*
Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας
~.~
Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤA
για τον Έρικ Ρόουτς
Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το σκισμένο στόμα.
Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το αλμυρό του σώμα.
Μα θα σου πω τι υμνεί:
Λέει για τον τοίχο με την πρωινή χαρά να ξεχειλίζει
από το χείλος του περιβολιού,
για την αυλή με το στρωμένο χώμα,
καθαρή σαν σαλονιού τραπέζι,
μ’ ένα κίτρινο δέντρο,
ένα άκε, μι’ αμυγδαλιά,
ή μια ροδιά
μες στο κρυστάλλινο ανθογυάλι του ήλιου.
Καμιά φορά θ’ ακούμπαγε το δάχτυλο
στου ανέμου τον σφυγμό
σαν άκουγε τη θάλασσα μέσα τις αρκεύθους.
Ξεκίνησε να κολυμπά ως την Αφρική,
μα το σώμα του τον πρόδωσε·
διάλεξε αυτόν τον τρόπο
να φτάσει στους προγόνους του.
Όχι, δεν ήθελα να το γράψω αυτό,
μα θέλοντας και μη
θ’ ανοίξει δρόμο
με τη ματσέτα του ανερώτητα ο ήλιος
ανάμεσα απ’ τα βουρκωμένα βλέφαρα.
Στον ιδρωμένο από την πάχνη αγρό
τα μηρυκαστικά μασούν το μαύρο
σάμπως εργοστάσια.
Δεν ήθελα να τ’ ακούσω ξανά:
τον αντίλαλο από σαραβαλιασμένους ανεμόμυλους,
το σούσουρο των άγριων γλυκοπατατών
κυριεύοντας αργά τους ρημαγμένους φράχτες,
των βρύων τις ραπτομηχανές
γαζώνοντας των σκλάβων τα κελιά…
Μα η βροχή ξεσπά
στα μέτωπα των άγριων γλυκοπατατών,
η αυλόπορτα πιάνει ξανά
το σκουριασμένο της ρεφρέν,
και οι πρώτες σταγόνες της ψιχάλας,
σπονδές στον Σάνγκο
– μέσα μου διορθώνει ο Αφροέλληνας: στον Δία! –
στεγνώνουν γρήγορα σαν ιδρώτας στο μέτωπο –
μαζί και τα δάκρυά μας.
Ο αγρότης ζέχνει γλυκερά κάτι από θάμνο·
μυρίζει όπως το γαϊδουράκι του –
μυρίζουν και οι δύο το ίδιο:
σαν τον ψηλό, ψηλό τόπο,
γεμάτο σύννεφα, χρυσές
μηλιές περιφραγμένες.
Ναι, το μέτωπο θα σκουπιστεί
το χέρι κούπα στο σκισμένο στόμα θ’ ανεβεί
ξεπλένοντας με δροσερό νερό
των χειλιών τα χαρακώματα
– το αργό φαρμάκι του οίκτου.
Δεν ήθελα να ‘ρθει αυτό,
μα κάποιες φορές,
κάτω απ’ τη μασχάλη του καυτού ουρανού
πάνω απ’ τη χώρα,
φέρνει ο άνεμος μια υπόνοιαν αλατιού,
κι ένας συγκεκριμένος αέρας ανυψώνει
τους μίσχους της πρωινής χαράς
όπως εμείς –
κεφάλια ορθώνοντας
στ’ απόγειο της χαράς
μια στάλα να ξεκλέψουμε
φρεσκάδα της ζωής.
Από το βιβλίο «Θαλασσοστάφυλα» (1976)
///
ΟΝΤΖΟΜΠ, ΕΝΑ ΜΠΟΥΛ ΤΕΡΙE
Ετοιμάζεσαι για μια λύπη,
κι άλλη σε βρίσκει.
Δεν είναι σαν τον καιρό –
μέτρα δεν παίρνονται.
Η ανετοιμότητα είναι το παν.
Ο σύντροφός σου, η γυναίκα,
ο φίλος πλάι σου,
το παιδί στο πλευρό σου,
κι ο σκύλος –
τρέμεις γι’ αυτούς,
κοιτάς κατά τη θάλασσα και συλλογίζεσαι:
«θα βρέξει»
κι ετοιμάζεις το αδιάβροχό σου
αδυνατώντας, με συνέπεια, να συνδέσεις
τις ανεπαίσθητες αλλαγές του φωτός
τις παπαρούνες που σκουριάζουν
σ’ ένα περβόλι μπαινοβγαίνοντας στη θάλασσα
το χρυσάφι που αιμορραγεί απ’ τις φοινικιές.
Δεν το συνδέεις αυτό –
τη σταγόνα της ψιχάλας πέφτοντας στη σάρκα σου,
με το διορατικό κλαψούρισμα του σκύλου –
ο κεραυνός δεν σε τρομάζει,
και λες πως είσαι σ’ ετοιμότητα.
Ό,τι ακολουθεί τα βήματά σου
ό,τι τρίβεται στα πόδια σου
προσπαθεί να σου πει
πως η σιωπή είναι το παν –
πιο βαθιά απ’ οποιαδήποτε ετοιμότητα,
βαθιά σαν θάλασσα
σαν χώμα
σαν αγάπη.
Η σιωπή
είναι πιο δυνατή κι απ’ τη βροντή.
Έτσι κι εμείς μένουμε άφωνοι ως το κόκκαλο
όπως τα ζώα που ποτέ δεν ξεστομίζουν
τη λέξη «αγάπη» όπως εμείς –
οικεία με μιαν της άποψη
που γλώσσες υπερβαίνει
και μόνο μ’ ένα κλάμα θα ειπωθεί,
μ’ έναν λυγμό.
Με μια υγρασία που ανηφορά στα μάτια μας
του αγαπημένου τ’ όνομα και πνίγει στον λυγμό.
Η σιωπή των νεκρών.
Η σιωπή τής πιο βαθιά θαμμένης αγάπης είναι
η μία, αρραγής σιωπή,
και είτε τη φέρουμε για ζώο,
για παιδί, για γυναίκα ή για φίλο,
είναι η ίδια αγάπη,
είναι η μία αγάπη,
που είναι ν’ αγιάσει όσο βαθαίνεις στην απώλεια·
είναι ν’ αγιάσει, ναι,
είναι ν’ αγιάσει.
Από το βιβλίο «Βασίλειο του Αστρόμηλου» (1979)
///
ΣΑΒΒΑΤΑ, ΔΥΤΙΚΕΣ ΙΝΔΙΕΣ
Εκείνα τα χωριά, λερωμένα απ’ τη μελαγχολία της Κυριακής,
όπου στους κάτωχρούς τους δρόμους
ένα μοναχικό σκυλί λαγοκοιμάται.
Εκείνα τα ηφαίστεια, σαν στάχτινα τριαντάφυλλα,
ή σαν το ανίατο της φτώχειας έλκος,
που γύρω από τα σουρωμένα χείλη του
λιγνοί πιτσιρικάδες εμπορεύονται κίτρινη πέτρα θείου.
Οι καμένες της μπανάνας φυλλωσιές
πάλαι ποτέ χορεύτριες,
το ποτάμι με την κοίτη των σπασμένων μπουκαλιών,
ο κακαόκηπος με το πουλί με την κραυγή
άλλοτε πράσινη κι άλλοτε κίτρινη
κάτω απ’ των φύλλων τις φασκιές
με το λοφίο από φωτιά πορτοκαλιά
έχοντας λησμονήσει από καιρό το φλάουτό του.
Τα κομμιόδεντρα ξεφλουδίζοντας από το έγκαυμα του ήλιου
παλεύοντας να δραπετεύσουν απ’ τη θάλασσα.
Η πεθαμένη σαύρα που ομοιώνεται των βράχων.
Εκείνα τα ποτάμια, νήματα από σάλιο,
που λησμονήσαν την παλιά τους μουσική.
Η ξερή, μόλις πλατεία,
κάτω από πιο ξερά θαλασσοαμύγδαλα,
όπου κάθονταν γέροι σταφιδιασμένοι
χαζεύοντας μια λευκή σκούνα
μπλεγμένη στα κλαριά
και πρέφα παίζοντας
με τα θαλασσοπούλια.
Εκείνες οι πλαγιές, σαν σπασμένα πιθάρια.
Κείνες οι φτέρες που άφησαν
τα αποτυπώματα των σκελετών τους στη δορά της γης.
Κι εκείνα τα δρομάκια που αρχινούν
τα ονόματά τους ν’απαγγέλουν όπως σε παράκληση.
Ανάφερέ τα, και θα σταματήσουν·
εκείνα τα καβούρια που ήταν πρόθυμα
ν’ αφήσουν έναν αιώνα να περάσει,
εκείνοι οι ερωδιοί, όμοιοι γεροντοκόρες,
που αμφέβαλλαν τα ίδια τους τα είδωλα,
ρωτώντας και ρωτώντας.
Εκείνες οι τσουκνίδες που έβαζαν
στόχο τους αστραγάλους μας·
κείνες οι Κυριακές,
α, κείνες οι Κυριακές –
που τα φώτα στο τέλος του δρόμου
ήταν γεγονός.
Οι Κυριακές που η μάνα μου ξάπλωνε ανάσκελα
στο βρεγμένο κρεβάτι·
οι Κυριακές που οι αδελφές συνωστίζονταν
σαν πεταλούδες γύρω από του δρόμου τους φανούς
κι οι πόλεις προσπερνούσαν
στον ορίζοντα.
///
R.T.S.L. (1917–1977)
Και τι για κείνο το άλλο πράγμα που προκύπτει
όταν συρράπτονται τα βλέφαρα
και η κηρώδης λάμψη απ’ το και πάλι
λείο μέτωπο
δεν διερωτάται πια
για την ξηρότητα του στόματος,
για το αν ανοίγουν την καρδιά καθώς πουκάμισο
για ν’ αμολήσουνε μια λύσσα χελιδόνια,
για το αν ο εγκέφαλος
είναι μια βιβλιοθήκη για σκουλήκια,
ή για τη στιγμή επάνω της επίγνωσης
πως όλα γίναν άκαμπτα,
τόσο επίσημα, μ’ «αντίο» ειρωνικά,
κόρο και όργανο εκκλησιαστικό,
κι όλους να ψάχνονται για μια μαύρη γραβάτα,
και για το ποια της τελετής η πρέπουσα ώρα
να λυγίσουν και να κλάψουν –
γι’ αυτό το ξάφνιασμα φτερών
ξεφεύγοντας απ’ το κλουβί του σώματος
σαν λύνεται η γροθιά –
εκείνο το γαλήνιο στεφάνι περιστέρια
επάνω απ’ τη λευκή ξανά σελίδα
όταν οι παρενθέσεις, κλείνοντας σαν πύλη
(1917-1977)
δυο ημικύκλια που ενωμένα σχηματίζουν
ένα πρόσωπο, έναν ορίζοντα,
μια απέριττη πληρότητα
ένα αδιάσπαστο Ο,
κι αυτό που έφερε όνομα με διορία ζωής
φτερουγίζει έξω απ’ ό,τι
αποκρινόταν στ’ όνομά του,
διάφανο, αντίγραφο πιστό,
ώστε εντός του να διακρίνεις
εκκλησίες, αυτοκίνητα, ηλιοφώς,
το πάρκο της Βοστώνης
δίχως την προϋπόθεση βιβλίου κανενός.
Από το βιβλίο «Ο Τυχερός Ταξιδευτής» (1981)
///
JEAN RHYS
Πάει καιρός που έχουν αποσυρθεί
–μες στις θαμπές φωτογραφίες τους
κηλιδωμένες απ’ τα χημικά
όπως το χέρι κάποιας θείας γεροντοκόρης–
στην άκρη της βεράντας τους
δίνοντας χώρο στο αποικιοκρατικό λευκό
και σε μια ζούγκλα παραδόξως καφετιά
σαν το χαρτί να ’χει βουτήξει μες στο τσάι
— αχνά χαρακτηριστικά
σ’ αναμονή ενός μολυβιού να τα τονίσει:
κύριοι κολλαριστοί
με σουβλερά μουστάκια
και πλάι οι γυναίκες τους
στις ψάθινές τους πολυθρόνες βυθισμένες
όλοι τους δείχνοντας «χρωματιστοί»
απ’ την απόσταση ενός αιώνα
που βλέπει πια
του υλοτόμου τη χαριστική βολή
ως ελεημοσύνη.
Τα κανελιά τους άλογα σκουραίνουνε
σαν σπάνιελ, ο μπροστινός χλοοτάπητας
μοιάζει με μπεζ χαλί
το σεληνόφως καφετί και μια σελήνη
τόσο χλωμή, τόσο λεμφατική
που το πρόσωπό της είναι εμπύρετου παιδιού,
κάποιου άγγελου φυματικού
που ο τάφος του κουρνιάζει ακόμη
κάτω από μια λύσσα θάμνους
που διαπληκτίζονται ποιος θα τον πρωτοκρύψει
από τα πατρογονικά του κοιμητήρια.
Κι ο αναστεναγμός εκείνου του παιδιού
είναι λευκός σαν ορχιδέα
που σκάει από την κρούστα ενός κορμού
στη ζούγκλα της Δομινίκας,
ένα V από κινέζικο λευκό
που θ’ αποδώσει το φτερούγισμα ενός γλάρου
πάνω απ’ τη σέπια της Κορνουάλης
γεμίζοντας την παύση
εν μέσω δυο προτάσεων.
Κυριακές! Ο φούρνος
της ανίας τους μετά την εκκλησία.
Μια θεία ανύπαντρη κάνει κανό ανάμεσα
σε σύννεφα κρινάκια
μες στων Καρίμπ μια κρεμασμένη αιώρα, στον ρυθμό ενός ύμνου,
και το παιδί, στον λιοντοπόδαρο, λουστραρισμένο καναπέ,
βλέπει τους λόφους να βουτούν και να επανέρχονται.
Ο πράσινος ξεσηκωμός του αιώνα
καταλαγιάζει σαν τον Ατλαντικό, μια ομιχλώδης φήμη
πίσω απ’ τις φλαμουριές – κύματα
που εξημερώθηκαν σε κόσμια, πλισέ δαντέλα·
το τσιμεντένιο μυλολίθαρο
του μεσημεριού στρέφεται αργά,
ακονίζοντας την αίσθησή του,
ο κόλπος από κάτω πράσινος,
οι σιγοβράζουσες Σαργάσσες.
Σ’ εκείνη τη σφοδρή σιγή
ανάμεσα σε δομινικανά βουνά
το παιδί περιμένει έναν ήχο
μιας πεταλούδας σαν κουμπώνει σ’ έναν θάμνο
σαν σκουλαρίκι στ’ αυτί μαύρης υπηρέτριας —
εκείνης που κατεβαίνει στο χωριό για κάποιο θέλημα,
σ’ ένα ροζ φόρεμα που αργομαραίνει σαν ανθί
μέσα στις φλαμουριές.
Υπάρχουν κορμοί
ρυτιδιασμένοι σαν το χέρι κάποιας που έγραφε
μ’ αραχνοΰφαντη ευγένεια γι’ αυτόν τον κόσμο
όταν η χάρη ήταν κοινή όσο η ελονοσία,
όταν ο βόμβος από τις λάμπες στη βεράντα
προσέλκυε τις θείες σαν πεταλούδες
καταδικασμένες να πατικωθούν, να βυθιστούν
στην σέπια λήθη ενός λευκώματος,
κεντήστρες της σιωπής
για τις οποίες του Τάμεση οι καμάρες,
οι βελόνες του Κοινοβουλίου
και οι petit-point ανταύγειες της Γέφυρας του Λονδίνου
ξεβάφουν απ’ τον ήλιο στα μαξιλάρια μιας αιώρας,
εκεί όπου ένα βράδυ
ένα παιδί ατενίζει την μυστήρια ασάλευτη
φλόγα ενός κεριού
από την άκρη του λιοντοπόδαρου καναπέ
ένα ολόρθο λευκό φως,
κι είν’ το δεξί της χέρι παντρεμένο την Τζέην Έιρ,
βλέποντας στο δικό της νυφικό
άλλο τίποτα
από ένα λευκό χαρτί.
Από το βιβλίο «Η Διαθήκη τού Άρκανσω» (1987)
///
*
**
