Νύχτες του Ιουλίου 2021

~.~

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία

H Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ για πέμπτη συνεχή χρονιά εφέτος οργανώνουν στον Αίθριο Χώρο του θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, από τις 2 έως τις 31 Ιουλίου, κύκλο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη φετινή θεατρική παραγωγή του θεάτρου «Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη, μουσική συναυλία με τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη και τους συνεργάτες του, ανοιχτές συζητήσεις με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων λειτουργίας του Θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, αφιερώματα σε μεγάλους Σταθμούς του Θεάτρου με καλεσμένους τους ποιητές και μεταφραστές Στρατή Πασχάλη και Γιώργο Μπλάνα, τιμητικές εκδηλώσεις για τον Γιώργη Μανουσάκη και τον Αλέξη Πολίτη, παρουσιάσεις βιβλίων των Γιάννη Κιουρτσάκη, Κώστα ΧατζηαντωνίουΛίλας Τρουλινού και Κώστα Κουτσουρέλη και συζήτηση με τους συγγραφείς τους. Μετά την τελευταία παράσταση θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Θανάση Βαλτινό.

Ακολουθεί το πλήρες και αναλυτικό πρόγραμμα όλων των εκδηλώσεων.

Την ευθύνη των εκδηλώσεων έχουν οι Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης, και Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας.

 

Νύχτες του Ιουλίου 2021

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία

  

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

Όλες οι εκδηλώσεις ξεκινούν στις 9.30 μ.μ. Όπου δεν αναγράφεται κάτι διαφορετικό, η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

 

Παρασκευή 2/7 | Θεατρική πρεμιέρα

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

 «Ο Αντρέας Κορδοπάτης είναι όλοι εκείνοι που προσπάθησαν να δραπετεύσουν από τη νεοελληνική ένδεια. Υπέστησαν τα πάντα: ταπεινώσεις, κακουχίες. Τα κατάφεραν ωστόσο», έχει πει χαρακτηριστικά ο Θανάσης Βαλτινός. Η Θεατρική Εταιρεία Μνήμη ανεβάζει στη σκηνή ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Σκηνοθετεί ο Μιχάλης Βιρβιδάκης. Ερμηνεύει ο ηθοποιός Φώτης Κοτρώτσος. Σκηνογραφία-κοστούμια Ξανθή Κόντου. Σύνθεση ήχων Δημήτρης Ιατρόπουλος. Φωτισμοί Μικαέλα Παπά.

Γενική είσοδος 14 €, φοιτητικό εισιτήριο 10 €

 

Σάββατο 3/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Κυριακή 4/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Δευτέρα 5/7 | Ανοιχτή συζήτηση

Θέατρο Κυδωνία 2000-2020: 20 χρόνια προσφοράς στα Χανιά

Με έναυσμα την πρόσφατη έκδοση «Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη – Θέατρο Κυδωνία. 20 χρόνια θέατρο στα Χανιά» της Ιωάννας Ρεμεδιάκη (λέκτορος στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ), η συγγραφέας και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία Μιχάλης Βιρβιδάκης συζητούν με το κοινό, τους δημοσιογράφους, τους φίλους και τους συνεργάτες του θεάτρου (ηθοποιούς, μεταφραστές, σκηνογράφους, μουσικούς, εθελοντές κ.ά.) για τα είκοσι αυτά χρόνια της διαδρομής του.

Τετάρτη 7/7 | Ανοιχτή συζήτηση

Θέατρο εκτός των Πυλών

Η Αλεξία Αλτουβά, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, συζητά με την Ιωάννα Ρεμεδιάκη και τον Μιχάλη Βιρβιδάκη για το ελληνικό θέατρο το εκτός Αθηνών, για τους θιάσους και τα σκηνικά εγχειρήματα της περιφέρειας, αλλά και για τη μακρά εκδοτική δραστηριότητα της Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη. 

Παρασκευή 9/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Σάββατο 10/7 | Μεγάλοι σταθμοί του θεάτρου

Οι Γάλλοι Κλασσικοί κι Εμείς (Με τον Στρατή Πασχάλη) 

Στην πρώτη μιας σειράς από δύο βραδιές αφιερωμένες στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και την παρουσία τους στη νεοελληνική σκηνή σήμερα, οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή Στρατή Πασχάλη, μεταφραστή του Ρακίνα και άλλων Γάλλων δραματουργών. Μαζί του συζητούν η Έφη Θεοδώρου, σκηνοθέτιδα και διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητής, μεταφραστής και εκδότης του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Στρατή Πασχάλη ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Κυριακή 11/7 | Μεγάλοι σταθμοί του θεάτρου

Οι Αρχαίοι Τραγικοί κι Εμείς (Με τον Γιώργο Μπλάνα)

Δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματος μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή του αρχαίου δράματος Γιώργο Μπλάνα. Με τον καλεσμένο μας συζητούν η Ιωάννα Ρεμεδιάκη και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Μπλάνα ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Δευτέρα 12/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Θαύμα και η Τραγωδία: Το Εικοσιένα από τον Κόσμο του Ομήρου στην Παγκόσμια Επαρχία», του Γιάννη Κιουρτσάκη

Πίσω από την ποικιλία των θεμάτων που απαντούν στα έργα του Γιάννη Κιουρτσάκη υπάρχουν πάντοτε τρεις σταθεροί άξονες: η ταυτότητα, ατομική ή συλλογική ως αναπόφευκτη σχέση με τους άλλους· η δημιουργία, ως μοναδικό θεμέλιο ενός πολιτισμού· η αναζήτηση μιας ανθρώπινης ζωής στους δύσκολους καιρούς. Με αφορμή το νέο βιβλίο του, ένα δοκίμιο αναστοχαστικό για το 1821 και την πορεία του ελληνισμού έκτοτε (Πατάκης, 2020), τον συγγραφέα και το έργο του παρουσιάζει η Λίλα Τρουλινού, φιλόλογος και πεζογράφος. Μαζί του συζητά η φιλόλογος και συγγραφέας Αγγελική Καραθανάση. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζει ο Αιμίλιος Καλογερής.

Τετάρτη 14/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Παρασκευή 16/7 | Τιμητική εκδήλωση

Αλέξης Πολίτης: Ο Φιλόλογος, ο Ερευνητής, ο Δάσκαλος

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη, οι Νύχτες του Ιουλίου τιμούν τον κορυφαίο φιλόλογο, τον ακαταπόνητο αναδιφητή της γραμματείας μας, τον γοητευτικό ομιλητή και συγγραφέα. Για τον άνθρωπο και το έργο του θα μιλήσουν οι Έμμυ Παπαβασιλείου, πολιτικός μηχανικός και σκηνοθέτις, Δημήτρης Πολυχρονάκης, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης και Γιάννης Δημητρακάκης, επίκουρος καθηγητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Σάββατο 17/7 | Τιμητική εκδήλωση και Μουσική συναυλία

«Στην Αρχή των Τραγουδιών»: Ο Νίκος Ξυδάκης στα Χανιά

Η πορεία του Νίκου Ξυδάκη στην ελληνική μουσική μετράει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει καρπούς που ανήκουν πλέον στην κοινή μας περιουσία: σημαδιακούς δίσκους, πασίγνωστους κύκλους τραγουδιών, συνεργασίες με κορυφαίους στιχουργούς, ποιητές, μουσικούς και ερμηνευτές. Σε μια ατμοσφαιρική βραδιά, ο συνθέτης ανατρέχει σ’ αυτή του τη διαδρομή και ξαναστέκεται σε μερικούς από τους σημαντικότερούς της σταθμούς. Μαζί του οι μουσικοί Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα, φωνή) και Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι, φωνἠ). Τον τιμώμενο συνθέτη θα προλογίσει ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Μετά τη συναυλία ο Νίκος Ξυδάκης θα συνομιλήσει με το κοινό.

Γενική είσοδος 15 €

Κυριακή 18/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Στέμμα των Αυγών: Ένα Βυζαντινό Χειρόγραφο», του Κώστα Χατζηαντωνίου

1258: Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το πρόσφατο παρελθόν από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του, περιγράφει τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανασυγκροτήσει την ελληνική του ταυτότητα, και προφητεύει το μέλλον. Σε όλα τα βιβλία του Κώστα Χατζηαντωνίου, λογοτεχνικά ή δοκιμιακά, η Ιστορία είναι μονίμως παρούσα. Για το πρόσφατο μυθιστόρημά του (Καστανιώτης, 2020), συζητά μαζί του ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν η Ντία Κοσκινά και ο Αιμίλιος Καλογερής.

Δευτέρα 19/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Τετάρτη 21/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Σάββατο 24/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Κυριακή 25/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση

Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο «Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές» (Κίχλη 2021), μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος.

Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία

«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη

Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Παρασκευή 30/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Ίδιο Χώμα. Κατεβαίνοντας τις Ανηφόρες της Ιστορίας», της Λίλας Τρουλινού

Το ταξίδι στον χρόνο δύο εφήβων από ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, σε μια απέλπιδα αναζήτηση της ρίζας του κακού στην αναστατωμένη εποχή μας. Για το πρόσφατο βιβλίο της Λίλας Τρουλινού, ένα ιστορικό μυθιστόρημα με στοιχεία παραμυθιού και ορμητικής φαντασίας (Περισπωμένη, 2021), μιλούν η Νίκη Τρουλλινού, πεζογράφος, και η Άννα Λαμπαρδάκη, φιλόλογος. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Σάββατο 31/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Την τελευταία παράσταση του έργου θα τιμήσει με την παρουσία του ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός.

Νίκος Σγουρομάλλης, Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο

Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο: εμπόδια και δυνατότητες εκφοράς ενός λόγου για τον θάνατο

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

~.~

Ο θάνατος, όμως, είναι χαρά;
Μαργαρίτα Καραπάνου, Rien ne va plus

Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμένους και το βράδυ αλλογυρίζομεν για να μην περάσωμεν απ’ εμπρός από νεκροταφείο. Τες σαβανώτρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ’ έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε και ο πιο ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλλία. Εφοβόμουν μη με σιχαθή και η γυναίκα μου. […] Τον πρώτο καιρό υπέφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο κοτέτζι, τα γουρούνια και τ’ άλλα που ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης, νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά![1]

~.~

(περισσότερα…)

Friederike Mayröcker (1924-2021)

 

Η Φρειδερίκη Μαϋραίκερ, Grande Dame της αυστριακής λογοτεχνίας του καιρού μας, γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1924 στη Βιέννη όπου και έζησε. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Δημοσίευσε πάνω από εκατό βιβλία με ποίηση, πρόζα, κείμενα για παιδιά και τη θεατρική σκηνή. Στάθηκε η ισόβια σύντροφος του διάσημου ποιητή Ερνστ Γιαντλ. Τιμήθηκε επανειλημμένα, το 2001 και με το Βραβείο Μπύχνερ, το κορυφαίο λογοτεχνικό έπαθλο του γερμανόφωνου κόσμου. Πέθανε στη γενέθλια πόλη της τούτο το καλοκαίρι, στις 4 Ιουνίου. (ΚΚ)

 

τι ’ν’ αυτό που χρειάζεσαι

τι ’ν’ αυτό που χρειάζεσαι; ένα δέντρο ένα σπίτι
να μετρήσεις επάνω του τι μεγάλη τι μικρή του ανθρώπου η ζωή
τι μεγάλη τι μικρή όταν στρέφεις το βλέμμα ψηλά
όταν χάνεσαι μες στον πλούτο της χλωρής ομορφιάς
τι μεγάλη τι μικρή συλλογίζεσαι και τι σύντομη που ’ναι
η ζωή σου αν σ’ εκείνη των δέντρων δίπλα δίπλα τη βάλεις
ένα δέντρο χρειάζεσαι ένα σπίτι χρειάζεσαι
τίποτ’ άλλο μονάχα μια γωνιά και μια στέγη
για να ζεις να ονειρεύεσαι να κοιμάσαι να σκέφτεσαι
να σωπαίνεις να γράφεις να βλέπεις τους φίλους
τα λουλούδια τη χλόη το στερέωμα τ’ αστέρια

 

 

 

 

 

 

 

Raphael Irmer, Μια περίληψη των κεφαλαίων του παλαμικού Δωδεκάλογου

www.kar.org.gr_2016-04-08_18-48-39_screenshot_86

Πρόσφατα λάβαμε μιὰ συνεργασία ποὺ ἕνεκα τοῦ παλαμικοῦ της χαρακτήρα, ἀλλὰ καί τῆς προέλευσής της, θεωρήσαμε ὅτι ἔπρεπε νὰ δημοσιευθεῖ. Ὁ Ραφαὴλ Ἴρμερ εἶναι Γερμανὸς μὲ ἑλληνικὲς ρίζες. Ἔχει σπουδάσει Νεοελληνικὰ (μεταπτυχιακό δίπλωμα) στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ἁμβούργου. Τὸ παρακάτω κείμενο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πτυχιακή του ἐργασία μὲ τίτλο «Der «Dodekalogos» und Zarathustra: Kreative Nietzsche-Rezeption bei Kostis Palamas» (Ὁ Δωδεκάλογος και ο Ζαρατούστρα: δημιουργική πρόσληψη στὸν Κωστῆ Παλαμᾶ), καὶ περιλαμβάνει περιλήψεις τῶν κεφαλαίων τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ καὶ πάντα ἐπίκαιρου ἔργου τοῦ Παλαμᾶ. Ἐνῷ τμήματα κλασικῶν σπουδῶν κλείνουν ἀνὰ τὸν κόσμο, εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐλπιδοφόρο νὰ βλέπουμε ὅτι ἀκόμα ἐπιβιώνουν τὰ τμήματα νεοελληνικῶν σπουδῶν.

ΝΠ

~.~ (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, ΑνθρωπόκΕνος;

Ἀνθρωπόκενος ;

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Σέ μιάν ἀπό τίς παραστατικά εὐφραδεῖς ἀφηγήσεις τοῦ Χρήστου Μποκόρου πού δημοσιεύθηκαν στό Νέο Πλανόδιον (προδημοσιεύσεις τοῦ βιβλίου του «eμερολόγιο ΙΙ», ἀκούει κανείς ἕναν παλιό καλό δάσκαλο, τόν θεῖο τοῦ καλλιτέχνη, νά ὁδηγεῖ τήν προσοχή τῶν μικρῶν μαθητῶν του ἀπό τό ἐλάχιστο καί συγκεκριμένο στό μέγιστο, ἕως καί ἀφηρημένο: ἀπό ἕνα ἀπομεινάρι, στό μωσαϊκό τῆς τάξης, σβησμένου σπίρτου στην συνεργατική ἀλληλεξάρτηση πουλιῶν καί δέντρων ­– κι ἀκόμη παρά πέρα…

Συναρπάζοντας τά παιδιά μέ τό γοητευτικό ξεδίπλωμα τῆς ἀφήγησής του, κατ’ οὐσίαν ὁ χαρισματικός δάσκαλος λέει πώς τίποτα δέν εἶναι τυχαῖο καί, κυρίως, πώς τίποτα δέν εἶναι ἀσήμαντο. Τά περιστέρια πού τσιμπολογοῦσαν στήν σχολική τους αὐλή ἔφεραν στόν νοῦ μου ἕνα ἄλλο μικρό φτερωτό, μιᾶς ποιήτριας πού ἔσκυβε εὐλαβικά πάνω στά «ἀσήμαντα»:

Κι ἔχω δεῖ
τήν αὐγή,
τόν κορυδαλλό
ν’ ἀναπηδᾶ ἀπό τό ψηλό χορτάρι
καί στόν ρόδινο ἀέρα –
τά φτερά του,
πού οὔτε πλατιά εἶναι
οὔτε πολύ δυνατά
 
νά φτερακίζουν –
 
μέ τόν θώρακα
σέ πάλη κι ἀναλαμπή
μονάχα γιά νά πάρει ὕψος –
 
καί τό τραγούδι
στό μεταξύ
νά πετιέται
ἀπό λαρύγγι κόκκινο.
Κι ὕστερα κατεβαίνει,
κι εἶναι λυπημένος.
Τό κεφαλάκι κρέμεται
ἡ ἀνάσα κομμένη
 
γιά λίγα λεπτά
ἀνάμεσα στά λυγισμένα
χόρτα τριζάτα καί ξερά,
ὅπου τήν περισσότερη ζωή περνᾶ,
 
κι ὕστερα κάτι πάλι τόν καλεῖ ψηλά
καί πάνω ἀνεβαίνει
οἱ ὦμοι του δουλεύουν,
τό σῶμα του ὅλο καταπέφτει
 
ὥς τίς ἄκριες πλέοντας τοῦ κόσμου.
Εἴμαστε συμβιβασμένοι, λέω,
μέ τό ὑπερβολικά πολύ.
Καλύτερα ὅπως τοῦτος, ἕνα πουλί –
 
Κόσμημα τοῦ αἰώνιου.
Ὅταν κατέβηκε στοῦ χόρτου τή φωλιά
«Τή μέρα ξόδεψε, μά σῶσε τήν ψυχή»,
Τόν ἄκουσα νά λέει μιά φορά.

Ἀπό τήν ἀναπαράσταση τοῦ λόγου τοῦ δασκάλου στήν γραφή τοῦ Χ. Μποκόρου γίνεται φανερό πώς ὁ σπόρος ἐκείνης τῆς ἱστορίας ρίζωσε γιά καλά στήν καρδιά τοῦ καλλιτέχνη. Σ’ ἐμένα πάλι προκλήθηκαν κάποιες σκέψεις καί ἐρωτήματα ὅπως τά ἀκόλουθα:

Σήμερα μπορεῖς νά διαβάσεις σοβαρές ἀναλύσεις καί ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος δοκίμια γιά τήν κατάσταση τοῦ κόσμου, ὅπως καί γι’ αὐτήν τῆς πατρίδας μας 200 χρόνια μετά τό πολύπαθο καί ἀπελευθερωτικό 1821. Γιατί ὅμως μιά διήγηση πού ἀπευθύνεται σέ παιδιά, πολλά χρόνια πρίν, ἔχει τήν χάρη νά μᾶς συγκινεῖ;

Ἡ πρώτη ἀπάντηση ἔχει νά κάνει μέ τήν διάκριση: ἄλλο ἡ διανοητική ἱκανοποίηση καί τό γνωσιακό ἅπλωμα τοῦ στοχασμοῦ ἐξ αἰτίας τῆς ἀνάλυσης καί σύνδεσης παραγόντων πού, καθώς ἐκτίθενται, κεντρίζουν τόν δικό μας ἀναστοχασμό, καί ἄλλο ἡ συγκίνηση.

Γιατί ἐπίσης ἡ φωτογραφία τοῦ παρατημένου καί παραδομένου στή σκουριά του φορτηγοῦ, ὅπως καί αὐτή τοῦ κάρου, φορτωμένου ξερά χόρτα σ’ ἕναν χωματόδρομο κάποτε προπολεμικά, κινεῖ ἀκόμα καί τά δάκρυα;

Μᾶς τροφοδοτεῖ ἀκόμα ἡ γῆ πού ἐγκαταλείφθηκε; Νομίζω πώς αὐτό ἀποκαλύπτουν οἱ σελίδες ἀπό τό e-μερολόγιο ΙΙ τοῦ Χ. Μποκόρου. Μ’ ἄλλα λόγια, συμβαίνει ἕνα παράδοξο: ἄν καί ἔχουμε πάψει πρό πολλοῦ νά εἴμαστε ἀγροτική χώρα, τά χωράφια, ἄκαρπα πλέον καί ἀκαλλιέργητα …μᾶς καλλιεργοῦν. Ἔτσι παραμένουν παρόντα καί μᾶς θρέφουν. Μοιάζει νά ἀντιστράφηκαν οἱ ὅροι, ἀλλά κατ’ οὐσίαν παραμένουν οἱ ἴδιοι: ἡ γῆ καί ὁ ἄνθρωπος.

Θά μπορούσαμε ἴσως νά μιλήσουμε γιά Καλλιτεχνία τῆς Ὑπαίθρου στήν ρίζα τῆς ἔμπνευσης τοῦ καλλιτέχνη; Θά μπορούσαμε, ἀκόμα περισσότερο, νά ἰχνηλατήσουμε στήν σκληρή παιδαγωγία τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς τήν ἐξ ἀρχῆς προίκα τῆς πειθαρχίας τῶν μελλοντικῶν ἔργων του; Πόσες ποιότητες ἀφέθηκαν στίς ἄκριες τῶν ἀγρῶν, τῶν περιβολιῶν, στίς ἄκριες τῶν κοινοτήτων; Μποροῦμε νά διακρίνουμε, ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν συνέργων, τῶν μικροπραγμάτων πού ἀκόμα δέν χωνεύτηκαν ἐντελῶς στό χῶμα, τήν ὀξεία παρατηρητικότητα, τό μυστήριο τοῦ ἁπτοῦ, τήν ἀμηχανία μπροστά στό αἰφνιδιαστικά οἰκεῖο τοῦ ὁρατοῦ, τήν διεύρυνση τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς ὥς τήν στοχαστικότητα –αὐτή πού στούς προπάτορες ἐκφραζόταν ὡς θυμοσοφία;

Καμιά ἀνοησία ὡραιοποίησης δέν ἔχει θέση ἐδῶ. Ἀλλά τό αἴνιγμα παραμένει ὅπως καί τό ἐρώτημα:

Πόθεν ἡ συγκίνηση πού προκαλοῦν αὐτές οἱ ἀφηγήσεις;

Πιθανόν ὁ λόγος δ έ ν βρίσκεται στήν μεταποίηση ἤ μεταμόρφωση μιᾶς αὐτογενοῦς καλλιτεχνίας σέ μιάν ἔντεχνη ἄλλη, γιατί τότε ὑπάρχει μιά αὐξητική προσθήκη, αὐτή πού πραγματώνει ὁ καλλιτέχνης. Ὄχι, δέν μιλάω γι αὐτό· ἀλλά γιά τό τετελεσμένο μιᾶς ἀνεπίστροφης ἔλλειψης. Μιλάω γιά τήν ἔλλειψη τοῦ μέτρου στήν ζωή μας. Ὅσα γράφει ὅμως ὁ Χ. Μποκόρος ἀνακαλοῦν ἕνα αἴσθημα ἀσφάλειας, αἴσθημα πού γεννᾶ ἡ ἀπουσία τῆς ὑπερβολῆς, τοῦ κορεσμοῦ καί τοῦ ὑπερκορεσμοῦ. Κι ἀκόμα περισσότερο, στίς ἀφηγήσεις του ἐμφαίνεται ὁ ρυθμός. Ἕνας ρυθμός οἰκεῖος καί μαζί ἀναποκάλυπτος. Τοῦτο ὅμως ἐπιτείνει τήν ἀντίθεση πρός τό ἄγνωστο πού ἐγκυμονεῖ ὁ σημερινός καιρός. Τό ἐγκυμονεῖ ἤ βρίσκεται ἤδη ἐδῶ καί παντοῦ; Ὁπωσδήποτε εἶναι κάτι πού δέν κατανοοῦμε. Ἡ μή κατανόηση μᾶς συμπιέζει ἀνάμεσα στήν νωθρότητα καί τό πυρετῶδες τῆς ἄγνοιας. Καί ἡ ἔλλειψη χώνει τά νύχια της στήν ψυχή μας.

Ἀνησυχώντας πώς ἡ γλώσσα μου δέν εἶναι ἁπλή, ἐνῶ αὐτό πού μέ ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ ἁπλότητα, θά προσπαθήσω νά ἀναδιατυπώσω τήν σκέψη μου:

Ὅσα γράφει ὁ ζωγράφος, καί ἀποτυπώνουν οἱ φωτογραφίες πού παραθέτει, εἶναι λυρικές πτήσεις. Ξεφεύγουν ἀπό τά ὅρια τῶν λέξεων καί τῶν εἰκόνων.

Οὔτε ἡ παραπάνω εἶναι ἐπαρκής ἐξήγηση στό «γιατί ἡ συγκίνηση;». Προκαλεῖ ὅμως νέα ἐρωτήματα:

Κλαίει βουβά μέσα μας ὁ ἀγρότης ἤ εὐρύτερα ὁ «Ὑπαίθριος Ἄνθρωπος» πού δέν θά συναντήσουμε ποτέ ξανά; Ἤ ἐπιμένει ἕνα πένθος πού δέν προλάβαμε νά πενθήσουμε; Τό πένθος τοῦ λώρου μέ τή γῆ πού κόπηκε; Ἄν πρόκειται γιά τό δεύτερο, τότε οἱ ἀφηγήσεις μᾶς συγκινοῦν γιατί ἀνεβάζουν σέ πρῶτο πλάνο, μέ ἕνα ζούμ, ὅσα λείπουν, ὅπως: τόν ρυθμό, τό μέτρο, τήν χαρά τῶν ἀναμονῶν καί τῶν αἰφνίδιων μεταβολῶν. Μ’ ἕναν λόγο τήν καλλιέργια ἑνός ἤθους ὑπομονῆς καί ἐμπιστοσύνης. Γι’ αὐτά, καί πολύ περισσότερα, δέν μίλησε ὁ Χάμσουν στήν «Εὐλογία τῆς Γῆς» -πού δέν ἐξαντλεῖται στό χώμα, ἀλλά ἀνοίγεται στήν διαφάνεια τοῦ κόσμου;

Στό μεταξύ, τό ἄγνωστο ἐρχόμενο σπέρνει διαρκῶς νέες ὑποψίες πώς οὔτε μᾶς θέλει, οὔτε… μᾶς χρειάζεται, καλύπτοντας ἔτσι τήν ζωή μας μέ πηχτή ἀδιαφάνεια.

Ἀλλά ἄν αὐτή ἡ περίοδος, πού ἔχει ἤδη ξεκινήσει, εὔστοχα ὀνομάζεται ἀνθρωπόκαινος, θέλοντας νά καταδείξει τήν εἰσβολή τοῦ ἀνθρώπου στούς ρυθμούς καί τήν τάξη τῆς φύσης, τότε ὅ,τι συνεισφέρει στό νά μή μεταβληθεῖ σέ ἀνθρωπόκενο μᾶς εἶναι οὐσιῶδες, φιλάνθρωπο, βιόφιλο, καί πολύτιμο.

Ἄραγε γι’ αὐτό πλῆθος λαμπηδόνες ἀνάβουν στά ὑλικά τοῦ Χρ. Μποκόρου;

Μιλώντας γιά πτήσεις τοῦ καλλιτέχνη, τίς ὁποῖες ὀνόμασα λυρικές, ἕνα ἄλλο λιτό ποίημα τῆς ἴδιας Ἀμερικανίδας ποιήτριας, θαρρῶ πώς ταιριάζει ὡς ἐπιμύθιο ἐδῶ:

Τόν εἴδατε, περιπλέοντα, ὅλη νύχτα, πάνω στόν μαῦρο ποταμό;
Τόν εἴδατε στό πρωϊνό, νά ὑψώνεται μέσα στόν ἀσημένιο ἀέρα-
Μιά ἀγκαλιά λευκά μπουμπούκια,
Μιά τέλεια συγκίνηση μεταξιοῦ καί λινοῦ, καθώς ἔκλινε
στή δουλεία τῶν φτερῶν του· χιονισμένη ἀκτή, ἀκτή κρίνων,
Τσιμπώντας μέ τό μαῦρο του ράμφος τόν ἀέρα;
Τόν ἀκούσατε, κυματίζοντας καί σφυρίζοντας
Μιά στριγγή σκοτεινή μουσική – σάν τήν βροχή πού ἐκτοξεύεται στά δέντρα, – σάν καταρράκτης
Χαράζοντας τίς μαῦρες πλαγιές τῶν βράχων;
Καί, τελικά, τόν εἴδατε, ἀκριβῶς κάτω ἀπ’ τά σύννεφα –
Ἕνας λευκός σταυρός Ρέοντας στό μῆκος τοῦ οὐρανοῦ, τά πόδια του
Σάν μαῦρα φύλλα, οἱ φτεροῦγες του Σάν τό ἁπλωμένο φῶς τοῦ ποταμοῦ;
Καί τό νιώσατε, στήν καρδιά σας, πῶς ἀνῆκε σέ ὅλα;
Κι ἀκόμα ἀνακαλύψατε ἐπιτέλους πρός τί ἡ ὀμορφιά;
Κι ἀλλάξατε ζωή;

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ [και ἕνα μικρό σχόλιο]

1. https://neoplanodion.gr/2021/04/27/christos-bokoros-o-aderphos-tou-patera-mou/

2. https://neoplanodion.gr/2021/05/16/christos-bokoros-photographia/

3. Ὁ Κορυδαλλός τῆς Mary Oliver, ἀπό τήν ποιητική συλλογή της Thirst, μετάφραση Νατάσας Κεσμέτη.

4. Ὁ Κύκνος, τῆς Mary Oliver, ἀπό την ἴδια ποιητική συλλογή καί σέ μετάφραση Νατάσας Κεσμέτη. Γιά τόν τελευταῖο στίχο τοῦ Κύκνου, πού ἀνάγεται σέ αὐτόν τοῦ Ρίλκε, μπορεῖ νά παρατηρήσει κανείς πώς ἡ Oliver εὐθέως ρωτάει ἐκεῖ πού ὁ Σεφέρης μετά βεβαιότητος λέει «Κι ἀλλάξαμε ζωή» Ὁπωσδήποτε ὅλοι μέ διαφορετικές προσεγγίσεις καί διατυπώσεις δείχνουν πρός τό πλέον οὐσιῶδες καί διαρκές πρόταγμα: νά ἔλθουμε εἰς ἑαυτόν.

Γλωσσικές νότες λ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο κατήφορος που έχει πάρει η ελληνική γλώσσα τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται απ’ τα χρώματα. Η «μπλε» θάλασσα και ο «μπλε» ουρανός δίνουν και παίρνουν. Τα γαλάζιος, γαλανός, θαλασσής, ουρανής, κυανός και οι αποχρώσεις τους τείνουν να εκλείψουν. «Μπλε» το χρώμα της εθνικής ομάδας, «μπλε» και της Νέας Δημοκρατίας. «Όλη η Ελλάδα, είναι μπλε, είναι μπλε», όπως φώναζαν το 2004 οι οπαδοί της τελευταίας…

Magenta, indigo, raf, όλες οι ονομασίες των νέων χρωμάτων που τυποποιεί η βιομηχανία και το εμπόριο μάς έρχονται απ’ έξω ανεκτελώνιστες, δεν καταβάλλεται η παραμικρή προσπάθεια να εξελληνιστούν, συχνά μένουν και λατινόγραπτες.

Κι όμως το ελληνικό λεκτικό χρωματολόγιο, χάρις στο ιστορικό του βάθος και την ευχέρεια παραγωγής συνθέτων έχει εκπληκτικό πλούτο: μελίχλωρο (η λέξη στον Παλαμά), ωχρόχρυσο, νυχτοπράσινο, φαιορόδινο, κυανέρυθρο, ανοιχτοκάστανο, ηλεκτροκόκκινο, καταγάλαζο, πάλλευκο, ολομέλανο, πυρρόξανθο, σταχτοκίτρινο, σκοτεινόμαυρο, βαθυπόρφυρο κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Χάρη στις υπηρεσίες της μόδας, η ακλισία έχει γενικευθεί. «Γκρί» και όχι γκρίζος, «μοβ» (sic) και όχι βιολετής, μελιτζανής, ιώδης. «Καφέ» όχι καστανός, μελής, κανελλής και καφετής. Ροζ και όχι ρόδινος, ροδόχρωμος, ροδοκόκκινος κ.ο.κ. Μάλιστα επιβάλλεται και σε λέξεις καθαρά ελληνικές: τα επίθετα πορτοκαλής, –ιά, –ί, ασημής, τριανταφυλλής, βυσσινής κ.ο.κ. πλέον είναι ντεμοντέ. «Οι πράσινες, οι κόκκινες, οι… θαλασσί σου οι χάντρες» λοιπόν, οι «πορτοκαλί επαναστάσεις» και δεν συμμαζεύεται.

Με τις λέξεις συμβαίνει ό,τι με τους μετανάστες. Όταν η πλειονότητα είναι ξένες, αυτές απορροφούν τις γηγενείς και όχι το αντίστροφο. Ας είναι καλά ο συμπλεγματικός πίθηκος που κρύβουμε μέσα μας και οι διαφημιστές μας βέβαια. Εδώ κατάφεραν το παλτό, λέξη λαϊκή και πλήρως προσαρμοσμένη στην κλίση της γλώσσας μας, με παράγωγα όπως παλτουδιά, παλτουδάκι χιλιοτραγουδισμένα, ώς και το παλτό λοιπόν να το ξε-κλίνουν, όπως ξέρει όποιος ξεφυλλίζει τα γυναικεία βλακοπεριοδικά. Το παλτό, του παλτό, τα παλτό λοιπόν. Λίαν προσεχώς και… paletot.

(Γνωρίζω φυσικά την τοποθέτηση της πλειοψηφικής ίσως μερίδας της τωρινής γλωσσολογίας μας: «Η γλώσσα εξελίσσεται», «η γλώσσα δεν κινδυνεύει», διότι «οι γλώσσες γενικώς δεν  κινδυνεύουν» παρά μόνο «αν χάσουν παντελώς τους ομιλητές τους» κ.τ.τ. Ωστόσο η εμμονή σε μια ακρισία, και η Ακαδημία Αθηνών, και το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας να την υποστηρίζει, δεν την κάνει ολιγότερο άκριτη. Ασφαλώς και «εξελίσσεται» η γλώσσα. Και η πορεία προς την εξάλειψη, εξέλιξη είναι…)

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

 

Ο ΜακΓκράθ, η ιστορία και το μέλλον του αθεϊσμού στη Δύση

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

«Ο άνθρωπος, με τη βοήθεια της επιστημονικής γνώσης και του ανθρωπισμού μπορεί να κυριαρχήσει στη φύση και να τη μεταχειριστεί με σωφροσύνη για να καταστεί ευδαίμων»: αυτό υπήρξε σε γενικές γραμμές το αστικό ιδανικό, όπως το έχει σκιαγραφήσει ο Παναγιώτης Κονδύλης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο νεώτερος ευρωπαϊκός πολιτισμός έδινε στον Θεό ένα είδος “τιμητικής αποστρατείας”, μετατρέποντάς Τον σε εγγύηση της αστικής κοσμοεικόνας, αλλά και ωθώντας Τον διακριτικά στο περιθώριο, καθώς έδινε στο Άνθρωπο (με άλφα κεφαλαίο) την κεντρική σημασία. Σύμφωνα με μια έρευνα που έγινε το 1916 από το American Men of Science, σε ερωτηθέντες 1000 Αμερικανούς ερευνητές από τον χώρο της φυσικής, της βιολογίας και των μαθηματικών, ένα ποσοστό της τάξης του 42% πίστευε στον Θεό, περίπου ένα 42% δήλωνε άθεο, και το 17% δήλωνε πως δεν ήταν βέβαιο. Η έρευνα επαναλήφθηκε από το American Men of Science, ογδόντα χρόνια μετά, με τα αποτελέσματα να είναι χωρίς σοβαρή απόκλιση: το 39% εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 45% δήλωνε άθεο, και τέλος, το 15% ισχυριζόταν ότι δεν είχε κατασταλάξει σχετικά. Σύμφωνα πάλι με μια έρευνα του 2009, το 33% του συνόλου των επιστημόνων στις Η.Π.Α. εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 18% στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, ενώ το 41% θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άθεο. Σήμερα, οι δεδηλωμένοι άθεοι/αθεϊστές αποτελούν περίπου το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού, με την Κίνα να βρίσκεται πρώτη στατιστικά (200 εκατομμύρια άνθρωποι). Παρά τις έντονες αμφισβητήσεις εναντίον των θρησκειών, αυτές δείχνουν να ανθίστανται. Πώς εξηγείται αυτό;

Στο βιβλίο του Το λυκόφως του αθεϊσμού (The Twilight of Atheism, 2004), ο Άλιστερ ΜακΓκράθ αναλαμβάνει το εγχείρημα να σκιαγραφήσει συνοπτικά και γλαφυρά, μέσα σε περίπου τετρακόσιες σελίδες, την ιστορία του αθεϊστικού κινήματος στην ευρωπαϊκή σκέψη, από την εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού μέχρι και τον 20ό αιώνα. Ο (πρώην αθεϊστής και νυν Αγγλικανός κληρικός) ΜακΓκράθ, που πλέον ασπάζεται μιαν άποψη που είναι ευρύτερα γνωστή ως “θεολογικός κριτικός ρεαλισμός”, δεν αντικρούει τόσο τα διάφορα αθεϊστικά επιχειρήματα αλλά επιλέγει να απομυθοποιήσει την αίγλη του αθεϊσμού, απλώς προβάλλοντας τα ιστορικά σφάλματα και τις αδυναμίες του, με σκοπό να φανεί ότι τελικά δεν είναι βιώσιμη αντιπρόταση απέναντι στη θρησκευτικότητα, μια προσπάθεια που έχει εκτιμηθεί και από σύγχρονους άθεους διανοητές, όπως ο Τζούλιαν Μπαγκνίνι και ο Τζον Ν. Γκρέι. Το βιβλίο του χωρίζεται σε δυο μεγάλες ενότητες, το «Μεσουράνημα» και το «Λυκόφως». Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις κυριότερες μορφές που έλαβε ο αθεϊσμός εκφραζόμενος από σημαντικές προσωπικότητες με ακτινοβολία, ενώ προβλέπει ότι το αθεϊστικό κίνημα στο μέλλον πρόκειται μάλλον να εκλείψει. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 2. Οι αποδόσεις του Π. Α. Σινόπουλου (3/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

(περισσότερα…)

Φώτης Τερζάκης, Ο μοναχός Παΐσιος

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ 1

Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη ἦρ­θε κι ἕ­νας ἅ­γι­ος τῶν ἡ­με­ρῶν μας, ὅ­πως τὸ θέ­λει ἡ φή­μη, ποὺ με­τὰ τὸν ξε­ρι­ζω­μὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸν Ἄ­θω­να: ὁ μο­να­χὸς Πα­ΐ­σι­ος. Συγ­κα­τα­λέ­γο­μαι στοὺς πολ­λοὺς ποὺ ὁ τα­πει­νὸς ἀ­σκη­τὴς δέ­χτη­κε νὰ δεῖ τὰ τε­λευ­ταί­α χρό­νι­α της ζω­ῆς του. Δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ μαρ­τυ­ρή­σω τὴ θρυ­λού­με­νη ἁ­γι­ό­τη­τά του, δὲν ξέ­ρω καν τί ση­μαί­νει αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα, καὶ ἂν κά­τι ση­μαί­νει σί­γου­ρα δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους στοὺς ὁ­ποί­ους θὰ εἶ­χε κά­ποια δύ­να­μη: ἔνιω­σα ὅ­μως πολ­λὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα γι’ αὐ­τὸν τὸν λι­πό­σαρ­κο γέ­ρον­τα μὲ ὄ­ψη ξω­μά­χου, ἐμ­φα­νῶς κα­τα­πο­νη­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια, ποὺ εἶ­χε τὴν εὐ­γέ­νει­α νὰ μᾶς ἀ­νοί­ξει στὴν πρό­χει­ρη σκή­τη του, βα­θι­ὰ μέ­σα σὲ μιὰ ρε­μα­τιὰ τοῦ Ἄ­θω­να τρί­α τέ­ταρ­τα δρό­μο ἀ­πὸ τὴν Κου­τλου­μου­σί­ου.

Τὸν ἄ­κου­γα νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὰ χρι­στια­νι­κά του πα­ρα­μύ­θια, λό­γι­α ποὺ δὲν σή­μαι­ναν σχε­δὸν τί­πο­τα γιὰ μέ­να, ὥ­ρα πολ­λὴ μὲ τὸ μά­τι μου ν’ ἀ­να­παύ­ε­ται πό­τε στὴν προ­βιὰ ποὺ εἶ­χε ριγ­μέ­νη πά­νω στὴν ξύ­λι­νη τά­βλα τοῦ ὕ­πνου του καὶ πό­τε στὸ σβη­στὸ τζά­κι, καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἄ­κου­γα τὴ για­γιὰ τὴ Μα­ρί­κα νὰ μοῦ μι­λά­ει γιὰ τὰ στοι­χειὰ ποὺ βλέ­πουν τὶς νύ­χτες οἱ ἀ­λα­φρο­ΐ­σκιω­τοι, γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες ποὺ σοῦ παίρ­νου­νε τὴ μι­λιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, γιὰ τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιὰ καὶ γιὰ τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α, καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ὁ Πα­ΐ­σι­ος ἤ­τα­νε ἡ για­γιὰ ἡ Μα­ρί­κα…

Πα­ΐ­σι­ε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ ποὺ σὲ θυ­μή­θη­κα σή­με­ρα, σοὺ εὔ­χο­μαι μὲ ὅ­λη μου τὴν καρ­διὰ νὰ βρί­σκε­σαι κον­τὰ στὸν Θε­ό σου – καὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸ κά­τι σὰν πα­ρη­γο­ριὰ γιὰ μᾶς ποὺ δὲν ἔ­χου­με τὴν πο­λυ­τέ­λει­α τῆς πί­στης σὲ κα­νέ­ναν, οὐ­ρά­νι­ο ἢ ἐ­πί­γει­ο, θε­ό…!

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ  (ΝΠ1, σ. 40-41)

Λουίζ Λαμπέ, Πέντε Σονέτα

ΛΟΥΪΖ ΛΑΜΠΕ

ΣΟΝΕΤΑ

(Μτφρ. Ξάνθος Μαϊντάς)

VIΙ
Καλά το ξέρεις, ό,τι έμψυχο πεθαίνει
όταν από το σώμα η ψυχή χωρίσει.
Το σώμα είμαι, είσαι η ψυχή κι όλη η ζήση,
λοιπόν που βρίσκεσαι ζωή μου λατρεμένη; (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Μπαλάντες

Τι φταίει, μητέρα, για τα μεγάλα σου δάκρυα;
Κύριε, πικραίνει το νερό των θαλασσών.
FEDERICO GARCIA LORCA, Όναρ

Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας

Η θάλασσα
δρασκελίζει τον ορίζοντα
έχει στόμα και χείλια από αφρό
H ανάσα του αέρα την τυλίγει από τη μέση
Λαγαρίζει στο χάδι το νερό των θαλασσών.

Δυο ταυρομάχοι ζαλισμένοι
περνούν μπροστά δρεπανηφόροι.

— Τι μας φέρνεις κορίτσι, ποιος τ’ αχείλι σου στέγνωσε;
— Κύριε, στη χώρα μου θολώνει το νερό.

Μέσα στην άγρια μοναξιά, καταμεσής στο πέλαγο
μάνα από κύμα δάκρυ σκορπάει
Κι αλμυρίζει, ξανά, το νερό των θαλασσών.

Τέσσερις περνούν καβάλα
σε μαύρους της Ανατολίας.

— Σκοτεινό κορίτσι, τι κυλάει στο αίμα σου;
— Κύριε, κλαίω το νερό των θαλασσών.

Στα βράχια τσακίζει στο μπράτσο του ανέμου
μάνα από κύμα φλέβα του κόσμου
Στενάζει, βαθιά, το νερό των θαλασσών.

Τρεις από τ’ άγνωστο φερμένοι
αλυσοδένουν το νερό.

— Πώς γεννιέται, μητέρα, η μεγάλη σου πίκρα;
—Πικρό, πολύ, το νερό των θαλασσών.

~.~

Η μπαλάντα του θαλασσινού νερού (παραλλαγή)

Κορίτσι,
με τα στήθια στον αέρα
Ποια είσαι και πούθ’ έρχεσαι
τι έχεις στο στόμα
που σε πυρπολεί;

— Δράχνω νερό θαλασσινό
πηγής που αιμοστάζει
σαν έπεσε φωτιά καυτή μια μέρα τ’ αλωνάρη
ήλιος που λιάζει τη σπορά κι έκαιγέ μου το στήθος.

Οι θλίψες σου
πικροθάλασσα και πικροκυμματούσα
ρόδι βαθύ και ανοιχτό
καρδιά ρυθμού που πάλλει
νερό ζεστό
ουρανός που εξέπεσε απ’ της ακινησίας το στερέωμα
χωράφι ανήλιαγο
καράβια που στέκουν και στοχάζουνται
φύλλο που ξεβάφει πριν απ’ το στερνό φιλί
του χειμώνα

(χειμώνας κρύος και βαρύς
κι ένα φύλλο για τον ουρανό)

κυμάτων οι αλγηδόνες
σ’ εσένα ανήκουν
μαύρη νύχτα;

— Έρχομαι
απ’ τις αγάπες του χιονιού
κι απ’ τις πηγές των ανέμων
κύμα γιομάτο από σκουριά και βλέφαρα απ’ ομίχλη
φύκια είναι τα στεφάνια μου
κοχύλια τα μαλλιά μου
και στο λαιμό μου εκρέμμασα κλαδάκι από κοράλλι
καθώς πίσω μου θα ξωμακραίνουν
φυκιάδες περίπλοκες
υδρόφιλη ωκεάνια
γλώσσες, σαλάχια
φεγγαρόχτενα ρήματα
σπόγγοι στις θαλασσοσπηλιές
λιβάδια των βαθιών νερών
της Μεσογείου πνευμόνια

(άρμης αποχαιρετισμός
και άλγη του πυθμένα)

λέγοντας «γεια σας»
καθώς σουπιές βυθόβιες θα ψάχνουν την τροφή μέσα στη άμμο
σκουλήκια στη βαθιά τη γη, όστρακα κι αχιβάδες.

Έρχομαι από την πεύκη των βουνών
και τη θαλάσσια αρμύρα.
Προσμένω
ν’ αποθέσω τα κλαδιά μου στη μαύρη πέτρα
και το ξερό χορτάρι των βυθών
προτού η δόξα του φθινοπώρου
τα χρυσώσει.

(Θρήνος στα δάση τα πυκνά,
τα πελαγίσια δώματα
και τα δέντρα τ’ αψηλά)

~.~

Μπαλάντα μιας μέρας τ’ αλωνάρη

Κάτω στην ακροποταμιά κορίτσι περπατάει
κρατώντας βέργα λεμονιάς και προς τον κάμπο πάει.

Κόβει λεμόνια στρογγυλά
(Άι μέρα δίχως στήθος!)
και πλένει τα μπαμπακερά
τορέρο στην καρδια της.

(στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας)

Της ομιλώ δεν κυματεί
της κραίνω δε σαλεύει
πυρή φωτιά τα στήθια της
από έρωτα πεθαίνει.

Σε μαντίλι τ’ όνομά του κεντάει.
«Ποιος θ’αγοράσει αυτή τη λύπη από κλαριά
μαντίλια για να φτιάξει;»

(Άι μέρα ατέρμονη!
Άι σιωπή δίχως ήχο!)

Πουλί αν ακούς σπλαχνίσου την
φωνή κυνηγημένη
τι πια δεν μένει μας καιρός
από έρωτα πεθαίνει.

(φθόγγοι κομμένοι και ξεροί
ξερόκλαδα που σπάνε)

~.~

Μπαλάντα του Ιούλη (παραλλαγή)

Τορέρο μαύρα φόρησεν, μαύρον καβαλλικεύκει
βρίσκει μιαν κόρην πόπλενε στης λεμονιάς τον ίσκιο.

— Πού αλαργεύεις, λυγερή
τι έχεις στο στήθος σου που καρπούς
χρυσαφώνει;

T’ αστέρι του καλού μου, που στην κώμη φορεί.

— Εμπόρισσα των μαντιλιών, τι έχεις στα μάτια
που αιμορραγεί;

Tη σκληρή απελπισιά μου, του Ιούλη την κάψα.
Στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας.
Κόβω λεμόνια στρογγυλά
πέφτουν κάτω απ’τα κλώνια
ένα κλωνάρι έπεσε
ύστερα δυο και τρία
και στο μαντίλι το ’ραψα
κι εσχίστη το μαντίλι
και με τ’ αηδόνι μίλησα
κι εμάρανε η φωνή του.

~.~

Η μπαλάντα του θεριστή

Οι δυο λεπίδες του καλοκαιριού
η μια θρηνεί, η άλλη ματώνει.

Στις αδιαφέντευτες ξέρες
γης εναλίας και ακρίτισσας
ακροπατεί χρόνος ακένωτος
ψήγματα καιρού αδιάπλαστου, κρυσταλλωμένου
ανέμων άθυρμα
ρίγος εσθήτας.

Όχι σε μνήμη, μα σ’ ύλη ψηλαφητή
στ’ ακροθαλάσσι.

(Άι αδραχτάκι
ψυχής ακύμαντης!)

Κι απ’ όπου χαράζει
ως όπου βυθά

(σαν όρμησε ο θεριστής
στα σιτεμένα στάχυα)
τα είδα όλα σε νησάκι -νήσος τις- σκόπελο μικρό
τα μάτια μου είδαν πολλά μα λέξη δεν μπορώ να πω
τι πριν περάσουν μήνες δυο
γέρνω και τα πικροσφαλώ.

~.~

Του μαζωχτή (παραλλαγή)

Ι.

Χωνόταν ακόμα και στο σώμα μου
χωνόταν ακόμα και μέσα στο σώμα
ακόμα και χωρίς εμένα.

Κι όσο βαθιά, κατάβαθα
πατρίδες πανάρχαιες
έσπειρε φυτευτής

(κεφάλι ανάλαφρο, γερμένο ελαφριά προς τα πίσω,
περνάει ανάποδα, αγγέλου σχήμα)

τόσο στα μέσα μου έβανε
τον τρόμο ζώστρα ο μαζωχτής.

Στα πόδια του κομμάτι κρέας που
άχνιζε
και κάφτρα τρύπα
ξυπνώντας μνήμη πετεινού
αρχέγονου
κίνηση προς τη μεριά του πίσω χρόνου
σε χώρα που μονάχα εγώ την ήξερα
σαν να ’μουν εδώ από πάντα
γερμένο κεφάλι ανάλαφρο
ελαφριά προς τα πίσω
στον ίδιο ουρανό του τόπου μου
καταγεγραμμένου χρόνια πριν.

(Άι όι, ιώ, κοιμήθηκα
μαύρη νυχτιά εντύθηκα)

«Όπου να ’ναι όλα θα χαθούν», το σώμα μου.
Ό,τι αγάπησες, σημαντικά κι ασήμαντα που λιώνουν μες το χρόνο
έργα ανθρώπων και θεών
παμπάλαια
από τη μέσα σου μεριά.

Έβγαλα αχνή μια ανάσα, ύστερη, βαθιά,
τόσο βαθιά, που θέλησα να χαϊδέψω τρυφερά τα χέρια και το πρόσωπό σας.

Κι ένιωσα ξαφνικά ένα κενό
σαν άδειο το κορμί μου
-κι ίσως στ’ αλήθεια να έλειπα-
τι κι αν αυτός τρυπούσε
τη νύχτα και την ερημιά
ξεχνώντας πως οι δρόμοι κάποτε θ’ αδειάσουν
απ’ τα μάτια του
καθώς θα βαθουλώνουν κίτρινα κι ωχρά
με τον μεγάλο φόβο τους κρυφό
αργά, πολύ αργά
μέσα στη νύχτα
φαγωμένα, θαρρείς,
από το μέσα τους
σκοτάδι.

Κι εγώ
με το κεφάλι μου γερμένο ελαφριά προς τα πίσω
περνάω πάλι ανάποδα
πατώντας με προφύλαξη
έξω απ’ τα σπίτια που γνώρισα
απλώνομαι στους δρόμους που περπάτησα
μέσα από βλάστηση πυκνή
κι έτσι όπως κατεβαίνω
κοιτάω τον χρόνο χυμένο από πάνω μας άφθαρτο
χαλκέντερο βιγλάτορα
σαν έξω απ’ το σώμα μου
-κι απ’ το δικό σας-
κι έξω ακόμα από τις λέξεις
να σκίζει τους καιρούς
περνά λυτός μέσα απ’ τον ύπνο
και ξαναβγαίνει
αφήνοντας λίγο αίμα βυσσινί
στις γωνίες.

Έρχεται τώρα κατά πάνω σας, σας βρίσκει.

ΙΙ.

Αγέρας το χλωρό κορμί
μαζεύει το και ντύνει το.
Δίνει το στον αυγερινό
κι εκείνος πιάνει το χορό.

— Πάρ’ την λοιπόν, μα έχε στο νου
πως θα ’σαι ο αντρός του φεγγαριού.

Κι η Πούλια, σ’ άκρη ενός κλωνιού:
— ’Γω η μάνα του χρυσού γιαλού.

~.~

Μπαλάντα των τζιτζικιών που αγάλλονται

Ε, σείς, τζιτζίκια μου όμορφα
για πείτε αν είστε πέρκαλλα
στ’ ακροτόπια τα βουβά και τ’ απάτητα
στη γη σας την πολύχαλκη
ζει ο βασιλιάς, σαν πρώτα;

Kαταλυεί το ’νιν το χώμα, κλώθεται η μοίρα της οργής;
Λυσσάει με το τρικύμισμα το βορινό το κύμα; Μαίνεται στην αναβροχιά, μανίζει με τη στέγνια;
Ακόμη γίνoνται Σεπτέμβρη τα χαρούπια
ξεσπάνε τα πάθη της καρδιάς;
Θυμάστε ακόμα την άκρη του μακρύ γιαλού

(γιαλό-γιαλό πηγαίναμε στις ξέρες
κι αρμενίζω)

ναυτάκια του καλοκαιριού και τα μεγάλα της Αμμοχώστου
τ’ άστρα;

Φουσκώνει ο μούστος στο τσαμπί,
ζει, ζει και ζει το πείσμα σας στο κοχλαστό το θέρος;

ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΤΗ
«οι δυο λεπίδες του καλοκαιριού». Πρβλ. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ποιήματα: 1961-2017, Ίκαρος, Αθήνα 2019, σ. 169.
«σ’ένα νησάκι…σκόπελο»: Πρβλ. το τελεσίγραφο που έστειλαν οι Τούρκοι στη Γαληνοτάτη το 1570, ζητώντας την παράδοση της Κύπρου: «Και επειδή αυτός [=ο Σουλτάνος] γνωρίζει πως δεν δύνασθε να αντισταθείτε εις έναν τοιούτον ισχυρόν Μονάρχην, σας παρακινεί, ως φίλος, να διαλέξετε το ωφελιμότερον […], εάν θέλετε να αποφύγετε τας επικειμένας δυστυχίας του Πολεμου. Τι είναι η Κύπρος, παρά ένας σκόπελος; ένα μικρόν νησάκιον, τι κάμνει να το παραιτηθήτε της αυτού Μεγαλειότητος, διά να τον ευχαριστήσετε;». Στο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου, Επιφανίου, Λευκωσία 2001 (α΄ έκδ. Βενετία 1788), σ. 414.
ΤΟΥ ΜΑΖΩΧΤΗ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)
«κεφάλι»: Η αναφορά στον βιασμό 18χρονης από την Καρπασία, όπως τη διηγήθηκε ο Αχμέτ Ντεριά στη Σεβγκιούλ Ουλουντάγκ και δημοσιεύτηκε στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα Afrika (27 Ιανουαρίου 2008): «Εξιστορούνται γεγονότα του ’74 στην Καρπασία. […] Στην περιοχή του Ταύρου Τούρκοι στρατιώτες προσπάθησαν να βιάσουν μια 18χρονη Ελληνίδα. Επειδή η κοπέλα όμως αντιστάθηκε, της κόψαν το κεφάλι, το ξεχώρισαν από το σώμα, και μετά βίασαν το ακέφαλο σώμα». Αναδημοσίευση στο «Τούρκοι, 1974 μ.Χ.», Αντιφωνητής, Θράκη, 6 Φεβρουαρίου 2008, σ. 8.
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΤΖΙΤΖΙΚΙΩΝ ΠΟΥ ΑΓΑΛΛΟΝΤΑΙ
«Ακόμα…τα χαρούπια»: Πρβλ. το ποίημα του Gabriele d’Annunzio για την Κύπρο, «Le carubbe», Laudi del cielo del mare della terra e degli eroi, τόμ. ΙΙΙ, Alcyone, Fratelli Treves Editori, Μιλάνο 1908, σ. 270.
«και τα μεγάλα της Αμμοχώστου τ’ άστρα»: Στίχος του Βούλγαρου ποιητή Nikola Vaptsarov από το ποίημά του «Γράμμα», στο Κύπρος αγάπη μου, επιμ. Marin Zhechev και Michael Berberov, [Λευκωσία] 1984, σ. 3.
«Ζει ζει και ζει»: Πρβλ. Οδυσσέας Ελύτης, Τα ρω του έρωτα, Αστερίας, Αθήνα 1972, σ. 27: «Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι / γεια σας κι η ώρα η καλή / Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; / κι’ όλ’ αποκρίνονταν μαζί // «Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει»· και Κωστής Παλαμάς, «Κύπρος», Η πολιτεία και η μοναξιά, στο Άπαντα, Μπίρης, Αθήνα χ.χ., τ. 5: σ. 336: «στ’ ωραίο πολύπαθο κορμί η αγνή ψυχή δεν έσβυσε / και ζη και ζη και ζη!».

Στη μνήμη του Γιώργη Σιδερή

Ώρες ώρες φάνταζε θεόρατος. Έφταιγαν τα αφημένα μαλλιά -κάτασπρα-, έφταιγε το αργό βάδισμα, το πανωφόρι, εν είδει αμπέχωνου ή πελώριου μπουφάν, που όλο και πιο φουσκωτό τον έκανε.

Αλήθεια, πως συναντιέσαι με τον άλλον; Είναι κάτι που πέφτει απρόσμενα, ή ενεργούν υπόγεια ρεύματα, νεύματα αόρατα από μακριά κι από κοντά, ανταλλαγές βλεμμάτων, μια λέξη, μια σιωπή;

Πόσες φορές μιλήσαμε τρώγοντας και πίνοντας, σε ταβερνεία, σε μαγαζιά, πιο πέρα κάθονταν άλλοι, μιλούσαν, φωνασκούσαν, γέλαγαν, εμείς οι δυο συνεχίζαμε το ζόρικο δρομολόγιό μας, άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε η διαφωνία μας κρυβόταν στη σιωπή, σ’ ένα μυστήριο χαμόγελο, σε μια αόριστη χειρονομία.

Μου κάναν εντύπωση οι παλάμες του, κομμάτια γέρικου δέντρου, απ’ τον κορμό κομμένα, ή από χοντρό κλαδί, ποιος ξέρει πόσα σώματα είχαν ψηλαφίσει, ιατρικά, γυρεύοντας σημεία πάθησης ή θεραπείας.

Γεμάτα μικρές ζαρωματιές, κατέγραφαν οδύνες, οιμωγές, κλάματα και θρήνους, που δεν λείπουν από κανενός τη ζωή, ακόμη κι αν το κρύβει.

Ποια μοναξιά χωμένη μέσαθέ του, όριζε τα αργά του βήματα, κι αυτούς τους άπειρους μονολόγους, με επαναλήψεις συχνές, με εμμονές, με θραύσματα μνήμης, με εικόνες που ξεσπούσαν ξαφνικά, θολές ή πάμφωτες, με αναδρομές σε χρόνους άλλους.

Κι αυτή η μανία για κρασί, αυτή η κίνηση να γεμίζει τα ποτήρια, κάποιες φορές απανωτά, άλλες με κάποιο σκόντο, πιο πολύ τρώγοντας για να πιούμε, κι όχι να φάμε πίνοντας.

Πού πήγαινε όλο κείνο το κρασί, τί διαδρομές ακολουθούσε στο φαρδύ το σώμα, στη ρωμαλέα πλάτη; Τί να γινόταν πίσω από τα στρώματα του δέρματος, στις διάφορες γωνιές και στα θαλάμια, μα προπαντός τί να ’λεε εκείνη η καρδιά, τί λαχανιάσματα ν’αντέξει και τί φάρμακα;

Τσούγκρισμα ποτηριών.

Είναι αλλόκοτο και ταυτόχρονα θαυμαστό ότι τον άκουγες εκεί που τα πράγματα ζόριζαν στο πολιτικό πεδίο να ανοίγει μια βρύση, να κόβει κομμάτια από το Ευαγγέλιο και την ‘καταλλαγή’, να τα φέρνει ολομπροστά μας, όπως δροσιά που έρχεται απρόσμενα και παίρνει τον πυρετό από το μέτωπο.

Οι ολονυχτίες. Με προσευχή και χωρίς προσευχή. Με ταινίες αμερικάνικες, με μπιστολίδι, ‘ο καλός, ο κακός και ο άσχημος’. Αλλά και για τον Κισλόφσκι να μιλά συχνά τονίζοντας την πίστη του.

Στιχουργική. Τον παλιό καιρό της μουσικής και της στιχουργικής δημιουργίας τον είχε διαδεχθεί σήμερα μια άλλη στιχουργική πιο μυστική και πιο καρδιακή με λίγη γεύση από Βυζάντιο. Έγραφε τα τραγούδια και χαιρόταν. Ο Ορφέας Περίδης έγραφε τη μουσική. Συναντιούνταν κατά διαστήματα και δούλευαν τους ήχους, τα λόγια, το ρυθμό. «Είναι δύσκολος ο στίχος του τραγουδιού» έλεγε, «είναι δύσκολος».

Και ξαφνικά ένιωθες ολόκληρο το βάρος του ανθρώπου να γέρνει μέσα του ωσάν πνιγμός, στρόφιγγα που γυρίζει αργά-αργά και αλέθει συναισθήματα και γόους κι ελπίδες και ζωές, καταρράχτης από αγωνίες και δονήσεις ψυχικές, ένα καρδιακό αγκομαχητό που στεκόταν εκεί στη μέση της ύπαρξης

Μικρή πυριφλεγής βόμβα.

Σαν φως που αναβόσβηνε κρυφά, διάπυρη ικεσία, καθώς ο ίδιος μετείχε παρακλήσεων και προσευχών, μα και καθώς αυτός ο ίδιος μετεωριζόταν και χανόταν ανάμεσα σε σκέψεις, διανοήματα, συζητήσεις, απέραντους μονολόγους, όπου αναζητούσε μια γενναία σύμπνοια με τον ίδιο του τον εαυτό και με εκείνο το άλλο Φως, ανάβοντας στη σκοτεινιά της ψυχής το καντήλι της αγάπης, κερί αναμμένο σε τόσες μνήμες και τόσες πληγές που τον κατακλύζαν και πολεμούσε να τις σπρώξει γλυκά στο εσώτερο μέρος της καρδιάς βαριανασαίνοντας.

Στο καλό, φίλε Γιώργη, φεύγεις αναστάσιμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*Μάιος του 2021: η εκδημία του γιατρού, μουσικού (δεξιοτέχνη του μπουζουκιού), στιχουργού και καρδιακού φίλου Γιώργου Σιδερή.