Τόνια Κοβαλένκο, Το έξυπνο μαξιλάρι

*

Οκτώ παραλλαγές για το ίδιο ποίημα

Να θέλεις να γεράσεις
να μη θες να γεράσεις:
αυτή η αντικρουόμενη επιθυμία
πανίσχυρη και στις δυο όψεις της
τι αντίκρισμα να έχει
στην τράπεζα της ύπαρξης;
Σα να ποντάρεις ταυτόχρονα
το ίδιο ποσό
στο κόκκινο και το μαύρο –
κανείς δεν κερδίζει
ούτε το καζίνο, ούτε εσύ

*

Δεν ξέρω να γράφω
παρά για τον εαυτό μου
κι ο εαυτός μου λιγοστεύει,
όσο δουλεύει με τις λέξεις των άλλων
τόσο χάνει τις δικές του
με ξένη ομορφιά τρέφεται
αφού δεν έχει πια δική του
παλεύει να γεμίσει τα κενά
μα κάτω απ’ τα πόδια του χάσκει
ο παλιός, ο τελειωμένος κόσμος

*

Θα πάω άραγε ποτέ
στο Τόκιο, στο Πεκίνο, στη Σεούλ;
με φαντάζομαι τουρίστρια
σκυφτή, καχεκτική
να κοιτάζω γύρω μου ανοϊκή
πατώντας κλικ ασυνάρτητα
στη φωτογραφική μου μηχανή

*

Αχ, το σώμα
πόσο μας προδίδει
περνάει βεβαίως καιρός πολύς,
μας δίνει στο ενδιάμεσο
αμέτρητες ευκαιρίες
να αποδειχτούμε αντάξιοί του,
να αδράξουμε τη μέρα του,
να το δοξολογήσουμε –
κάνει ο καθένας ό,τι μπορεί
εν γνώσει εν αγνοία του
μα στο τέλος μένει απαρέγκλιτα
με τη στυφή γεύση της προδοσίας

*

Αποδέχομαι
τις καινούριες φλέβες
στις γάμπες, τους μηρούς μου
–αξιοζήλευτα άλλοτε αυτά τα μακριά πόδια–
αποδέχομαι το λίπος
που συσσωρεύεται
στην κοιλιά, τους γλουτούς μου,
αναγνωρίζω
το είδωλο της κυρίας
στους καθρέφτες
–είναι όντως μιας κάποιας ηλικίας–
Τη λένε Τόνια και αυτήν,
με θλιμμένη βεβαιότητα το υπογράφω

*

Ο χρόνος με αδειάζει
παίρνει μνήμες
κλέβει λέξεις
αμβλύνει κάθε έξαψη,
ενώ κυλάει
εγώ γίνομαι ολοένα πιο απλή
ψάχνω την ηδονή
του παγωμένου αναψυκτικού
τον οργασμό
του αναμμένου τσιγάρου
το κορμί μου δεν αποζητά
το κορμί ενός άλλου
θέλει μόνο να ξαπλωθεί στον καναπέ
και να μείνει εκεί εσαεί
πρόσωπο με πρόσωπο
με την τηλεόραση

*

Βουλιάζει το κεφάλι
στο έξυπνο μαξιλάρι
που παίρνει το σχήμα του
και τρυφερά το φιλοξενεί
όσο διαρκεί ο νυχτερινός ύπνος –
αρκεί να μην τον ταράξουν
περίεργα όνειρα
ή μια ανάγκη για ούρηση
που μετά ξυπνάει σκέψεις
υπαρξιακού τρόμου.
Ο ύπνος σου γερνάει μαζί σου
βρίσκεις πια κάτι να τον διακόπτει
μη τυχόν μείνει για πάντα το κεφάλι
βουλιαγμένο στο έξυπνο μαξιλάρι

*

Πόσο αληθινά μοιάζουν όλα
πάνω στο τραπέζι που γράφω
τα δυο ξυλόγλυπτα λιοντάρια,
ένα θηλυκό ένα αρσενικό – εμείς οι δυο –
η θήκη των γυαλιών μου
–τα φοράω, δεν βλέπω πια δίχως αυτά–
το ποτήρι του ουίσκι, μισογεμάτο
–μα πόσο γρήγορα αδειάζει–
τα δυο πολύτιμα τηλεκοντρόλ
που μας μεταφέρουν μέσα σε τόσες ιστορίες,
το κουτί με τα τσιγάρα μου, ο φθηνός αναπτήρας
σύνεργα ζωής κι ας μικραίνουν τη ζωή

Τα αγγίζω με το βλέμμα όλα,
είναι εδώ, μαζί μου
τα αντικείμενά μου κι εγώ
φτιάχνουμε έναν κόσμο
που μοιάζει τόσο αληθινός –
δε σου κάνει καρδιά
να αφήσεις αυτό το ψέμα.

ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ

*