σύγχρονη ελληνική ποίηση

Δημήτρης Κανελλάκης, Πέντε ποιήματα

*

ΠΡΟΔΙΟΡΘΩΣΗ

«Ρηχός μελοδραματισμός
φθηνός ο καρυωτακισμός»
είπε ο Διόνυσος εξαίφνης
που το παίζει λογοτέχνης.
«Πού ’ναι τα διακείμενά σου;
Καβάφης πάλι; Για φαντάσου…»
Να το δάχτυλο στη μέση,
Διόνυσε, αν δε σ’ αρέσει!
«Λείπουν οι ψαγμένοι στίχοι
και λιγοψυχούν και σβήνουν».
Να τους δεις δεν είχες τύχη,
τώρα κάπου μπεκροπίνουν.
«Πού ’ναι οι άλλοι, η κοινωνία;»
Με το ζόρι βρε ψυχή μου
–άλλη από κει μανία–
να ’χω φίλους στη ζωή μου;
«Λείπει η σπάνια η λέξη
που ο νους έχει σμιλέψει».
Τις εξόντωσες, θυμήσου,
όλες μες στη διατριβή σου.
«Δεν υπάρχει πρόγραμμα,
τάχα ποιο το όραμα;
Αχ, σου ξέφυγε το μέτρο!»
Θα το βρεις στον Άγιο Πέτρο.

Μα προς τι η απολογία;
Ξέρεις, πάντα ο πελάτης
έχει δίκιο – κι η ειρωνεία
εν τοιαύτη περιπτώσει
να ’μαι ’γώ ο ζυγοστάτης,
ήτοι αυτός που έχει πληρώσει.

~.~ (περισσότερα…)

Νίκος Χρυσικόπουλος, Τέσσερα ποιήματα από τον «Δεκάλογο των Χρωμάτων»


*

Ερυθρός

ο Ξένος:

ανάμεσα Άρη κι Αφροδίτη
η Γη μου εγκλωβισμένη
σε μια σκιά πορφυρή

η ζωή μου εδώ
απ’ τον εωσφόρο στον έσπερο
χωρίς την ενδιάμεση μέρα,
από ράγισμα σε ράγισμα
μια αιώνια φωτιά στον ουρανό

απ’ τον πόθο στο πάθος
ένας κόκκινος ποταμός
πάει κι έρχεται
ρέει σαν να μην ρέει
ρέων στέρεος ποταμός (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Ρέκβιεμ για την Ουκρανία

*

δίπλα εκεί στου Κρεμλίνου τους πύργους
θα ουρλιάζω κι εγώ

Και κάπως έτσι
Ιούλιο μήνα –για Φεβράρη–
ακούσαμε να πέφτει
μια μεγάλη ριπή
σαν χαλασμένο φρούτο
έξω από την Ιστορία.

Ο μεγάλος χρόνος
καθήμενος στους ώμους των γερόντων
βούτηξε ξανά ολόγυμνος στη θάλασσα
ο ίδιος χρόνος
που κάθισε κάποτε
στα γόνατα της Παναγίας
στο Βόλγκογκραντ
γεννώντας ονόματα κραταιών μεγάλων πόλεων
αφήνοντας ένα γέλιο γοερό
στις καστανιές
θρόισμα
πριν απ’ το φύλλο. (περισσότερα…)

Λητώ Σεϊζάνη, Τα ποιήματα του φεγγαριού

*

1. Πανσέληνος

Πανσέληνος ξεδιάντροπη
και εκτυφλωτική
Αυτάρεσκη στην τέλεια στρογγυλάδα της
Αδιάκριτη καθώς κατασκοπεύει τους θνητούς
Ρίχνοντας φως στις πιο κρυφές τους πράξεις
Λες και τους ανακρίνει

*

Πανσέληνος
Μια αφορμή να βγούμε στο μπαλκόνι
Και των τσιμέντων το περίγραμμα να δούμε
Μ’ αυτόν τον υπερκόσμιο προβολέα
Που έχει πάντως κάτι αδιάφορο στο βλέμμα του
Τόσους αιώνες που κατασκοπεύει τους θνητούς

~.~ (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εβδομηκοστό Τέταρτο

*

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΒΔΟΜΗΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Σχεδόν Έπος

Τον είδα να ’ρχεται, σαν φλόγα
του κεριού μέσα στην νύχτα·
κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό:
ημέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή,
διάφανη μήτρα των μικρών
θεών, που αστράφτουν μεσημέρι
απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο
ύπνο των κράμων.
Προσπέρασε θαμπά
τις νεκρικές πυρές· ένα σκυλί,
τρέκλισε την αγρύπνια του·
άνοιξε το στόμα να γαυγίσει:
αιμόφυρτη σιωπή,
ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του
– σωριάστηκε, σπαρτάρησε.
Τρεμόπαιξε η φλόγα.
Δυο τρύπες σκοτεινές στην θέση των ματιών.
Στην πλάτη ένα καβούκι
χελώνας· θα μπορούσε
να ήταν καβούκι του, αν του έλειπαν
οι χορδές και τα στριφτάρια.

― Τελειώσαμε;
― Τελειώνει ο άνθρωπος με μια σφαγή; (περισσότερα…)

Προς έναν νέο τόπο με “τον άλλο” τρόπο

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μάριος Χατζηπροκοπίου,
Τοπικοί τροπικοί,
Αντίποδες, Αθήνα 2019

Πολλά είναι τα ζητήματα που προσφέρονται προς συζήτηση μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Μάριου Χατζηπροκοπίου Τοπικοί τροπικοί. Αφενός, η αξιοζήλευτη αρχιτεκτονική δόμηση αυτού του υβριδικά ποιητικού βιβλίου, σε συνάφεια με τα προσωπεία που σκαρφίζεται και ενσαρκώνει, καθώς και των ειδών που υπηρετεί/παρωδεί, κρατώντας ταυτόχρονα σε εγρήγορση την επιτελεστικότητα των κειμένων ενός συγγραφέα/περφόρμερ. Αφετέρου, ο ζωντανός και τολμηρός διάλογος με την τοπική παράδοση της δημοτικής ποίησης (σημαντική προσθήκη σε παρένθεση στο παρόν σημείο η κλισέ φράση “και όχι μόνο”, καθώς ο Χατζηπροκοπίου διαλέγεται γόνιμα και με τη νεώτερη νεοελληνική παράδοση, τον Καβάφη, τον Εμπειρίκο κ.ά.), αλλά και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό[i] (όχι μόνον και πάλι· ο Χατζηπροκοπίου με ειλικρίνεια ανασύρει τη σχέση του με το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο).

Από την άλλη, σε αυτό τον προφανή αλλά καθόλου αναμασημένο ή επιπόλαιο διάλογο άξια μελέτης είναι η επιβίωση και η πρόσληψη βαρύνουσων θεματικών, όπως

‒ του μοιρολογιού (από τον προφορικό λόγο στον γραπτό λόγο, από τη γυναικεία οπτική στην queer οπτική):[ii]

Στα σπίτια της τον μάζωξε, τον λούζει με τα μύρα
τα δασωμένα γένια του φράγκικα τα ξουρίζει
βάφει τα χείλη τοξωτά και βυσσινιά τα χείλη
πιάνει φουσκώνει τα βυζιά, τον ντύνει στα μετάξια
[iii]

‒ του έρωτα:

Ο έρως ουδέν έχει μέρος
Ο έρως, λέγω, της ιπποτικής ποιήσεως
άγνωστος
εις την γνήσιαν και δημοτικήν μας ποίησιν.
Μετωνομάσθη επί το ευαγγελικώτερο
Αγάπη
[iv]

‒ των θεσμών:

Ανοίξτε μου τα χώματα στην αγκαλιά του να ταφώ
κι αν τύχει και περνά Χριστός στο διάβολο η ανάσταση.
[v]

‒ και βεβαίως των φύλων, αντιστικτικά προς τη στερεοτυπική και πατριαρχική πρόσληψή τους. (περισσότερα…)

Κικὴ Δημουλᾶ, Δύο χρόνια ἀπό τον θάνατό της

*

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς

ΣΥΝΑΔΕΛΦΙΚΟΤΗΣ
( σὰν σήμερα )

Φωτογραφία. Ἀποδρομὴ στὸ παρελθόν.
Κίνδυνος ϑάνατος, ποιητικός ―
προσοχή !

μὴ διαβεῖς τὴν πραγματικότητα
μὴ ξεχαστεῖς στὴν παραλία τῆς νιότης
μὴ κλείσει πίσω σου τὸ ἄλμπουμ

κι ἀναγκαστεῖς
νὰ κάνεις τὸν γύρο, ἐπιστροφὴ
ἀπὸ δρόμους δύσβατους
ὀλισθηροὺς

μέχρι νὰ ϕτάσεις
στὸ σύνορο σὲ ὅ,τι περιφράσσει
τὸ ἀσπρόμαυρο κάδρο τῆς μνήμης,
τῆς ἀναπόλησης
ἡ τέχνη ―

τὸ ὑψηλῆς τάσεως συρματόπλεγμα
συναδέλφου Κικῆς
ὁ στίχος.

*

Πάτροκλος Λεβεντόπουλος, Χάικου

~ . ~

ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ

Σπαράζω στο φως
Ο ήλιος λαθροθήρας
Εγώ η λεία ;

~ . ~

ΔΙΛΗΜΜΑ

Στάχτη στο τζάκι
Ο Μάρτης αντιφάσκει
Ποιος κελαηδεί ;

~ . ~

ΕΠΙΡΡΟΗ

α
Λύχνε της σκέψης
Στη διάβαση του μηδενός
Ξυλάρμενο φωτός.

β
Λύχνε της σκέψης
Κι αν παντού δεν φτάνεις
Λάμψε στις λέξεις !

γ
Λύχνε της σκέψης
Στο φως που εκπέμπεις
Να πιστέψεις !

~ . ~

ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Φως ή σκοτάδι ;
Προτιμώ το ημίφως
Και αμφιβάλλω.

~ . ~ (περισσότερα…)

Τόνια Κοβαλένκο, Το έξυπνο μαξιλάρι

*

Οκτώ παραλλαγές για το ίδιο ποίημα

Να θέλεις να γεράσεις
να μη θες να γεράσεις:
αυτή η αντικρουόμενη επιθυμία
πανίσχυρη και στις δυο όψεις της
τι αντίκρισμα να έχει
στην τράπεζα της ύπαρξης;
Σα να ποντάρεις ταυτόχρονα
το ίδιο ποσό
στο κόκκινο και το μαύρο –
κανείς δεν κερδίζει
ούτε το καζίνο, ούτε εσύ

*

Δεν ξέρω να γράφω
παρά για τον εαυτό μου
κι ο εαυτός μου λιγοστεύει,
όσο δουλεύει με τις λέξεις των άλλων
τόσο χάνει τις δικές του
με ξένη ομορφιά τρέφεται
αφού δεν έχει πια δική του
παλεύει να γεμίσει τα κενά
μα κάτω απ’ τα πόδια του χάσκει
ο παλιός, ο τελειωμένος κόσμος (περισσότερα…)

Αυστηρή αγωγή ενός εντόπιου λόγου

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Χρήστος Κολτσίδας,
Βροχή περασμένη,
Μελάνι, 2020

Ο Χρήστος Κολτσίδας, αν και 31 ετών, μοιάζει να κατέρχεται από την παράδοση των ποιητών που έχουν βιώσει την μυθολογία της δημοτικής ποίησης ως πραγματικότητα και εσωτερικεύσει την δωρική λιτότητα του τόπου καταγωγής στη γραφή τους. Ο ίδιος είναι Θεσσαλός, από την Καρδίτσα, αλλά σε αυτό θυμίζει τους Ηπειρώτες ποιητές (Χρήστο Μπράβο, Μιχάλη Γκανά, Βασίλη Γκουρογιάννη και άλλους), οι οποίοι μεταπλάθουν το υλικό του μύθου με μέσο τα σπαράγματα της περασμένης ζωής του τόπου που απαρτίζεται από ανθρώπους σημασιακούς, άρωμα παλιάς γιορτής με τα κλαρίνα, κρυφά περάσματα του τόπου που έχει στοιχειώσει από τα αγαθά πνεύματα της μνήμης. Όλη αυτή η μισοσβησμένη ανθρωπογεωγραφία της κοινότητας εγγράφεται σαν ρίζωμα στο γενετικό κύτταρο της όρασης. Ο Κολτσίδας, βέβαια, σε μια γενιά νεότατη ακόμα, έχει και μια άλλη προοπτική στο θεματολόγιό του, αλλά η ψυχική καταγωγή είναι αυτή της ορεσίβιας επαρχίας που μετρήθηκε πόντο πόντο από τον αυτόχθονα μύθο και ιστορία.

Αυτό που σε μια άλλη εποχή θα ήταν ένα δημοτικό της αγάπης, της τάβλας του χορού ή μοιρολόγι τώρα απεκδύεται τη διαφάνεια του περιστατικού. Κρατάει το απόσταγμα μιας διήγησης όταν έχουν διαφύγει τα συμβάντα και μένει η κρυπτική χειρονομία της, απαθανατισμένη αποσπασματικά, διατηρώντας όχι το σώμα αλλά την μυθική της επιβίωση. Γι’ αυτό και αυτό το αποθησαύρισμα εκβάλλει στο σώμα του ποιήματος με τα πιο απλά υλικά της γλώσσας: φράση μικρή, ολιγόστιχο ανάπτυγμα, φειδωλά επίθετα, περιορισμένη πρωτοπρόσωπη αναφορά. Κάποιες φορές, μια κύμανση από ρυθμικές παραδοσιακές φόρμουλες («Θα ξανάρθει τότε το πουλί – το πιο μικρό, το τρίτο – που δε λαλούσε σαν πουλί, σαν όλα τα πουλάκια […]») και καταποντισμένα πρόσωπα (η φωνής «εκείνης της Χρυσούλας», η μνήμη ενός ακίνητου Θωμά που «Μάνα δε γνώρισε και βύζαξε / μαστάρι της κατσίκας.»). Πρόσωπα και τρόποι ως αινιγματικές επιβιώσεις αυτού που θα ήταν η μεγάλη συνεκτική ιστορία της ανθρώπινης ζωής και που τώρα λειτουργούν ως σκιώδεις μνημοδείκτες μιας εξίσου μεγάλης ιστορίας που είναι ο χρόνος: απαλείφει μεν τα καθέκαστα ταπεινώνοντας τον άνθρωπο στο κοινό μέτρο της λησμονιάς, αλλά μνημειώνει το πέρασμά του. Ανάλογα και η ποίηση, απαλείφει τους παλιούς σκοπούς, αλλά ο μυελός της εντόπιας μνήμης της μεταστοιχειώνεται ως ένας διακριτός τροπισμός του γηγενούς στα λόγια των νεότερων. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Έρωτας – Ζωή – Θάνατος

*

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ

Δεν θα σας πω, στα αστέρια που πιστεύω,
ποιανού τα χείλη γεύτηκα χθες βράδυ.
Άι Γιάννη μου προμάντεψε ό,τι θέλεις·
το μυστικό μου ας γίνει και δικό σου
και κράτα την κατακραυγή στο στήθος.
Ποιος θα με σπλαχνισθεί σ’ αυτό τον κόσμο;
Τον πόθο μου στο κόκκινο μαντίλι
και την αγάπη μου να ξεμακραίνει
βλέπω, κι όμως γιατί να με λυπούνται;
Με τα δικά μου μάτια ξεδιακρίνω
τη μοίρα που μου γράφτηκε στο χώμα
κι ας γίνει λάσπη με τα πρωτοβρόχια.
Σ’ εσάς μιλώ κορίτσια μες στη μήτρα:
ο κλήδονας δεσμός κι εσείς κλειδί του.

~.~ (περισσότερα…)

Mε παιγνιώδη τρόπο

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Χάρης Μελιτάς,
Τέσσερις ενοχές,
Μανδραγόρας 2021

«Θέλω ν’ αλλάξω / όλους τους καθρέφτες μου» (σ.13), γιατί «μπροστά μου χάραξε μια άδεια μέρα» (σ. 14). Ίσως να φταίει ότι είναι «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15) και να επιβάλλεται μια «στραβοτιμονιά» (σ. 15). Αλλά πάντα καπνίζουμε «τα άφιλτρα [της] μνήμης» (σ. 16), παλεύοντας με τις πράξεις να γευτούμε τα όντα (σ. 17). Μήπως πρέπει «να εξομολογώ τους δεσμοφύλακες» (σ. 18), «όσο κοιμάμαι διαφανής» (σ. 19), «ποιο ποίημα μπορεί να με κρατήσει;» (σ. 53), «ανάβω το σκοτάδι να κρυφτώ» (σ. 53), «έχω να θρέψω μια κατάκοιτη ζωή» (σ. 54), «πονάει το κεντρί των πραγμάτων» (σ. 54).

Με αυτά τα λόγια προσπαθώ να μεταφέρω την αύρα της ποίησης, των σκέψεων και της ψυχολογίας του Χάρη Μελιτά. Είναι μια ποίηση σχεδόν ολοκληρωτικά μεταφορική. Σπάνια ο συγγραφέας κυριολεκτεί. Με αυτήν την τεχνική, με αδρές, σχεδόν αποφθεγματικές εκφράσεις, προσπαθεί να εντυπωθεί και να πλάσει ποιήματα αινιγματικά, μα εύληπτα, γιατί με τέχνη ισορροπεί επιτυχώς μεταξύ της αοριστίας και των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την κατανόηση.

Οι παραφθορές γνωστών φράσεων ή τίτλων έργων τέχνης, που κουβαλούν παγιωμένες έννοιες, εντάσσονται στο ποιητικό οπλοστάσιο του έργου. «Οι τέσσερις ενοχές» (αντί τέσσερις εποχές), «η πάλη των πράξεων» (σ. 17 / αντί «η πάλη των τάξεων»), το «tango mortale» (σ. 20 / αντί «salto mortale»), η «λέσχη απόγνωσης» (σ. 52 / αντί «λέσχη ανάγνωσης») και η «απο-ποίηση» (σ. 53 / αντί «αποποίηση»), είναι μέρη του παιγνιώδους ύφους του ποιητή. Δρουν με δυο τρόπους. Αρχικά ξαφνιάζουν, ενεργοποιούν και “ξεβολεύουν” παγιωμένα δεδομένα του νου. Μετά αξιοποιούν αναλογίες ή διακείμενα και δρουν ως αντικειμενική συστοιχία σε συναισθήματα, δηλαδή συνειδητά ή ασυνείδητα ανακαλούν βιωμένα συναισθήματα μέσα από αντίστοιχα όντα, κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει και με πολλές παρομοιώσεις και μεταφορές. Για παράδειγμα, «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15 / αντί «πατάω το γκάζι του αυτοκινήτου»), παραπέμπει στις καταστάσεις των συναισθημάτων της αδρεναλίνης και της ταραχής της οδήγησης, συνδυάζοντας αυτές με τους ξέφρενους ρυθμούς αναζήτησης ενός στόχου ή ιδανικού. (περισσότερα…)