Αυστηρή αγωγή ενός εντόπιου λόγου

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Χρήστος Κολτσίδας,
Βροχή περασμένη,
Μελάνι, 2020

Ο Χρήστος Κολτσίδας, αν και 31 ετών, μοιάζει να κατέρχεται από την παράδοση των ποιητών που έχουν βιώσει την μυθολογία της δημοτικής ποίησης ως πραγματικότητα και εσωτερικεύσει την δωρική λιτότητα του τόπου καταγωγής στη γραφή τους. Ο ίδιος είναι Θεσσαλός, από την Καρδίτσα, αλλά σε αυτό θυμίζει τους Ηπειρώτες ποιητές (Χρήστο Μπράβο, Μιχάλη Γκανά, Βασίλη Γκουρογιάννη και άλλους), οι οποίοι μεταπλάθουν το υλικό του μύθου με μέσο τα σπαράγματα της περασμένης ζωής του τόπου που απαρτίζεται από ανθρώπους σημασιακούς, άρωμα παλιάς γιορτής με τα κλαρίνα, κρυφά περάσματα του τόπου που έχει στοιχειώσει από τα αγαθά πνεύματα της μνήμης. Όλη αυτή η μισοσβησμένη ανθρωπογεωγραφία της κοινότητας εγγράφεται σαν ρίζωμα στο γενετικό κύτταρο της όρασης. Ο Κολτσίδας, βέβαια, σε μια γενιά νεότατη ακόμα, έχει και μια άλλη προοπτική στο θεματολόγιό του, αλλά η ψυχική καταγωγή είναι αυτή της ορεσίβιας επαρχίας που μετρήθηκε πόντο πόντο από τον αυτόχθονα μύθο και ιστορία.

Αυτό που σε μια άλλη εποχή θα ήταν ένα δημοτικό της αγάπης, της τάβλας του χορού ή μοιρολόγι τώρα απεκδύεται τη διαφάνεια του περιστατικού. Κρατάει το απόσταγμα μιας διήγησης όταν έχουν διαφύγει τα συμβάντα και μένει η κρυπτική χειρονομία της, απαθανατισμένη αποσπασματικά, διατηρώντας όχι το σώμα αλλά την μυθική της επιβίωση. Γι’ αυτό και αυτό το αποθησαύρισμα εκβάλλει στο σώμα του ποιήματος με τα πιο απλά υλικά της γλώσσας: φράση μικρή, ολιγόστιχο ανάπτυγμα, φειδωλά επίθετα, περιορισμένη πρωτοπρόσωπη αναφορά. Κάποιες φορές, μια κύμανση από ρυθμικές παραδοσιακές φόρμουλες («Θα ξανάρθει τότε το πουλί – το πιο μικρό, το τρίτο – που δε λαλούσε σαν πουλί, σαν όλα τα πουλάκια […]») και καταποντισμένα πρόσωπα (η φωνής «εκείνης της Χρυσούλας», η μνήμη ενός ακίνητου Θωμά που «Μάνα δε γνώρισε και βύζαξε / μαστάρι της κατσίκας.»). Πρόσωπα και τρόποι ως αινιγματικές επιβιώσεις αυτού που θα ήταν η μεγάλη συνεκτική ιστορία της ανθρώπινης ζωής και που τώρα λειτουργούν ως σκιώδεις μνημοδείκτες μιας εξίσου μεγάλης ιστορίας που είναι ο χρόνος: απαλείφει μεν τα καθέκαστα ταπεινώνοντας τον άνθρωπο στο κοινό μέτρο της λησμονιάς, αλλά μνημειώνει το πέρασμά του. Ανάλογα και η ποίηση, απαλείφει τους παλιούς σκοπούς, αλλά ο μυελός της εντόπιας μνήμης της μεταστοιχειώνεται ως ένας διακριτός τροπισμός του γηγενούς στα λόγια των νεότερων.

Σε αυτό το ελλειπτικό ιστόρημα ο ποιητής λειτουργεί, όπως λέει, ως «Ερασιτέχνης φωτογράφος επαρχίας / κατόπιν εορτής ή ανήμερα κηδείας». Και έστω και με «χαλασμένο φωτόμετρο» δίνει ξανά φως σε αυτές τις ιστορίες ή μάλλον τις στίξεις αυτών των ιστοριών:

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ
 
Βροχή περασμένη κάπα δε χρειάζεται
– και πόσες κάπες κρέμασα.
 
Κατέβηκα Βουτσικάκι, Σιατάνη μαχαλά
και Μοναχό Κλαρί.
Δρόμο και μ’ έπιασε βροχή
αντάρα του Θεού.
Δρόμο κι αντάμωσα το Χάρο.
 
Με μια μαγκούρα από κρανιά
τον στούμπηξα στα μούτρα.

Σε όλα τα ποιήματα υπόρρητη συνθήκη είναι ο στοχασμός για το θάνατο που αντιμετωπίζεται άλλοτε ως ποίηση του χρόνου που περνά:

ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
 
Σύριζα κόβει ο άνεμος των κλαδιών την τόλμη
κι ο μικρός δρυοκολάπτης ακόμα πληγώνει
τον κορμό της καρυδιάς.
Σύριζα ανάβει κι ο ήλιος ό,τι το μάτι του πιάνει
και μια που το αναθρέφει
μια που το καταποντίζει πάλι
στο χώμα.
 
Είναι σ’ αυτό το χωραφάκι του κόσμου που κολατσίζουνε
 –κουρασμένο απ’ τη δουλειά αντρόγυνο–
ο Θάνατος ο θεριστής και η σπορίτισσα η Ζωή.
 
Κι ήταν πίσω από τα βάτα τότε
που κάποιος έκανε το τρομερό το κλικ
– με όλα του τα δάχτυλα.
Κι από το φλας, για μια στιγμή,
γυρίσαν όλοι να κοιτάξουν.

και άλλοτε ως ο ένας πόλος του εκκρεμούς που ορίζει την ταλάντωση των ανθρωπίνων:

ΥΓ.

Βέβαια
μπορεί και να’ ναι η Ζωή
μικρό θηλαστικό που κρύβεται στις φτέρες.
Κι ο Θάνατος
εκείνο το πικρό χορτάρι
που βάνει στην πίτα η γιαγιά μου.

Ο Κολτσίδας φαίνεται να έχει ενστερνιστεί την πικρή διαπίστωση του Χρήστου Μπράβου «όμως το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος», από την ποίηση του οποίου ακούω ευκρινείς νύξεις και τονικότητες στα κείμενα της «Βροχής περασμένης». Κυρίως στην αποτύπωση μιας αρχετυπικής τάξης πραγμάτων που γίνεται τελετουργία της μνήμης. Π.χ. στο ποίημα «Του γλεντιού»:

Με τους οργανοπαίχτες όλους ξυλιασμένους
απ’ τ’ άγριο το κρύο τ’ ουρανού
απ’ τ’ άγριο το φως των αστεριών
γλέντι δεν έχει το Δεκαπενταύγουστο.

Τα πιο επιτυχημένα κείμενα της συλλογής είναι όσα συνδυάζουν την σκηνική «ακινησία» του ποιητικού υλικού, συμβάλλοντας στη μυθοποίηση του χωροχρόνου, με την πυκνή, μέσα στην ελλειπτικότητά της, εικόνα. Λιγότερα δραστικά είναι τα ποιήματα τα οποία δεν υποστηρίζονται από εύστοχη εικονοποιία, δεν σαρκώνονται στο βιωμένα ορατό, καθώς διαμένουν στη περιοχή του πικρού αυτοσχόλιου (π.χ. «Της μετανοίας», «Επίλογος»).

Η μυθιστορία μιας χαμένης συλλογικότητας και της αψιμυθίωτης αυθεντικότητας που κληροδοτήθηκε ως θρύλημα και ως περιουσία στην νεότερη αισθαντικότητα των απογόνων φαίνεται να μπολιάζει και τις προσωπικές εκκρεμότητες και το ποιητικό αίτημα του Κολτσίδα. Πατάει πάνω στην οικονομία αυτής της αυτάρκους γλώσσας και αυτού του απέριττου κόσμου για να διατηρήσει τις γέφυρες του μόνιμου και να χτίσει τα υλικά του τωρινού, του διαμορφούμενου ως δική του φωνή. Αυτή τη φωνή την αναζητά μέσα στις συγκοπές, στη φραστική πύκνωση, στη συζυγία του εδώ και του εκεί.

Είναι ενδιαφέρον πώς η νέα γενιά αναζητά τη ρίζα της δικής της συνέχειας μέσα από τη μυθοποίηση της γενεαλογίας που έφτιαξε το σήμερα. Πατάει πάνω στους τρόπους της προηγούμενης γενιάς που ζήτησε να εξηγήσει την τραυματική και ονειρική επαρχία που πρώτα την έθρεψε και μετά την εξόρισε. Εδώ δεν έχουμε το τραύμα, γιατί αυτό το υπέστη η προηγούμενη γενιά, αλλά το κληροδότημά του. Αυτή η διυλισμένη εντοπιότητα του Κολτσίδα είναι από τα πιο γοητευτικά στοιχεία της γραφής του. Προσπαθεί να αρδεύσει από βαθιά πηγάδια, καθοδηγούμενους από την αυστηρή αγωγή ενός εντόπιου λόγου και ήθους και ακολουθώντας το ίχνος τους στην τωρινή συνθήκη. Και εν πολλοίς, σε αυτή τη μόλις δεύτερη συλλογή του, το κατορθώνει.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

*