η Ελένη. Η ομηρική παρουσία εν γένει δηλώνεται πολλές φορές ρητά στην ποίηση του Σεφέρη, εφόσον μεταφέρονται αυτούσια λόγια από τον Όμηρο8 οι φράσεις που χρησιμοποιεί ο ποιητής ανακαλούν το ομηρικό κείμενο· κάποια από τα ονόματα που παραπέμπουν στην ομηρική μυθολογία είναι ο Οδυσσέας, ο Έκτωρ, ο Ορέστης, ο Ελπήνωρ και η Ελένη. Εκτός από τα έργα που προαναφέραμε, τέτοιου είδους αναφορές συναντούμε ακόμη στα ποιήματα: Αγιάναπα Α΄, Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους, Ο βασιλιάς της Ασίνης.

Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

Εάν το θέμα της παρούσας εργασίας ήταν η παρουσίαση και η ανάλυση των αναφορών του Οδυσσέα στο σεφερικό έργο θα αρχίζαμε χρονολογικά με βάση την έκδοση των ποιημάτων. Εδώ, ωστόσο, επιλέγω αυθαίρετα κάποια σημεία από τα ποιήματα του Σεφέρη, καθώς μια συστηματική ανάλυση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε αυτό το σημείο. Προχωρώντας θα αναφερθώ κυρίως στην Κίχλη, στην οποία, σύμφωνα με τον Ν. Βαγενά, υπάρχουν τρία στοιχεία που εμπνέουν στον Σεφέρη το συγκινησιακό υπόβαθρο του ποιήματος: η εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου και του Εμφυλίου πολέμου, οι πρώτες διακοπές του ποιητή στον Πόρο μετά από διάστημα οχτώ χρόνων και τα διαβάσματά του εκείνης της εποχής. Πιο κάτω ο μελετητής, αφού συσχετίσει τη φιλοσοφία του Μεγκ Τσου με το ποίημα του Σεφέρη,9 σημειώνει σχετικά με την έξοδο του ποιήματος:

Ο Οδυσσέας του ποιήματος, που είδε αυτό το σπίτι να του το γκρεμίζει η καταστροφή –η αδικία από την εγκατάλειψη του σωστού δρόμου– τελικά θα ξαναβρεθεί στα μεγάλα του δωμάτια, θα ξανακοιτάξει από τ’ ανοιχτά του παράθυρα και θα ξαναχαρεί το θαύμα της ζωής.

Με την έξοδο της Κίχλης και τη στιγμή της αποκάλυψης, όπως σημειώνει ο Βαγενάς, συνδέεται και το «ξύλο» που το φάντασμα του Ελπήνορα χαρίζει στον Οδυσσέα στην αρχή του τρίτου μέρους.10 Τέτοιες στιγμές αποκάλυψης υπάρχουν πολλές στη λογοτεχνία και ο μελετητής σημειώνει κάποιες από το έργο του Μπωντλαίρ, του Γέητς, του Έλιοτ και του Ουγκαρέττι. Από την ελληνική ποίηση, ο Βαγενάς αναφέρει τέτοιες στιγμές στα έργα μερικών από τους πιο αξιόλογους Νεοέλληνες ποιητές· συγκεκριμένα αναφέρει τα ονόματα του Σολωμού, του Κάλβου, του Παλαμά, του Σικελιανού, του Ελύτη, του Παπατσώνη και του Εμπειρίκου:11

Στους έλληνες ποιητές τα διακριτικά χαρακτηριστικά αυτής της στιγμής είναι, σε γενικές γραμμές, δύο. Το πρώτο είναι πως πηγάζει, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, από τα αισθήματα που προκαλεί το αντίκρισμα του θανάτου. Θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι κυρίως το θέαμα της φοβερής αντίθεσης ανάμεσα στην οδύνη της υπαρξης και το θάνατο […] η ανάγκη της επικοινωνίας με τους νεκρούς, που στην ομηρική της έκφραση υπαγορευόταν κυρίως από θρησκευτικές απαιτήσεις, στις νεώτερες παραλλαγές της υπαγορεύεται περισσότερο από μια σκοπιμότητα πρακτικής φύσεως: από την ανάγκη της ενδοσκόπησης, με την καταβύθιση της συνείδησης στις πηγές της παράδοσης, απ’ όπου θ’ αντλήσει γνώση και δύναμη για ν’ αντιμετωπίσει τον εαυτό της και τη μοίρα της. […] Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι το αισθησιακό […] Ο Σεφέρης ονομάζει τη στιγμή της εσωτερικής λάμψης «τελική λύτρωση», σε αντιδιαστολή με εκφράσεις όπως «χαμένος παράδεισος» ή «ένωση με το θεό»

Μια τέτοια στιγμή αποκάλυψης και ελευθέρωσης της ψυχής, όπως αυτή που βιώνει ο σεφερικός Οδυσσέας στην Κίχλη, η οποία παραλληλίζεται με παρόμοιες στιγμές αξιόλογων ποιητών, μπορούμε να βρούμε και στην Οδύσεια του Καζαντζάκη. Ο Οδυσσέας στις δύο τελευταίες ραψωδίες ετοιμάζεται να μεταβεί στον Άδη και καλεί κοντά του τους συντρόφους, τότε έρχεται η εξαΰλωση και ο νους του ελευθερώνεται. Η ύστατη στιγμή δεν είναι ωστόσο αντίθεση ζωής και θανάτου, αλλά συνένωση των αντιθετικών στοιχείων. Ο Οδυσσέας καλεί τους πιστούς κοντά του, τους νεκρούς και τους ζωντανούς· οι νεκροί όμως, στο έργο του Καζαντζάκη, δεν εμφανίζονται από την ανάγκη του ήρωα για επικοινωνία ή ενδοσκόπηση, όπως σημειώνει ο Βαγενάς στο παράθεμα, αλλά από μια εσωτερική ανάγκη για σύνθεση: έτσι επέρχεται η απόλυτη ελευθερία. Θα μπορούσε λοιπόν η στιγμή της απελευθέρωσης του Οδυσσέα να πάρει μια θέση ανάμεσα σε εκείνες της «λύτρωσης» που παραθέτει ο Βαγενάς.

Βασική αντίρρηση ως προς τη συμπερίληψη αυτής της αποκαλυπτικής στιγμής στη μικρή ανθολογία που δημιουργεί ο Βαγενάς θα ήταν η ιδέα του απόλυτου μηδενισμού που φαίνεται να ορίζει ολόκληρο το έπος του Καζαντζάκη. Οι αποκαλυπτικές στιγμές, που σημειώνει ο μελετητής στους ποιητές που αναφέραμε, χαρακτηρίζονται από τα στοιχεία της ένωσης του χρονικού με το υπερχρονικό, είναι στιγμές αποκάλυψης που σηματοδοτούνται θετικά. Αντίθετα, οι πρώτες και σημαντικότερες εργασίες για την Οδύσεια την καθιέρωσαν ως «έργο απελπισίας» που αναπαράγει έναν ολικό μηδενισμό.12 Αυτός είναι, πιστεύω, και ένας από τους κύριους λόγους που απωθεί την έρευνα από τη συστηματική μελέτη του καζαντζακικού έργου. Ο Πήτερ Μπην ορίζει αυτή την κριτική στάση ως «μηδενιστική προκατάληψη», το δικό του αντεπιχείρημα στηρίζεται στο μπερξονικό στοιχείο που περιλαμβάνει η Οδύσεια και για αυτό θεωρεί πως τον Καζαντζάκη δεν τον παρακινούσε η απελπισία αλλά η ελπίδα και το όραμα.13 Θα μπορούσε λοιπόν με την ίδια πορεία συλλογισμού, η αποκαλυπτική στιγμή του Οδυσσέα να πάρει μια θέση ανάμεσα σε αυτές των Ελλήνων ποιητών που αναφέραμε. Παρόλο που το έπος φαίνεται «να τελειώνει στην ανυπαρξία, αυτό που περιμένουμε είναι να ξαναρχίσει ο κύκλος της δημιουργίας».14

Ο Σεφέρης εξηγεί πως στην Κίχλη υπάρχει μια σιγανή πορεία προς τη νέκυια, η οποία χαρακτηρίζεται από την παρουσία μερικών βασικών όψεων της πραγματικής ζωής, όπως μνήμη, νοσταλγία, ερωτισμός, φθορά, πόλεμος, καταστροφή. Έτσι ο ήρωας οδηγείται από την ηδονή στους νεκρούς για να βρει τον νόστο. Ο κλειστός χώρος και οι κλειστοί άνθρωποι καταλήγουν στην έξοδο του ποιήματος και σε ένα φοβερό χείμαρρο φωτός, σε μια τελική λύτρωση «που άλλοι ονομάζουν επιστροφή σ’ ένα χαμένο παράδεισο και άλλοι ένωση με το θεό».15 Θεωρώ παράλληλη, τηρουμένων των αναλογιών, και την πορεία του Οδυσσέα του Καζαντζάκη. Είναι γεγονός ότι το τέλος του έργου δεν σηματοδοτείται θετικά αλλά, όπως υποστηρίζει ο Μπην, δεν καταλήγει σε ολικό μηδενισμό. Ο καζαντζακικός Οδυσσέας δεν περνάει από την νέκυια, αλλά οι νεκροί φθάνουν στον πάνω κόσμο στην τελευταία και αποκαλυπτική στιγμή του έργου. Ως εκ τούτου, η τελευταία στιγμή του Οδυσσέα και στα δύο ποιήματα ορίζει και αντιστρέφει ολόκληρη τη νοηματική σηματοδότηση, αφού τα έργα αυτά, αν και αρχικά εκφράζουν αισθήματα αρνητισμού ως απόρροια μιας εποχής παρακμής (ή «μεταβατικής» στο καζαντζακικό λεξιλόγιο), καταλήγουν στο τέλος σε μια κορύφωση που ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο.

Όσον αφορά τον συμβολισμό των ηρώων στα δύο έργα, εντοπίζω σε δύο κείμενα ερευνητών μια βασική ιδέα:16

Ο Οδυσσέας και ο Ελπήνωρ πιστεύω πως συμβολίζουν τις δύο αντίμαχες όψεις της ψυχής του ανθρώπου. […] Ο Σεφέρης δε συμφωνεί με τον δυϊσμό που υποστηρίζει πως ο υλικός και ο πνευματικός κόσμος είναι δύο κόσμοι χωριστοί ο ένας από τον άλλο, αλλά πιστεύει πως το σώμα και η ψυχή αποτελούν μιαν ενιαία και αδιάσπαστη πραγματικότητα.

Επαναλαμβάνω ότι η Οδύσεια είναι η πιο πλήρης έκφραση του καζαντζακικού συστήματος. Στο τεράστιο αυτό έπος, αγωνίζεται ο συγγραφέας για μια μονιστική λύση στον παραδοσιακό δυϊσμό ύλης/πνεύματος της δυτικής σκέψης

Παρόλο που και οι δύο ποιητές συμφωνούν εδώ στην ίδια ιδέα, ο Καζαντζάκης είναι αυτός που θα οδηγήσει τη σκέψη του μακρύτερα. Το έπος του τελειώνει με την προσπάθεια του Οδυσσέα να φθάσει στη σύνθεση όλων των αντιφάσεων της ζωής. Ο αγώνας του Οδυσσέα καταλήγει, όπως λέει ο Καζαντζάκης, «στην οργανική σύνθεση (σύνθεση, όχι εξαφάνιση) όλων των αντινομιών».17

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ

Εν συνεχεία, για να προσεγγίσω την έννοια της επανάληψης, ή του νέου κύκλου δημιουργίας όπως χαρακτηρίζει ο Μπην το θέμα αυτό, θα τολμήσω να χρησιμοποιήσω από το πρώτο μέρος του Μυθιστορήματος τους γνωστούς στίχους: ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα. Η επανάληψη αφορά τη συνεχή παρουσία του Οδυσσέα στα έργα του Σεφέρη και του Καζαντζάκη με κάποια χαρακτηριστικά, άλλα κοινά και άλλα διαφορετικά ανάμεσα στους δύο ποιητές.18 Κοινό είναι το αίσθημα της ατέρμονης περιπλάνησης. Αισθάνομαι, πως τέτοιο τέλος έχει η Οδύσεια του Καζαντζάκη, τίποτα δεν τελείωσε με την έξοδο του Οδυσσέα, ο κύκλος της δημιουργίας θα ξαναρχίσει. Αυτό που συνδέει τους δύο ποιητές εδώ, όσον αφορά την έννοια της επανάληψης ή της νέας αρχής από το σημείο που κάτι τελειώνει, είναι ότι πρόκειται για τον αρχέτυπο Οδυσσέα και την καταδίκη του στην αιώνια περιπλάνηση. Επιπλέον, ο ήρωας δεν κλείνεται μέσα σε ένα έργο τους, αλλά υπάρχει σε περισσότερα. Ο Καζαντζάκης περνάει τα θέματα που πραγματεύεται στην Οδύσεια και σε μεταγενέστερα έργα του, η φιλοσοφική του αναζήτηση δεν κλείνει με το τέλος του έπους, ο Οδυσσέας δεν μένει στο «κενό». Αλλά και ο Σεφέρης χρησιμοποιεί συνεχώς το προσωπείο του Οδυσσέα με τα χαρακτηριστικά του, το οποίο πολλές φορές συγχέεται με άλλα πρόσωπα, χάνεται και επιστρέφει μέσα στο ίδιο ποίημα.19

Αυτό που τελικά διαφοροποιεί τους δύο ποιητές δεν είναι το ταξίδι, αλλά ο σκοπός, η Ιθάκη. Μπορούμε να ονομάσουμε αυτή την Ιθάκη και στους δύο ποιητές «το σπίτι», όπως το βρίσκουμε στο σεφερικό έργο. Αυτό που ψάχνει να βρει ο σεφερικός Οδυσσέας, αν μπορούμε να δώσουμε εν συντομία μια απάντηση, είναι το σπίτι με το φως που θα δώσει τέρμα στο ατέρμονο ταξίδι και την προσφυγιά· ο ήρωας ταλανίζεται από βασανιστικές μνήμες, τη νοσταλγία και τον ερωτισμό που ισοδυναμεί με φθορά. Ο καζαντζακικός Οδυσσέας διαφέρει, γιατί είναι πλάνητας κατ’ επιλογή,20 ψάχνει να βρει το σπίτι που θα στεγάσει την κοσμοθεωρία του και η περιπλάνησή του υποκινείται από το αίσθημα του ανικανοποίητου και της ατέρμονης αναζήτησης. Οι σταθμοί του είναι προσωρινοί και αν η Ιθάκη δεν βρεθεί, το ταξίδι συνεχίζεται.

*

Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα που προκύπτει από την μελέτη του οδυσσειακού θέματος είναι αυτό της διαχρονικότητας του Οδυσσέα και της καταλληλότητάς του ως ήρωα να αναδεικνύει εποχές βίας και παρακμής. Τα γεγονότα που σημαδεύουν τη ζωή του Σεφέρη δεν μπορούν να απουσιάζουν από το ποιητικό του έργο: η αίσθηση της προσφυγιάς θα τον ακολουθεί πάντα μετά την εμπειρία της Μικρασιατικής καταστροφής, κατά τα μεσοπολεμικά χρόνια, αλλά και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος με τον Εμφύλιο που τον ακολουθεί21 καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τα θέματα των ποιημάτων του. Αργότερα, σημαντικό γεγονός θα σταθεί και ο αγώνας της Κύπρου ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες του νησιού.22 Ο Σεφέρης μετέχει στην εποχή του λόγω της διπλωματικής του ιδιότητας, την βιώνει ωστόσο διαφορετικά μέσα από την ποίησή του. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων που αφορά τις δραματικές περιπέτειες

του ελληνισμού είναι το Μυθιστόρημα· εκεί για πρώτη φορά ο Σεφέρης θα ξεπεράσει το υποκειμενικό στοιχείο του πρώιμου ποιητικού του έργου. Αναφορικά με την Κίχλη εντοπίζω τα εξής στη διατριβή του Βαγενά:23

Η εφαρμογή της μυθικής μεθόδου στην Κίχλη είναι πιο αποτελεσματική: το ομηρικό τοπίο προβάλλεται πάνω σ’ ένα σύγχρονο τοπίο και κατοικείται από σημερινούς ανθρώπους που το εκσυγχρονίζουν, ενώ ταυτόχρονα φωτίζονται από αυτό.

Αν και η Κίχλη, όπως φαίνεται, δεν αποτελεί αποτύπωση της ελληνικής πραγματικότητας της περιόδου στην οποία γράφεται (1946), τα γεγονότα που έλαβαν χώρα βαραίνουν στη συνείδηση του ποιητή.24 Ο Βαγενάς δηλώνει πως η Κίχλη δεν είναι το ποίημα του Εμφυλίου πολέμου, με την έννοια του επικαιρικού, καθώς τα γεγονότα αποτυπώνονται με μια συμβολική έκφραση που τα αναβιβάζει σε ένα επίπεδο υπερχρονικό.25

Σε ό,τι αφορά το έργο του Καζαντζάκη και τη σχέση του με τη σύγχρονη πραγματικότητα, ο Μπην θα τονίσει την πίστη του Κρητικού στη μεταβατική εποχή ή, με άλλα λόγια, σε μια περίοδο παρακμής την οποία ακολουθεί η αναγέννηση. Η αντίληψη αυτή είναι νομίζω ξεκάθαρη, καθώς την είδαμε να διατυπώνεται και στο άρθρο του Καζαντζάκη «Μια κουβέντα μ’ ένα νέο», που αναλύσαμε πιο πάνω. Ο Μπην στην εργασία του σημειώνει τις πολιτικές πεποιθήσεις του Καζαντζάκη που αντανακλώνται στο έπος της Οδύσειας, ενώ η σύγχρονη του εποχή συμβολίζει την παρακμή του αστικού πολιτισμού της Ευρώπης.26 Κύριο μέλημά μας σε αυτό το σημείο δεν είναι η περαιτέρω ανάλυση της καζαντζακικής Οδύσειας και του ποιητικού έργου του Σεφέρη που περιέχει τον Οδυσσέα, αλλά να κατανοήσουμε γιατί ο Οδυσσέας επιλέγεται από τους δύο ποιητές ως αντιπρόσωπος μιας εποχής που παρακμάζει και έχει ως βασικά της στοιχεία τον πόλεμο, τη φθορά και την αρρώστια.

Ο Καζαντζάκης, για να ξεπεράσει την περίοδο της παρακμής, χρειαζόταν έναν ήρωα desperado (μηδενιστή), αλλά και έναν στοχαστή που θα ψάξει σε όλα τα μέρη όλες τις θεωρίες, για να βρει «το σπίτι» που θα χωρέσει τις αναζητήσεις του· κυρίως όμως είναι αυτός που θα αρνηθεί και θα καταστρέψει την παραδομένη γνώση και θα δημιουργήσει μια καινούργια.

Ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη, όσο κι αν μας φαίνεται γήινος και πρωτόγονος, χυμένος καθώς είναι σε καλούπι γίγαντα, είναι στο βάθος ένας στοχαστής· ο μέγας νους του δεν είναι μόνο κυβερνήτης στην πράξη· είναι και νους φιλοσοφικός που μπαίνει στο ψαχνό των πραγμάτων, ζυγιάζει την ανθρώπινη μοίρα και σπουδάζει το δέντρο της γνώσης από τη ρίζα του ως τα πιο ψηλά κλαδιά του.27

Ο Οδυσσέας στο σεφερικό έργο ταλανίζεται από τον πόθο του γυρισμού , ψάχνει να βρει το σπίτι με το φως, αυτό που θα του προσφέρει την αποκάλυψη και την επιστροφή στη χαμένη ευτυχία, εκείνη την ευτυχία των παιδικών χρόνων. Οι μνήμες επιστρέφουν στο μυαλό του βασανιστικές, η νοσταλγία κυριαρχεί. Δεν είναι, ωστόσο, τα γεγονότα που συγκλόνισαν την ψυχή του ποιητή που έδωσαν το μεγαλείο στην ποίησή του, είναι η πνευματικότητα που τα περικλείει: η συμβολική τους δύναμη εκτινάσσεται πέρα από το τώρα και το πριν.

Ο Οδυσσέας ικανοποιεί, εν ολίγοις, την ανάγκη και του Σεφέρη και του Καζαντζάκη να μιλήσουν έξω από το χρόνο, όχι όπως ισχυρίζεται ο Νικολαρεΐζης «σε μια νοητή σκοπιά απ’ όπου απέχουν το ίδιο όλες οι εποχές»,28 αλλά σε μια νοητή σκοπιά στην οποία μετέχουν το ίδιο όλες οι εποχές. Τα στοιχεία της φθοράς, του νόστου, της αναζήτησης, της ελπίδας δεν απέχουν από καμία εποχή. Ακόμη, ο Οδυσσέας τους είναι προσηλωμένος στον στόχο, που είναι το σπίτι (όπως κι αν το εννοεί ο καθένας τους), γι’ αυτό θα παλέψει και θα νικήσει τα τόσα τέρατα και τους πειρασμούς που έρχονται να τον αποσπάσουν από τον σκοπό του. Ο Οδυσσέας για τον Καζαντζάκη ανταποκρίνεται στο αίτημα της περιπλάνησης και της αναζήτησης για την αναζήτηση, ο Οδυσσέας για τον Σεφέρη ανταποκρίνεται στο αίτημα του νόστου· πρόκειται για έναν εξόριστο νοσταλγό που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και τραγικότητα.

Ό,τι σημειώσαμε για τον Οδυσσέα στην ποίηση του Σεφέρη και του Καζαντζάκη δεν αποτελεί παρά την έναρξη μιας ενασχόλησης με ένα θέμα που μπορεί να αποδώσει σημαντικά στοιχεία για τον ρόλο του Οδυσσέα στο έργο των δύο ποιητών. Προβάλλει, νομίζω, επιτακτική η ανάγκη μιας πιο συστηματικής μελέτης, η οποία οφείλει να πραγματοποιηθεί με διάθεση αναθεώρησης των παραδομένων διαπιστώσεων, τουλάχιστον για το καζαντζακικό έργο.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Στην κλασική μελέτη του W. B. Stanford The Ulysses Theme. A Study in the Adaptability of a Traditional Hero (πρώτη έκδοση 1954) τοποθετείται στο τέλος το γνωστό κεφάλαιο με τίτλο «Ο “Ulysses” του Joyce και η “Οδύσεια” του Καζαντζάκη».29 Ο Στάνφορντ στο κεφάλαιο αυτό, κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα στα δύο έργα, τονίζει τη διαφορά ανάμεσα στον κεντρομόλο και συντηρητικό ήρωα. Σημειώνει ως βασική διαφορά των δύο ηρώων: την πίστη του Τζόυς «στην κλασικήν αντίληψη» και την τάση του Καζαντζάκη να ξεφεύγει από την ομηρική άποψη, χαρακτηρίζοντας τον Οδυσσέα του «ανίατο κοσμογυριστή». Παρακάτω στη μελέτη αυτή εντοπίζεται, πέρα από τις διαφορές, και μια σημαντική ομοιότητα των ηρώων:30

Ο Τζόυς και ο Καζαντζάκης θαυμάζουν και συμπαθούν τον Οδυσσέα, και ως ένα σημείο νιώθουν πνευματική συγγένεια μαζί του. Γι’ αυτούς ο Οδυσσέας [είναι] μέσο για να εξερευνήσουν την δοκιμασία τόσο του σύγχρονου ανθρώπου όσο και τη δική τους […] προσπαθούν να τον δείξουν σχεδόν σε κάθε χαρακτηριστικά ανθρώπινη δραστηριότητα […] βλέπουν τον Οδυσσέα όχι ως ένα τοπικό ή έστω εθνικό σύμβολο, παρά ως μια κοσμοπολίτικη, υπερεθνική μορφή, που, κατά κάποιον τρόπο, κρατάει στους ώμους της τις ελπίδες και τους φόβους, την σοφία και την αφροσύνη, τόσο της σύγχρονης ευρωπαϊκής κοινωνίας όσο και ολόκληρης της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης.

Αναγνωρίζοντας την αξία του καζαντζακικού ήρωα ως μεταοδυσσειακού, ο Στάνφορντ θα τον κατατάξει ανάμεσα στους ήρωες του Δάντη, του Τέννυσον και του Πάσκολι και θα ορίσει το κίνητρό του ως πόθο για ελευθερία. Έτσι, ο Οδυσσέας πληρώνει το τίμημα της ελευθερίας, εφόσον το έπος κινείται σταδιακά προς την απόρριψη των στοιχείων που διέπουν τον κοινωνικό βίο. Περαιτέρω, ο μελετητής δεν βλέπει το έργο να τελειώνει στην απαισιοδοξία και τον μηδενισμό, αλλά θεωρεί πως καταλήγει σε ήσυχη και αθώα χαρά που κορυφώνεται στο χαμόγελο του ήρωα, το οποίο δηλώνει και την απάντησή του στο αίνιγμα της ζωής.

Οι πρώιμες, λοιπόν, διαπιστώσεις της σημαντικής μελέτης του Στάνφορντ βοήθησαν την νεότερη κριτική να εντάξει το έπος του Καζαντζάκη στην τυπολογία της «δεύτερης Οδύσσειας», όπως θα δούμε να γίνεται αμέσως παρακάτω σε σχετική εργασία του Μιχάλη Πιερή. Επίσης, αναίρεσε τη μηδενιστική προκατάληψη που οι πρώτες εργασίες για το έργο έτειναν να καθιερώσουν, όπως είδαμε προηγουμένως, και τοποθετεί το έργο αυτό κοντά σε έργα μεγάλων ευρωπαίων δημιουργών που αποτυπώνουν μια σύγχρονη Οδύσσεια, όπως ο Δάντης, ο Τέννυσον, ο Πάσκολι και ο Τζόυς.

Το ζήτημα της δεύτερης Οδύσσειας αναλύει σε εργασία του (ανακοίνωση σε συνέδριο) ο Μιχάλης Πιερής.31 Αυτό αφορά την παρουσία του Οδυσσέα, ή του ήρωα που μοιάζει στον Οδυσσέα, όταν αυτή διαφοροποιείται από την παραδεδομένη ιστορία του ομηρικού έπους.32 Πρόκειται, δηλαδή, για ήρωες που ξεφεύγουν από την ομηρική νόρμα, ανοίγοντας έτσι μια νέα προοπτική στο οδυσσειακό θέμα στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ο μελετητής σημειώνει τα χαρακτηριστικά της διαφοροποίησης αυτού του Οδυσσέα από τον παραδοσιακό: ο στόχος του ταξιδιού δεν είναι πλέον η Ιθάκη, ή, ακόμα και αν πραγματοποιείται η επιστροφή, κυριαρχεί το αίσθημα της απογοήτευσης: η επανένταξη στη κοινή ζωή προκαλεί αισθήματα ανίας και αηδίας στον ήρωα.

Ο μελετητής εντοπίζει τα χαρακτηριστικά αυτά, εκτός από τα έργα του Dante και του Τέννυσον, και σε έργα που ανήκουν στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ανάμεσα στα ονόματα του Παλαμά, του Καβάφη, του Σολωμού και του Σινόπουλου,33 ο Πιερής περιλαμβάνει τον Σεφέρη και τον Καζαντζάκη. Το πιο ενδιαφέρον σημείο της μελέτης του Πιερή για την παρούσα εργασία είναι πως η μεταοδυσσειακή εμπειρία που περιγράψαμε εμφανίζεται, εκτός από την Οδύσεια, στο δραματικό έργο Χριστόφορος Κολόμβος και στον Ζορμπά, αλλά και στο θεατρικό του Καζαντζάκη Οδυσσέας (1924)· επίσης, ο μελετητής την συνδέει με το μεταγενέστερο ποίημα του Σεφέρη «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου» (1938).34 Παραθέτω το ποίημα:35

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

Οι παρακάτω στίχοι από το θεατρικό του Καζαντζάκη Οδυσσέας μαρτυρούν τα ίδια αισθήματα του ήρωα προς τον χώρο· το απόσπασμα είναι από τον διάλογο του Οδυσσέα με την Αθηνά:36

.                    Ω! σαλεύει ο νους μου!
Το ξερονήσι αυτό; Στενό και χέρσο
χωρίς νερά και φως, πλαντάει με ολούθε
και πνίγουμαι! Η ψυχή μου η γερακίνα
σε σπουργιτιού φωλιά πως θα χωρέσει;
Που το αψηλό βουνό μας, τα πυκνόφυτα
δέντρα, τα στρογγυλά βαθιά λιμάνια;

Φτωχά και ταπεινά μου φαίνονται όλα!
Δε με γελάς! Σε βάρβαρο ακρογιάλι
με πέταξες και μούφερες νεράιδες
να με αναπαίζουν. Άι, δε θέλω
μήτε στην αφεντιά σου χάρη να χρωστάω!

Στα δύο αποσπάσματα είναι ξεκάθαρη η αρνητική πρόσληψη του χώρου από τον ήρωα, ο γυρισμός δεν σηματοδοτείται θετικά, αλλά ο τόπος χαρακτηρίζεται μικρός και στενός, πνίγει τον ήρωα. Οι αντιστοιχίες με το απόσπασμα του Οδυσσέα βρίσκονται κυρίως στους στίχους 7-8 και 27-31 του σεφερικού ποιήματος.

Πέρα από τα θεματικά στοιχεία του ποιήματος του Σεφέρη που προσομοιάζουν στο κείμενο του Κρητικού συγγραφέα, ο μελετητής σημειώνει και κάποια μορφολογικά στοιχεία, όπως ο 9σύλλαβος και 8σύλλαβος στίχος που απομακρύνεται από τον 15σύλλαβο του δημοτικού τραγουδιού και βρίσκεται εγγύτερα στον 11σύλλαβο του Οδυσσέα, καθώς και η διαλογική μορφή, που παραπέμπει στην ομηρική σκηνή ανάμεσα στον Οδυσσέα και την Αθηνά, όπου η θεά λειτουργεί και ως ξεναγός. Έτσι, πέρα από τις οφειλές του στο δημοτικό τραγούδι το ποίημα αυτό, όπως υποστηρίζει ο Πιερής, προϋποθέτει και αυτή τη σκηνή από τον Οδυσσέα του Καζαντζάκη. Να σημειωθεί ότι η πρώτη έκδοση του έργου βρίσκεται στον κατάλογο της βιβλιοθήκης Σεφέρη.37

Ό,τι σημειώσαμε σε αυτό το κεφάλαιο για τον Οδυσσέα στην ποίηση του Σεφέρη και του Καζαντζάκη δεν αποτελεί παρά μια νύξη σε ένα μεγάλο θέμα που μπορεί να αποδώσει σημαντικά στοιχεία για τον ρόλο του Οδυσσέα στο έργο των δύο δημιουργών. Προβάλλει, νομίζω, επιτακτική η ανάγκη μιας πιο συστηματικής μελέτης, η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρέθεσα έστω διαγραμματικά, οφείλει να πραγματοποιηθεί με διάθεση αναθεώρησης των παραδομένων διαπιστώσεων, τουλάχιστον για το καζαντζακικό έργο.

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΒΡΑΑΜ

Απόσπασμα από την αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία της συγγραφέως Γιώργος Σεφέρης και Νίκος Καζαντζάκης: μια λανθάνουσα συνομιλία, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία 2016.

*

*
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Ε΄, Ίκαρος, Αθήνα 1996, σ. 58.
2 Ρόντρικ Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης- Περιμένοντας τον Άγγελο, μτφ. Μίκα Προβατά, Ωκεανίδα, Αθήνα 2003, σ. 89.
3 Για το θέμα της μελέτης της Οδύσσειας του Τζόυς από τον Σεφέρη βλέπε, Λάμπης Καψετάκης, «Στοιχεία σχετικά με την τύχη του James Joyce στη νεοελληνική λογοτεχνία», Μολυβδο-κονδυλο-πελεκητής, Γ΄ περίοδος, τχ. 6 (1998/9), σ. 188 κ.ε.
4 Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 2007, σ. 20.
5 Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Α΄, Ίκαρος, Αθήνα 2003, σ. 15.
6 Αριστοτέλης Νικολαΐδης, «Καζαντζάκης ή ο Οδυσσέας της εξαλλαγής», Νέα Εστία, τόμ. 102, (Χριστούγεννα)1977, σ. 122.
7 Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, Εστία, Αθήνα 1958, σ. 97.
8 Αναφέρω ενδεικτικά την επιγραφή του ποιήματος «Οι σύντροφοι στον Άδη»: «νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ», που είναι οι στ. 8-9 του προοιμίου της Οδύσσειας. Βλ. ακόμη τη φράση «παρά δῆμον ὀνείρων» στον στ. 6 του ποιήματος «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» που προέρχεται από την Οδύσσεια, ω, στ. 12, Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, επιμ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Ίκαρος, Αθήνα 2014, σ. 14 και 196.
9 Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής: Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη, Κέδρος, Αθήνα 2003, σ. 278.
10 Ο Γ. Π. Σαββίδης σημειώνει κι άλλες τέτοιες αποκαλυπτικές στιγμές στην ποίηση του Σεφέρη: βλ. «Μια περιδιάβαση: Σχόλια στο …Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν… », στον τόμο Για τον Σεφέρη: Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, επιμέλεια Νόρα Αναγνωστάκη, Νεφέλη, Αθήνα 1989 (α΄ έκδ. 1961), σσ. 306- 309.
11 Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής, ό.π., σσ. 292-294.
12 Αναφέρομαι στις εργασίες του Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ο Καζαντζάκης και η “Ασκητική” του», Νέα Εστία, τόμ. 102, τχ. 1211 (Χριστούγεννα 1977), σσ. 36-40, και του Παντελή Πρεβελάκη, Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, Εστία, Αθήνα 1958, σ. 187.
13 Peter Bien, Η πολιτική του πνεύματος, Α΄, ό.π., σσ. 244-245· Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Μπήτον: «Δεν πρόκειται εδώ ακριβώς για μηδενισμό, όπως υποστήριξαν μερικοί κριτικοί, αλλά περισσότερο για μια ολοκληρωτική σύνθεση όλων των στοιχείων τόσο της ζωής του ανθρώπου όσο και του ίδιου του περιεκτικότατου αυτού ποιήματος»: Ο Καζαντζάκης μοντερνιστής και μεταμοντέρνος, επιμ. Σ. Ν. Φιλιππίδης, Πανεπιστήμιο Κρήτης – Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2009, σ. 27.
14 Peter Bien, ό.π., σ. 245.
15 Γιώργος Σεφέρης, «Μια σκηνοθεσία για την “Κίχλη”», Δοκιμές Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 2003, σσ. 48-49.
16 Το πρώτο παράθεμα είναι από τον Βαγενά, Ο ποιητής και ο χορευτής, ό.π., σ. 276, και το δεύτερο από τον Μπην, Οκτώ κεφάλαια για τον Νίκο Καζαντζάκη, επιμ. Σ. Ν. Φιλιππίδης, Πανεπιστήμιο Κρήτης – Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2007, σ. 54.
17 Peter Bien, Η πολιτική του πνεύματος, Α΄, μτφρ. Ασπασία Δ. Λαμπρινίδου, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2001, σ. 250.
18 Κοινό χαρακτηριστικό είναι ασφαλώς το αίσθημα της αιώνιας περιπλάνησης, ενώ διαφορετική σημασία στον Σεφέρη και τον Καζαντζάκη έχει ο νόστος: επιχειρώ πιο κάτω να ορίσω το είδος του «σπιτιού» που επιθυμεί να βρει ο Οδυσσέας στους δύο ποιητές.
19 Αναφέρομαι εδώ στο Μυθιστόρημα, στο οποίο ο Βαγενάς δοκιμάζει έναν διαχωρισμό ανάμεσα στα προσωπεία που εμφανίζονται στα διάφορα μέρη του ποιήματος (Ο ποιητής και ο χορευτής, ό.π., 104 κ.ε.). Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο Κήλυ υποστηρίζοντας πως ο Οδυσσέας μιλάει στο ποίημα με το «εμείς»: βλ. «Ο Σεφέρης και η μυθική μέθοδος» στο Εισαγωγή στη ποίηση του Σεφέρη: Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ΠΕΚ, Ηράκλειο 1996, σσ. 401- 420. Στο επίμετρο της εργασίας του (420 κ.ε.) ο Κήλυ απαντάει στα σχόλια του Βαγενά. Βλ. ακόμη τις εργασίες του Κώστα Μαλαφάντη, στις οποίες ο μελετητής πραγματεύεται την παρουσία του Οδυσσέα και το θέμα του νόστου σε σύγκριση με την ομηρική Οδύσσεια: «Ο Οδυσσέας στην ποίηση του Σεφέρη – Σύγκριση με τον Ομηρικό», Νέα Εστία, τχ. 1465 (1988), σσ. 949-960, και «Ο νόστος στην ποίηση και τη ζωή του Γ. Σεφέρη – Σύγκριση με την Οδύσσεια», Νέα Εστία, τχ. 1532 (1991), σσ. 601- 609.
20 Ως τέτοιο μπορούμε να θεωρήσουμε και τον σεφερικό Οδυσσέα σε δύο τουλάχιστον σημεία, Μυθιστόρημα Ε΄ και Ι΄. Σύμφωνα με τον Νικολαρεΐζη, στα σημεία αυτά τα πρόσωπα «ζουν κοντά σε ακτές μια στείρα ζωή λιώνοντας από τη λαχτάρα της θάλασσας»: βλ. «Η παρουσία του Ομήρου στη νέα ελληνική ποίηση», στο Δοκίμια Κριτικής, Πλέθρον, Αθήνα 1983, σ. 231.
21 Δεν χρειάζεται να αναφερθώ εδώ σε συγκεκριμένα ποιήματα, «η άλλη ακρογιαλιά» στο σεφερικό έργο υποδηλώνει το αίσθημα του ξεριζωμού και της χαμένης ευτυχίας.
22 Ο Σεφέρης βιώνει τα γεγονότα της Κύπρου και νιώθει το δράμα του νησιού ως δικό του. Ολόκληρη η συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄ αποτελεί ποιητική μετάπλαση των αισθημάτων του Σεφέρη για το νησί και των γεγονότων που εκτυλίσσονται εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1950.
23 Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής, ό.π., σ. 273.
24 «Τα περασμένα εφτά χρόνια με βαραίνουν, και θα με βαραίνουν για πολύ ακόμη», εγγραφή 6 Μαΐου 1945: Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Ε΄, ό.π., 16.
25 Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής, ό.π., 296.
26 Βλέπε το υποκεφάλαιο «Σύνοψη: Πώς η Οδύσεια αντανακλά τις πολιτικές πεποιθήσεις του Καζαντζάκη», στο οποίο ο Μπην παρουσιάζει τις πολιτικές αντιλήψεις του ποιητή που εμφανίζονται στο έργο (Η πολιτική του πνεύματος, ό.π., σσ. 297-302).
27 Δημήτρης Νικολαρεΐζης, «Η παρουσία του Ομήρου στη νέα ελληνική ποίηση», ό.π., σ. 225.
28 Ό.π., σ. 229.
29 Η αρχική εργασία εστίαζε στον Τζόυς, η επέκτασή της μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο που αφορά τον Καζαντζάκη οφείλεται στις παροτρύνσεις του Γ. Π. Σαββίδη. Βλ. W. B. Stanford, «Ο “Ulysses” του Joyce και η “Οδύσεια” του Καζαντζάκη», μτφρ. Γ. Π. Σαββίδης, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Ζ΄, τχ. 6, Φθινόπωρο 1954, σσ. 117-127. Τη σχετική πληροφορία για τη συμβολή του Σαββίδη στον εμπλουτισμό του βιβλίου του Στάνφορντ μου έδωσε ο καθηγητής Μιχάλης Πιερής.
30 Στα ελληνικά παραθέματα χρησιμοποιώ τη μετάφραση του Σαββίδη, ό.π., σσ. 119 -120.
31 Μιχάλης Πιερής, «Το θέμα της “Δεύτερης Οδύσσειας”. Καζαντζάκης-Σεφέρης», ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συνέδριο: Τα όρια της αρχαίας κληρονομιάς. Η διαχείριση της αρχαιότητας από τον νεότερο ελληνισμό, Ρέθυμνο: Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Κρήτης, 30 Οκτωβρίου – 3 Νοεμβρίου 1996. Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή Μιχάλη Πιερή που μου παραχώρησε αντίγραφο της εργασίας αυτής, καθώς και για όλες τις βιβλιογραφικές επισημάνσεις και τις διορθώσεις που πρότεινε για τη βελτίωση αυτού του γραπτού.
32 Ο μελετητής παραπέμπει στο ποίημα του Καβάφη «Δευτέρα Οδύσσεια», του οποίου ο ήρωας παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται πιο πάνω και τον διαφοροποιούν από τον ομηρικό ήρωα (Ανέκδοτα ποιήματα, φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1968, σ. 60). Βλ. ακόμη για το θέμα αυτό: Γ. Π. Σαββίδης, «Σχόλιο», στα Μικρά Καβαφικά, τόμ. Β΄, Ερμής 1987, σσ. 182-197.
33 Ο Μ. Πιερής αναλύει το θέμα της «δεύτερης Οδύσσειας» στο Καβάφη και τον Σινόπουλο στην εργασία του «The theme of the second Odyssey in Cavafy and Sinopoulos», στο Ancient Greek Myth in Modern Greek Poetry: Essays in memory of C. A. Trypanis, edited by Peter Mackridge, Frank Cass, London 1996, σσ. 97-108.
34 Για την ομότιτλη δημοτική παραλογή που στηρίζει το ποίημα του Σεφέρη βλ. την εργασία του Μαρωνίτη, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου» στο Γιώργος Σεφέρης: Μελετήματα, Πατάκης, Αθήνα 2008, σσ. 33-50.
35 Γιώργος Σεφέρης, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου», Ποιήματα, ό.π., σσ. 163-164.
36 Νίκος Καζαντζάκης, Θέατρο: Τραγωδίες, τόμ. Α΄, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1964, σσ. 401.
37 Νίκος Χ. Γιανναδάκης, Κατάλογος βιβλιοθήκης Γιώργου και Μαρώς Σεφέρη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 1989, σ. 196.

*

*