Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εβδομηκοστό Τέταρτο

*

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΒΔΟΜΗΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Σχεδόν Έπος

Τον είδα να ’ρχεται, σαν φλόγα
του κεριού μέσα στην νύχτα·
κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό:
ημέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή,
διάφανη μήτρα των μικρών
θεών, που αστράφτουν μεσημέρι
απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο
ύπνο των κράμων.
Προσπέρασε θαμπά
τις νεκρικές πυρές· ένα σκυλί,
τρέκλισε την αγρύπνια του·
άνοιξε το στόμα να γαυγίσει:
αιμόφυρτη σιωπή,
ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του
– σωριάστηκε, σπαρτάρησε.
Τρεμόπαιξε η φλόγα.
Δυο τρύπες σκοτεινές στην θέση των ματιών.
Στην πλάτη ένα καβούκι
χελώνας· θα μπορούσε
να ήταν καβούκι του, αν του έλειπαν
οι χορδές και τα στριφτάρια.

― Τελειώσαμε;
― Τελειώνει ο άνθρωπος με μια σφαγή;

Είχαν σύρει, όπως-όπως,
την κατάντια τους μπροστά
στην σκηνή του Αγαμέμνονα. H ζέστη
ανέβαινε απ’ την άμμο,
άπληστα, βάρβαρα, αρπακτικά,
σαν κάτι μοχθηρά
αρχαίο να πέθαινε στα σπλάχνα
των κάτω σκοταδιών·
τους τύλιγε αγκαθωτά,
ψιθύριζε: ― Απ’ την ζωή σας
κρέμεται η ζωή σας· η ζωή σας,
ένα ξερόκλαδο στην άκρη του γκρεμού,
που κατάντησε η ζωή σας.
Αποφασίστε ποιο το πάνω
και ποιο το κάτω επιτέλους!
Ύστερα γινόταν ιδρώτας λοιμικός
.       στα μέτωπά τους –
κυλούσε, ακολουθούσε τον ήλιο καταπάνω
στα μάτια· τύφλωνε την λάμψη του θώρακά του.
Στεκόταν έξω απ’ την σκηνή του: στρατηγός
επαίτης, με γένια βρώμικα, δόντια σπασμένα
κι εκείνη την ενδημική μνησικακία,
που γίνεται με τον καιρό αλαζονεία προγονική.
― Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε… Η γλώσσα του
κλονίστηκε, σαν να ’χε βυθίσει ράμφος σκοτεινό
στο στήθος του η αλήθεια των πραγμάτων.
Κάποτε ανέβηκαν τρεκλίζοντας οι λέξεις
μέχρι τα δόντια που του είχαν απομείνει·
προσπάθησαν να κρατηθούν,
αλλά: ― Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;
Μαζέψτε τα ψοφίμια των θεών μας
κι ας φεύγουμε, πριν γίνει η Ιστορία
σάβανο των μύθων μας.
Ύστερα είδε την τυφλή
φλόγα: ― Τι θέλεις πάλι γέρο;
Δεν σου έφτασε το αίμα και η σάρκα
τόσων Ελλήνων; Σε λίγο θα ’χεις μόνο
κουφάρια μύθων να τραγουδήσεις.
Είσαι τυφλός – αλλιώς ένα κεφάλι
κομμένο, πεταμένο, στην σκόνη θα σου άρπαζε
από τα μάτια την καρδιά, να την τραβήξει
στον άξαφνο Άδη του.
― Αυτό που βλέπω, η φλόγα, είναι πως δεν είσαι
αρκετά τυφλός, ώστε να βλέπεις.
Κι αυτό που δεν θα δεις ποτέ είναι αυτό που βλέπω.
Αλλιώς οι μύθοι θα ’ταν βουβοί· κι αν άκουγες
–νύχτα βαθιά, πυκνή, χειροπιαστή–
κάποιον να λέει Εγώ!, δεν θα ’χες
ακούσει ούτε σάλεμα στου Άδη
την φιδότρυπα. Απ’ το χάος,
γεννήθηκε ο κόσμος, αναίτια ψυχή·
κι έρχονται πάντα ενώπιον των πραγμάτων
τα πράγματα να υποστηρίξουν
την παρουσία τους. Κι ανάμεσα στον μύθο
και τον μύθο, ανεπίληπτος γκρεμός
.       ο μύθος· και η μήτρα
του μύθου έχει τα σπλάχνα της
.       στα χέρια και τα τρώει·
κι όσα δεν τρώει τα ρίχνει στον γκρεμό:
Να, φάε κι εσύ, φωνή τυφλή, σκοτάδια
του μύθου· φάε κι εσύ, βλέμμα βουβό,
φωνή του μύθου· πιείτε
αίμα ζεστό, αρχαίοι του Μύθου!
Αυτά του είπε – όχι δίχως μια κάποια κόψη μένους,
στον τρόπο που χτυπούσε τις πρώτες συλλαβές,
σαν να ’θελε να πέσουν μεσοδρομίς οι λέξεις.
Κι ίσως να το ’χε καταφέρει, αφού
έγερνε μάλλον θλιβερά μπροστά να τις προλάβει.
Τέλος, όταν κατάλαβε πως είχε ακούσει αρκετά,
ύψωσε ανάστημα και μάσησε δυο λέξεις
πέτρινες: ― Με κοροϊδεύεις;
― Χρειάζεται; η φλόγα.
― Τι θέλεις από μένα;
βραχνά ο πρόγονος.
.                             ― Αυτόν! η φλόγα
κι έδειξε ένα παιδί σχεδόν,
που είχε μπει στην θάλασσα,
     μέχρι την άνω τρέλα
και φώναζε: Μητέρα, μητέρα· τι μου κάνουν!
Γύρευα κήπο – βρήκα στάχτες και αλήθειες.
Ανάθεμά με, αν τους δώσω το παιδί σου.
Τα σκοτεινά μου απόμειναν, μητέρα!
Νύχτωσε, νύχτωσε να φέξει!

. . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . .

.           …] ο Αχιλλέας! Προσπάθησαν
να τον βγάλουν απ’ το αρχαίο
νερό. Χτύπησε πρώτα αυτόν, που πρώτος
τόλμησε ν’ απλώσει χέρι αισχρό
στο χέρι του: ένα ζώο με δόντια σκουριασμένα
απ’ την χολή του στερημένου
–έστω μια νύχτα– τρικυμία σεντονιών,
κατάσπαρτη χείλη–νησιά μοσχοβολούντα.
Βούτηξαν ένας-ένας να προφτάσουν
τα σπλάχνα τους, πριν μάθουν
.       το απέραντο γαλάζιο,
που είδε μόνο ένα παιδί
μεθυσμένο, σαν καράβι· κι ένας άλλος,
χορευταράς από τα μέρη του Ευρίπου –
όχι πέρι κόλλες που να κρατά και μολυβάκια.
Τελευταίος, εκείνο το αιμοβόρο
παραστράτημα του Άδη, που κρατούσε
     την πινακίδα – κάποτε
πεύκο ελεύθερο σ’ ελεύθερο βουνό
και γνωστικό κερί της μέλισσας, που ανοίγει
κουβέντα για τους μύθους στο κελί της.
Σφαγμένο το πεύκο, βιασμένο το κερί·
στυγνά χαραγμένο απάνω:
Ο υπογεγραμμένος οπλίτης του Είναι (εδωνά)
βροντοφωνάζω πως καμιά σχέση δεν έχω με βουνά
της νύχτας και κορίτσια φωτεινά,
πλάι σε ποτάμι και πηγή και γη ανθισμένη.
Καθώς και αποκηρύττω
τα έναστρα προτάγματα και τις παραφυάδες
αυτών· και αποδοκιμάζω
για πολλοστή φορά το θράσος των περιβολιών
σκοπούντων την παράδοση του Είναι
.       στο Μηδέν. Παρακαλώ
να ληφθεί σοβαρά υπόψη το αφήγημα
της εγκληματικής παραφοράς μου,
ώστε ν’ αποδοθώ πλέον άσπιλος
στους ιερούς θεσμούς του Έθνους.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

― Δεν υπογράφω εγώ τέτοια άθλια σωφροσύνη!
.       είπε στην φλόγα ο Αχιλλέας,
γράφοντας πρόχειρα στην άμμο το σχήμα γυναικός
.       με τα φίδια στα μαλλιά
και τον ανάστροφο χαλκό στα μάτια.
Ήρθε το κύμα, πήρε το σχήμα κι έκτοτε,
όπου άγρια ακτή κι όπου ναυάγιο
     στης θάλασσας τα βάθη:
πλάσματα από τον λογισμό
.       κι απάνω πνεύμα φλογερό
και χάος με λέπια ανώνυμα αποκεί και κάτω.
Όμορφα, αλλά πλέον δυσάρεστα εις τ’ άλλα
.       (plus difficiles en toute autre).
― Βλέπεις; του είπε η τυφλή φλόγα. Απ’ τον καιρό,
που ξέχασαν πως το σημείο σημαίνει τάφος,
μόνον η θάλασσα ούτε Λέγει ούτε Κρύπτει,
.       αλλά Σημαίνει. Τι θρηνεί
.                 το μένος σου; Ταράχτηκε
ο Αχιλλέας· πήγε ν’ αρπάξει τα λόγια του –
τα χείλη του: χάσμα του βράχου μαύρο
και είπε: ― Ω, μητέρα·
άνοιξε στον υγρό σου ορίζοντα το χάος,
που καθιστά τον κήπο Λόγο·
έχω νεκρό θαμμένο στα βαθιά
του αγοριού που με κρατάει ζωντανό
.               με την ορμή σου!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ήταν μεσημέρι πια – κάθετο, ακονισμένο,
σαν την φωνή του τζίτζικα: πληγή
.       κρυστάλλινη – να αιμορραγεί
χάος ολόχρυσο ο αέρας στο νερό.
― Τι τραγωδία! είπε η φλόγα.
― Πώς βγαίνει από την θάλασσα
ο άγγελος με λέξεις σαν το αλάτι,
κρυμμένες στο απροκάλυπτο σώμα του
κι αβάσταχτος λαιμός αλόγου
από αγκάλιασμα και χάδι
αληθινός κι ο άνεμος τον σπρώχνει
σε άλλα στολίδια, ιππότες,
σπαθιά, πουλιά και παράφρονες θεούς,
πιασμένους στο αγκίστρι της φωνής·
μέρα και νύχτα τρέλα διπλή:
Είναι και Χρόνος και σιωπή
υγρή ανάμεσα στα πόδια
της επόμενης αγρύπνιας;
Έτσι ριζώνει η γλώσσα στο άλαλο σκοτάδι
των σπλάχνων και απλώνει κλαδιά για ν’ αρπαχτεί
από τον φράχτη των δοντιών – και πρόσεχε μην μάθει
κανείς απ’ τους αμύητους στα δασικά
αυτά που λέω. Ανάγκη λοιπόν να ορίσουμε τα όντα.
Τέλειωνε με το άρρητο παιδί, που περισσεύει
στα ρητά. Εδώ είναι κόσμος: θάνατος,
που λέγεται ζωή. Εξουσία: καθαρός
.       λογισμός (Reine Vernunft!)
ένας λύκος που θ’ αποφασίσει πώς θα βελάζουν
στο εξής τα πρόβατα στον κάμπο της Ιστορίας.
― Εγώ δεν είμαι κανενός, ο Αχιλλέας.
Της τύχης είμαι αμπέλι στην άκρη
γκρεμού μεθυσμένου. Έλληνας, πες, δαγκωμένος
στην φτέρνα από το φίδι,
που μεγάλωσε γεράκι στην αυλή του.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Χιόνι κρυστάλλινο μες στο νερό
τα μικρά των αστακών,
προσπαθούσαν να χορτάσουν
ελευθερία, πριν ροδίσει
αφανισμό η σάρκα τους
και βάλλει ψύχρα
του σύμπαντος η αρμύρα.
Ένα παιδί από φως πίσω απ’ το φως,
στο φως το ανώνυμο: στο λάδι
της αδέσποτης ελιάς να προσπαθεί
να πείσει τα κοχύλια στα βαθιά ελληνικά
πως είναι κουκουνάρια,
που μέθυσαν μια νύχτα
αέρα μεθυσμένο με ρετσίνι
και λογάριασαν και βρήκαν
πως αυτό που ίσα-ίσα περισσεύει
είναι του κόσμου το ψαχνό.
― Άκουσέ με, η φλόγα
και βγάλε συμπέρασμα.
Εκείνον τον καιρό χιόνιζε πρώτη
φορά μπροστά μου και δεν υπήρχε
τίποτα μακρύτερο απ’ το βλέμμα.
Σκέφτηκα πως στεκόμουν εκεί
απλά γιατί ήμουν το πουλί,
που γεννήθηκε μαζί μου:
μια πέτρα, που προτιμάει να είναι εικόνα
μιας εικόνας της πέτρας, πόθος ενήμερος
πως ο βαθύτερος γκρεμός είναι απάνω:
.       πέφτοντας σηκώνεται η ψυχή.
Το σκέφτηκα. Ωστόσο…
― Ωστόσο, ο γιος του κωνοφόρου μένους
και της πλατύφυλλης αρμύρας, ο θάνατος να δίνει
στην δίποδη αθωότητα την δύναμη ν’ αντέξει
την δίποδη ενοχή. Τα κτήνη χαμογελούν αθώα,
για να κρύψουν τα ένοχα δόντια τους.
Το σκοτάδι απλώνει χέρια αθώα,
για να κρύψει τα ένοχα νύχια του.
Η ύβρις κυβερνά σαν αθώος πατέρας,
για να κρύψει το ένοχο τέρας.
Μπορούμε να ζούμε με σύμβολα,
σ’ αυτό το μακελειό ψυχών;
Ναι, αν σκεφτούμε πως κι η πέτρα
η άψυχη μπορεί να ελπίζει
λίγο χορτάρι πάνω της.
Αν σταματήσουμε εδώ,
καλύτερα να πέσουμε στα τέσσερα
και να ελπίζουμε έναν
Αίαντα να νομίσει
πως είμαστε –έστω– εχθροί της αρετής του.
Αρετή! η φλόγα. Εδώ
που φτάσαμε μόνον ο Αίας
ξέρει τι σημαίνει· οι άλλοι
νομίζουν πως είναι ένα κουνάβι
στο κοτέτσι τους· είναι τρελοί· ναι, το πιστεύω,
είναι τρελοί· τόσο που θα μπορούσαν
ν’ αφήσουν άθαφτο έναν νεκρό,
ώσπου ν’ αποφασίσουν
ποιο πολίτευμα συνάδει
με τα ταφικά έθιμά τους.
Γι’ αυτό. Μόνο γι’ αυτό.
Κουβέντες σαν τα όρνια
πάνω απ’ το πτώμα της ζωής.

. . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . .

Μπήκανε στην βάρκα
και τους έφερα τα σύνεργα του ύψους.
Δεν ήταν άοινος ο τόπος
καίτοι χάος εμφύλιο ἐξ οὗ δίκη καὶ τίσις
κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν.
Μια γεμάτη νταμιτζάνα,
δύο φλάσκες μαύρου και άλλες δύο,
η μία με κεφαλόκρουστο ροδίτη,
η άλλη με μοσχάτο.
Έστησε η φλόγα αδέσποτο κατάρτι
και κραύγασε: ― Στο κύμα,
κρασοκάικο! Και άνοιξε πανί·
κι έστρεψε την πλώρη κατεπάνω στο γαλάζιο.
Κι ένας φρουρός της ποταπής
φιδότρυπας των λόγων και των έργων
του Αγαμέμνονα: ― Το είδος
της αντικοινωνικής νοοτροπίας του
στέκεται αιτία να έχει ο λόγος του πολλά ψεγάδια.
Είναι πολλές φορές τόσο γεμάτος με βαλκανικούς
αναχρονισμούς, που έρχεται κανείς να υποθέσει
ότι λέγονται όλα αυτά τ’ ασήμαντα μόνο και μόνο
για να παραγεμιστεί η αχαμνή υπόθεση
και να γίνει απλούστατα αφήγηση ενός
αιμοσταγούς εθίμου ή κάποιου μυθεύματος.
― Βλέπεις εκείνο εκεί το φιλοσοφικό
αρθρόποδο; η φλόγα,
δείχνοντας τον φρουρό. Σίγουρα θεωρεί
τον κόσμο νομική υπόθεση:
κάτι σαφές, διαυγές, καντιανό…
πώς να σ’ το πω… εδώ… εκεί
όπου πηγαίνουμε, οι νεκροί
δεν έχουν γεννηθεί
ακόμα: ένας κόσμος
που σχεδιάζει σκοτεινά, μεθοδικά,
το φως της συντριβής του.
Και οι τρύπες των ματιών του
αιμορραγούσαν τρυφερή
θλίψη στις άκρες
των δαχτύλων του: χαλκός
ακονισμένος σε ανένδοτους καρπούς
της χελώνας οι χορδές.
Τραγούδησε […
και πονούσε η φωνή του, σαν παιδί
που πάτησε στ’ αγκάθια
με συνείδηση γυμνή:

Μόνον ο ασπάλακας γεννιέται αθώος.
Θηλάζει ομίχλη και σιωπή
και ρίχνεται στην μάχη
των σκοταδιών, με την σπουδή
του ατελέσφορου τρελού
ή του εντελώς σοφού.
Εμείς εδώ: καρφί το φως
του ενός στο μάτι του άλλου·
κι όλοι μαζί: τυφλή σφαγή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*