Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Έρωτας – Ζωή – Θάνατος

*

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ

Δεν θα σας πω, στα αστέρια που πιστεύω,
ποιανού τα χείλη γεύτηκα χθες βράδυ.
Άι Γιάννη μου προμάντεψε ό,τι θέλεις·
το μυστικό μου ας γίνει και δικό σου
και κράτα την κατακραυγή στο στήθος.
Ποιος θα με σπλαχνισθεί σ’ αυτό τον κόσμο;
Τον πόθο μου στο κόκκινο μαντίλι
και την αγάπη μου να ξεμακραίνει
βλέπω, κι όμως γιατί να με λυπούνται;
Με τα δικά μου μάτια ξεδιακρίνω
τη μοίρα που μου γράφτηκε στο χώμα
κι ας γίνει λάσπη με τα πρωτοβρόχια.
Σ’ εσάς μιλώ κορίτσια μες στη μήτρα:
ο κλήδονας δεσμός κι εσείς κλειδί του.

~.~

ΤΡΙΠΤΥΧΟ: Έρωτας, ζωή, θάνατος

Μου φαίνεται η αγάπη της ξεστράτισε
και πια βαρέθηκα κι εγώ να περιμένω.

Ωρίμασαν τα ρόδια· λίγα ξεδιαλέγω
κι ο ταχυδρόμος ας τα στείλει όπου νομίζει.

Με δυο δραχμές πηγαίνω σκοτεινή βαρκάδα·
ατάραχος, γνωρίζοντας πως σίγουρα θα φτάσω.

~.~

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ

Αν μπορούσα να ξαναρχίσω
δεν θ’ άλλαζα παρά το χρώμα του ουρανού
εκείνη τη μοιραία στιγμή – γι’ αυτό μην κλαίτε.
Αν όμως έπρεπε θ’ απόφευγα το ρεύμα,
μέχρι την όχθη ο ταπεινός κολυμβητής
εγώ, το πέρασμα να βρω με κάποιον τρόπο
μαγικό· ανάμεσα σ’ αλλόγλωσσες θεότητες,
μαχόμενος εκλιπαρώντας προσευχόμενος·
ό,τι χρειάζεται για να κερδίσω αυτή τη μάχη.
Κοιτάζω τώρα από ψηλά τα βράχια, τον αφρό
μέσα στη θάλασσα· ποιος ξέρει τι ήμουν:
σκληρός σαν πέτρα, πέλαγος ή και τα δυο;

~.~

ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

Τη μέρα που θα λησμονήσω
η ανέφελη ζωή μου θα έχει γίνει
ανώφελη. Παρότι τα φαντάσματα
δεν φεύγουν με το φως, διαρκώς
χορεύουν στο κεφάλι μου και φέρνουν
πρόσωπα που άγγιξα –καλύτερα,
εκείνα που άγγιξαν εμένα–
κι όσα στο ημίφως αποζήτησα
χωρίς επιτυχία· και ήχους κιόλας κι εκδρομές
κι εκεχειρίες εμβριθείς ανάμεσα σε χείλη
πριν ξανανάψει ο πόλεμος· και λόγια
ασήμαντα, φτωχά και πολυσήμαντα
με υπόβαθρο κατάστερες βραδιές
ή μέρη ηλιοκαμένα, χώματα νωπά.

Ναι, τίποτε δεν είχε σημασία
μα τίποτα δεν πάει χαμένο.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~