Day: 06.04.2026

Ζωή και θάνατος στο χωριό

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Μια επανάγνωση της Μεσοτοιχίας
της Νάντιας Δουλαβέρα (Μελάνι, 2018)

~.~

Αλλάζεις καΐκι στο τρίτο λιμάνι του Αχέροντα, διασχίζεις τον Κωκυτό ως το τέλος του και, αριστερά, απλώνεται η πεδιάδα με τους ασφοδέλους — αγριολούλουδα που μαρτυρούν ζωή στην απουσία της. Λένε πως ήρθαν ως εκεί σπόροι στο σώμα του περιστεριού που ξέφυγε απ’ τα Τάρταρα με μια ελπίδα γυρισμού. Σ’ αυτόν τον οικισμό τα παιδιά νανουρίζονται με ιστορίες θλίψης και θανάτου. Μαθαίνουν για την κυρά Τασία που «όταν έγινε το κακό// άλλος της έκλεινε τα μάτια// άλλος της άνοιγε τη χούφτα// να της πάρει τα ψίχουλα» («Τα ψίχουλα»). Φοβούνται εκείνον που «αν μας τρόμαζε// ήταν που θύμιζε άνθρωπο» («Η φοβέρα»). Κι όμως, το χωριό αυτό είναι σαν όλα τα χωριά: ζωή πιο κοινόβια από της πόλης, ταυτόχρονα πιο κλειστή, πιο αδιαπραγμάτευτη. Όσοι μεγαλώσαμε σε ένα τέτοιο χωριό μάθαμε να ζούμε με τον θάνατο καρφωμένο στο μυαλό, με μια οικειότητα που μοιάζει με φιλία. Λες και παίξαμε κρυφτό μαζί του στο προαύλιο της εκκλησίας κι έμεινε το «φτου ξελευτερία» να αντηχεί στο χτύπημα μίας καμπάνας.

Κάπως έτσι μοιάζει να μεγάλωσε και η Νάντια Δουλαβέρα, κι η ποίησή της — όπως τη γνωρίζουμε, τουλάχιστον, από την πρώτη της συλλογή, Μεσοτοιχία — δεν θα μπορούσε παρά να είναι ποτισμένη από θάνατο. Κάθε ποίημα της Μεσοτοιχίας μοιάζει με φωτογραφία που ακινητοποίησε τον χρόνο, μια σκηνή όπως έχει εντυπωθεί σε παιδική ή νεανική μνήμη. Μια δόση θλίψης, μια τζούρα σαρκασμού. Ο τόνος αυτός διατρέχει σχεδόν κάθε ποίημα της συλλογής. Κι όμως, δεν είναι ο σκληρός σαρκασμός της ειρωνείας ενός παντογνώστη, μα περισσότερο η απόληξη μιας οικειότητας με το τετελεσμένο της ζωής. Με δύο λόγια, η Μεσοτοιχία είναι ποιήματα ζωής και ποιήματα θανάτου στο χωριό. Μα το κυριότερο, είναι ποιήματα-γεγονότα. (περισσότερα…)

Συλλήψεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Πριν 25 χρόνια ρώτησες στο μάθημα της Γεωγραφίας της Β΄ Γυμνασίου «τι είναι η μαλάρια». Ο Αλέξης απάντησε, «μαλάρια είναι μια φυλή της Αφρικής, πού επειδή ζούνε εκεί έχουν μαύρο δέρμα και κίτρινα μάτια». Ευλογοφανής απάντηση και η σύγχυση δεκτή.

Πρόσφατα η δασκάλα μιας ΣΤ΄ Δημοτικού πρότυπου σχολείου μιας πανεπιστημιακής πόλης της Γερμανίας ανέθεσε ως εργασία με θέμα την Ευρώπη, τις επιμέρους χώρες της. Κάθε μαθητής διάλεξε μια χώρα και έπρεπε εκτός της παρουσίασής τους να εξηγήσει με λίγα λόγια για ποιους λόγους διάλεξε τη συγκεκριμένη χώρα· τι τον τράβηξε στην επιλογή του. Ο Λεβέντης για παράδειγμα, που επέλεξε την Τουρκία, έγραψε ότι του έκανε εντύπωση ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μεγαλύτερη και από την Ρωμαϊκή. Αυτή ήταν μια εξαίρεση, καλής ή έστω εξαιρετικής απάντησης. Η μαθήτρια που διάλεξε την Ισπανία είπε ότι της άρεσε η παέγια. Κι άλλες/άλλοι παρόμοιους λόγους.

Ήρθε κι ο Γιάκομπ ο οποίος επέλεξε την γενέτειρα του πατέρα του, την Κροατία κι έγραψε μια «φανταστική» ιστορία – έτσι έγραψε:

«Η Κροατία είναι μια μικρή και φτωχή χώρα. Γι’ αυτό τη διάλεξα, για να την κάνω την πλουσιότερη χώρα στον κόσμο. Έφτιαξα μια ομάδα πρακτόρων, με την οποία δολοφονήσαμε τον Ντόναλντ Τραμπ και πήραμε την εξουσία στις ΗΠΑ. Με τον στρατό των ΗΠΑ κατέλαβα τις γειτονικές χώρες της Κροατίας. Ο επόμενος στόχος ήταν η σύλληψη των Avengers και με τη δύναμη τους ως μαχητών, κάτω από την εξουσία μου, να καταστρέψω τη γη. Κατόπιν έπρεπε να βρω κάποιον ικανό να χρησιμοποιήσει τη δύναμη των Avengers. Μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκα κάποιον που τον έλεγαν Όλεκ. Μαζί με αυτόν κατέστρεψα τη γη»…

Το καλοκαίρι κατά το τέλος Ιουνίου, πήγε ο Γιάκομπ με τους γονείς του στην Κροατία για διακοπές. Εκεί στο νησί των δαλματικών παραλίων, στην πόλη Κρκ, την αρχαία Ιλλυρική Κυρικτική ή Κύρικον κατά τους Βυζαντινούς, ζούσε ο παππούς του. Είχε συλληφθεί ως μουσουλμάνος από τους Σέρβους ορθοδόξους κατά τον πόλεμο το ’97 αλλά επέζησε. Τον Γιάκομπ δεν τον ενδιέφεραν αυτά· εκείνος αφενός ήταν αχνά, αραιά και που, Χριστιανός από την Γερμανίδα μητέρα του, αφετέρου το μόνο που ήθελε ήταν να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του παππού του.

Ανοίχτηκαν με τον παππού του ένα ηλιόλουστο πρωινό προς τα νησιά Κρες, με την βενζινοκίνητη βάρκα, να ρίξουν τ’ αγκίστρια τους. Ο βορέας είχε απ’ το προηγούμενο βράδυ πέσει, η θάλασσα γαλήνια. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που έμελλε ν’ ακολουθήσει… (περισσότερα…)