Day: 08.04.2026

Η Μπαλάντα των Ερωτήσεων

*

Τον καιρό των απαντήσεων ζούσαμε μια κόλαση.
Καμιά μας δεν τολμούσε να ξεμυτίσει.
Με το που περνούσαμε το κατώφλι, οι απαντήσεις
πέφταν βροχηδόν πάνω στο κεφάλι μας
όπως οι σφαλιάρες στους διαδηλωτές.
Επρόκειτο –για κάθε μια από μας
που απαιτούσαμε κάτι παραπάνω
από γλυκόλογα τετριμμένων κλισέ–
σαν ομαδική απόπειρα βιασμού.
Και οι περισσότερες πισωπατούσαμε, αναπάντητες,
απογοητευμένες από τα σμήνη των ανόητων προτάσεων.
Δεν άφηναν κανένα σημάδι στο κορμί μας,
κι εμείς υποχωρούσαμε και κλεινόμαστε στο σιωπηλό
ερωτηματικό του μυαλού μας.
Εκεί μέναμε έρημες, δειλές, να ρωτάει με αγωνία η μία την άλλη
και καμιά μας να μην παίρνει μιαν απάντηση της προκοπής.
Ώσπου ήρθε φαίνεται το πλήρωμα του χρόνου…
Και ξεχυθήκαμε συντρόφισσες, σαν τρελές μαινάδες,
απολύτως σίγουρες γι’ αυτά που ρωτάμε,
υστερικά λογικές στις απαιτήσεις μας,
πλημμυρήσαμε τους δρόμους, τις πλατείες, τα χωράφια,
τις πολιτείες, τ’ άγρια κύματα, και
γραφτήκαμε ανεξίτηλα στις καρίνες των υπερωκεάνιων,
στις εφημερίδες με τις πιο μεγάλες κυκλοφορίες
και στις αφίσες των λεωφορείων
βάλαμε τα πεινασμένα ερωτηματικά μας.
Και τώρα πια δεν έρχονται οι απαντήσεις όπως πριν…
Γιατί αφύσικα επιπολαίως μας δίνονταν μέχρι τώρα.
Ήμασταν βέβαια πολλές και τις τρομάξαμε
και φυσικά δεν βάζαμε γλώσσα μέσα
και μάλλον φαίνεται συστολή τις έπιασε!
Μα επιτέλους αυτό δεν θέλαμε (ή μήπως όχι;)
κι αν καμιά τους ερχόταν κάπου κάπου, αραιά και πού,
και μας πλησίαζε με μεγάλη περίσκεψη,
σχεδόν ζητώντας μας την άδεια για να καθίσει στο διπλανό παγκάκι,
εμείς δεν κάναμε πια χώρο.
Τώρα που και η πιο χαζή από μας δεν βρίσκει εύκολα απάντηση
και οι πιο έξυπνες και σοβαρές απαιτούν την αντίστοιχη ποιότητα,
τώρα, τώρα μάθετέ το συντρόφισσες, πως είναι ο καιρός μας.
Είναι ο καιρός των Πρωταρχικών Ερωτήσεων και σκιαχτείτε εσείς οι άλλες!
Και αν έρθει καμιά από τις εύκολες (απαντήσεις),
να μας ζητήσει να βγούμε ραντεβού το βράδυ,
να ξέρει πως δεν θα κάνουμε ερωτήσεις,
θα φιλιόμαστε μουγκές χορεύοντας
μόνο και μόνο για ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΟΥΝ πάλι τα στόματα ως είθισται
και να μην έχουν τίποτα να πουν παραπάνω απ’ το τίποτα.
ΑΣ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΥΝ ΛΟΙΠΟΝ ΣΟΒΑΡΑ ΠΡΙΝ!!

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΑΜΑΛΑΚΗΣ

*

*

Στο Χαμαντάν η Εσθήρ, κι άλλες τροχιές ομόκεντρες

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Χιόνιζε σαν μπήκαμε στο Χαμαντάν. Δυο μέρες τώρα που ξεκινήσαμε από τα δυτικά, στο Κερμανσάχ, το ’στρωνε το χιόνι. Ήδη είχαμε δει κρουσταλλιασμένους τους καταρράκτες του Γκαντζναμέ έξω απ’ την πόλη. Παγωμένη κυριολεξία· του σημαινομένου της αντάξια η εικόνα.

Τ’ απομεσήμερο βαρύ· σκοτεινιασμένος ο ουρανός, βουβά κι εξακολουθητικά, ράντιζε τουλούπες χιόνι την πόλη. Μπήκαμε στο μεγάλο τζαμί. Χτισμένο κοντά στα μέσα του 19ου αιώνα, τεράστιο, μ’ ένα θεόρατο ιβάν στην είσοδο, το έστεφαν δυο μιναρέδες.  Μ’ ωχροκίτρινα και κοκκινοκαφέ της άμμου τούβλα κεντημένοι οι τοίχοι μέσα κι έξω. Οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν μαλακά, έκανε κρύο.

*

*

Παραδίπλα από το πελώριο ιβάν του τζαμιού είχε ένα φούρνο. Μπήκα μέσα να πάρω κάνα φτενό φρεσκοψημένο στα τοιχώματα των κυκλικών φούρνων φελί ψωμί λαβάς. Οι φουρναραίοι με κεφαλομάντηλα σφιχτά δεμένα πλάθουν το ζυμάρι και τ’ απλώνουν σε σχήμα κυκλικό πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι φουσκωτό υφασμάτινο, κι έπειτα το κολλάνε στα καμπύλα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου. Στη σάρκα του απάνω αφήνουνε συνήθως λακκουβίτσες με τ’ ακροδάχτυλά τους ζυμωμένες. Λαχτάρα μεγάλη να βλέπεις το ζυμάρι να φουσκαλιάζει τόπους τόπους πυρρόξανθο καθώς ψήνεται, κι αμέσως με τις σιδερένιες λαβίδες τους αριστοτεχνικά να το ξεκολλάνε από τα τοιχώματα οι φουρνάρηδες και να τ’ απιθώνουν αχνιστό στον πάγκο. Φρεσκοψημμένο πέρσικο ψωμί, να ζεματάει μες στις φούχτες σου, σ’ όλες τις εκδοχές του ιρανικού νάαν (λαβάς, μπαρμπαρί ή σανγκάκ): η πιο άδολη βουλιμία που με καταλαμβάνει συχνά στο Ιράν.

~.~

*

Το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα)

*

Για το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα) ήξερα. Για τον τάφο της Εσθήρ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ίσαμε τότε. Ένας κυλινδρικός κουμπές, πιότερο σαν μιναρές μικρού χωριάτικου τζαμιού, με έναν λευκό χιονένιο σκούφο πάνω του κουκούλωνε θωπευτικά την Εσθήρ και τον θειό της Μορντεχάϊ (Μαρδοχαίο). Η πόρτα, βράχος μονόλιθος, βαρύς και χαμηλός, σκυφτά σ’ ανάγκαζε να μπεις μέσα, αφού βγάλεις τα παπούτσια σου. Δίπλα δίπλα τα δυο κιβούρια σκεπασμένα με υφάσματα στην μέση του στενάχωρου δωματίου.

*
DSC01219

*
Η εβραιοπερσική παράδοση θέλει τούτο το διπλό μνήμα να στεγάζει τη βιβλική Εσθήρ και τον θειό-θετό της πατέρα, Μαρδοχαίο. Πρώτος μιλάει για τον τάφο της Εσθήρ ο εκ Τουδέλης Βενιαμίν, ο ισπανοεβραίος ταξιδιώτης από τη Ναβάρρα, στο Βιβλίο των ταξιδιών του, καρπό των περιηγήσεών του στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (μάλλον ανάμεσα 1167 και 1172).  Εκεί γράφει λοιπόν ― χωρίς να είναι απολύτως σαφές (για τους ιστορικούς) αν πέρασε από το Χαμαντάν ή μεταφέρει πληροφορίες που συγκέντρωσε στη Βαγδάτη: «…το Χαμεντάν, τη μεγάλη πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονταν τριάντα χιλιάδες Ισραηλίτες. Μπροστά από κάποια συναγωγή έχουν ταφεί οι Μορντεχάϊ και Εσθήρ». Μετά τον 12ο αιώνα, θα ξανακούσουμε για τον τάφο της Εσθήρ στο ποιητικό έργο του Σαχίν του Σιραζινού, περσοεβραίου ποιητή του 14ου αιώνα. Ακολουθώντας την εντολή του αγγέλου στο κοινό τους όνειρo, ο Μαρδοχαίος κι η Εσθήρ φτάνουν στο Χαμαντάν, όπου κανείς δεν τους γνωρίζει. Καθώς πέφτει η νύχτα, βρίσκουν φιλόξενη στέγη σε μια συναγωγή.

«Όταν ο Μαρδοχαίος βλέπει πως δεν υπάρχει στη συναγωγή ψυχή, έξω απ’ τον Παντογνώστη, τον Μοναδικό κι Ελεήμονα, κλαίγοντας λέει στην Εσθήρ: “πλήρης ο κόσμος από σένα κι από μένα. Πρώτος εγώ θα φύγω από εδωνά. Ήρθε ο καιρός που θέλω νά μπω πια στον ύπνο τον αιώνιο. Τώρα είμαι στου μηδενός τον δρόμο, η απελπισμένη μου ψυχή έχει στα χείλη φτάσει. Το χέρι του οινοχόου με κερνάει της γήινης ζωής μου τον αφανισμό. Τον οινοχόο θα πάω να συναντήσω”. Κι αφού αφήνει την στερνή πνοή του, η Εσθήρ τον κλαίει, σαν σύννεφο ανοιξιάτικο, και δίπλα του ξεψυχά, κυπαρίσσι αργυρό… Και τάφο τούς ανέγειραν, που έγινε τόπος προσκυνήματος και μέρος περισυλλογής ευλαβικής».

*

ardashicc84r-nacc84me-the-book-of-ardashir-by-scc8cacc84hicc84n-14th-century-iran-late-16th-early-17th-century-c2a9-the-library-of-the-jewish-theological-seminary

*

Φευ! Οι ιστορικοί όμως κι οι αρχαιολόγοι κρίνουν αλλιώς. Ο πολύς Ernst Herzfeld θεωρεί πως το κτίσμα που στεγάζει σήμερα τα διπλά μνήματα έχει ανακατασκευαστεί πολλές φορές, και στη σημερινή του μορφή προέρχεται από τον 17ο αιώνα. Κι αυτός μεταξύ άλλων, πιστεύει πως είναι πολύ πιθανόν μέσα τους να φιλοξενούν τα λείψανα μιας άλλης διάσημης Οβριάς, συζύγου βασιλικής κι αυτής, αλλ’ όχι της Εσθήρ: της Σουσαντόχτ, κόρης του Ιουδαίου αιχμαλωτάρχη (ηγέτη των εξόριστων Εβραίων, ‘exilarch’) και συζύγου του Yazdegerd Α΄ (399-420), του Ισδιγέρδη των Βυζαντινών πηγών. Αντιθέτως θεωρεί πως το βιβλικό ζεύγος πρέπει να είναι θαμμένο στα Σούσα.

(περισσότερα…)